Ανεστάλησαν οι φορτώσεις πετρελαίου στο λιμάνι Γιανμπού της Σαουδικής Αραβίας στην Ερυθρά Θάλασσα, λίγες ημέρες αφότου ο μεγαλύτερος εξαγωγέας αργού πετρελαίου στον κόσμο έκλεισε τον αγωγό Ανατολής-Δύσης λόγω επίθεσης των Χούθι της Υεμένης, τόνισαν σήμερα πηγές του ναυτιλιακού κλάδου.
Είναι εντυπωσιακό το πώς η διεθνής διπλωματία επιμένει να κατασκευάζει μεγαλεπήβολες αρχιτεκτονικές ασφαλείας πάνω σε άμμο, με την προσδοκία ότι η υπογραφή μιας διακήρυξης σε «ιερούς» ή ιστορικούς τόπους αρκεί για να τρέψει σε φυγή τους πυραύλους του εχθρού.
Η φύση της διεθνούς πολιτικής και του πολέμου δεν άλλαξαν, ούτε εξαφανίστηκαν οι παραδοσιακοί μηχανισμοί της ισχύος και της εξισορρόπησης. Αυτό που άλλαξε είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργούν
Ο όρος «πολυκρίση» χρησιμοποιήθηκε τα τελευταία χρόνια για να περιγράψει τη συνύπαρξη πολλών κρίσεων που αλληλεπιδρούν και ενισχύουν η μία την άλλη. Το πρόβλημα σήμερα είναι βαθύτερο. Οι κρίσεις δεν είναι πλέον παρεκκλίσεις από την κανονικότητα. Είναι η νέα κανονικότητα. Ο πλανήτης έχει εισέλθει σε μια περίοδο διαρκούς και επιταχυνόμενης γεωπολιτικής και γεωοικονομικής αστάθειας.
Οι εκδηλώσεις αυτού του φαινομένου είναι ήδη ορατές. Ο πόλεμος στην Ουκρανία βρίσκεται στο πέμπτο έτος του χωρίς ορατή διέξοδο. Οχι μόνο δεν βρισκόμαστε κοντά στο τέλος του πολέμου, αλλά αντίθετα αυξάνονται οι ενδείξεις γεωγραφικής και λειτουργικής κλιμάκωσής του. Η Ουκρανία κλιμακώνει πλήττοντας σε μεγάλο γεωγραφικό βάθος ενεργειακές, βιομηχανικές και στρατιωτικές υποδομές της Ρωσίας. Η Μόσχα, από την πλευρά της, κλιμακώνει εντατικοποιώντας τις επιθέσεις εναντίον της Ουκρανίας, χωρίς όμως να μπορεί να επιτύχει αποφασιστικό πολιτικό αποτέλεσμα.
Το πρόβλημα για τη Ρωσία είναι ότι το «στρατηγικό βάθος» της Ουκρανίας δεν βρίσκεται στο ουκρανικό έδαφος. Βρίσκεται στην Ευρώπη, η οποία παρέχει όπλα, οικονομικούς πόρους, πληροφορίες και διπλωματική υποστήριξη. Αυτό δημιουργεί ισχυρό κίνητρο στη Μόσχα να διευρύνει το γεωγραφικό πεδίο της αναμέτρησης, αυξάνοντας το κόστος για τις χώρες που στηρίζουν το Κίεβο, χωρίς ταυτόχρονα να περάσει το κατώφλι της στρατιωτικής σύγκρουσης με χώρες του ΝΑΤΟ. Κάτι τέτοιο θα δοκίμαζε μεν τη συνοχή της Ατλαντικής Συμμαχίας αλλά θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Ετσι βλέπουμε επιθέσεις στους κόμβους διοικητικής υποστήριξης που συνδέουν την Ουκρανία με ευρωπαϊκές χώρες (όπως πρόσφατα στα σύνορα Ουκρανίας – Ρουμανίας), υβριδικές επιθέσεις, κυβερνοεπιθέσεις και προσπάθειες διατάραξης μεταφορικών και επικοινωνιακών δραστηριοτήτων. Ταυτόχρονα η Μόσχα μεταφέρει τεχνογνωσία παραγωγής υπερηχητικών πυραύλων στο Ιράν για να αυξήσει το κόστος στις ΗΠΑ. Τέλος, αναζητεί τρόπους να στείλει το ηχηρό μήνυμα (signaling) ότι είναι έτοιμη να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα. Ολα αυτά προοιωνίζονται περαιτέρω κλιμάκωση.
Κλιμάκωση έχουμε και στον Περσικό Κόλπο. Ο εξάμηνος πόλεμος έχει ήδη περιορίσει την ελευθερία της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, έχει επηρεάσει τις θαλάσσιες μεταφορές στην Ερυθρά Θάλασσα και έχει αναδιατάξει τις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές. Ο πόλεμος ΗΠΑ – Ιράν δείχνει πώς μια περιφερειακή σύγκρουση μπορεί εύκολα να επεκταθεί γεωγραφικά και να αποκτήσει παγκόσμιες διαστάσεις.
Τα παραπάνω δεν αποτελούν μια σειρά άσχετων γεγονότων. Πίσω τους βρίσκονται βαθύτερες μεταβολές στη δομή και τη λειτουργία του διεθνούς συστήματος.
Η πρώτη είναι η διάχυση και ανακατανομή της ισχύος. Η συγκέντρωση ισχύος στα χέρια των ΗΠΑ μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Η άνοδος της κινεζικής ισχύος αποτελεί τη σημαντικότερη έκφραση αυτής της μεταβολής και έχει οδηγήσει σε έναν νέο, σφοδρό γεωπολιτικό και γεωοικονομικό ανταγωνισμό. Το πεδίο αυτού του ανταγωνισμού βρίσκεται στην περιφέρεια της Ευρασίας (Rimland): από τη Βαλτική και τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο, την Ερυθρά Θάλασσα, τον Περσικό Κόλπο και τις θάλασσες της Ανατολικής Ασίας. Ολες οι θαλάσσιες περιοχές γύρω από την Ευρασία «έχουν πάρει φωτιά». [iEpikaira: Περισσότερα ΕΔΩ και ΕΔΩ και ΕΔΩ!] Ταυτόχρονα, ισχύς διαχέεται προς μεσαίες δυνάμεις όπως η Ινδία, η Τουρκία, η Ινδονησία και η Βραζιλία, αλλά και προς μικρότερους κρατικούς και μη κρατικούς δρώντες. Εδώ η γεωπολιτική μεταβολή συναντά την τεχνολογική. Drones, εμπορικοί δορυφόροι, φτηνοί αισθητήρες, όπλα εξαιρετικής ακριβείας στόχευσης και τεχνητή νοημοσύνη έχουν μειώσει το κόστος απόκτησης σημαντικών στρατιωτικών δυνατοτήτων.
Αυτό δεν σημαίνει εξίσωση ισχύος. Οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ρωσία εξακολουθούν να διαθέτουν πολύ μεγαλύτερη συνολική ισχύ από τους υπόλοιπους δρώντες. Η τεχνολογική διάχυση όμως επιτρέπει σε έναν ασθενέστερο δρώντα να επιβάλλει δυσανάλογο κόστος σε έναν ισχυρότερο. Οι Χούθι δεν χρειάζεται να ελέγχουν την Ερυθρά Θάλασσα για να διαταράξουν τη ναυσιπλοΐα. Αρκεί να αυξήσουν το ρίσκο διέλευσης. Το ίδιο ισχύει και για το Ιράν: δεν χρειάζεται να κυριαρχεί στον Περσικό Κόλπο για να αυξήσει το κόστος και το ρίσκο διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ. Η Ουκρανία δεν χρειάζεται να αποκτήσει αεροπορική υπεροχή για να πλήττει κρίσιμες ρωσικές υποδομές σε μεγάλο γεωγραφικό βάθος.
Αλλάζει ταυτόχρονα και η οικονομία του πολέμου. Φτηνά drones αναγκάζουν αμυνόμενους να χρησιμοποιούν πανάκριβα συστήματα προστασίας. Οπλα εξαιρετικής ακριβείας στόχευσης μπορούν πλέον να παραχθούν σε μεγάλους αριθμούς, να δημιουργήσουν κορεσμό στις αντίπαλες άμυνες και να εξαντλήσουν τα αποθέματα κάθε αμυνόμενου. Η τεχνητή νοημοσύνη προσθέτει μια ακόμη διάσταση: επιτρέπει την ενοποίηση αισθητήρων, πληροφοριών, επικοινωνιών, διαδικασιών επιλογής στόχων και οπλικών συστημάτων. Ο ανταγωνισμός δεν διεξάγεται πλέον ανάμεσα σε μεμονωμένα οπλικά συστήματα αλλά ανάμεσα σε ολόκληρες στρατιωτικές αρχιτεκτονικές: ποιος συλλέγει καλύτερα πληροφορίες, ποιος τις επεξεργάζεται ταχύτερα και ποιος τις αξιοποιεί αποτελεσματικότερα.
Η δεύτερη βαθιά μεταβολή αφορά την ίδια τη διεθνή τάξη. Οι ΗΠΑ λειτούργησαν επί δεκαετίες ως ο βασικός πυλώνας της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Σήμερα, όμως, δεν μπορούν να υποστηρίξουν τις δεσμεύσεις που συσσώρευσαν στην περίοδο της ηγεμονίας τους. Δεν επαρκούν οι διαθέσιμοι πόροι για να υποστηρίξουν ταυτόχρονα συμμαχίες στην Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή και στην Ασία. Για αυτό προσπαθούν να απεγκλωβιστούν από τις δεσμεύσεις τους στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή ώστε να επικεντρωθούν στην Ανατολική Ασία όπου βρίσκεται ο κύριος ανταγωνιστής τους, η Κίνα. [iEpikaira: Περισσότερα ΕΔΩ!]
Ο πόλεμος στον Κόλπο κατέστησε ορατούς τους αμερικανικούς περιορισμούς σε αποθέματα πυρομαχικών, οπλικών συστημάτων, διαθεσιμότητας στρατιωτικών δυνάμεων και γενικότερα δυνατότητας ταυτόχρονης παρουσίας σε πολλά μέτωπα. Για να συγκεντρώσουν δυνάμεις στον Κόλπο, έπρεπε να τις αποσύρουν από το κύριο μέτωπο, την Ανατολική Ασία.
Την ίδια στιγμή, η Ουάσιγκτον αμφισβητεί πλευρές της μεταπολεμικής τάξης που η ίδια οικοδόμησε. Οι ιμπεριαλιστικές πολιτικές της στη Βενεζουέλα, ο εμπορικός πόλεμος κατά του Καναδά και οι απειλές για κατάληψη της Γροιλανδίας ενισχύουν την αβεβαιότητα για τον χαρακτήρα της αμερικανικής ισχύος. Οι ΗΠΑ έχουν πλέον μετατραπεί σε πηγή αστάθειας στο διεθνές σύστημα και συμπεριφέρονται στους συμμάχους τους ως να ήταν δορυφόροι. Ετσι δεν πρέπει να αιφνιδιάζει κανένα ότι οι σύμμαχοί τους αντιδρούν αναζητώντας εναλλακτικές διευθετήσεις ασφαλείας. Η Συμφωνία της Μέκκας μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν μπορεί να διαβαστεί μέσα από αυτό το πρίσμα. Η ίδια λογική εξηγεί τη συζήτηση για ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και την αναζήτησή πυρηνικών επιλογών από Νότια Κορέα, Ιαπωνία και Πολωνία. Η αβεβαιότητα για την αξιοπιστία των συμμαχιών ενισχύει τη λογική της αυτοβοήθειας.
Η τρίτη μεταβολή είναι η εργαλειοποίηση της οικονομικής αλληλεξάρτησης. Η παγκοσμιοποίηση αναπτύχθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία η λογική της οικονομικής αποτελεσματικότητας υπερίσχυε της γεωπολιτικής λογικής. Αυτό άλλαξε με την άνοδο της Κίνας και την επιστροφή του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων. Η διασύνδεση των οικονομιών μετατράπηκε έτσι σε πεδίο αντιπαράθεσης. Χρηματοπιστωτικά δίκτυα, τεχνολογία, σπάνιες γαίες, ενέργεια, λιμάνια, ναυτιλία, θαλάσσιες διαδρομές και εφοδιαστικές αλυσίδες αποτελούν πλέον εργαλεία γεωοικονομικού πολέμου. Οι ΗΠΑ οπλοποιούν την κυριαρχία τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, στην τεχνολογία και στην ενέργεια. Η Κίνα με τη σειρά της οπλοποιεί τη βιομηχανική της παραγωγή, τις εφοδιαστικές αλυσίδες και τις σπάνιες γαίες.
Η φύση της διεθνούς πολιτικής και του πολέμου δεν άλλαξαν, ούτε εξαφανίστηκαν οι παραδοσιακοί μηχανισμοί της ισχύος και της εξισορρόπησης. Αυτό που άλλαξε είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργούν. Η διάχυση της ισχύος, η τεχνολογική επανάσταση, η εργαλειοποίηση της αλληλεξάρτησης και η μειωμένη ικανότητα της ηγεμονικής δύναμης να οργανώνει μόνη της τη διεθνή τάξη δημιουργούν πολλαπλά σημεία τριβής, περισσότερους δρώντες ικανούς να προκαλέσουν αναταραχή και περισσότερους μηχανισμούς μέσω των οποίων μια τοπική κρίση μπορεί να μεταδοθεί σε όλον τον πλανήτη.
Αυτός είναι ο λόγος που η πολυκρίση έχει μετατραπεί σε μόνιμη κρίση.
*Ομότιμος καθηγητής Στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και πρόεδρος του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων. tovima.gr
Η παγκόσμια τάξη πραγμάτων καταρρέει, καθώς τα κέντρα ισχύος μετατοπίζονται, οι τεχνολογικές ανατροπές επιταχύνονται και ο ανταγωνισμός μεταξύ των κρατών εντείνεται.
Σε νέο άρθρο του στο περιοδικό Foreign Policy, ο καθηγητής της Σχολής Εξωτερικών Υπηρεσιών του Πανεπιστημίου Georgetown, Charles Kupchan, παρουσιάζει το όραμά του για τη μορφή που θα μπορούσε να λάβει ένα νέο σύστημα παγκόσμιας διακυβέρνησης: ένα δίκτυο συντονιστικών συμβουλίων υψηλού επιπέδου, το οποίο αποκαλεί «σύστημα συνεννόησης των μεγάλων δυνάμεων» (concert system) και είναι εμπνευσμένο από την Ευρωπαϊκή Συναυλία του 19ου αιώνα.
Η τουρκική υψηλή στρατηγική στο Κυπριακό αλλάζει σελίδα, εγκαταλείποντας τις μετωπικές, αδιέξοδες -για την Άγκυρα- συγκρούσεις με το διεθνές δίκαιο και αναλαμβάνοντας μια πολύ πιο εκλεπτυσμένη -και συνάμα ύπουλη- μεθόδου, αυτή της «υφέρπουσας νομιμοποίησης/αναγνώρισης». Μια στρατηγική η οποία ενδέχεται να αποτελεί βρετανική υπόδειξη σύμφωνα με αποδεσμευμένα Βρετανικά έγγραφα (βλ. Δημοσίευμα Φανούλας Αργυρού, «Η «υφέρπουσα αναγνώριση» των Τουρκοκυπρίων», Σημερινή Κύπρου, 23/07/2017).
Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες η γεωπολιτική πραγματικότητα συμπυκνώνεται σε λίγες γραμμές. Για τη Σαουδική Αραβία, αυτή είναι μία από αυτές. Η μεγαλύτερη πετρελαιοπαραγωγός δύναμη του αραβικού κόσμου βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια κατάσταση που δύσκολα θα μπορούσε να προβλέψει όταν επένδυε στρατηγικά στη συμμαχία και στην αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας!
Το Ορμούζ έχει ουσιαστικά κλείσει. Ο μοναδικός κρίσιμος χερσαίος δρόμος που μπορούσε να παρακάμψει το Ορμούζ χτυπήθηκε από drones που, σύμφωνα με τις σαουδαραβικές και ιρακινές αρχές, εκτοξεύθηκαν από ιρακινό έδαφος. Και την ίδια στιγμή οι Χούθι κατέχουν ένα πολύ μεγάλο μέρος της ακτογραμμής στην Ερυθρά ενώ χθες πάτησαν στο νησί Περίμ στο Στενό Μπαμπ ελ Μαντέμπ!
Και όταν το Ριάντ με τα 384 υπερσύγχρονα Αεροσκάφη ζήτησε από την Ουάσιγκτον να αναλάβει στρατιωτική δράση εναντίον των Χούθι, ο Ντόναλντ Τραμπ είπε απλά… όχι! Αυτό για το Βασίλειο των Σαούντ αποτελεί στρατηγικό εφιάλτη.
Ο μεγάλος σύμμαχος της Αμερικής στον Κόλπο πλήττεται
Ο Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε, μετά και από τις πιέσεις του Ισραηλινού Πρωθυπουργού Νετανιάχου, να οδηγήσει τις ΗΠΑ σε έναν πόλεμο με το Ιράν. Η λογική ήταν γνωστή. Συντριπτική αμερικανική ισχύς, αποδυνάμωση της Τεχεράνης, περιορισμός των ιρανικών δυνατοτήτων και αποκατάσταση της αμερικανικής στρατηγικής κυριαρχίας στη Μέση Ανατολή.
Μόνο που ο πόλεμος έχει την δική του δυναμική και παράγει συνέπειες που δεν υπακούουν στις αρχικές διακηρύξεις. Σήμερα η Σαουδική Αραβία πληρώνει ένα σημαντικό μέρος του λογαριασμού ενός πολέμου που δεν ξεκίνησε η ίδια!
Ο αγωγός Ανατολής-Δύσης (East-West Pipeline), ο οποίος απόκτησε τεράστια σημασία ακριβώς επειδή μπορούσε να παρακάμψει το Ορμούζ που ουσιαστικά είχε κλείσει, χτυπήθηκε την 9η Σεπτεμβρίου από drones που σύμφωνα με το Ριάντ εκτοξεύθηκαν από το Ιράκ. Το Βασίλειο αποφάσισε να τον κλείσει προσωρινά για λόγους ασφαλείας. Μήκους περίπου 1.200 χιλιομέτρων μετέφερε τους τελευταίους μήνες 4–5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 4–5% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου. Άλλο ένα σημαντικό πρόβλημα στον ενεργειακό εφοδιασμό. Με την προέλαση των φιλοιρανών Χούθι στην δυτική πλευρά της Αραβικής Χερσονήσου οι εναλλακτικές της Σαουδικής Αραβίας περιορίζονται ταυτόχρονα από ανατολάς, βορρά και νότο.
Το παράδοξο του East-West Pipeline
Η Σαουδική Αραβία δημιούργησε τον East-West Pipeline ακριβώς για να έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει πετρέλαιο προς την Ερυθρά Θάλασσα χωρίς να εξαρτάται από το Στενό του Ορμούζ. Τώρα, όμως, και αυτή η εναλλακτική διαδρομή τίθεται εκτός λειτουργίας.
Έτσι, οι Σαουδάραβες βρίσκονται αντιμέτωποι με μια σχεδόν πρωτοφανή γεωστρατηγική συγκυρία! Στενό Ορμούζ, κλειστό ή δραματικά περιορισμένο, East-West Pipeline εκτός λειτουργίας και το Στενό του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ να απειλείται και η Ερυθρά Θάλασσα να καθίσταται επικίνδυνη για τη ναυσιπλοΐα. Πρόκειται για κρίση στρατηγικού βάθους.
Η μεγάλη αμερικανική αντίφαση
Η Σαουδική Αραβία έχει επενδύσει επί δεκαετίες στην αμερικανική στρατηγική προστασία. Το Βασίλειο παρέχει ενέργεια και στρατηγική συνεργασία και η Ουάσιγκτον παρέχει ασφάλεια. Σήμερα ανακαλύπτει το δυσάρεστο όριο αυτής της συμφωνίας.
Ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν τηλεφώνησε δύο φορές στον Τραμπ ζητώντας αμερικανικά πλήγματα κατά των Χούθι. Η απάντηση ήταν αρνητική. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες του Axios, η Ουάσιγκτον προτίθεται να προσφέρει πληροφορίες και υποστήριξη στον εντοπισμό στόχων, αλλά δεν επιθυμεί άμεση στρατιωτική εμπλοκή εναντίον των Χούθι αυτή τη στιγμή.
Εδώ μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της σημερινής αμερικανικής στρατηγικής. Η Ουάσιγκτον θέλει να διατηρήσει ανοικτές τις παγκόσμιες θαλάσσιες οδούς. Θέλει να περιορίσει το Ιράν. Θέλει να προστατεύσει τη Σαουδική Αραβία. Αλλά ταυτόχρονα θέλει να αποφύγει και τρίτο στρατιωτικό μέτωπο στην Υεμένη.
Ο Τραμπ φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι ο πόλεμος άνοιξε περισσότερα μέτωπα από όσα μπορεί εύκολα να διαχειριστεί. Αυτό όμως δημιουργεί ένα πολύ δύσκολο ερώτημα για τους συμμάχους της Αμερικής. Τι ακριβώς σημαίνει η αμερικανική εγγύηση ασφαλείας όταν η Ουάσιγκτον αποφασίζει ότι η άμεση υπεράσπιση του συμμάχου της είναι πλέον υπερβολικά επικίνδυνη;
Ιράκ, η δεύτερη μεγάλη ειρωνεία
Το Ιράκ υπήρξε αντικείμενο της αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης του 2003 και της μακράς αμερικανικής παρουσίας που ακολούθησε. Σήμερα, 23 χρόνια μετά την εισβολή, ιρακινό έδαφος χρησιμοποιείται από ένοπλες φιλοϊρανικές δυνάμεις για επιθέσεις εναντίον ενός από τους σημαντικότερους Αμερικανούς συμμάχους στη Μέση Ανατολή.
Οι ιρακινές αρχές επιβεβαίωσαν ότι οι επιθέσεις προήλθαν από το ιρακινό έδαφος και απέπεμψαν διοικητή που είχε την ευθύνη επιχειρήσεων στην επαρχία Μισάν. Το Ριάντ, ύστερα από έκκληση του Ιρακινού πρωθυπουργού, επέλεξε προς το παρόν να μην ανταποδώσει, διατηρώντας όμως το δικαίωμα να λάβει μέτρα για την προστασία του.
Πρόκειται για μία σκληρή υπενθύμιση των απρόβλεπτων συνεπειών των πολέμων. Η Αμερική ανέτρεψε τον Σαντάμ Χουσεΐν με στόχο, μεταξύ άλλων, την αναμόρφωση της Μέσης Ανατολής. Το αποτέλεσμα όμως ήταν ένα Ιράκ όπου η ιρανική επιρροή απέκτησε τεράστιο βάθος. Να και άλλο στρατηγικό μάθημα.
Ο ρόλος των Χούθι
Και τώρα έρχεται η Υεμένη. Οι Χούθι, μια μη κρατική δύναμη που άντεξε επί χρόνια τη στρατιωτική εκστρατεία της Σαουδικής Αραβίας, επανέρχονται σήμερα στο προσκήνιο με εντυπωσιακή ταχύτητα.
Έχουν προωθηθεί κατά μήκος της ακτής της Ερυθράς Θάλασσας, έχουν καταλάβει τη Μόχα και το στρατηγικής σημασίας νησί Πέριμ στο Μπαμπ ελ-Μαντέμπ απειλώντας άμεσα τη ναυσιπλοΐα και τις εναλλακτικές οδούς εξαγωγής πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας.
Εδώ είναι το στρατηγικό δίλημμα της Ουάσιγκτον! Αν χτυπήσει τους Χούθι, κινδυνεύει να ανοίξει νέο μέτωπο με το Ιράν. Αν δεν τους χτυπήσει, τους επιτρέπει να ενισχύσουν τον έλεγχό τους σε ένα από τα σημαντικότερα chokepoints (σημ. λαιμός-σημεία στραγγαλισμού): του πλανήτη. Ο Τραμπ επέλεξε μέχρι στιγμής το δεύτερο κάτι που δείχνει και τα όρια της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος.
Η Σαουδική Αραβία πληρώνει δύο φορές
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για το Ριάντ είναι οικονομικό. Η Σαουδική Αραβία, μια πετρελαϊκή οικονομία που βρίσκεται στη μέση μιας τεράστιας προσπάθειας διαφοροποίησης μέσω του Οράματος 2030. Για να χρηματοδοτήσει αυτή τη μετάβαση χρειάζεται σταθερά έσοδα από το πετρέλαιο, επενδύσεις, δημοσιονομική προβλεψιμότητα και ασφαλές περιφερειακό περιβάλλον. Ο πόλεμος κάνει ακριβώς το αντίθετο.
Και απειλεί τη μεγάλη γεωοικονομική φιλοδοξία του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν να μετατρέψει τη Σαουδική Αραβία σε παγκόσμιο επενδυτικό, τουριστικό και τεχνολογικό κέντρο. Δεν μπορείς να οικοδομήσεις Όραμα 2030 πάνω σε μια πολεμική περιοχή.
Το …«αντεστραμμένο πετροδολάριο»
Για δεκαετίες, τα πετροδολάρια των πετρελαιοπαραγωγών κρατών του Κόλπου διοχετεύονταν σε σημαντικό βαθμό στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, μεταξύ άλλων σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα και άλλα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία.
Η σταθερότητα της σχέσης αυτής βασιζόταν στην παρακάτω αλληλουχία. Η Σαουδική Αραβία πουλά πετρέλαιο, αποκτά δολάρια, επενδύει μέρος αυτών των δολαρίων και οι ΗΠΑ παρέχουν ασφάλεια και πρόσβαση στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η σημερινή κρίση μπορεί να δημιουργήσει την αντίστροφη δυναμική και το Ριάντ θα χρειαστεί μεγαλύτερη ρευστότητα.
Τότε το ερώτημα δεν θα είναι πόσα πετροδολάρια θα επενδύει αλλά πόσα από τα συσσωρευμένα περιουσιακά της στοιχεία θα χρειαστεί να ρευστοποιήσει. Αυτό οι ειδικοί το αποκαλούν μορφή «αντεστραμμένου πετροδολαρίου».
Το στρατηγικό λάθος του Τραμπ
Το πρόβλημα του Τραμπ δεν είναι τόσο ότι δεν κέρδισε τον πόλεμο αλλά ότι τον ξεκίνησε χωρίς να έχει εξασφαλίσει ότι μπορεί να ελέγξει τις στρατηγικές του συνέπειες.
Και όχι μόνον απέτυχε να κερδίσει αλλά προκάλεσε το κλείσιμο του Στενού Ορμούζ, παγκόσμια οικονομική και ενεργειακή κρίση, επιθέσεις κατά της Σαουδικής Αραβίας, αναζωπύρωση του πολέμου στην Υεμένη, πίεση στο Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και αποσταθεροποίηση των ίδιων των συμμάχων του. Μία στρατηγική αλυσιδωτή αντίδραση.
Και το ερώτημα που πρέπει να απαντήσει ο Τραμπ
Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα παρουσιάσει τον εαυτό του ως τον πρόεδρο που μπορεί να τερματίζει πολέμους. Τώρα βρίσκεται μπροστά στο αντίθετο πρόβλημα. Ο πόλεμος επιλογής του άνοιξε περισσότερα μέτωπα από όσα μπορεί πολιτικά και στρατιωτικά να διαχειριστεί.
Το Ιράν δεν είναι απομονωμένο. Το Ιράκ παραμένει πεδίο δράσης φιλοϊρανικών δυνάμεων. Οι Χούθι έχουν τη δυνατότητα να απειλήσουν το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Η Σαουδική Αραβία ζητά αμερικανική στρατιωτική βοήθεια. Και η Ουάσιγκτον απαντά ότι δεν θέλει να ανοίξει άλλο μέτωπο. Δηλαδή ξεκίνησε τον πόλεμο πιστεύοντας ότι θα ενισχύσει την αμερικανική ισχύ και τώρα την περιορίζει για να μην επεκταθεί ο πόλεμος.
Ο λογαριασμός μεταφέρεται ήδη στην παγκόσμια οικονομία.
Όταν ταυτόχρονα διαταράσσονται το Ορμούζ, το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και μια βασική χερσαία εξαγωγική αρτηρία της Σαουδικής Αραβίας, δεν έχουμε πλέον ένα απλό ενεργειακό σοκ. Έχουμε ένα σοκ προσφοράς που μπορεί να μεταδοθεί από την ενέργεια στις μεταφορές, από τις μεταφορές στον πληθωρισμό και από τον πληθωρισμό στα επιτόκια και την ανάπτυξη.
Το Brent έχει ήδη ξεπεράσει τα 100 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι αγορές προεξοφλούν ότι οι διαταραχές στις εξαγωγικές διαδρομές μπορεί να παραταθούν. Δεν χρειάζεται να χαθεί όλη η παραγωγή πετρελαίου για να εκτοξευθεί η τιμή. Αρκεί να αυξηθεί η αβεβαιότητα για το πόσο πετρέλαιο μπορεί να φτάσει εγκαίρως στην αγορά.
Εάν τα εμπορικά πλοία αποφεύγουν το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και την Ερυθρά Θάλασσα, η εναλλακτική είναι ο περίπλους της Αφρικής μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας με ότι αυτό σημαίνει στα ναύλα. Αυτό είναι το ιδιαίτερα ύπουλο χαρακτηριστικό μιας κρίσης στα chokepoints η διαταραχή μεταφέρεται σε ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού.
Εάν το πετρέλαιο παραμείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα πάνω από τα 100 δολάρια, ενώ παράλληλα αυξηθούν τα μεταφορικά κόστη και διαταραχθούν οι εφοδιαστικές αλυσίδες, η παγκόσμια οικονομία μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με το φάντασμα του στασιμοπληθωρισμού. Δεν αντιμετωπίζεται εύκολα ούτε με δημοσιονομικά μέτρα ούτε με νομισματική πολιτική. Η εμπειρία των μεγάλων πετρελαϊκών κρίσεων δείχνει ότι ένα παρατεταμένο ενεργειακό σοκ μπορεί να μετατραπεί σε ύφεση.
Για την Ευρώπη το πρόβλημα είναι διπλό. Από τη μία πλευρά, εξαρτάται από τις διεθνείς ενεργειακές αγορές. Από την άλλη, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις θαλάσσιες εμπορικές οδούς που συνδέουν την Ασία με τη Μεσόγειο. Εάν το Σουέζ και η Ερυθρά Θάλασσα παραμείνουν προβληματικά, η Ευρώπη θα αντιμετωπίσει υψηλότερο κόστος εισαγωγών και μεγαλύτερους χρόνους παράδοσης.
Για τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες αυτό σημαίνει μειωμένη ανταγωνιστικότητα. Για τους καταναλωτές σημαίνει ακριβότερα προϊόντα. Για τις κυβερνήσεις σημαίνει μεγαλύτερη πίεση για επιδοτήσεις καυσίμων και κοινωνική προστασία. Ενώ και Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα έχει δυσχέρεια να πολεμήσει τον πληθωρισμό την ώρα που η οικονομία χρειάζεται χαμηλότερο κόστος χρήματος.
Ούτε όμως η Ασία μπορεί να θεωρεί ότι βρίσκεται μακριά από την κρίση. Κίνα, Ινδία, Ιαπωνία και Νότια Κορέα εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές ενεργειακών προϊόντων και από ασφαλείς θαλάσσιες οδούς. Επομένως, η διατάραξη των θαλάσσιων δρόμων δεν είναι απλώς πρόβλημα των πετρελαιοπαραγωγών χωρών. Είναι πρόβλημα των μεγάλων βιομηχανικών οικονομιών του πλανήτη.
Είναι όμως και οι αγορές χρήματος και τα ομόλογα. Η άνοδος του πληθωρισμού μπορεί να περιορίσει τη δυνατότητα των κεντρικών τραπεζών να μειώσουν τα επιτόκια. Αυτό σημαίνει υψηλότερο κόστος δανεισμού για κράτη, επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Το βασανιστικό ερώτημα
Τι πολιτικό και οικονομικό σύστημα θα υπάρχει όταν τελειώσει ο πόλεμος; Γιατί η στρατιωτική ισχύς μπορεί να καταστρέψει στόχους. Δεν μπορεί όμως από μόνη της να αποκαταστήσει τις εφοδιαστικές αλυσίδες, να μειώσει το κόστος ενέργειας, να ξανανοίξει τα chokepoints και να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στις διεθνείς αγορές.
Και αν ο πόλεμος συνεχιστεί, ο λογαριασμός δεν θα πληρώνεται μόνο από το Ιράν. Θα πληρώνεται από τη Σαουδική Αραβία, την Ευρώπη, την Ασία, τις επιχειρήσεις, τους καταναλωτές και τελικά ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία.
Διαπιστώσεις – Συμπεράσματα
Η πραγματική δοκιμασία μιας συμμαχίας δεν είναι όταν όλα πηγαίνουν καλά. Είναι όταν ο σύμμαχος βρίσκεται υπό επίθεση. Και αυτή ακριβώς είναι η στιγμή που η Σαουδική Αραβία αναρωτιέται πόσο αξιόπιστη είναι τελικά η αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας.
Ο Τραμπ ξεκίνησε έναν πόλεμο για να αποδυναμώσει το Ιράν. Αλλά ο πόλεμος αποσταθεροποιεί τη Σαουδική Αραβία όπως και όλες τις πετρελαϊκές Μοναρχίες του Κόλπου! Ξεκίνησε για να ενισχύσει την αμερικανική ισχύ. Αλλά τώρα η Αμερική διστάζει να υπερασπιστεί τον σημαντικότερο σύμμαχό της στον Κόλπο.
Επεδίωξε να επιβάλει τάξη στη Μέση Ανατολή. Σήμερα δύο από τα σημαντικότερα θαλάσσια chokepoints του πλανήτη απειλούνται ταυτόχρονα.
Αυτό δεν είναι απλώς το κόστος ενός πολέμου. Είναι το κόστος μιας στρατηγικής που μπέρδεψε τη στρατιωτική ισχύ με τη στρατηγική επίλυση.
Και η Σαουδική Αραβία αναρωτιέται αν μπορεί να εμπιστεύεται μια υπερδύναμη για την προστασία σου όταν η ίδια υπερδύναμη είναι εκείνη που, με τις επιλογές της, διευρύνει το περιβάλλον απειλών γύρω σου;
Ο «λογαριασμός» όμως του πολέμου φθάνει στην παγκόσμια οικονομία με τις τεράστιες αρνητικές συνέπειες να είναι πλέον ορατές. Η Σαουδική Αραβία χάνει εξαγωγικές δυνατότητες, οι τιμές πετρελαίου αυξάνονται, η παγκόσμια ναυτιλία επιβαρύνεται, η Ευρώπη αντιμετωπίζει πληθωριστικές πιέσεις, οι ασιατικές οικονομίες αντιμετωπίζουν ενεργειακή αβεβαιότητα και οι κεντρικές τράπεζες θα δυσκολεύονται πλέον να στηρίξουν την ανάπτυξη.
Έχουμε το θεμελιώδες στρατηγικό παράδοξο. Εδώ χάνεται η οικονομική σταθερότητα του συστήματος που υποτίθεται ότι ο Τραμπ ήθελε να προστατεύσει. Και αυτή είναι ίσως η πιο σοβαρή κριτική που μπορεί να ασκηθεί σήμερα στη στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ.
*Ο Αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Λουκόπουλος είναι Γεωστρατηγικός Αναλυτής. militaire.gr
Η 18η Σύνοδος Κορυφής των BRICS, η οποία ολοκληρώθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 2026 στο Νέο Δελχί της Ινδίας, πραγματοποιήθηκε σε μια από τις πλέον ταραχώδεις και μεταβατικές περιόδους της σύγχρονης παγκόσμιας ιστορίας. Με το παγκόσμιο σύστημα να δοκιμάζεται από ραγδαία κλιμακούμενες στρατιωτικές συγκρούσεις, διευρυνόμενες οικονομικές ανισότητες και ακραίο τεχνολογικό ανταγωνισμό, η Σύνοδος αποτέλεσε ορόσημο. Υπό την ινδική προεδρία, η οποία επικεντρώθηκε στο τετράπτυχο «Ανθεκτικότητα, Καινοτομία, Συνεργασία και Βιωσιμότητα», οι ηγέτες κλήθηκαν να αποδείξουν ότι η πρόσφατη διεύρυνση της ομάδας δεν έχει αλλοιώσει τη δυνατότητά της να διαμορφώνει κοινές θέσεις, παρά τους υφιστάμενους περιορισμούς.
Δριμεία επίθεση κατά της Δύσης εξαπέλυσε ο Βλαντιμίρ Πούτιν από το Νέο Δελχί, κατηγορώντας τους πρώην ανταγωνιστές ότι καταπατούν τον ελεύθερο ανταγωνισμό και καταφεύγουν σε κυρώσεις, μέχρι και σε δολιοφθορές αγωγών, για να διατηρήσουν την ηγεμονία τους.
By Tom O'Connor, Deputy Editor, National Security and Foreign Policy
A rapid offensive by the Yemeni Ansar Allah movement, also known as the Houthis, has put a powerful Iranian ally in control of the nation's Red Sea coast and, with it, another key maritime corridor at the mercy of the Axis of Resistance.
The Bab el-Mandeb lies between Yemen's southwest and the East African nation of Djibouti, constituting a link between the Gulf of Aden and the Red Sea, which ties to the Mediterranean Sea via the Suez Canal. At its narrowest breadth, it's just 16 miles wide and Ansar Allah has a record of paralyzing global shipping from much farther away.
Helleniscope EDITOR’S NOTE: Pepe Escobar isn’t the kind of analyst who sits behind a computer screen writing an analysis. He is constantly on the move, and he has visited all the places where geopolitical confrontations happen. He has spoken to the protagonists. This immediate, face-to-face knowledge, along with deep knowledge of history and geography, makes his reports far more valuable than any of the “pretenders” at various think tanks in the U.S. or Europe. In this new article, he explains in plain terms what it means that the Houthis, in cooperation with Iran, now control the Bab-el-Mandeb strait (translated as “the Gates of Tears”).
Το CSIS (Center for Strategic and International Studies) είναι μια από τις πιο γνωστές δεξαμενές σκέψης παγκοσμίως, με έδρα την Ουάσιγκτον, η οποία παρέχει εξειδικευμένες αναλύσεις για ζητήματα γεωπολιτικής, εθνικής ασφάλειας και διεθνών σχέσεων σε κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμούς. Τον Δεκέμβριο του 2025 το CSIS δημοσίευσε μια ενδιαφέρουσα ανάλυση για την Τουρκία η οποία μάλλον πέρασε απαρατήρητη καίτοι κάνει σημαντικές επισημάνσεις.
Τουρκική Εισβολή - Ημερολογιακά τραγικός Ιούλιος και Αύγουστος 1974
Κίσινγκερ, 27.8.1974: Το μεγαλύτερο διπλωματικό κατόρθωμα (των Βρετανών) ήταν που άφησαν εκείνον να φανεί ο κακός των δικών τους διαπραγματεύσεων!
Μέρος Θ’
16 Αυγούστου 1974 ο Alan Goodison στο Φόρεϊν Όφις αποφάσισε: «Κύπρος: Μια Γεωγραφική Λύση»:
Να αποφεύγουν εισηγήσεις ότι, προτιμώντας τον γεωγραφικό διαχωρισμό, δουλεύουν για τη διχοτόμηση γιατί αυτή έχει κακό όνομα διεθνώς και έρχεται κόντρα με τη διευθέτηση του 1960, στον ΟΗΕ και στην Κοινοπολιτεία να χρησιμοποιούν τον όρο «δι-περιφερειακή ομοσπονδία». Πίστευαν ότι αυτή, όπως την ήθελε ο Ντενκτάς, όμως λίγο μικρότερη του 34% υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση, ήταν η καλύτερη λύση.
«…Οι ελπίδες για δραστική διευθέτηση του Κυπριακού εξαρτώνται από το να έχουμε τον Κληρίδη παρά τον Μακάριο στο στάδιο ΙΙΙ. Ο Υπουργός Εξωτερικών (Κάλαχαν) ήδη ενόχλησε τον Μακάριο με το να τον σπρώξει να δηλώσει τους όρους του προτού ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις στη Γενεύη. Αυτή η γραμμή ίσως να εξελιχθεί προς όφελος του Κληρίδη… Θα συνεχίσουμε να βοηθούμε τον Κληρίδη με το να διώξουμε ανεπιθύμητες ελληνικές επιρροές από την Κύπρο και να αποθαρρύνουμε αντίποινα εναντίον της τουρκοκυπριακής κοινότητας έξω από τη ζώνη της…», έγραψε ο πρώτος αξιωματούχος που διαχειριζόταν το Κυπριακό στο Φόρεϊν Όφις.
17 Αυγούστου – Βρετανός πρέσβης στην Ουάσιγκτον προς Κίσινγκερ: «Η δι-περιφερειακή συνεπάγεται μετακίνηση πληθυσμών» (Η δι-περιφερειακή δεν ήταν άλλη από τη βρετανο-τουρκική δικοινοτική διζωνική ομοσπονδία).
23 Αυγούστου – Βρετανός Υπ. Αρμοστής στη Λευκωσία προς Ντενκτάς: «Αν ο Κληρίδης εξασφάλιζε την υποστήριξη της Ελλάδας… θα μπορούσε να πουλήσει τη διζωνική ομοσπονδία στους Ελληνοκυπρίους».
24 Αυγούστου 1974 – Ο Ρ. Ντενκτάς δηλώνει ότι η θέση του είναι μια δι-περιφερειακή ομόσπονδη δημοκρατία της Κύπρου.
27 Αυγούστου – Δύο σημαντικές συναντήσεις. Η μία στο Φόρεϊν Όφις μεταξύ αξιωματούχων και του ειδικού σύμβουλου του Τούρκου Πρωθυπουργού. Ο τελευταίος απέρριψε τη διεθνοποίηση του Κυπριακού, που ζητούσε η Ρωσία, και ζήτησε από το Ηνωμένο Βασίλειο να πιέσει τους Έλληνες για συνομιλίες γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούσαν. Ο Βρετανός Υφυπουργός Ennals συμφώνησε ότι δεν υπήρχε λόγος να καταπιάνονταν με το παρελθόν. Αναζητούσαν λύση που να έδιδε νέα αυτονομία στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, σε μια ομόσπονδη δομή. Μίλησαν για ανταλλαγή πληθυσμών. Ο Goodison είπε ότι, αναμφίβολα, μακροπρόθεσμα θα υπάρξει σταδιακή εθελοντική ανταλλαγή πληθυσμών. Ενδιέφερε άμεσα την Ελλάδα το γεγονός ότι όλοι εκείνοι που έφυγαν από την τουρκική περιοχή έπρεπε να επιστρέψουν για να διευθετήσουν τα περιουσιακά τους. Όμως, οι Τούρκοι είπαν πως τα θέματα αυτά θα βρουν τη λύση τους μετά τη λύση!
Η δεύτερη στην Ουάσιγκτον. Με εντολές Κάλαχαν, ο οποίος ήταν ανήσυχος για τη στάση Κίσινγκερ και ήθελε να κάνει σίγουρο ότι η Βρετανία μπορούσε να βασιστεί στην απόλυτη υποστήριξή του για τη λύση που είχαν αποφασίσει (ΔΔΟ), ομάδα αξιωματούχων του πήγε στις ΗΠΑ και είχε συνάντηση μαζί του.
Παρόντες από βρετανικής πλευράς: Sir John Killick, Mr Sykes, Mr Alexander and Mr Cornish.
Από αμερικανικής πλευράς: Δρ H. Kissinger, Mr Ingersoll, General Scowcroft, Mr Eagleburger, Mr Buffum, Mr Kubisch, Mr Crawford and Mr Stabler.
Διά στόματος Kissinger ακόμα μία σιδεροκέφαλη μαρτυρία ότι οι Βρετανοί είχαν τον έλεγχο, όχι οι Αμερικανοί. Οι Βρετανοί σκόπιμα άφησαν να φανεί ο Κίσινγκερ ο κακός.
«...Ο Sir John Killick είπε ότι ο Callaghan σκόπιμα διατηρούσε χαμηλούς τόνους, προς το παρόν, ενόσω διαρκούσαν οι διπλωματικές επαφές. Ο Δρ Kissinger επενέβη (διέκοψε) για να πει ότι το μεγαλύτερο διπλωματικό κατόρθωμα είχε ήδη επιτευχθεί με το να θεωρούν τον ίδιο ως τον κακό των διαπραγματεύσεών τους (Βρετανών). Αμυνόμενος της στάσης του κατά την κρίση, έκανε ξεκάθαρο ότι θεωρούσε την αμερικανική πολιτική (που διατήρησε) σωστή και πρόσθεσε ότι θα ήταν ακριβώς η ίδια έστω και αν δεν είχαν την προεδρική μεταβατική περίοδο».
Sir John Killick : «Αναγκαίο στοιχείο για τη λύση η ανταλλαγή πληθυσμών, όλες οι πλευρές ήταν δυσαρεστημένες μαζί τους (Βρετανούς) για το ότι δεν χρησιμοποίησαν στρατιωτική δύναμη στο νησί στο πλευρό τους, σύντομα η Τουρκία θα ξεκινούσε τον εποικισμό – χρειαζόντουσαν την αμερικανική υποστήριξη…».
Επενέβη όμως ο Kissinger και είπε ότι «δεν πίστευε πως οι Τούρκοι είχαν τέτοιο παράπονο!» (εφόσον εκείνοι ήταν που τον άφησαν να εισβάλει!).
Ο Κίσινγκερ συμφώνησε με τη γραμμή τους, όμως ήταν πολύ διστακτικός να αφήσει τις ΗΠΑ να πάρουν θέση… Αν η βρετανική πρωτοβουλία αποτύγχανε, θα έλεγαν ότι έφταιγε η Αμερική, που δεν πίεσε αρκετά σκληρά την Άγκυρα. Έτσι, οι ΗΠΑ θα χρεώνονταν την αποτυχία και όχι το Ηνωμένο Βασίλειο.
Και πίστευε ότι, δύο στις τρεις περιπτώσεις, η προτεινόμενη βρετανική πρωτοβουλία θα αποτύγχανε. Δεν ήθελε τις Ηνωμένες Πολιτείες να φορτωθούν την ευθύνη της αποτυχίας και δεν ήταν σίγουρος ότι οι Έλληνες θα δέχονταν τη λύση (των Βρετανών). Αν το Ηνωμένο Βασίλειο ήθελε να βάλει μπροστά την πρωτοβουλία του μόνο του, θα τους έδινε τις ευλογίες του... Οι Βρετανοί τον ρώτησαν αν μπορούσαν να βασίζονταν στην πλήρη υποστήριξή του, αν έβαζαν μπροστά την πρωτοβουλία - πρότασή τους - για δι-περιφερειακή ομοσπονδία (διζωνική). Ο Κίσινγκερ υποσχέθηκε να ενημερώσει τον Αμερικανό Πρόεδρο και να τους δώσει απάντηση την επομένη. Τους την έδωσε, όπως υποσχέθηκε, την επομένη …
Η διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία ήταν και είναι η βρετανο-τουρκική λύση, που προώθησαν οι Βρετανοί με τους Τούρκους από 1956… Το Φόρεϊν Όφις, δε, ξεκίνησε με υπουργική εντολή, σχέδια ανασύστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας σε δύο συνιστώντα κράτη από τις 3.1.1964, σε συνεννόηση με την Τουρκία…
Καταρρίφθηκε προ ετών, τεκμηριωμένα, ιστορικά σιδεροκέφαλα, ο ισοπεδωτικός ανυπόστατος ισχυρισμός, που προβαλλόταν από ορισμένους, ότι η ‘‘διζωνική’’ ήταν του Κίσινγκερ!!!
Ο Κίσινγκερ δικαιώθηκε - Ακόμα προσπαθούν οι Βρετανοί…
Σχετικά προηγούμενα δημοσιεύματα-
ΤΗ ΔΙΖΩΝΙΚΗ ΔΕΝ ‘‘ΕΙΣΗΓΑΓΕ’’ ΟΥΤΕ ‘‘ΕΠΕΒΑΛΕ’’ Ο ΚΙΣΙΝΓΚΕΡ ΑΛΛΑ ΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ ΚΑΙ Η ΑΓΚΥΡΑ. Ο ΚΙΣΙΝΓΚΕΡ ΤΗΝ ΠΡΟΩΘΗΣΕ ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΗ ΒΡΕΤΑΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ,
Στην πρώτη παράγραφο της πρώτης σελίδας των πολυσέλιδων πρακτικών, 27.8.1974, της συνάντησης στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, όταν ο Κίσινγκερ επενέβη για να πει «the great diplomatic feat had already been achieved of casting him as the villain of our (British) negotiations».
Στην πρώτη παράγραφο της 2ης σελίδας η παρέμβαση Κίσινγκερ, «he did not think that the Turks were unhappy on this score!».
Το τηλεγράφημα - ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ του Βρετανού αξιωματούχου, S. J. Killick, 27/8/1974, από την Ουάσιγκτον προς Callaghan, ενημερώνοντάς τον αυθημερόν ότι ο Κίσινγκερ δέχθηκε να υποστηρίξει ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥΣ, ΤΗ ΔΙ-ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ (όπως την είχαν αρχικά ονομάσει, δηλαδή τη ΔΔΟ) ως τη μόνη ρεαλιστική λύση. “He agreed the solution we had in mind (a bi-regional federation…) was the only realistic one».