Ζούμε, φευ, στην εποχή του απόλυτου κοιλιοκεντρισμού και της δραματικής πνευματικής ραστώνης, όπως διαπίστωνε ο αείμνηστος Σαράντος Καργάκος. Ο νεοέλληνας, εθισμένος στην ευμάρεια του δανεικού πλούτου, στην άκρατη κατανάλωση και την ρηχή επίδειξη, έχει απωλέσει το ιστορικό του αισθητήριο. «Καθεύδομεν τον νήδυμον ύπνον» του εφησυχασμού, πιστεύοντας, μέσα στην ανίατη αβελτηρία μας, πως η γεωγραφική μας ακεραιότητα και η εθνική μας ασφάλεια είναι απολύτως εγγυημένες επειδή, στο όνομα ενός θολού δυτικού προσανατολισμού, εκχωρήσαμε αυτοπροαιρέτως γη, ύδωρ και εναέριο χώρο. Έχουμε αναγάγει σε κυρίαρχο εθνικό δόγμα την επικίνδυνη ψευδαίσθηση πως οι αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις και οι υποδομές διευκολύνσεων—στη Σούδα, στην Αλεξανδρούπολη, στη Λάρισα, στο Στεφανοβίκειο— συνιστούν μια δήθεν άρρηκτη «ομπρέλα προστασίας». Γιατί δεν ρωτάμε τους Άραβες της Μέσης Ανατολής εάν πράττουμε ορθώς;
Επιμέλεια iEpikaira
Όμως, όπως έχουμε γράψει στο παρελθόν, προειδοποιώντας ωσεί σύγχρονη Κασσάνδρα, η ιστορία, δεν συγχωρεί την αφέλεια και δεν σπλαχνίζεται τους αδύναμους. Οι ελίτ μας, βουτηγμένες μέχρι λαιμού στον φραγκολεβαντινισμό και τον ζεμανφουτισμό, ανοίγουν πρόθυμα τις πνευματικές Κερκόπορτες στο όνομα ενός νοσηρού κοσμοπολιτισμού. Ξεπουλούν την εθνική μας ταυτότητα, λοιδορώντας όποιον τολμά να αρθρώσει τη λέξη «Πατρίδα». Είναι η ίδια σουσουδίστικη διανόηση που παράγει διαρκώς «λεκτικά λύματα», επιχειρώντας να υποβαθμίσει την ιστορική μνήμη σε απλό μουσειακό είδος.
Αρκεί, ωστόσο, να στρέψει κανείς το βλέμμα του στην φλεγόμενη και αιμάσσουσα Μέση Ανατολή για να αντιληφθεί την τραγικότητα της θέσης μας και το έωλο των ελπίδων μας. Εκεί, η διαβόητη αμερικανική κυριαρχία καταρρέει συθέμελα, αφήνοντας πίσω της ερείπια και χάος. Το παλαιό αποικιοκρατικό αρχιτεκτόνημα των συνόρων, η περιώνυμη συμφωνία Σάικς-Πικό που χάραξε πριν από έναν αιώνα με βρετανική και γαλλική αλαζονεία τις γραμμές στην άμμο, αποδομείται βιαίως. Δεν παρακολουθούμε απλώς μια κλιμάκωση, αλλά μια γεωπολιτική χειρουργική επέμβαση ιστορικών διαστάσεων. Η Ουάσιγκτον επιχειρεί τη λεγόμενη «Απόδραση του Ηγεμόνα», μεταφέροντας το ενδιαφέρον της στον Ειρηνικό για να αντιμετωπίσει την Κίνα.
Όμως μια αυτοκρατορία δεν μαζεύει απλώς τις βαλίτσες της. Aφήνει πίσω της ελεγχόμενες ζώνες αστάθειας, αναθέτοντας τη διαχείρισή τους σε βαριά οπλισμένους, τοπικούς εργολάβους, όπως το Ισραήλ. Βλέπουμε μια «ελεγχόμενη κατεδάφιση»: την ισοπέδωση της Γάζας, την κατάρρευση του συριακού καθεστώτος, την εισβολή στον Λίβανο, και τα χτυπήματα στο Ιράν. Όλα αυτά υπηρετούν ένα σχέδιο δημιουργίας αδύναμων μικροκρατών. Αυτό οδηγεί στον εφιάλτη των «Αιμαγμένων Συνόρων», ενός χάρτη που είχε δημοσιευτεί από το 2006 και προέβλεπε την ανατριχιαστική εθνοτική βαλκανοποίηση της περιοχής μέσω μαζικών εκτοπίσεων και αίματος. Και εμείς τί κάνουμε; Χειροκροτούμε, ως άβουλοι θεατές, μην αντιλαμβανόμενοι ότι η φωτιά της αναδιανομής εγγίζει και τα δικά μας σωθικά στην Κύπρο. Οσονούπω και πολύ εγγύτερα...
Ας διδαχθούμε, τουλάχιστον, από το πάθημα των Εμιρατιανών και των Σαουδαράβων. Εκεί, που έζησαν για χρόνια μέσα στην αλαζονική ψευδαίσθηση ότι η οικονομική τους ισχύς μπορεί να υποκαταστήσει τον γεωστρατηγικό κυνισμό. Πίστεψαν πως εμπορική αλληλεξάρτηση με το Ιράν, οι Συμφωνίες του Αβραάμ με το Ισραήλ, και κυρίως, η αμερικανική ομπρέλα προστασίας, θα τους παρείχαν μια αδιαπέραστη ασπίδα ασφαλείας. Αφελώς θεώρησαν ότι το δόγμα τους ξορκίζει τον πόλεμο.
Και ύστερα; Ξύπνησαν όταν ήρθαν οι ιρανικοί πύραυλοι. Τα πλήγματα δεν στόχευσαν αποκλειστικά στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Χτύπησαν αλύπητα την ίδια την καρδιά του περίφημου «οικονομικού θαύματος»: τα λιμάνια, τα ενεργειακά δίκτυα, τα κλιματιζόμενα θέρετρα και τα χρηματοπιστωτικά κέντρα. Το μήνυμα της Τεχεράνης ήταν σαφές και αμείλικτο: δεν μπορείς να εξυπηρετείς τις ξένες διευκολύνσεις που μας στραγγαλίζουν και ταυτοχρόνως να απολαμβάνεις την ειρήνη του παγκόσμιου εμπορίου. Αποδείχθηκε περίτρανα πως όταν ηχούν τα τύμπανα του πολέμου στη γειτονιά σου, κανένας υπερσύγχρονος, γυάλινος πύργος ή συμφωνία δεν βρίσκεται υπεράνω της τροχιάς των πυραύλων.
Η εμπιστοσύνη στους ξένους προστάτες αποδείχθηκε μια θανάσιμη αυταπάτη. Το Αμπού Ντάμπι, ξυπνώντας από τον λήθαργο, καταφεύγει πλέον στο μοντέλο της «Οχυρωμένης Συνδεσιμότητας», χτίζοντας επειγόντως εγχώρια αμυντική βιομηχανία, εφεδρείες και εναλλακτικούς διαδρόμους. Το δε Ριάντ υπέγραψε τη Συμφωνία της Μέκκας με ρήτρα όπως το περιβόητο Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, που στην ελληνική φαντασία έχει μετατραπεί σε αυτόματο συμβόλαιο προστασίας. Δεν είναι! Κανείς δεν πρόκειται να χύσει το αίμα του για την δική μας επιβίωση. Το Ριάντ πολύ σύντομα το αντιλήφθηκε με τον οδυνηρότερο τρόπο με τις επιθέσεις των ξυπόλητων πλην όμως πάνοπλων Χούθι.
Όμως η Ελλάδα πάσχει από χρόνια και ανίατη ιστορική αμνησία. Λησμονεί τα αιματηρά παθήματα του δικού της παρελθόντος. Είναι θλιβερό, να παρατηρεί κανείς την διαρκή επανάληψη του ίδιου ιστορικού παραλόγου. Περιμέναμε τον σωτήρα κατά τα Ορλωφικά του 1770, και πληρώσαμε την αφελή ευπιστία μας με ποταμούς ελληνικού αίματος.
Και μετεπαναστατικώς; Αντί να συγκροτήσουμε ανεξάρτητο, κυρίαρχο κράτος, συγκροτήσαμε κόμματα με ονόματα απροκάλυπτα δουλικά: Αγγλικό, Γαλλικό, Ρωσικό! Εξαρτήσαμε την ίδια μας την ύπαρξη, την πολιτική μας οντότητα, από τις εκάστοτε διαθέσεις των ξένων Πρεσβειών. Όταν κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο του 1853-1856 επιχειρήσαμε, ορμώμενοι από άκρατο ρομαντισμό, να εξυπηρετήσουμε τα ρωσικά συμφέροντα πιστεύοντας πως έτσι θα ελευθερώσουμε τις υπόδουλες αδελφές μας Ήπειρο και Θεσσαλία, εισπράξαμε τον αδίστακτο αγγλογαλλικό αποκλεισμό του Πειραιά, την κατοχή και τη χολέρα που αποδεκάτισε τον πληθυσμό της Αττικής. Οι ελίτ μας ήταν πάντα, και δυστυχώς παραμένουν, οι πρόθυμοι «Νενέκοι» των μεγάλων.
Όπως επανειλημμένως έχουμε υπογραμμίσει και είναι ιστορικά αποδεδειγμένο, οι συμμαχίες, για να είναι ισότιμες και εθνικά αποδοτικές, προϋποθέτουν σθένος, στρατιωτική ρώμη, και κυρίως εθνική υπερηφάνεια, όχι ραγιαδισμό. Δεν υφίσταται συμμαχία όταν ο ένας είναι ο αναβάτης και ο άλλος αποδέχεται μοιρολατρικά τον ρόλο του υποζυγίου.
Η Μικρασιατική Καταστροφή το 1922 παραμένει το πλέον αιμάτινο και φρικιαστικό μνημείο αυτής της εθνικής μας τύφλωσης. Βασιστήκαμε στις κενές υποσχέσεις της «Γηραιάς Αλβιόνος». Εξαρτήσαμε το μεγάλο εθνικό μας όραμα από τα συγκυριακά μικροσυμφέροντα του Λόυντ Τζωρτζ και την προτροπή των Μεγάλων Δυνάμεων. Και όταν τα γεωστρατηγικά τους σχέδια άλλαξαν ρότα, όταν βρήκαν επικερδέστερες και πιο ασφαλείς συμφωνίες με τον Κεμάλ, εμείς μείναμε ολομόναχοι στο Σαγγάριο, να ματώνουμε στην αλμυρή έρημο. Και η περίφημη «προστασία» των ξένων συμμάχων μας πού ακριβώς φάνηκε; Περιορίστηκε στο να παρακολουθούν απαθείς από τα θωρηκτά τους τη Σμύρνη να παραδίδεται στις φλόγες και τους Έλληνες να σφαγιάζονται και να ατιμάζονται στην προκυμαία, τηρώντας την πιο επαίσχυντη, υποκριτική «αυστηρή ουδετερότητα».
Αλλά μήπως χρειάζεται να πάμε τόσο πίσω; Η Κυπριακή Τραγωδία του 1974 δεν είναι ένα μουσειακό κεφάλαιο που έκλεισε, αλλά μια ανοιχτή, χαίνουσα, ματωμένη πληγή στο σώμα του Ελληνισμού. Πού ήταν οι σύμμαχοι; Πού βρισκόταν η πανίσχυρη προστασία; Μετατρέποντας τον ηρωικό ελληνισμό της μεγαλονήσου σε σφαγιασθέν θύμα της γεωπολιτικής σκακιέρας και των βρετανοτουρκικών συμφερόντων που κανείς «προστάτης» δεν τόλμησε να ανακόψει.
Βεβαίως, απέναντι σε αυτές τις αδιαμφισβήτητες ιστορικές αλήθειες, θα σπεύσουν αμέσως οι διάφοροι σουσουδίζοντες αναλυτές, οι γνωστοί παραθυράκηδες των τηλεοπτικών δελτίων —οι σύγχρονοι δοσίλογοι της εθνικής μας μνήμης— να αντιτάξουν ως δήθεν συντριπτικό αντεπιχείρημα τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου. «Δεν μας έσωσαν οι ξένοι στο Ναβαρίνο το 1827;», αναφωνούν με περισσή ιστορική αφέλεια και ιδιοτέλεια, επιδιώκοντας να νομιμοποιήσουν ιδεολογικά την τωρινή, αποκρουστική εθελοδουλία τους.
Ναι, είναι ιστορικό γεγονός πως οι στόλοι της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας κατέστρεψαν ολοσχερώς τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο. Αλλά ας μην πλανώμεθα οικτρά. Το Ναβαρίνο δεν υπήρξε διόλου προϊόν φιλανθρωπίας, ούτε ρομαντικού φιλελληνισμού των ψυχρών ευρωπαϊκών καγκελαριών. Οι Μεγάλες Δυνάμεις αποφάσισαν να παρέμβουν αποφασιστικά διότι διέβλεπαν ότι αυτό θα ήταν το αποφασιστικό χτύπημα στην παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία και φυσικά μόνο αφού είχαν προηγηθεί έξι ολόκληρα χρόνια τιτάνιου αγώνα. Έξι χρόνια όπου ο ελληνικός λαός μάτωσε ασταμάτητα, κάηκε ζωντανός, σφαγιάστηκε σε Μεσολόγγι, Χίο και Ψαρά, αλλά αρνήθηκε πεισματικά να προσκυνήσει. Όπως σοφά έχει ειπωθεί, κανείς ποτέ στην ιστορία δεν συμμαχεί με ένα πτώμα. Οι ξένοι παρεμβαίνουν κυρίως όταν αυτό συμβαδίζει με τα συμφέροντά τους, και σπανίως επειδή σέβονται εκείνους που πρώτοι αποδεικνύουν στο πεδίο της μάχης πως είναι διατεθειμένοι να πεθάνουν ενόπλως για την ελευθερία τους. Εάν ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης και ο Κανάρης δεν είχαν γράψει με το ίδιο τους το αίμα το ακατάλυτο έπος του Εικοσιένα, ο Ιμπραήμ θα είχε αφανίσει τον Μοριά, και κανένας ξένος στόλος δεν θα είχε κουνηθεί. Η ξένη επέμβαση και η συμμαχία έρχονται με την αυτονόητη προϋπόθεση της δικής σου ισχύος και της δικής σου αντίστασης, και ουδέποτε ως ελεημοσύνη της δικής σου αδυναμίας και υποταγής.
Δυστυχώς, η σημερινή μας στάση, ως κράτος και ως κοινωνία, είναι διαμετρικά αντίθετη με το πνεύμα εκείνων που μας ελευθέρωσαν. Η σύγχρονη ελλαδική διανόηση προσπαθεί λυσσαλέα να μας πείσει πως ο εθνομηδενισμός συνιστά πρόοδο. Πως αποτελεί αναχρονισμό το ιερό «ἀμύνεσθαι περί πάτρης» και πως οφείλουμε να επαναπαυτούμε στις βάσεις, θεωρώντας τες ως επαρκή και ακλόνητη εγγύηση για την εδαφική μας ακεραιότητα έναντι του νεοοθωμανικού αναθεωρητισμού.
Όμως, όπως μας υπενθυμίζει με πόνο ο μεγάλος Γιώργος Σεφέρης, «όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει». Και με πληγώνει βαθύτατα διότι βλέπω καθημερινά τον λαό μου να παραδίδεται άνευ όρων, να απεμπολεί την κυριαρχία του και να περιμένει ράθυμα τη σωτηρία από τα έξω, λησμονώντας το «σὺν Ἀθηνᾷ καὶ χεῖρα κίνει». Ο Κωνσταντίνος Καβάφης το έχει αποδώσει μνημειωδώς: «Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ, / μεγάλα κι υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη». Και εμείς σήμερα, όχι μόνο αφήνουμε πρόθυμα άλλους να μας χτίσουν τα τείχη του εγκλωβισμού μας, αλλά τους παραδίδουμε στοχαστικώς και τα κλειδιά της χώρας, με «ασπίδες» που εύκολα μετατρέπονται σε «Αχίλλειο Πτέρνα», θέτοντας τη χώρα σε καθεστώς στρατηγικής ομηρίας.
Ο Οδυσσέας Ελύτης προειδοποιούσε πως αν δεν στηριχθούμε στα δικά μας πόδια, στην πολιτισμική μας υπερδύναμη και στις ρίζες μας, θα χαθούμε ως έθνος. Το τρέχον, αιμαγμένο μάθημα της Μέσης Ανατολής, ο βίαιος θάνατος της συνθήκης Σάικς-Πικό και η παταγώδης κατάρρευση των ψευδαισθήσεων των πετρελαιομαρχιών, βροντοφωνάζουν το αυτονόητο, αυτό που οι πρόγονοί μας γνώριζαν εμπειρικά: σε αυτόν τον κόσμο τον μικρό, τον μέγα, τα σύνορα, η ελευθερία και η εθνική ασφάλεια δεν αγοράζονται με τον παρά των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων, ούτε εξασφαλίζονται με υπογραφές σε χαρτιά και συνθήκες. Η ασφάλεια κατοχυρώνεται μόνο όταν το έθνος διαθέτει ισχυρό φρόνημα, συμπαγή κοινωνική ομοψυχία, στρατηγικό βάθος, και ένοπλες δυνάμεις αποφασισμένες και έτοιμες, ανά πάσα ώρα και στιγμή, να απαιτήσουν σεβασμό προτάσσοντας τα στήθη τους.
Αλλά τί λέμε; Για να γίνουν αυτά απαιτείται ανάστημα, το οποίο στερούνται οι θλιβεροί καρεκλοκένταυροι, οι κοντόθωροι πολιτικάντηδες, οι επαγγελματίες ραγιάδες της εξουσίας, παραλυμένοι από μια μόνιμη, αισχρή αβουλία. Τρέμουν την ευθύνη της ρήξης τόσο πολύ, που έχουν μετατρέψει τις Ένοπλες Δυνάμεις σε φιμωμένους θεατές, απαγορεύοντάς τους να επιτελέσουν το αυτονόητο καθήκον τους. Και πώς να το πράξουν άλλωστε αφού είναι κατευθυνόμενοι από αυτούς που ανεβάζουν και κατεβάζουν κυβερνήσεις και δεν ντρέπονται ούτε να το ομολογούν;
Ο Κωστής Παλαμάς, ο ανυπέρβλητος αυτός βάρδος του Γένους, μας άφησε μια τρομερή παρακαταθήκη που πρέπει να ηχεί ως ιερός συναγερμός στα αυτιά μας: «Χρωστάμε σ’ όσους ήρθαν, πέρασαν, / θα ‘ρθουνε, θα περάσουν. / Κριτές θα μας δικάσουν / οι αγέννητοι, οι νεκροί». Εάν συνεχίσουμε να εναποθέτουμε τις ελπίδες της φυσικής μας επιβίωσης σε ξένους «προστάτες» και αλλότρια imperium, η ετυμηγορία τόσο των αγέννητων παιδιών μας όσο και των νεκρών ηρώων μας θα είναι αμείλικτος καταπέλτης. Ήρθε η ώρα να αφυπνιστούμε από τον κώμα του ωχαδερφισμού. Ήρθε η ώρα να σταματήσουμε να είμαστε οι δειλοί κομπάρσοι στα γεωπολιτικά παίγνια των άλλων, και να γίνουμε επιτέλους, σπαθί στο χέρι, οι περήφανοι πρωταγωνιστές της δικής μας, αδούλωτης μοίρας.

.png)
