Όποιος παρατηρεί, με την ελάχιστη ιστορική γνώση —απαλλαγμένος από τις νοσηρές παραισθήσεις της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής σκηνής— την εξέλιξη των σχέσεων μεταξύ Αθηνών και Τελ Αβίβ, διαπιστώνει ένα επαναλαμβανόμενο ιστορικό λάθος: την απεγνωσμένη αναζήτηση «προστατών».
Επιμέλεια iEpikaira
Η εγχώρια συζήτηση, εγκλωβισμένη στην παγίδα της γεωπολιτικής αφέλειας, ερμηνεύει τη σύμπτωση τακτικών συμφερόντων ως ιστορική ταύτιση πεπρωμένου. Εορτάζεται, μάλιστα, μετ' επιτάσεως η δήθεν θωράκιση του Ελληνισμού απέναντι στον τουρκικό αναθεωρητισμό, μέσω της προμήθειας ισραηλινών οπλικών συστημάτων και της συγκρότησης μιας «αντιπυραυλικής ασπίδας». Εν τούτοις, η γεωπολιτική πραγματικότητα παραμένει αμείλικτη και τιμωρεί παραδειγματικά όσους συγχέουν την αγορά εξοπλισμών με την εθνική στρατηγική (βλ. για παράδειγμα Σαουδική Αραβία και Βατερλώ με Χούθι) και την υποτέλεια με τη συμμαχία.
Για να κατανοήσουμε το μέγεθος της ελληνικής αυταπάτης, οφείλουμε πρωτίστως να αναλύσουμε τη φύση και τον ορθολογισμό της ισραηλινής εξωτερικής πολιτικής. Το Ισραήλ δεν αποτελεί κάποιου είδους φιλανθρωπικό ίδρυμα περιφερειακής ασφάλειας, ούτε διακατέχεται από φιλελληνικά αισθήματα — έννοιες που είναι ούτως ή άλλως παντελώς άχρηστες στην ανάλυση της ισχύος. Αντιθέτως, όντας ένα κράτος με περιορισμένο γεωγραφικό βάθος και δημογραφικό δυναμικό, περιβαλλόμενο από εχθρικούς πληθυσμούς, η επιβίωσή του εξαρτάται από έναν ωμό, υπαρξιακό υπολογισμό: την ανάγκη «εξωτερίκευσης του στρατηγικού βάθους» (strategic depth outsourcing).
Αυτή η πραγματικότητα υπαγορεύει μια σαφή ιστορική νομοτέλεια: το Ισραήλ οφείλει να διεξάγει τους πολέμους του, στρατιωτικούς ή πληροφοριακούς, όσο το δυνατόν πιο μακριά από τα σύνορά του. Προκειμένου να επιτευχθεί τούτο, απαιτείται η εργαλειοποίηση ενδιάμεσων δυνάμεων/εντεταλμένων (proxies), η εργαλειοποίηση μειονοτήτων ή κρατικών δρώντων που θα λειτουργήσουν ως κυματοθραύστες της εχθρικής ενέργειας.
Η ιστορία επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Ήδη από τη δεκαετία του 1950, το «Δόγμα της Περιφέρειας» του David Ben-Gurion συνίστατο στη δημιουργία ενός εξωτερικού αναχώματος (μέσω συμμαχιών με την Τουρκία, τους Κούρδους του Ιράκ ή τους Μαρωνίτες του Λιβάνου) ώστε να απορροφάται η πίεση του αραβικού εθνικισμού εκτός του ισραηλινού πυρήνα. Όταν το Ισραήλ χρηματοδοτούσε και εξόπλιζε τον Στρατό του Νοτίου Λιβάνου (SLA) τη δεκαετία του '80, δεν το έπραττε από αλληλεγγύη προς τους Λιβανέζους, αλλά διότι ο SLA χρειαζόταν να χύνει το δικό του αίμα στις συμπλοκές με τη Χεζμπολάχ, προφυλάσσοντας το ισραηλινό δυναμικό. Όταν η γεωπολιτική εξίσωση μεταβλήθηκε περί το έτος 2000, η ισραηλινή ασπίδα αποσύρθηκε ακαριαία, αφήνοντας τους «συμμάχους» στο έλεος των αντιπάλων τους. Η ίδια στρατηγική καθόρισε την υποστήριξη προς τις κουρδικές δυνάμεις (SDF) στη Συρία, ως ανάχωμα απέναντι στην ιρανική και τουρκική επιρροή, και πανομοιότυπη λογική διέπει την τρέχουσα προσέγγιση απέναντι στον Ελληνισμό.
Εισερχόμαστε πλέον στον πυρήνα του προβλήματος. Η Αθήνα, στην προσπάθειά της να αναπληρώσει το τεράστιο κενό της δικής της αυτόνομης εθνικής στρατηγικής, φαίνεται πρόθυμη να υιοθετήσει τον ρόλο του προκεχωρημένου φυλακίου.
Η προμήθεια των ισραηλινών συστημάτων (Barak MX, SPYDER, David's Sling) υπό τον μυθολογικό τίτλο "Ασπίδα του Αχιλλέα", παρουσιάζεται ως εθνικός θρίαμβος. Εκείνο όμως που ελλοχεύει πίσω από τις θριαμβολογίες είναι ο κίνδυνος που συνεπάγεται η πλήρης ενσωμάτωση δικτυοκεντρικών συστημάτων ξένης προέλευσης στον πυρήνα της εθνικής αεράμυνας. Ανακύπτουν εδώ εξαιρετικά σοβαρά και αναπάντητα ερωτήματα εθνικής ασφαλείας, τα οποία οι ιθύνοντες προσπερνούν με επιζήμια —σκοπούμενη;— ελαφρότητα. Διότι, ακόμη και αν υποτεθεί στο βέλτιστο σενάριο ότι η Αθήνα θα εξασφάλιζε πλήρη και ανεμπόδιστη πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα των συστημάτων, σε καθεστώς σύγχρονης τεχνολογικής ασυμμετρίας, ουδείς δύναται να εγγυηθεί απόλυτα την αποτροπή υποκλοπής δεδομένων ή τη μη ύπαρξη αφανών «κερκόπορτων» (backdoors).
Υπό αυτές τις συνθήκες, αφήνεται ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο —και τούτο το ενδεχόμενο αρκεί για να κλονίσει την εθνική στρατηγική— να μετατραπεί το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος σε έναν δυνητικά ζωτικό χώρο συλλογής πληροφοριών για το Ισραήλ. Χρηματοδοτούμενος μάλιστα από ελληνικά και κυπριακά κεφάλαια, ελλοχεύει ο φόβος ότι κάθε ηλεκτρονικό ίχνος, κάθε κίνηση στον εναέριο χώρο από την Θράκη μέχρι την Κύπρο, να αναλύεται σε πραγματικό χρόνο από τον κατασκευαστή. Κάτι που αρχίζουν και αντιλαμβάνονται και Ελληνοκύπριοι αναλυτές αναφέροντας ότι: "Η τουρκική απειλή δημιουργεί σύγκλιση συμφερόντων και τη δημιουργία [...] μιας κοινής αεράμυνας από τη Θράκη ως το Ισραήλ με τρεις θόλους. Ο ένας είναι η «Ασπίδα του Αχιλλέα», ο άλλος της Κύπρου και ο τρίτος ο «Σιδηρούς Θόλος» του Ισραήλ."
Το ισραηλινό Δόγμα της Περιφέρειας μεταφέρεται εμμέσως στο Αιγαίο και την Αν. Μεσόγειο, ακριβώς όπως προέτρεπαν ήδη από το 2019 τα ισραηλινά στρατηγικά ινστιτούτα (όπως το BESA Center), τα οποία ανοιχτά εισηγούνταν την τοποθέτηση σε ελληνικά νησιά προηγμένων ραντάρ επιτήρησης και συστημάτων αντιπυραυλικής άμυνας για τον περιορισμό της Τουρκίας. Σήμερα, τα δύο ελληνικά κράτη μετατρέπονται δυνητικά σε έναν proxy, ο οποίος επεκτείνει το ισραηλινό στρατηγικό βάθος και επωμίζεται ταυτόχρονα και τους γεωπολιτικούς κινδύνους.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής: Ποιο είναι το πραγματικό ειδικό βάρος της Ελλάδας μέσα σε αυτή τη συμμαχία; Όπως ο Παναγιώτης Κονδύλης εξηγεί, «οι ισχυροί σύμμαχοι είναι άχρηστοι σ’ όποιον δεν διαθέτει ο ίδιος σεβαστό ειδικό βάρος, εφ’ όσον ανάλογα με τούτο εδώ αυξομειώνεται το ενδιαφέρον των ισχυρών». Η Ελλάδα εισέρχεται σε αυτή τη σχέση όχι ως ισότιμος πόλος, αλλά υπό καθεστώς μονομερούς, αμφίβολης εξάρτησης ασφαλείας.
Η εξέλιξη αυτή εξυπηρετεί ταυτοχρόνως και την αμερικανική στρατηγική. Η Ουάσιγκτον, μέσα στη σημερινή πλανητική συγκυρία και τον οξυμένο αγώνα κατανομής ισχύος, δεν αντιμετωπίζει την Τουρκία ως έναν "κακό" και "απείθαρχο σύμμαχο" που πρέπει να συνετισθεί (όπως αφελώς ελπίζει η Αθήνα), αλλά ως ένα κρίσιμο «swing state». Η Τουρκία αντιμετωπίζεται από την αμερικανική στρατηγική ως μια αναδυόμενη περιφερειακή δύναμη, ικανή για αυτόνομη προβολή ισχύος από τον Καύκασο έως τη Μ. Ανατολή.
Στο νέο αμερικανικό δόγμα της «εξισορρόπησης από απόσταση» (offshore balancing), η Τουρκία θεωρείται ως αναντικατάστατη. Αντιθέτως, η Ελλάδα ορίζεται απλώς ως ένα "λειτουργικό αντίβαρο". Ένας βολικός κυματοθραύστης, εφοδιασμένος με ξένα (αμερικανικά και ισραηλινά) οπλικά συστήματα, ώστε να λειτουργεί ως ασφαλιστική δικλείδα σε περίπτωση ακραίου τουρκικού εκτροχιασμού.
Υπό αυτό το πρίσμα, ο Ελληνισμός βαδίζει υπνοβατώντας προς τον έσχατο κίνδυνο: να εμπλακεί σε ελληνοτουρκικό πόλεμο για αλλότρια συμφέροντα. Να εμπλακεί συγκεκριμένα σε ένα πόλεμο δι' αντιπροσώπων (proxy war) για τα αμερικανοισραηλινά συμφέροντα. Έναν πόλεμο για τον οποίο προειδοποιούμε από το 2019 ενώ εσχάτως κι άλλοι αναλυτές διαβλέπουν ως πιθανή εξέλιξη.
Η παρούσα συγκυριακή ρήξη στις σχέσεις Ερντογάν - Νετανιάχου δεν αποτελεί παγιωμένη δομική πραγματικότητα. Στη γεωπολιτική σκακιέρα, τις φιλίες και τις έχθρες τις δημιουργεί και τις παγιώνει η σύμπτωση ή η απόκλιση των συμφερόντων.
Κατά τη δεκαετία του 1990, το Ισραήλ χρησιμοποιούσε τον τουρκικό εναέριο χώρο για εκπαίδευση με το βλέμμα στραμμένο στο Ιράν, θεωρώντας την Άγκυρα ως τον ισχυρότερο σύμμαχό του. Εάν η εσωτερική πολιτική σκηνή αλλάξει —στην μετά-Νετανιάχου ή τη μετά-Ερντογάν εποχή— και οι δύο περιφερειακές δυνάμεις αποφασίσουν, με κυνικό πραγματισμό, να γεφυρώσουν εκ νέου τις σχέσεις τους, ο Ελληνισμός θα βρεθεί εκτεθειμένος.
Ποια θα είναι η διαπραγματευτική ή αποτρεπτική ικανότητα της Ελλάδας απέναντι στην Τουρκία, εάν η αντιαεροπορική της άμυνα βασίζεται σε συστήματα για τα οποία υπάρχει η εύλογη υποψία ότι το Ισραήλ διατηρεί τη δυνατότητα πρόσβασης στα ψηφιακά «κλειδιά» έχοντας ταυτόχρονα αποφασίσει να επαναπροσεγγίσει την Άγκυρα; Τι θα συμβεί όταν τα ανταλλακτικά και τα αναχαιτιστικά βλήματα για παράδειγμα καθυστερήσουν "συμπτωματικά" να παραδοθούν σε μια περίοδο κρίσης;
Ακόμη χειρότερα, ο χαρακτήρας του σύγχρονου πολέμου καθιστά την αυταπάτη της "Ασπίδας" άκρως επικίνδυνη. Η Τουρκία αναπτύσσει συστήματα μαζικού κορεσμού, παράγοντας χιλιάδες φθηνά μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) και συστήματα πυροβολικού-βαλλιστικών πυραύλων. Η αναχαίτιση αυτών των μαζικών και φθηνών συστημάτων από πυραύλους εκατομμυρίων δολαρίων, οδηγεί νομοτελειακά σε ταχύτατη εξάντληση των ελληνικών αποθεμάτων εντός ολίγων 24ώρων επιχειρήσεων. Το Ισραήλ είναι λογικό να μην εμπλακεί στρατιωτικά υπέρ της Ελλάδας σε ένα τέτοιο σενάριο. Θα παρακολουθεί, προφυλαγμένο, την αμοιβαία φθορά Ελλάδας και Τουρκίας.
Εν κατακλείδι, η αποδοχή του ρόλου του προκεχωρημένου φυλακίου ή του στρατηγικού "μαξιλαριού" (buffer state) για λογαριασμό ξένων δυνάμεων συνιστά συνταγή εθνικής καταστροφής. Όποιος επαιτεί για ασφάλεια, εξαρτώμενος τεχνολογικά και γεωπολιτικά από τρίτους, αδυνατώντας να παραγάγει αυτόνομη ισχύ που να επιβάλλει τον σεβασμό και την αποτροπή, μοιραία θα καταλήξει θύμα των κοντόφθαλμων επιλογών του.
Όταν οι γεωπολιτικές τεκτονικές πλάκες μετακινηθούν εκ νέου, η λύπη για τον υποτιθέμενο "κυνισμό" και την "ηθική κατάπτωση" των μέχρι πρότινος "συμμάχων" μας, θα δώσει γρήγορα τη θέση της στον θρήνο για τις δικές μας, ανεπανόρθωτες συμφορές. Κανένα έθνος δεν επιβίωσε μακροπρόθεσμα εκχωρώντας την άμυνά του σε υπεργολάβους. Και ο Ελληνισμός, διανύοντας ήδη μια φάση δραματικής δημογραφικής και γεωπολιτικής συρρίκνωσης, δεν έχει πλέον την πολυτέλεια να λειτουργεί ως το αναλώσιμο proxy στα παίγνια ισχύος αλλότριων συλλογικών υποκειμένων.
Το να επαφίεται η Αθήνα και η Λευκωσία στην ελπίδα ότι ο ισραηλινός ρεαλισμός θα υποκαταστήσει τη δική τους στρατηγική μυωπία απέναντι στην τουρκική απειλή, αποδεικνύει περίτρανα πως έχουμε ήδη αποδεχθεί, με σχεδόν αυτοκτονική προθυμία, τη μοίρα του αναλώσιμου...
Όσον αφορά στην Κύπρο, η στρατηγική παράλυση και η ψευδαίσθηση της «δανεικής» ασφάλειας καθίστανται ακόμη πιο ολέθριες όταν τεθούν στο ευρύτερο κάδρο της τουρκικής απειλής η οποία εργάζεται και σε διπλωματικό επίπεδο προωθώντας την "υφέρπουσα αναγνώριση" του ψευδοκράτους. Την ώρα που η Αθήνα εγκλωβίζεται στον ρόλο του γεωπολιτικού υπεργολάβου, η Άγκυρα, εγκαταλείποντας τις μετωπικές συγκρούσεις με το διεθνές δίκαιο, εφαρμόζει μια βρετανικής έμπνευσης τακτική σταδιακής de facto νομιμοποίησης των κατεχομένων.
Εάν ο Ελληνισμός παραμείνει στερημένος αυτόνομου ειδικού βάρους, εξαρτώμενος από πρόσκαιρες συμμαχίες και ανίκανος να προβάλει πραγματική διπλωματική και στρατιωτική αποτροπή, θα παρακολουθεί ανήμπορος τη μια απώλεια μετά την άλλη, μέχρι να επέλθει η δορυφοριοποίηση και τελικά η υποδούλωση, διολισθαίνοντας στην ιστορική ανυπαρξία.

.png)
