Η «Παγίδα του Θουκυδίδη» και η παγίδα των εύκολων ερμηνειών
Yourvibe
Με αφορμή τη δήλωση του Κινέζου προέδρου Σι Τζινπίνγκ περί «Παγίδας του Θουκυδίδη», αναπτύχθηκε ξανά και στην Ελλάδα μια φιλολογία γύρω από τον όρο. Άλλοι τον χρησιμοποιούν για να περιγράψουν τον ανταγωνισμό ΗΠΑ–Κίνας, άλλοι για να μιλήσουν γενικότερα για την αναμέτρηση μιας ανερχόμενης δύναμης με μια κατεστημένη, ενώ αρκετοί τον επιστρατεύουν σχεδόν ως έτοιμο ιστορικό σχήμα: όταν ένας νέος παίκτης ανεβαίνει και απειλεί τον παλιό, ο πόλεμος γίνεται περίπου αναπόφευκτος. Ο όρος, όμως, και κυρίως η αντιπαράθεση γύρω από αυτόν, δεν είναι καινούργια. Έχει βάθος αρκετών χρόνων και συνδέεται άμεσα με τη συζήτηση που άνοιξε διεθνώς ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας Γκρέιαμ Άλισον. Η πρόσφατη αναφορά του Σι έγινε στο πλαίσιο της συνάντησής του με τον Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο, όπου το ζήτημα της στρατηγικής σταθερότητας ΗΠΑ–Κίνας επανήλθε στο προσκήνιο.
Ο Άλισον έκανε διάσημο τον όρο με το βιβλίο του Destined for War: Can America and China Escape Thucydides’s Trap?, Μοιραία πορεία προς τον πόλεμο: Μπορούν οι ΗΠΑ και η Κίνα να αποφύγουν την Παγίδα του Θουκυδίδη; που κυκλοφόρησε το 2017. Η βασική του θέση είναι ότι η ιστορία δείχνει πως όταν μια ανερχόμενη δύναμη απειλεί να εκτοπίσει μια κυρίαρχη δύναμη, η πιθανότητα πολέμου αυξάνεται δραματικά. Για τον Άλισον, η κλασική περίπτωση είναι η άνοδος της Αθήνας και ο φόβος που αυτή προκάλεσε στη Σπάρτη, όπως περιγράφεται από τον Θουκυδίδη. Με αυτή την αναλογία επιχειρεί να ερμηνεύσει τη σημερινή σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα. Το Harvard Kennedy School παρουσιάζει το βιβλίο ακριβώς ως μια προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί η «Παγίδα του Θουκυδίδη» ως φακός κατανόησης των αμερικανοκινεζικών σχέσεων στον 21ο αιώνα.
Η θεωρία του Άλισον δεν εμφανίστηκε ξαφνικά με το βιβλίο. Είχε προηγηθεί το άρθρο του “The Thucydides Trap” στο The Atlantic το 2015, όπου έθεσε ευθέως το ερώτημα αν ΗΠΑ και Κίνα οδεύουν προς πόλεμο. Εκεί διατύπωσε δημόσια, με τρόπο απλό και ισχυρό, την ιδέα ότι η άνοδος της Κίνας και ο φόβος των ΗΠΑ δημιουργούν μια ιστορικά επικίνδυνη δομική δυναμική. Ακολούθησε το άρθρο “How America and China Could Stumble to War” «Πώς οι ΗΠΑ και η Κίνα θα μπορούσαν να οδηγηθούν άθελά τους σε πόλεμο» στο The National Interest το 2017, το οποίο βασιζόταν στο περιεχόμενο του υπό έκδοση τότε βιβλίου του. Σε αυτό ο Άλισον υποστήριζε ότι ο πόλεμος δεν είναι αναπόφευκτος, αλλά είναι απολύτως πιθανός, ιδίως αν μικρά επεισόδια, λάθος υπολογισμοί ή περιφερειακές κρίσεις ενεργοποιήσουν τη βαθύτερη αντιπαλότητα.
Εδώ ακριβώς αρχίζει η σοβαρή κριτική. Στην Ελλάδα, από τις πιο ενδιαφέρουσες παρεμβάσεις ήταν εκείνη του Ηλία Κουσκουβέλη, καθηγητή Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Ο Κουσκουβέλης δεν αμφισβήτησε απλώς την πολιτική χρησιμότητα του όρου. Αμφισβήτησε τη θεωρητική και ιστορική του ακρίβεια. Στο κείμενό του “The Thucydides Trap: A Distorted Compass”, «Η Παγίδα του Θουκυδίδη: Μια παραμορφωμένη πυξίδα» που δημοσιεύθηκε στο E-International Relations τον Νοέμβριο του 2017, υποστήριξε ότι η «Παγίδα του Θουκυδίδη» είναι μια παραμορφωμένη πυξίδα: πρώτον, επειδή η ιστορική αναλογία του Άλισον είναι λανθασμένη· και δεύτερον, επειδή στο ίδιο το κείμενο του Θουκυδίδη δεν υπάρχει κάποια «παγίδα» που καθορίζει μηχανικά τις εξελίξεις.
Η κριτική του Κουσκουβέλη έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί χτυπά την καρδιά του επιχειρήματος του Άλισον. Κατά τον Άλισον, η Αθήνα ήταν η ανερχόμενη δύναμη και η Σπάρτη η κατεστημένη δύναμη που φοβήθηκε την άνοδό της. Κατά τον Κουσκουβέλη, αυτή η ανάγνωση απλουστεύει και παραμορφώνει την πραγματικότητα του Πελοποννησιακού Πολέμου. Η Αθήνα δεν ήταν απλώς μια νέα δύναμη που εμφανίστηκε αιφνιδίως. Είχε ήδη συγκροτήσει ηγεμονική ισχύ, είχε αυτοκρατορικά χαρακτηριστικά και είχε διαμορφώσει ένα σύστημα εξάρτησης γύρω της. Η Σπάρτη, από την άλλη, δεν λειτουργούσε ακριβώς όπως μια παγκόσμια κατεστημένη υπερδύναμη με τη σύγχρονη έννοια. Άρα, η απευθείας μεταφορά του σχήματος Αθήνα–Σπάρτη στο ζεύγος Κίνα–ΗΠΑ είναι προβληματική.
Ακόμη πιο σημαντικό είναι το δεύτερο σημείο του Κουσκουβέλη: ο Θουκυδίδης δεν παρουσιάζει τον πόλεμο ως αυτόματο αποτέλεσμα μιας αλλαγής στον συσχετισμό ισχύος. Δεν λέει απλώς ότι η άνοδος της Αθήνας προκάλεσε φόβο στη Σπάρτη και άρα ο πόλεμος ήταν μηχανικά αναπόφευκτος. Η θουκυδίδεια ανάλυση είναι πολύ πιο σύνθετη. Περιλαμβάνει ισχύ, φόβο, συμφέρον, τιμή, ανάγκη, πολιτική απόφαση, λανθασμένο υπολογισμό και ανθρώπινη κρίση. Με άλλα λόγια, ο Θουκυδίδης δεν προσφέρει μια απλή «φόρμουλα πολέμου». Προσφέρει μια τραγική ανάλυση του πώς οι άνθρωποι και οι πόλεις αποφασίζουν μέσα σε συνθήκες φόβου και ανταγωνισμού.
Γι’ αυτό και ο Κουσκουβέλης προτείνει μια διαφορετική ανάγνωση: αν υπάρχει πραγματικά «παγίδα» στον Θουκυδίδη, αυτή δεν είναι η άνοδος μιας δύναμης απέναντι σε μια άλλη. Είναι η παγίδα της κακής απόφασης. Η παγίδα της ύβρεως, της υπερεκτίμησης ισχύος, της λανθασμένης εκτίμησης του αντιπάλου, της αδυναμίας να διακρίνεις πότε η ισχύς σε παρασύρει σε καταστροφικές επιλογές. Σε άλλο κείμενό του, “The US, China and the Real Thucydides Trap”, ο Κουσκουβέλης επιμένει ακριβώς σε αυτό: η πραγματική θουκυδίδεια προειδοποίηση δεν είναι ότι η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη, αλλά ότι οι πολιτικές ηγεσίες μπορούν να οδηγηθούν σε πόλεμο όταν αποφασίζουν λάθος μέσα σε ένα περιβάλλον φόβου, ισχύος και ανταγωνισμού.
Η διαφορά δεν είναι φιλολογική. Είναι βαθιά πολιτική. Αν δεχθούμε τη θέση του Άλισον στην απλουστευμένη της μορφή, τότε ο ανταγωνισμός ΗΠΑ–Κίνας μοιάζει σχεδόν σαν ιστορικός νόμος. Η Κίνα ανεβαίνει, οι ΗΠΑ φοβούνται, άρα ο πόλεμος είναι πιθανό αποτέλεσμα της ίδιας της δομής του διεθνούς συστήματος. Αν όμως δεχθούμε την κριτική του Κουσκουβέλη, τότε το βάρος μεταφέρεται από τη «μοίρα» στη στρατηγική κρίση. Δεν είναι η ιστορία που σέρνει αναγκαστικά τα κράτη στον πόλεμο. Είναι οι πολιτικές αποφάσεις, οι εσφαλμένες αναγνώσεις, οι ψευδαισθήσεις ισχύος και η αποτυχία διαχείρισης του ανταγωνισμού.
Αυτό έχει σημασία και για τη σημερινή συζήτηση γύρω από τις ΗΠΑ και την Κίνα. Η αναφορά του Σι στην «Παγίδα του Θουκυδίδη» δεν είναι ουδέτερη. Η Κίνα θέλει να εμφανιστεί ως δύναμη που δεν επιδιώκει σύγκρουση και που καλεί τις ΗΠΑ να μην παγιδευτούν στον φόβο απέναντι στην άνοδό της. Οι ΗΠΑ, από την άλλη, βλέπουν την κινεζική άνοδο όχι ως φυσιολογική μεταβολή ισορροπίας, αλλά ως πρόκληση σε τεχνολογία, εμπόριο, Ταϊβάν, θάλασσες, σπάνιες γαίες και διεθνείς θεσμούς. Έτσι, ο όρος λειτουργεί ταυτόχρονα ως αναλυτικό εργαλείο, πολιτικό επιχείρημα και διπλωματική παγίδα.
Το πρόβλημα είναι ότι ο όρος συχνά χρησιμοποιείται περισσότερο ως σύνθημα παρά ως ανάλυση. Όποιος λέει «Παγίδα του Θουκυδίδη» μπορεί να εννοεί διαφορετικά πράγματα: αναπόφευκτη σύγκρουση, κίνδυνο λάθους υπολογισμού, μετάβαση ισχύος, αμερικανικό φόβο απέναντι στην Κίνα, κινεζική προειδοποίηση προς την Ουάσιγκτον ή γενική μεταφορά από την αρχαιότητα στη σύγχρονη γεωπολιτική. Γι’ αυτό η κριτική του Κουσκουβέλη παραμένει χρήσιμη. Μας αναγκάζει να ρωτήσουμε: μιλάμε πράγματι για τον Θουκυδίδη ή χρησιμοποιούμε τον Θουκυδίδη για να ντύσουμε με κύρος μια σύγχρονη γεωπολιτική αγωνία;
Η ουσία, λοιπόν, είναι η εξής: ο Άλισον έκανε τον όρο παγκόσμιο. Τον μετέτρεψε σε εργαλείο κατανόησης του αμερικανοκινεζικού ανταγωνισμού και σε προειδοποίηση για το πώς μεγάλες δυνάμεις μπορούν να οδηγηθούν σε πόλεμο χωρίς να το επιθυμούν εξαρχής. Ο Κουσκουβέλης, από την πλευρά του, θύμισε ότι ο Θουκυδίδης δεν είναι τόσο απλός. Δεν είναι προφήτης μιας μηχανικής σύγκρουσης ανερχόμενων και κατεστημένων δυνάμεων. Είναι αναλυτής της ισχύος, του φόβου, της ανθρώπινης κρίσης και της πολιτικής ευθύνης.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η πραγματική αξία της συζήτησης. Η «Παγίδα του Θουκυδίδη» δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σαν εύκολο κλειδί που ανοίγει όλες τις πόρτες. Πρέπει να λειτουργεί ως προειδοποίηση απέναντι στην ευκολία των ιστορικών αναλογιών. Γιατί η μεγαλύτερη παγίδα δεν είναι να επαναληφθεί μηχανικά η ιστορία. Είναι να πιστέψουν οι ηγέτες ότι την έχουν καταλάβει τόσο καλά, ώστε να πάψουν να φοβούνται τα λάθη τους.

Η Παγίδα του Θουκυδίδη
Οδεύουν οι ΗΠΑ και η Κίνα προς πόλεμο;
Του Graham Allison
Δοκίμιο — Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015
Όταν ο Μπαράκ Ομπάμα συναντηθεί αυτή την εβδομάδα με τον Σι Τζινπίνγκ, κατά την πρώτη κρατική επίσκεψη του Κινέζου προέδρου στην Αμερική, ένα θέμα πιθανότατα δεν θα βρίσκεται στην ατζέντα τους: η πιθανότητα οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα να βρεθούν σε πόλεμο μέσα στην επόμενη δεκαετία. Στους κύκλους χάραξης πολιτικής, αυτό μοιάζει τόσο απίθανο όσο και άφρον.
«Ο πόλεμος ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα είναι πιθανότερος απ’ όσο αναγνωρίζεται σήμερα. Πράγματι, κρίνοντας από το ιστορικό προηγούμενο, ο πόλεμος είναι πιθανότερος παρά απίθανος.»
Κι όμως, εκατό χρόνια μετά, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος προσφέρει μια νηφάλια υπενθύμιση της ανθρώπινης ικανότητας για ανοησία. Όταν λέμε ότι ένας πόλεμος είναι «αδιανόητος», πρόκειται για δήλωση σχετικά με το τι είναι δυνατό στον κόσμο — ή απλώς για το τι μπορούν να συλλάβουν τα περιορισμένα μας μυαλά; Το 1914, λίγοι μπορούσαν να φανταστούν σφαγές τέτοιας κλίμακας ώστε να απαιτηθεί μια νέα κατηγορία: παγκόσμιος πόλεμος. Όταν ο πόλεμος τελείωσε τέσσερα χρόνια αργότερα, η Ευρώπη κειτόταν σε ερείπια: ο Κάιζερ είχε φύγει, η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία είχε διαλυθεί, ο Ρώσος τσάρος είχε ανατραπεί από τους Μπολσεβίκους, η Γαλλία είχε αιμορραγήσει για μια ολόκληρη γενιά και η Αγγλία είχε απογυμνωθεί από τη νεολαία και τον πλούτο της. Μια χιλιετία κατά την οποία η Ευρώπη υπήρξε το πολιτικό κέντρο του κόσμου έφτασε σε απότομο τέλος.
Το καθοριστικό ερώτημα για την παγκόσμια τάξη αυτής της γενιάς είναι αν η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να ξεφύγουν από την Παγίδα του Θουκυδίδη. Η μεταφορά του Έλληνα ιστορικού μάς υπενθυμίζει τους κινδύνους που συνοδεύουν την αντιπαλότητα μιας ανερχόμενης δύναμης με μια κυρίαρχη δύναμη — όπως η Αθήνα αμφισβήτησε τη Σπάρτη στην αρχαία Ελλάδα ή όπως η Γερμανία αμφισβήτησε τη Βρετανία πριν από έναν αιώνα. Οι περισσότερες τέτοιες αντιπαραθέσεις είχαν κακή κατάληξη, συχνά και για τα δύο έθνη, όπως κατέληξε μια ομάδα μου στο Belfer Center for Science and International Affairs του Χάρβαρντ, ύστερα από ανάλυση του ιστορικού αρχείου. Σε 12 από τις 16 περιπτώσεις των τελευταίων 500 ετών, το αποτέλεσμα ήταν πόλεμος. Όταν τα μέρη απέφυγαν τον πόλεμο, αυτό απαίτησε τεράστιες και οδυνηρές προσαρμογές στις στάσεις και στις πράξεις όχι μόνο του διεκδικητή, αλλά και εκείνου που δεχόταν την πρόκληση.
Με βάση τη σημερινή πορεία, ένας πόλεμος ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα τις επόμενες δεκαετίες δεν είναι απλώς πιθανός, αλλά πολύ πιθανότερος απ’ όσο αναγνωρίζεται αυτή τη στιγμή. Πράγματι, κρίνοντας από το ιστορικό προηγούμενο, ο πόλεμος είναι πιθανότερος παρά απίθανος. Επιπλέον, οι σημερινές υποτιμήσεις και παρανοήσεις των κινδύνων που ενυπάρχουν στη σχέση ΗΠΑ – Κίνας συμβάλλουν σημαντικά στην αύξηση αυτών των κινδύνων. Ένας κίνδυνος που συνδέεται με την Παγίδα του Θουκυδίδη είναι ότι η συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων —και όχι μόνο ένα απρόσμενο, εξαιρετικό γεγονός— μπορεί να πυροδοτήσει σύγκρουση μεγάλης κλίμακας. Όταν μια ανερχόμενη δύναμη απειλεί να εκτοπίσει μια κυρίαρχη δύναμη, συνηθισμένες κρίσεις που υπό άλλες συνθήκες θα περιορίζονταν, όπως η δολοφονία ενός αρχιδούκα το 1914, μπορούν να προκαλέσουν μια αλυσιδωτή αντίδραση που με τη σειρά της παράγει αποτελέσματα τα οποία κανένα από τα μέρη δεν θα είχε επιλέξει διαφορετικά.
Ο πόλεμος, ωστόσο, δεν είναι αναπόφευκτος. Τέσσερις από τις 16 περιπτώσεις που εξετάσαμε δεν κατέληξαν σε αιματοχυσία. Αυτές οι επιτυχίες, όπως και οι αποτυχίες, προσφέρουν χρήσιμα μαθήματα για τους σημερινούς παγκόσμιους ηγέτες. Η διαφυγή από την Παγίδα απαιτεί τεράστια προσπάθεια. Όπως είπε ο ίδιος ο Σι Τζινπίνγκ κατά την επίσκεψή του στο Σιάτλ την Τρίτη: «Δεν υπάρχει στον κόσμο αυτό που αποκαλείται Παγίδα του Θουκυδίδη. Αλλά αν οι μεγάλες χώρες κάνουν ξανά και ξανά τα λάθη του στρατηγικού υπολογισμού, μπορεί να δημιουργήσουν τέτοιες παγίδες για τον εαυτό τους».
Πριν από περισσότερα από 2.400 χρόνια, ο Αθηναίος ιστορικός Θουκυδίδης διατύπωσε μια ισχυρή παρατήρηση: «Ήταν η άνοδος της Αθήνας και ο φόβος που αυτή ενέπνευσε στη Σπάρτη που κατέστησαν τον πόλεμο αναπόφευκτο». Άλλοι εντόπισαν μια σειρά από επιμέρους αιτίες του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ο Θουκυδίδης όμως πήγε στην καρδιά του ζητήματος, εστιάζοντας στην αδυσώπητη, δομική πίεση που προκαλείται από μια ταχεία μετατόπιση της ισορροπίας ισχύος ανάμεσα σε δύο αντιπάλους. Ας σημειωθεί ότι ο Θουκυδίδης εντόπισε δύο βασικές δυνάμεις αυτής της δυναμικής: από τη μία, την αυξανόμενη αίσθηση δικαιώματος της ανερχόμενης δύναμης, την αίσθηση της σημασίας της και την απαίτησή της για μεγαλύτερο λόγο και επιρροή· και από την άλλη, τον φόβο, την ανασφάλεια και την αποφασιστικότητα της εδραιωμένης δύναμης να υπερασπιστεί το status quo.
Στην περίπτωση για την οποία έγραφε τον 5ο αιώνα π.Χ., η Αθήνα είχε αναδειχθεί μέσα σε μισό αιώνα σε φάρο πολιτισμού, παράγοντας προόδους στη φιλοσοφία, την ιστορία, το δράμα, την αρχιτεκτονική, τη δημοκρατία και τη ναυτική ισχύ. Αυτό συγκλόνισε τη Σπάρτη, η οποία για έναν αιώνα ήταν η κυρίαρχη χερσαία δύναμη στην Πελοπόννησο. Όπως το έβλεπε ο Θουκυδίδης, η στάση της Αθήνας ήταν κατανοητή. Καθώς η ισχύς της μεγάλωνε, αυξανόταν και η αυτοπεποίθησή της, η συνείδηση παλαιότερων αδικιών, η ευαισθησία της απέναντι σε περιπτώσεις ασέβειας και η επιμονή της να αναθεωρηθούν οι προηγούμενες διευθετήσεις ώστε να αντανακλούν τις νέες πραγματικότητες ισχύος. Ήταν επίσης φυσικό, εξηγούσε ο Θουκυδίδης, η Σπάρτη να ερμηνεύει τη στάση της Αθήνας ως παράλογη, αχάριστη και απειλητική για το σύστημα που η ίδια είχε εγκαθιδρύσει — και μέσα στο οποίο η Αθήνα είχε ευημερήσει.
Ο Θουκυδίδης κατέγραψε τις αντικειμενικές αλλαγές στη σχετική ισχύ, αλλά εστίασε επίσης στις αντιλήψεις περί αλλαγής μεταξύ των ηγετών της Αθήνας και της Σπάρτης — και στο πώς αυτό οδήγησε καθεμία να ενισχύσει συμμαχίες με άλλα κράτη, ελπίζοντας να αντισταθμίσει την άλλη. Όμως η εμπλοκή μέσω συμμαχιών λειτουργεί και προς τις δύο κατευθύνσεις. Για αυτόν τον λόγο ο Τζορτζ Ουάσινγκτον προειδοποίησε περίφημα την Αμερική να προσέχει τις «περίπλοκες συμμαχίες». Όταν ξέσπασε σύγκρουση ανάμεσα στις δευτερεύουσες πόλεις-κράτη της Κορίνθου και της Κέρκυρας, η Σπάρτη θεώρησε αναγκαίο να υπερασπιστεί την Κόρινθο, πράγμα που άφησε στην Αθήνα ελάχιστη επιλογή πέρα από το να στηρίξει τη δική της σύμμαχο. Ακολούθησε ο Πελοποννησιακός Πόλεμος. Όταν τελείωσε 30 χρόνια αργότερα, η Σπάρτη ήταν ο ονομαστικός νικητής. Όμως και τα δύο κράτη είχαν καταστραφεί, αφήνοντας την Ελλάδα ευάλωτη στους Πέρσες.
Οκτώ χρόνια πριν από το ξέσπασμα του παγκόσμιου πολέμου στην Ευρώπη, ο βασιλιάς της Βρετανίας Εδουάρδος Ζ΄ ρώτησε τον πρωθυπουργό του γιατί η βρετανική κυβέρνηση γινόταν τόσο εχθρική απέναντι στη Γερμανία του ανιψιού του, του Κάιζερ Γουλιέλμου Β΄, αντί να κρατά το βλέμμα της στραμμένο στην Αμερική, την οποία θεωρούσε μεγαλύτερη πρόκληση. Ο πρωθυπουργός ανέθεσε στον βασικό παρατηρητή της Γερμανίας στο Foreign Office, τον Eyre Crowe, να γράψει ένα υπόμνημα που θα απαντούσε στο ερώτημα του βασιλιά. Ο Crowe παρέδωσε το υπόμνημά του την Πρωτοχρονιά του 1907. Το έγγραφο αποτελεί κόσμημα στα χρονικά της διπλωματίας.
Η λογική της ανάλυσης του Crowe αντηχούσε τη διορατικότητα του Θουκυδίδη. Και το κεντρικό του ερώτημα, όπως το παραφράζει ο Χένρι Κίσινγκερ στο On China, ήταν το εξής: η αυξανόμενη εχθρότητα ανάμεσα στη Βρετανία και τη Γερμανία οφειλόταν περισσότερο στις γερμανικές δυνατότητες ή στη γερμανική συμπεριφορά; Ο Crowe το έθεσε κάπως διαφορετικά: η επιδίωξη της Γερμανίας για «πολιτική ηγεμονία και ναυτική υπεροχή» αποτελούσε υπαρξιακή απειλή για «την ανεξαρτησία των γειτόνων της και τελικά για την ίδια την ύπαρξη της Αγγλίας»;
Η απάντηση του Crowe ήταν ξεκάθαρη: το κλειδί ήταν οι δυνατότητες. Καθώς η οικονομία της Γερμανίας ξεπερνούσε τη βρετανική, η Γερμανία όχι μόνο θα ανέπτυσσε τον ισχυρότερο στρατό στην ήπειρο. Σύντομα θα «έχτιζε και τόσο ισχυρό ναυτικό όσο μπορούσε να αντέξει οικονομικά».
Για περιλήψεις αυτών των 16 περιπτώσεων και τη μεθοδολογία επιλογής τους, καθώς και για ένα φόρουμ για την καταγραφή προσθηκών, αφαιρέσεων, αναθεωρήσεων και διαφωνιών με τις υποθέσεις, επισκεφθείτε το Αρχείο Υπόθεσης Παγίδας Θουκυδίδη του Κέντρου Belfer του Χάρβαρντ. Για αυτήν την πρώτη φάση του έργου, εμείς στο Κέντρο Belfer προσδιορίσαμε τις «κυρίαρχες» και τις «ανερχόμενες» δυνάμεις ακολουθώντας τις κρίσεις κορυφαίων ιστορικών αφηγήσεων, αντιστεκόμενοι στον πειρασμό να προσφέρουμε πρωτότυπες ή ιδιοσυγκρασιακές ερμηνείες των γεγονότων. Αυτές οι ιστορίες χρησιμοποιούν τις έννοιες «άνοδος» και «κυβερνώ» σύμφωνα με τους συμβατικούς τους ορισμούς, δίνοντας γενικά έμφαση στις γρήγορες μεταβολές του σχετικού ΑΕΠ και της στρατιωτικής ισχύος. Οι περισσότερες από τις περιπτώσεις σε αυτόν τον αρχικό γύρο ανάλυσης προέρχονται από την Ευρώπη μετά τη Βεστφαλία. belfercenter.org/ThucydidesTrap
Για περιλήψεις αυτών των 16 περιπτώσεων και τη μεθοδολογία επιλογής τους, καθώς και για ένα φόρουμ για την καταγραφή προσθηκών, αφαιρέσεων, αναθεωρήσεων και διαφωνιών με τις υποθέσεις, επισκεφθείτε το Αρχείο Υπόθεσης Παγίδας Θουκυδίδη του Κέντρου Belfer του Χάρβαρντ. Για αυτήν την πρώτη φάση του έργου, εμείς στο Κέντρο Belfer προσδιορίσαμε τις «κυρίαρχες» και τις «ανερχόμενες» δυνάμεις ακολουθώντας τις κρίσεις κορυφαίων ιστορικών αφηγήσεων, αντιστεκόμενοι στον πειρασμό να προσφέρουμε πρωτότυπες ή ιδιοσυγκρασιακές ερμηνείες των γεγονότων. Αυτές οι ιστορίες χρησιμοποιούν τις έννοιες «άνοδος» και «κυβερνώ» σύμφωνα με τους συμβατικούς τους ορισμούς, δίνοντας γενικά έμφαση στις γρήγορες μεταβολές του σχετικού ΑΕΠ και της στρατιωτικής ισχύος. Οι περισσότερες από τις περιπτώσεις σε αυτόν τον αρχικό γύρο ανάλυσης προέρχονται από την Ευρώπη μετά τη Βεστφαλία. belfercenter.org/ThucydidesTrapΜελέτες περιπτώσεων της Παγίδας του Θουκυδίδη
Για περιλήψεις αυτών των 16 περιπτώσεων και της μεθοδολογίας επιλογής τους, καθώς και για ένα φόρουμ όπου μπορούν να καταγραφούν προσθήκες, αφαιρέσεις, αναθεωρήσεις και διαφωνίες σχετικά με τις περιπτώσεις, δείτε τον Φάκελο Περιπτώσεων της Παγίδας του Θουκυδίδη του Harvard Belfer Center. Για αυτή την πρώτη φάση του προγράμματος, εμείς στο Belfer Center προσδιορίσαμε τις «κυρίαρχες» και τις «ανερχόμενες» δυνάμεις ακολουθώντας τις κρίσεις κορυφαίων ιστορικών αφηγήσεων, αντιστεκόμενοι στον πειρασμό να προσφέρουμε πρωτότυπες ή ιδιοσυγκρασιακές ερμηνείες των γεγονότων. Αυτές οι ιστορίες χρησιμοποιούν τους όρους «άνοδος» και «κυριαρχία» σύμφωνα με τους συμβατικούς τους ορισμούς, δίνοντας γενικά έμφαση σε ταχείες μεταβολές του σχετικού ΑΕΠ και της στρατιωτικής ισχύος. Οι περισσότερες περιπτώσεις αυτού του αρχικού γύρου ανάλυσης προέρχονται από τη μεταβεστφαλιανή Ευρώπη.
Με άλλα λόγια, γράφει ο Κίσινγκερ, «μόλις η Γερμανία πετύχαινε ναυτική υπεροχή … αυτό από μόνο του —ανεξάρτητα από τις γερμανικές προθέσεις— θα αποτελούσε αντικειμενική απειλή για τη Βρετανία και ασύμβατο στοιχείο με την ύπαρξη της Βρετανικής Αυτοκρατορίας».
Τρία χρόνια αφού διάβασε εκείνο το υπόμνημα, ο Εδουάρδος Ζ΄ πέθανε. Στην κηδεία του παρευρέθηκαν δύο «κύριοι πενθούντες» — ο διάδοχός του, Γεώργιος Ε΄, και ο Κάιζερ Γουλιέλμος της Γερμανίας — μαζί με τον Θίοντορ Ρούζβελτ, ο οποίος εκπροσωπούσε τις Ηνωμένες Πολιτείες. Κάποια στιγμή, ο Ρούζβελτ, ένθερμος μελετητής της ναυτικής ισχύος και κορυφαίος υποστηρικτής της ενίσχυσης του αμερικανικού ναυτικού, ρώτησε τον Γουλιέλμο αν θα εξέταζε ένα μορατόριουμ στον γερμανοβρετανικό ναυτικό ανταγωνισμό εξοπλισμών. Ο Κάιζερ απάντησε ότι η Γερμανία ήταν αμετάκλητα δεσμευμένη να αποκτήσει ισχυρό ναυτικό. Όμως, όπως εξήγησε στη συνέχεια, ένας πόλεμος ανάμεσα στη Γερμανία και τη Βρετανία ήταν απλώς αδιανόητος, επειδή «μεγάλωσα στην Αγγλία, σε πολύ μεγάλο βαθμό· αισθάνομαι εν μέρει Άγγλος. Μετά τη Γερμανία, νοιάζομαι περισσότερο για την Αγγλία παρά για οποιαδήποτε άλλη χώρα». Και έπειτα, με έμφαση: «ΛΑΤΡΕΥΩ ΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ!»
Όσο αδιανόητη κι αν φαίνεται μια σύγκρουση, όσο καταστροφικές κι αν είναι οι πιθανές συνέπειες για όλους τους δρώντες, όσο βαθιά κι αν είναι η πολιτισμική ενσυναίσθηση μεταξύ ηγετών —ακόμη και συγγενών εξ αίματος— και όσο οικονομικά αλληλεξαρτώμενα κι αν είναι τα κράτη, κανένας από αυτούς τους παράγοντες δεν αρκεί για να αποτρέψει τον πόλεμο, ούτε το 1914 ούτε σήμερα.
Στην πραγματικότητα, σε 12 από τις 16 περιπτώσεις των τελευταίων 500 ετών κατά τις οποίες υπήρξε ταχεία μεταβολή στη σχετική ισχύ ενός ανερχόμενου έθνους που απειλούσε να εκτοπίσει ένα κυρίαρχο κράτος, το αποτέλεσμα ήταν πόλεμος. Όπως δείχνει ο παραπάνω πίνακας, ο αγώνας για κυριαρχία στην Ευρώπη και την Ασία κατά την τελευταία μισή χιλιετία προσφέρει μια σειρά παραλλαγών πάνω σε μια κοινή ιστορική πλοκή.
Όταν μια ανερχόμενη, επαναστατική Γαλλία αμφισβήτησε την κυριαρχία της Βρετανίας στους ωκεανούς και την ισορροπία ισχύος στην ευρωπαϊκή ήπειρο, η Βρετανία κατέστρεψε τον στόλο του Ναπολέοντα Βοναπάρτη το 1805 και αργότερα έστειλε στρατεύματα στην ήπειρο για να νικήσει τους στρατούς του στην Ισπανία και στο Βατερλώ. Όταν ο Ότο φον Μπίσμαρκ προσπάθησε να ενοποιήσει ένα φιλονικούν σύνολο ανερχόμενων γερμανικών κρατών, ο πόλεμος με τον κοινό τους αντίπαλο, τη Γαλλία, αποδείχθηκε αποτελεσματικό εργαλείο για την κινητοποίηση της λαϊκής υποστήριξης προς την αποστολή του. Μετά την Παλινόρθωση Μεϊτζί το 1868, μια ταχύτατα εκσυγχρονιζόμενη ιαπωνική οικονομία και στρατιωτική δομή αμφισβήτησε την κινεζική και ρωσική κυριαρχία στην Ανατολική Ασία, οδηγώντας σε πολέμους και με τις δύο, από τους οποίους η Ιαπωνία αναδείχθηκε ως η κορυφαία δύναμη της περιοχής.
Κάθε περίπτωση είναι, φυσικά, μοναδική. Η συνεχιζόμενη συζήτηση για τα αίτια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου μάς υπενθυμίζει ότι καθεμία υπόκειται σε ανταγωνιστικές ερμηνείες. Ο μεγάλος ιστορικός των διεθνών σχέσεων, ο Ernest May του Χάρβαρντ, δίδασκε ότι όταν προσπαθούμε να συλλογιστούμε με βάση την ιστορία, πρέπει να είμαστε εξίσου ευαίσθητοι στις διαφορές όσο και στις ομοιότητες ανάμεσα στις περιπτώσεις που συγκρίνουμε. Στην πραγματικότητα, στο μάθημά του «Historical Reasoning 101», ο May έπαιρνε ένα φύλλο χαρτιού, τραβούσε μια γραμμή στη μέση της σελίδας, έγραφε στη μία στήλη «Όμοια» και στην άλλη «Διαφορετικά» και συμπλήρωνε το χαρτί με τουλάχιστον μισή ντουζίνα στοιχεία σε καθεμία. Ωστόσο, ακόμη και αναγνωρίζοντας πολλές διαφορές, ο Θουκυδίδης μάς κατευθύνει προς μια ισχυρή κοινή βάση.
«Η σημαντικότερη γεωστρατηγική πρόκληση αυτής της εποχής δεν είναι οι βίαιοι ισλαμιστές εξτρεμιστές ούτε μια αναγεννημένη Ρωσία. Είναι ο αντίκτυπος της ανόδου της Κίνας.»
Η σημαντικότερη γεωστρατηγική πρόκληση αυτής της εποχής δεν είναι οι βίαιοι ισλαμιστές εξτρεμιστές ούτε μια αναγεννημένη Ρωσία. Είναι ο αντίκτυπος που θα έχει η άνοδος της Κίνας στη διεθνή τάξη υπό αμερικανική ηγεσία, η οποία έχει προσφέρει πρωτοφανή ειρήνη και ευημερία μεταξύ μεγάλων δυνάμεων τα τελευταία 70 χρόνια. Όπως παρατήρησε ο εκλιπών ηγέτης της Σιγκαπούρης, Λι Κουάν Γιου: «Το μέγεθος της μετατόπισης που προκαλεί η Κίνα στην παγκόσμια ισορροπία είναι τέτοιο ώστε ο κόσμος πρέπει να βρει μια νέα ισορροπία. Δεν είναι δυνατόν να προσποιούμαστε ότι πρόκειται απλώς για έναν ακόμη μεγάλο παίκτη. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο παίκτη στην ιστορία του κόσμου». Όλοι γνωρίζουν για την άνοδο της Κίνας. Λίγοι από εμάς συνειδητοποιούν το μέγεθός της. Ποτέ πριν στην ιστορία ένα έθνος δεν ανέβηκε τόσο πολύ, τόσο γρήγορα, σε τόσες πολλές διαστάσεις ισχύος. Παραφράζοντας τον πρώην πρόεδρο της Τσεχίας Βάτσλαβ Χάβελ, όλα αυτά συνέβησαν τόσο γρήγορα ώστε δεν έχουμε ακόμη προλάβει να εκπλαγούμε.
Η διάλεξή μου για αυτό το θέμα στο Χάρβαρντ ξεκινά με ένα κουίζ που ζητά από τους φοιτητές να συγκρίνουν την Κίνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες το 1980 με τη σημερινή τους κατάταξη. Ο αναγνώστης καλείται να συμπληρώσει τα κενά:
Οι απαντήσεις για την πρώτη στήλη: το 1980, η Κίνα είχε το 10% του αμερικανικού ΑΕΠ όπως μετριέται με βάση την ισοτιμία αγοραστικής δύναμης· το 7% του ΑΕΠ της σε τρέχουσες συναλλαγματικές ισοτιμίες δολαρίου ΗΠΑ· και το 6% των εξαγωγών της. Τα συναλλαγματικά αποθέματα που κατείχε η Κίνα, στο μεταξύ, ήταν μόλις το ένα έκτο των αμερικανικών αποθεμάτων. Οι απαντήσεις για τη δεύτερη στήλη: μέχρι το 2014, τα αντίστοιχα μεγέθη ήταν 101% του ΑΕΠ, 60% σε συναλλαγματικές ισοτιμίες δολαρίου ΗΠΑ και 106% των εξαγωγών. Τα αποθέματα της Κίνας σήμερα είναι 28 φορές μεγαλύτερα από εκείνα της Αμερικής.
Μέσα σε μία μόνο γενιά, ένα έθνος που δεν εμφανιζόταν σε κανέναν από τους διεθνείς πίνακες κατάταξης εκτινάχθηκε στις κορυφαίες θέσεις. Το 1980, η οικονομία της Κίνας ήταν μικρότερη από εκείνη της Ολλανδίας. Πέρυσι, η αύξηση του ΑΕΠ της Κίνας ήταν περίπου ίση με ολόκληρη την ολλανδική οικονομία.
Η δεύτερη ερώτηση στο κουίζ μου ρωτά τους φοιτητές: θα μπορούσε η Κίνα να γίνει νούμερο 1; Σε ποιο έτος θα μπορούσε η Κίνα να ξεπεράσει τις Ηνωμένες Πολιτείες και να γίνει, για παράδειγμα, η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, η κύρια μηχανή της παγκόσμιας ανάπτυξης ή η μεγαλύτερη αγορά ειδών πολυτελείας;
Οι περισσότεροι μένουν έκπληκτοι όταν μαθαίνουν ότι και στους 20 αυτούς δείκτες η Κίνα έχει ήδη ξεπεράσει τις ΗΠΑ.
Θα μπορέσει η Κίνα να διατηρήσει ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης πολλαπλάσιους των Ηνωμένων Πολιτειών για ακόμη μία δεκαετία και πέρα από αυτήν; Αν και εφόσον το κάνει, είναι οι σημερινοί της ηγέτες σοβαροί ως προς το να εκτοπίσουν τις ΗΠΑ από τη θέση της κυρίαρχης δύναμης στην Ασία; Θα ακολουθήσει η Κίνα τον δρόμο της Ιαπωνίας και της Γερμανίας και θα πάρει τη θέση της ως υπεύθυνος συμμέτοχος στη διεθνή τάξη που έχτισε η Αμερική τις τελευταίες επτά δεκαετίες; Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα είναι προφανώς ότι κανείς δεν γνωρίζει.
Αν όμως αξίζει να ληφθούν υπόψη οι προβλέψεις κάποιου, αυτές είναι του Λι Κουάν Γιου, του κορυφαίου παρατηρητή της Κίνας στον κόσμο και μέντορα των Κινέζων ηγετών από την εποχή του Ντενγκ Σιαοπίνγκ. Πριν από τον θάνατό του τον Μάρτιο, ο ιδρυτής της Σιγκαπούρης εκτιμούσε τις πιθανότητες να συνεχίσει η Κίνα να αναπτύσσεται με ρυθμούς πολλαπλάσιους των αμερικανικών για την επόμενη δεκαετία και πέρα από αυτήν ως «τέσσερις στις πέντε». Στο ερώτημα αν οι ηγέτες της Κίνας είναι σοβαροί ως προς το να εκτοπίσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες ως την κορυφαία δύναμη στην Ασία στο ορατό μέλλον, ο Λι απάντησε ευθέως: «Φυσικά. Γιατί όχι; Πώς θα μπορούσαν να μη φιλοδοξούν να είναι νούμερο ένα στην Ασία και, με τον καιρό, στον κόσμο;» Και ως προς το αν η Κίνα θα αποδεχθεί τη θέση της σε μια διεθνή τάξη σχεδιασμένη και ηγούμενη από την Αμερική, απάντησε απολύτως αρνητικά: «Η Κίνα θέλει να είναι η Κίνα και να γίνει αποδεκτή ως τέτοια — όχι ως επίτιμο μέλος της Δύσης».
Οι Αμερικανοί έχουν την τάση να κάνουν κηρύγματα στους άλλους για το γιατί θα έπρεπε να γίνουν «περισσότερο σαν εμάς». Όταν προτρέπουμε την Κίνα να ακολουθήσει το παράδειγμα των Ηνωμένων Πολιτειών, θα έπρεπε εμείς οι Αμερικανοί να προσέχουμε τι ευχόμαστε;
Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες αναδύθηκαν ως η κυρίαρχη δύναμη στο δυτικό ημισφαίριο τη δεκαετία του 1890, πώς συμπεριφέρθηκαν; Ο μελλοντικός πρόεδρος Θίοντορ Ρούζβελτ προσωποποιούσε ένα έθνος απολύτως πεπεισμένο ότι τα επόμενα 100 χρόνια θα ήταν ένας αμερικανικός αιώνας. Σε μια δεκαετία που ξεκίνησε το 1895, όταν ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι «κυρίαρχες σε αυτή την ήπειρο», η Αμερική απελευθέρωσε την Κούβα· απείλησε με πόλεμο τη Βρετανία και τη Γερμανία για να τις αναγκάσει να αποδεχθούν τις αμερικανικές θέσεις σε διαφορές στη Βενεζουέλα και στον Καναδά· στήριξε μια εξέγερση που απέσπασε τον Παναμά από την Κολομβία για να δημιουργηθεί ένα νέο κράτος, το οποίο αμέσως παραχώρησε στις ΗΠΑ δικαιώματα για την κατασκευή της Διώρυγας του Παναμά· και προσπάθησε να ανατρέψει την κυβέρνηση του Μεξικού, η οποία υποστηριζόταν από το Ηνωμένο Βασίλειο και χρηματοδοτούνταν από τραπεζίτες του Λονδίνου. Στο μισό αιώνα που ακολούθησε, οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις παρενέβησαν στο «δικό μας ημισφαίριο» σε περισσότερες από 30 ξεχωριστές περιπτώσεις, για να διευθετήσουν οικονομικές ή εδαφικές διαφορές με όρους ευνοϊκούς για τους Αμερικανούς ή για να εκδιώξουν ηγέτες που θεωρούσαν απαράδεκτους.
Για παράδειγμα, το 1902, όταν βρετανικά και γερμανικά πλοία προσπάθησαν να επιβάλουν ναυτικό αποκλεισμό για να αναγκάσουν τη Βενεζουέλα να πληρώσει τα χρέη της προς αυτούς, ο Ρούζβελτ προειδοποίησε και τις δύο χώρες ότι θα ήταν «υποχρεωμένος να παρέμβει με τη βία αν χρειαζόταν», αν δεν απέσυραν τα πλοία τους. Οι Βρετανοί και οι Γερμανοί πείστηκαν να υποχωρήσουν και να λύσουν τη διαφορά τους στη Χάγη με όρους ικανοποιητικούς για τις ΗΠΑ. Τον επόμενο χρόνο, όταν η Κολομβία αρνήθηκε να μισθώσει τη Ζώνη της Διώρυγας του Παναμά στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Αμερική χρηματοδότησε Παναμέζους αποσχιστές, αναγνώρισε τη νέα παναμαϊκή κυβέρνηση μέσα σε λίγες ώρες από τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας της και έστειλε πεζοναύτες για να υπερασπιστούν τη νέα χώρα. Ο Ρούζβελτ υπερασπίστηκε την αμερικανική παρέμβαση με το επιχείρημα ότι ήταν «δικαιολογημένη από ηθικής άποψης και επομένως δικαιολογημένη από νομικής άποψης». Λίγο αργότερα, ο Παναμάς παραχώρησε στις Ηνωμένες Πολιτείες δικαιώματα στη Ζώνη της Διώρυγας «στο διηνεκές».
Όταν ο Ντενγκ Σιαοπίνγκ ξεκίνησε την ταχεία πορεία της Κίνας προς την αγορά το 1978, ανακοίνωσε μια πολιτική γνωστή ως «κρύψου και περίμενε». Αυτό που χρειαζόταν περισσότερο η Κίνα στο εξωτερικό ήταν σταθερότητα και πρόσβαση στις αγορές. Οι Κινέζοι θα «περίμεναν την ώρα τους και θα έκρυβαν τις δυνατότητές τους», κάτι που Κινέζοι στρατιωτικοί αξιωματικοί μερικές φορές παραφράζανε ως το να γίνουν πρώτα ισχυροί προτού πάρουν το αίμα τους πίσω.
Με την άφιξη του νέου ανώτατου ηγέτη της Κίνας, του Σι Τζινπίνγκ, η εποχή του «κρύψου και περίμενε» έχει τελειώσει. Σχεδόν τρία χρόνια μέσα στη δεκαετή θητεία του, ο Σι έχει εκπλήξει συναδέλφους στο εσωτερικό και παρατηρητές της Κίνας στο εξωτερικό με την ταχύτητα των κινήσεών του και την τόλμη των φιλοδοξιών του. Στο εσωτερικό, παρέκαμψε τη διακυβέρνηση από μια μόνιμη επιτροπή επτά ατόμων και αντίθετα συγκέντρωσε την εξουσία στα δικά του χέρια· έβαλε τέλος στους φλερταρισμούς με τον εκδημοκρατισμό, επαναβεβαιώνοντας το μονοπώλιο του Κομμουνιστικού Κόμματος στην πολιτική εξουσία· και προσπάθησε να μετασχηματίσει τον κινητήρα ανάπτυξης της Κίνας από μια οικονομία επικεντρωμένη στις εξαγωγές σε μια οικονομία που κινείται από την εγχώρια κατανάλωση. Στο εξωτερικό, ακολούθησε μια πιο ενεργή κινεζική εξωτερική πολιτική, ολοένα και πιο διεκδικητική στην προώθηση των συμφερόντων της χώρας.
Ενώ ο δυτικός Τύπος είναι καθηλωμένος στο αφήγημα της «επιβράδυνσης της κινεζικής οικονομίας», λίγοι σταματούν για να σημειώσουν ότι ο χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης της Κίνας παραμένει περισσότερο από τριπλάσιος εκείνου των Ηνωμένων Πολιτειών. Πολλοί παρατηρητές εκτός Κίνας έχουν χάσει από τα μάτια τους τη μεγάλη απόκλιση ανάμεσα στην οικονομική επίδοση της Κίνας και εκείνη των ανταγωνιστών της στα επτά χρόνια μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και τη Μεγάλη Ύφεση. Εκείνο το σοκ προκάλεσε σχεδόν σε όλες τις άλλες μεγάλες οικονομίες παραπατήματα και πτώση. Η Κίνα δεν έχασε ούτε ένα έτος ανάπτυξης, διατηρώντας μέσο ρυθμό ανάπτυξης άνω του 8%. Πράγματι, από τη χρηματοπιστωτική κρίση και μετά, σχεδόν το 40% όλης της ανάπτυξης στην παγκόσμια οικονομία προήλθε από μία μόνο χώρα: την Κίνα. Το γράφημα του κειμένου απεικονίζει την ανάπτυξη της Κίνας σε σύγκριση με την ανάπτυξη των ομοειδών της στην ομάδα των αναδυόμενων οικονομιών BRICS, των προηγμένων οικονομιών και του κόσμου. Από έναν κοινό δείκτη 100 το 2007, η απόκλιση είναι δραματική.
Σήμερα, η Κίνα έχει εκτοπίσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, μετρούμενη με βάση την ποσότητα αγαθών και υπηρεσιών που μπορεί να αγοράσει ένας πολίτης στη χώρα του — δηλαδή με όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης.
Αυτό που ο Σι Τζινπίνγκ αποκαλεί «Κινεζικό Όνειρο» εκφράζει τις βαθύτερες φιλοδοξίες εκατοντάδων εκατομμυρίων Κινέζων, οι οποίοι επιθυμούν να είναι όχι μόνο πλούσιοι αλλά και ισχυροί. Στον πυρήνα του πολιτισμικού πιστεύω της Κίνας βρίσκεται η πεποίθηση —ή η έπαρση— ότι η Κίνα είναι το κέντρο του σύμπαντος. Στο συχνά επαναλαμβανόμενο αφήγημα, ένας αιώνας κινεζικής αδυναμίας οδήγησε σε εκμετάλλευση και εθνική ταπείνωση από τους δυτικούς αποικιοκράτες και την Ιαπωνία. Κατά την οπτική του Πεκίνου, η Κίνα αποκαθίσταται τώρα στη δικαιωματική της θέση, όπου η ισχύς της επιβάλλει αναγνώριση και σεβασμό των βασικών της συμφερόντων.
Τον περασμένο Νοέμβριο, σε μια καθοριστική συνάντηση ολόκληρου του κινεζικού πολιτικού και διπλωματικού κατεστημένου, συμπεριλαμβανομένης της ηγεσίας του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, ο Σι παρουσίασε μια συνολική επισκόπηση του οράματός του για τον ρόλο της Κίνας στον κόσμο. Η επίδειξη αυτοπεποίθησης άγγιζε τα όρια της ύβρεως. Ο Σι ξεκίνησε προσφέροντας μια ουσιαστικά εγελιανή αντίληψη των μεγάλων ιστορικών τάσεων προς την πολυπολικότητα —δηλαδή όχι προς την αμερικανική μονοπολικότητα— και προς τον μετασχηματισμό του διεθνούς συστήματος —δηλαδή όχι του σημερινού συστήματος υπό αμερικανική ηγεσία. Με τα λόγια του, ένα ανανεωμένο κινεζικό έθνος θα οικοδομήσει έναν «νέο τύπο διεθνών σχέσεων» μέσα από έναν «παρατεταμένο» αγώνα για τη φύση της διεθνούς τάξης. Στο τέλος, διαβεβαίωσε το ακροατήριό του ότι «η αυξανόμενη τάση προς έναν πολυπολικό κόσμο δεν θα αλλάξει».
Δεδομένων των αντικειμενικών τάσεων, οι ρεαλιστές βλέπουν μια ακαταμάχητη δύναμη να πλησιάζει ένα ακίνητο αντικείμενο. Αναρωτιούνται ποιο είναι λιγότερο πιθανό: να απαιτήσει η Κίνα μικρότερο ρόλο στην Ανατολική και Νότια Σινική Θάλασσα από εκείνον που είχαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στην Καραϊβική ή στον Ατλαντικό στις αρχές του 20ού αιώνα, ή να μοιραστούν οι ΗΠΑ με την Κίνα την υπεροχή στον Δυτικό Ειρηνικό που η Αμερική απολαμβάνει από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο;
Κι όμως, σε τέσσερις από τις 16 περιπτώσεις που ανέλυσε η ομάδα του Belfer Center, παρόμοιες αντιπαλότητες δεν κατέληξαν σε πόλεμο. Αν οι ηγέτες των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας αφήσουν τους δομικούς παράγοντες να οδηγήσουν αυτά τα δύο μεγάλα έθνη σε πόλεμο, δεν θα μπορούν να κρυφτούν πίσω από τον μανδύα του αναπόφευκτου. Όσοι δεν μαθαίνουν από τις προηγούμενες επιτυχίες και αποτυχίες ώστε να βρουν έναν καλύτερο δρόμο προς τα εμπρός δεν θα έχουν κανέναν να κατηγορήσουν παρά μόνο τον εαυτό τους.

Σε αυτό το σημείο, το καθιερωμένο σενάριο για τη συζήτηση των προκλήσεων πολιτικής απαιτεί μια στροφή προς μια νέα στρατηγική —ή τουλάχιστον ένα νέο σύνθημα— μαζί με μια σύντομη λίστα ενεργειών που υπόσχεται ειρηνικές και ευημερούσες σχέσεις με την Κίνα. Το να χωρέσουμε βίαια αυτή την πρόκληση σε εκείνο το πρότυπο θα αποδείκνυε μόνο ένα πράγμα: αποτυχία κατανόησης του κεντρικού σημείου που προσπαθώ να διατυπώσω. Αυτό που χρειάζονται περισσότερο οι στρατηγιστές αυτή τη στιγμή δεν είναι μια νέα στρατηγική, αλλά μια μακρά παύση για αναστοχασμό. Αν η τεκτονική μετατόπιση που προκαλεί η άνοδος της Κίνας συνιστά πρόκληση πραγματικά θουκυδίδειων διαστάσεων, τότε οι διακηρύξεις περί «εξισορρόπησης», ή περί αναζωογόνησης της πολιτικής «εμπλοκής και αντιστάθμισης», ή οι εκκλήσεις υποψηφίων προέδρων για πιο «μυώδεις» ή «ισχυρές» παραλλαγές του ίδιου πράγματος, δεν είναι παρά ασπιρίνη απέναντι στον καρκίνο. Οι μελλοντικοί ιστορικοί θα συγκρίνουν τέτοιους ισχυρισμούς με τις ονειροπολήσεις των Βρετανών, Γερμανών και Ρώσων ηγετών καθώς υπνοβατούσαν προς το 1914.
Η άνοδος ενός πολιτισμού 5.000 ετών, με 1,3 δισεκατομμύρια ανθρώπους, δεν είναι ένα πρόβλημα που πρέπει να λυθεί. Είναι μια συνθήκη — μια χρόνια συνθήκη που θα πρέπει να γίνει αντικείμενο διαχείρισης για μια ολόκληρη γενιά. Η επιτυχία θα απαιτήσει όχι απλώς ένα νέο σύνθημα, συχνότερες συνόδους κορυφής προέδρων και πρόσθετες συναντήσεις υπηρεσιακών ομάδων εργασίας. Η διαχείριση αυτής της σχέσης χωρίς πόλεμο θα απαιτήσει συνεχή προσοχή, εβδομάδα με την εβδομάδα, στο ανώτατο επίπεδο και στις δύο χώρες. Θα απαιτήσει βάθος αμοιβαίας κατανόησης που δεν έχει υπάρξει από τις συνομιλίες του Χένρι Κίσινγκερ με τον Τζου Ενλάι τη δεκαετία του 1970. Το σημαντικότερο είναι ότι θα σημαίνει πολύ πιο ριζικές αλλαγές στις στάσεις και στις πράξεις —τόσο των ηγετών όσο και των κοινωνιών— απ’ όσες έχει φανταστεί μέχρι σήμερα οποιοσδήποτε.

Πώς η Αμερική και η Κίνα θα μπορούσαν να οδηγηθούν απρόσεκτα σε πόλεμο
13 Απριλίου 2017
Του Graham Allison
Θα τολμούσε ένας Κινέζος ηγέτης, ο οποίος μετά από έναν μακρύ εμφύλιο πόλεμο μόλις και μετά βίας έλεγχε τη χώρα του, να επιτεθεί σε μια υπερδύναμη που πέντε χρόνια νωρίτερα είχε συντρίψει την Ιαπωνία για να τερματίσει τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ρίχνοντας ατομικές βόμβες στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι; Όταν τα αμερικανικά στρατεύματα απωθούσαν τις βορειοκορεατικές δυνάμεις προς τα κινεζικά σύνορα το 1950, ο στρατηγός Ντάγκλας Μακάρθουρ δεν μπορούσε να φανταστεί κάτι τέτοιο. Ο Μάο Τσετούνγκ όμως μπορούσε. Ο Μακάρθουρ έμεινε άναυδος. Οι κινεζικές δυνάμεις απώθησαν γρήγορα τα αμερικανικά στρατεύματα πίσω στη γραμμή που χώριζε τη Βόρεια από τη Νότια Κορέα όταν είχε αρχίσει ο πόλεμος. Αυτός ο 38ος παράλληλος συνεχίζει μέχρι σήμερα να αποτελεί το σύνορο ανάμεσα στις δύο Κορέες. Μέχρι το τέλος του πολέμου, σχεδόν τρία εκατομμύρια άνθρωποι είχαν χάσει τη ζωή τους, ανάμεσά τους και τριάντα έξι χιλιάδες Αμερικανοί στρατιώτες.
Παρομοίως, το 1969, οι Σοβιετικοί ηγέτες δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι η Κίνα θα αντιδρούσε σε μια μικρή συνοριακή διαμάχη εξαπολύοντας προληπτικό πλήγμα εναντίον μιας δύναμης με συντριπτική πυρηνική υπεροχή. Κι όμως, αυτό ακριβώς έκανε ο Μάο όταν ξεκίνησε τον σινοσοβιετικό συνοριακό πόλεμο. Το εγχείρημα έδειξε στον κόσμο το κινεζικό δόγμα της «ενεργητικής άμυνας». Ο Μάο έστειλε ένα ξεκάθαρο μήνυμα: η Κίνα δεν θα εκφοβιζόταν ποτέ, ούτε καν από αντιπάλους που θα μπορούσαν να την εξαφανίσουν από τον χάρτη.
Στα επόμενα χρόνια, θα μπορούσε άραγε μια σύγκρουση ανάμεσα σε αμερικανικά και κινεζικά πολεμικά πλοία στη Νότια Σινική Θάλασσα, μια πορεία της Ταϊβάν προς την εθνική ανεξαρτησία ή ο ανταγωνισμός ανάμεσα στην Κίνα και την Ιαπωνία για νησιά στα οποία κανείς δεν θέλει να ζήσει, να πυροδοτήσουν έναν πόλεμο ανάμεσα στην Κίνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες που καμία από τις δύο πλευρές δεν επιθυμεί; Μπορεί να φαίνεται δύσκολο να το φανταστεί κανείς — οι συνέπειες θα ήταν τόσο προφανώς δυσανάλογες σε σχέση με οποιοδήποτε όφελος θα μπορούσε να ελπίζει ότι θα αποκομίσει οποιαδήποτε πλευρά. Ακόμη και ένας μη πυρηνικός πόλεμος, που θα διεξαγόταν κυρίως στη θάλασσα και στον αέρα, θα μπορούσε να σκοτώσει χιλιάδες μαχητές και από τις δύο πλευρές. Επιπλέον, ο οικονομικός αντίκτυπος ενός τέτοιου πολέμου θα ήταν τεράστιος. Μια μελέτη της RAND το 2016 διαπίστωσε ότι, ύστερα από μόλις έναν χρόνο, το αμερικανικό ΑΕΠ θα μπορούσε να μειωθεί έως και κατά 10%, ενώ το κινεζικό ΑΕΠ έως και κατά 35% — πλήγματα συγκρίσιμα με τη Μεγάλη Ύφεση. Και αν ένας τέτοιος πόλεμος γινόταν πυρηνικός, και τα δύο έθνη θα καταστρέφονταν ολοκληρωτικά. Οι Κινέζοι και οι Αμερικανοί ηγέτες γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να επιτρέψουν να συμβεί κάτι τέτοιο.
Το γεγονός όμως ότι κάτι είναι άσοφο ή ανεπιθύμητο δεν σημαίνει ότι είναι και αδύνατο. Οι πόλεμοι συμβαίνουν ακόμη και όταν οι ηγέτες είναι αποφασισμένοι να τους αποφύγουν. Γεγονότα ή ενέργειες άλλων περιορίζουν τις επιλογές τους, αναγκάζοντάς τους να πάρουν αποφάσεις που ενέχουν τον κίνδυνο πολέμου, αντί να αποδεχθούν εναλλακτικές που θεωρούν απαράδεκτες. Η Αθήνα δεν ήθελε πόλεμο με τη Σπάρτη. Ο Κάιζερ Γουλιέλμος δεν επιδίωκε πόλεμο με τη Βρετανία. Ο Μάο αρχικά αντιτάχθηκε στην επίθεση του Κιμ Ιλ-σουνγκ στη Νότια Κορέα το 1950, επειδή φοβόταν τις επιπτώσεις. Όμως τα γεγονότα συχνά αναγκάζουν τους ηγέτες να επιλέξουν ανάμεσα σε κακούς και ακόμη χειρότερους κινδύνους. Και μόλις οι στρατιωτικές μηχανές τεθούν σε κίνηση, οι παρεξηγήσεις, οι λανθασμένοι υπολογισμοί και οι εμπλοκές μπορούν να κλιμακωθούν σε μια σύγκρουση πολύ πέρα από την αρχική πρόθεση οποιουδήποτε.
Για να κατανοήσουν καλύτερα αυτούς τους κινδύνους, η Ουάσινγκτον και το Πεκίνο έχουν αναπτύξει σενάρια, προσομοιώσεις και πολεμικά παίγνια. Αυτά συχνά ξεκινούν με ένα απροσδόκητο περιστατικό ή ατύχημα. Από εκεί και πέρα, τα άτομα που έχουν αναλάβει να «παίξουν» τον ρόλο της Κίνας ή των Ηνωμένων Πολιτειών συνεχίζουν την άσκηση. Οι συμμετέχοντες σε αυτές τις ασκήσεις εκπλήσσονται επανειλημμένα διαπιστώνοντας πόσο συχνά και πόσο εύκολα μικρές σπίθες οδηγούν σε μεγάλους πολέμους. Σήμερα, υπάρχουν τουλάχιστον τρεις εύλογες διαδρομές που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πόλεμο ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες δυνάμεις του κόσμου.
Στα σενάρια πολέμου, οι αναλυτές χρησιμοποιούν βασικές έννοιες που έγιναν γνωστές από την Αμερικανική Δασική Υπηρεσία. Οι εμπρηστές προκαλούν μόνο ένα μικρό ποσοστό των πυρκαγιών. Τα πεταμένα τσιγάρα, οι φωτιές κατασκήνωσης που σιγοκαίνε, τα βιομηχανικά ατυχήματα και οι κεραυνοί είναι πολύ συχνότερες αιτίες. Ευτυχώς, τόσο στα δάση όσο και στις σχέσεις μεταξύ κρατών, οι περισσότερες σπίθες δεν ανάβουν πυρκαγιά.
Οι συνθήκες του περιβάλλοντος συχνά καθορίζουν ποιες σπίθες θα γίνουν φωτιές. Ενώ η προειδοποίηση του Smokey Bear ότι «μόνο εσύ μπορείς να αποτρέψεις τις δασικές πυρκαγιές» διδάσκει στους κατασκηνωτές και στους πεζοπόρους να προσέχουν τις σπίθες, η Δασική Υπηρεσία εκδίδει πρόσθετες προειδοποιήσεις ύστερα από μεγάλες περιόδους ξηρασίας ή ακραίας ζέστης, κλείνοντας περιστασιακά περιοχές υψηλού κινδύνου. Επιπλέον, ρυθμίζει την αποθήκευση εύφλεκτων χημικών, δεξαμενών προπανίου και αποθηκών καυσίμων, γινόμενη όλο και πιο αυστηρή όσο οι συνθήκες επιδεινώνονται.
Στις σημερινές σχέσεις ανάμεσα στην Κίνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι σχετικές συνθήκες του περιβάλλοντος περιλαμβάνουν τη γεωγραφία, τον πολιτισμό και την ιστορία. «Η ιστορία», παρατήρησε ο Χένρι Κίσινγκερ στο πρώτο του βιβλίο, «είναι η μνήμη των κρατών». Η μνήμη της Κίνας είναι μακρύτερη από των περισσότερων χωρών, με τον «αιώνα της ταπείνωσης» να αποτελεί κεντρικό μέρος της ταυτότητας της χώρας. Οι πρόσφατες στρατιωτικές εμπλοκές αποτελούν επίσης μέρος της ζωντανής μνήμης κάθε κράτους. Ο Πόλεμος της Κορέας και η σινοσοβιετική συνοριακή σύγκρουση δίδαξαν στους Κινέζους στρατηγιστές να μην υποχωρούν απέναντι σε ισχυρότερους αντιπάλους. Επιπλέον, τόσο ο αμερικανικός όσο και ο κινεζικός στρατός αναγνωρίζουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχασαν, ή τουλάχιστον απέτυχαν να κερδίσουν, τέσσερις από τους πέντε μεγάλους πολέμους στους οποίους ενεπλάκησαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Οι πιο σημαντικές συνθήκες του περιβάλλοντος, ωστόσο, είναι η Παγίδα του Θουκυδίδη και τα σύνδρομα της ανερχόμενης και της κυρίαρχης δύναμης, τα οποία η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζουν πλήρως. Η Παγίδα του Θουκυδίδη είναι η έντονη δομική πίεση που προκαλείται όταν μια ανερχόμενη δύναμη απειλεί να εκτοπίσει μια κυρίαρχη δύναμη. Οι περισσότερες αντιπαραθέσεις που ταιριάζουν σε αυτό το μοτίβο είχαν κακή κατάληξη. Τα τελευταία πεντακόσια χρόνια, μια μεγάλη ανερχόμενη δύναμη απείλησε να εκτοπίσει μια κυρίαρχη δύναμη δεκαέξι φορές. Σε δώδεκα από αυτές, το αποτέλεσμα ήταν πόλεμος.
Το σύνδρομο της ανερχόμενης δύναμης αναδεικνύει την ενισχυμένη αίσθηση που έχει ο νεοεμφανιζόμενος διεκδικητής για τον εαυτό του, τα συμφέροντά του και το δικαίωμά του σε αναγνώριση και σεβασμό. Το σύνδρομο της κυρίαρχης δύναμης είναι ουσιαστικά το κατοπτρικό του είδωλο: η εδραιωμένη δύναμη εμφανίζει μια διογκωμένη αίσθηση φόβου και ανασφάλειας καθώς έρχεται αντιμέτωπη με ενδείξεις «παρακμής». Όπως συμβαίνει στις αντιζηλίες μεταξύ αδελφών, έτσι και στη διπλωματία παρατηρείται μια προβλέψιμη εξέλιξη, η οποία αντανακλάται τόσο στο οικογενειακό τραπέζι όσο και στο τραπέζι των διεθνών διασκέψεων. Μια αυξανόμενη αίσθηση αυτοσπουδαιότητας —«η φωνή μου μετράει»— οδηγεί σε προσδοκία αναγνώρισης και σεβασμού —«άκου τι έχω να πω»— και σε απαίτηση για μεγαλύτερη επιρροή —«επιμένω». Είναι κατανοητό ότι η εδραιωμένη δύναμη αντιλαμβάνεται τη διεκδικητικότητα της ανερχόμενης χώρας ως ασέβεια, αχαριστία και ακόμη ως πρόκληση ή κίνδυνο. Η υπερβολική αυτοσπουδαιότητα γίνεται ύβρις· ο παράλογος φόβος γίνεται παράνοια.
Όπως η βενζίνη σε ένα σπίρτο, οι επιταχυντικοί παράγοντες μπορούν να μετατρέψουν μια τυχαία σύγκρουση ή μια πρόκληση από τρίτη πλευρά σε πόλεμο. Μια ομάδα τέτοιων παραγόντων περιγράφεται από αυτό που ο Καρλ φον Κλαούζεβιτς αποκάλεσε «ομίχλη του πολέμου». Επεκτείνοντας τη διαπίστωση του Θουκυδίδη ότι ο πόλεμος είναι «υπόθεση της τύχης», ο Κλαούζεβιτς παρατήρησε ότι «ο πόλεμος είναι το βασίλειο της αβεβαιότητας. Τα τρία τέταρτα των παραγόντων πάνω στους οποίους βασίζεται η δράση στον πόλεμο είναι τυλιγμένα σε μια ομίχλη μεγαλύτερης ή μικρότερης αβεβαιότητας». Αυτή η βαθιά αβεβαιότητα μπορεί να οδηγήσει έναν διοικητή ή έναν υπεύθυνο χάραξης πολιτικής να δράσει επιθετικά, ενώ ένα πληρέστερο σύνολο γεγονότων θα συνιστούσε προσοχή — ή και το αντίστροφο.
Η εμφάνιση ανατρεπτικών όπλων που υπόσχονται «σοκ και δέος» κάνει την ομίχλη και την αβεβαιότητα ακόμη χειρότερες. Με επιθέσεις σε συστήματα διοίκησης και ελέγχου, οι εχθροί μπορούν να παραλύσουν τη στρατιωτική διοίκηση ενός κράτους. Στην Επιχείρηση Καταιγίδα της Ερήμου, οι αμερικανικές δυνάμεις επέδειξαν την εκδοχή 1.0 αυτής της δυνατότητας. Κατέστρεψαν τις υπηρεσίες πληροφοριών του Σαντάμ Χουσεΐν και έκοψαν τους συνδέσμους επικοινωνίας με τους διοικητές του στο πεδίο. Απομονωμένες, οι δυνάμεις του οχυρώθηκαν και έμειναν ακίνητες· ήταν σαν «να πυροβολείς ψάρια μέσα σε βαρέλι», όπως παρατηρούσαν οι Αμερικανοί πιλότοι.
Τα αντιδορυφορικά όπλα είναι ένας από τους επιταχυντικούς παράγοντες που οι στρατιωτικοί σχεδιαστές αναμένουν ότι θα παίξουν μεγάλο ρόλο σε οποιαδήποτε σύγκρουση Ηνωμένων Πολιτειών – Κίνας. Για πολύ καιρό αποτελούσαν θέμα επιστημονικής φαντασίας· σήμερα όμως τέτοια όπλα είναι πραγματικότητα, καλύπτοντας όλο το φάσμα: από κινητικά όπλα που καταστρέφουν φυσικά τους στόχους τους, μέχρι πιο αθόρυβα συστήματα που χρησιμοποιούν λέιζερ για να παρεμβάλουν ή να «τυφλώνουν» δορυφόρους, καθιστώντας τους μη λειτουργικούς. Το 2007, η Κίνα κατέστρεψε επιτυχώς έναν μετεωρολογικό δορυφόρο, ενώ δοκιμάζει τακτικά τις αντιδορυφορικές της δυνατότητες με λιγότερο θεαματικό τρόπο. Οι δορυφόροι παρέχουν έναν κρίσιμο σύνδεσμο σχεδόν σε κάθε αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση: από την έγκαιρη προειδοποίηση για εκτοξεύσεις βαλλιστικών πυραύλων και την παροχή εικόνων και μετεωρολογικών προβλέψεων, μέχρι τον σχεδιασμό επιχειρήσεων. Οι δορυφόροι παγκόσμιου εντοπισμού θέσης δίνουν την «ακρίβεια» σχεδόν σε όλα τα πυρομαχικά ακριβείας του στρατού και επιτρέπουν σε πλοία, αεροσκάφη και χερσαίες μονάδες να γνωρίζουν πού βρίσκονται στο πεδίο της μάχης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξαρτώνται από αυτή την τεχνολογία περισσότερο από οποιονδήποτε ανταγωνιστή τους, γεγονός που την καθιστά ιδανικό στόχο για τους Κινέζους στρατιωτικούς σχεδιαστές.
Ο κυβερνοχώρος προσφέρει ακόμη περισσότερες ευκαιρίες για ανατρεπτικούς τεχνολογικούς μετασχηματισμούς, οι οποίοι από τη μία πλευρά θα μπορούσαν να δώσουν αποφασιστικό πλεονέκτημα, αλλά από την άλλη θα μπορούσαν να δημιουργήσουν κίνδυνο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης. Οι λεπτομέρειες των επιθετικών κυβερνοόπλων παραμένουν σε μεγάλο βαθμό απόρρητες και εξελίσσονται συνεχώς. Ωστόσο, το κοινό έχει δει ορισμένες ενδείξεις της ύπαρξής τους σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως η αμερικανική κυβερνοεπίθεση εναντίον του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν ή οι επιθέσεις τύπου «left-of-launch» εναντίον των πυραυλικών δοκιμών της Βόρειας Κορέας. Οι βασικοί αμερικανικοί οργανισμοί στον κυβερνοχώρο, η Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας και η Διοίκηση Κυβερνοχώρου των ΗΠΑ, καθώς και οι κινεζικοί τους αντίστοιχοι, μπορούν πλέον να χρησιμοποιούν κυβερνοόπλα για να κλείνουν αθόρυβα στρατιωτικά δίκτυα και κρίσιμες πολιτικές υποδομές, όπως τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας. Επιπλέον, χρησιμοποιώντας ενδιάμεσους φορείς και δημιουργώντας ένα διεθνές δίκτυο παραβιασμένων υπολογιστών, μπορούν να αποκρύπτουν την προέλευση μιας κυβερνοεπιχείρησης, καθυστερώντας την ικανότητα του θύματος να εντοπίσει τον επιτιθέμενο.
Όπως και τα αντιδορυφορικά μέτρα, τα κυβερνοόπλα θα μπορούσαν να δημιουργήσουν αποφασιστικό πλεονέκτημα στη μάχη, διαταράσσοντας τις πληροφορίες διοίκησης, ελέγχου και στόχευσης από τις οποίες εξαρτώνται οι σύγχρονοι στρατοί — και μάλιστα χωρίς αιματοχυσία. Αυτό δημιουργεί ένα επικίνδυνο παράδοξο: η ίδια η ενέργεια που οι επιτιθέμενοι πιστεύουν ότι θα περιορίσει τη σύγκρουση μπορεί να φανεί απερίσκεπτη και προκλητική στα θύματα. Παρομοίως, κυβερνοεπιθέσεις που διαταράσσουν τις επικοινωνίες θα ενίσχυαν την ομίχλη του πολέμου, δημιουργώντας σύγχυση που πολλαπλασιάζει τις πιθανότητες λανθασμένων υπολογισμών.
Αν και τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και η Κίνα διαθέτουν πλέον πυρηνικά οπλοστάσια που θα μπορούσαν να επιβιώσουν από ένα πρώτο πλήγμα του άλλου και να επιτρέψουν ακόμη αντίποινα, καμία από τις δύο δεν μπορεί να είναι βέβαιη ότι τα κυβερνοοπλοστάσιά της θα μπορούσαν να αντέξουν μια σοβαρή κυβερνοεπίθεση. Για παράδειγμα, μια μεγάλης κλίμακας κινεζική κυβερνοεπίθεση εναντίον των στρατιωτικών δικτύων των ΗΠΑ θα μπορούσε προσωρινά να παραλύσει την ικανότητα της Ουάσινγκτον να απαντήσει με τον ίδιο τρόπο ή ακόμη και να λειτουργήσει ορισμένα από τα κρίσιμα συστήματα διοίκησης, ελέγχου και επιτήρησής της. Αυτό δημιουργεί μια επικίνδυνη δυναμική «χρησιμοποίησέ το ή χάσ’ το», στην οποία κάθε πλευρά έχει κίνητρο να επιτεθεί σε βασικούς κρίκους των υπολογιστικών δικτύων της άλλης πριν απενεργοποιηθούν οι δικές της δυνατότητες.
Σε σύγκριση με τα πιο ωμά εργαλεία του πολέμου, ιδίως τις πυρηνικές βόμβες, τα κυβερνοόπλα φαίνεται να υπόσχονται λεπτότητα και ακρίβεια. Όμως αυτή η υπόσχεση είναι απατηλή. Η αυξημένη διασύνδεση μεταξύ συστημάτων και συσκευών δημιουργεί φαινόμενο ντόμινο. Μη μπορώντας να καθορίσουν πώς η παραβίαση ενός συστήματος μπορεί να επηρεάσει άλλα, οι επιτιθέμενοι θα δυσκολεύονταν να περιορίσουν με ακρίβεια τα αποτελέσματα της επιχείρησής τους και να αποφύγουν μια ακούσια κλιμάκωση. Το 2016, 180.000 βιομηχανικά συστήματα ελέγχου συνδεδεμένα στο Διαδίκτυο λειτουργούσαν σε όλο τον κόσμο. Μαζί με την εξάπλωση του «Διαδικτύου των Πραγμάτων», το οποίο περιλαμβάνει περίπου δέκα δισεκατομμύρια συσκευές παγκοσμίως, ο αριθμός των δελεαστικών στόχων αυξάνεται ραγδαία.
Ένας ακόμη επιταχυντικός παράγοντας θα μπορούσε να αφορά την παραβίαση της εμπιστευτικότητας ευαίσθητων δικτύων. Ορισμένα είναι προφανή, όπως εκείνα που λειτουργούν τη διοίκηση και τον έλεγχο των πυρηνικών όπλων. Κάθε πλευρά, ωστόσο, μπορεί να αντιλαμβάνεται άλλες ενέργειες με πολύ διαφορετικό τρόπο. Πάρτε για παράδειγμα το «Μεγάλο Τείχος Προστασίας» της Κίνας, ένα σύνολο υλικού και λογισμικού που επιτρέπει στο Πεκίνο να παρακολουθεί και να μπλοκάρει τεράστια τμήματα του διαδικτυακού περιεχομένου. Η Ουάσινγκτον θα μπορούσε να απενεργοποιήσει ένα σύστημα απαραίτητο για τη λειτουργία αυτού του Μεγάλου Τείχους Προστασίας, με την πρόθεση να στείλει μια περιορισμένη, ιδιωτική προειδοποίηση. Όμως για τους Κινέζους ηγέτες, οι οποίοι θεωρούν ζωτικής σημασίας την ικανότητα ελέγχου της πρόσβασης των πολιτών στην πληροφορία, η επιχείρηση θα μπορούσε να παρερμηνευθεί ως η αιχμή του δόρατος μιας προσπάθειας αλλαγής καθεστώτος.
Με δεδομένες αυτές τις συνθήκες, οι πιθανές σπίθες μπορεί να είναι τρομακτικά συνηθισμένες. Η κλιμάκωση μπορεί να συμβεί ραγδαία. Τα ακόλουθα τρία σενάρια δείχνουν πόσο εύκολα οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα μπορούν να οδηγηθούν απρόσεκτα σε έναν πόλεμο που και οι δύο πλευρές ελπίζουν να αποφύγουν.
Σήμερα, αμερικανικά και συμμαχικά πολεμικά πλοία και αεροσκάφη επιχειρούν σε μεγαλύτερη εγγύτητα με τα κινεζικά αντίστοιχά τους από ποτέ άλλοτε. Αντιτορπιλικά κατευθυνόμενων πυραύλων του αμερικανικού Ναυτικού διεξάγουν περιοδικά επιχειρήσεις ελευθερίας της ναυσιπλοΐας κοντά σε νησιά που ελέγχονται από την Κίνα στα αμφισβητούμενα ύδατα της Νότιας Σινικής Θάλασσας.
Ας υποθέσουμε ότι, κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων ρουτίνας, ένα αμερικανικό αντιτορπιλικό περνά κοντά στον Ύφαλο Μίστσιφ, ένα από τα νεόδμητα νησιά όπου η Κίνα έχει κατασκευάσει διαδρόμους προσγείωσης για αεροσκάφη και έχει εγκαταστήσει αντιαεροπορικές και αντιπυραυλικές άμυνες. Καθώς το πλοίο πλησιάζει την αμφισβητούμενη τοποθεσία, κινεζικά σκάφη της ακτοφυλακής παρενοχλούν το αντιτορπιλικό, όπως ακριβώς έκαναν κατά το περιστατικό με το USS Cowpens το 2013. Σε αντίθεση όμως με εκείνη την περίπτωση, το αμερικανικό αντιτορπιλικό δεν καταφέρνει να αλλάξει πορεία εγκαίρως. Συγκρούεται με ένα κινεζικό πλοίο και το βυθίζει, σκοτώνοντας όλους όσοι βρίσκονται πάνω σε αυτό.
Η κινεζική κυβέρνηση έχει τώρα τρεις επιλογές. Η μετριοπαθής επιλογή θα ήταν να αποφύγει την κλιμάκωση, επιτρέποντας στο αμερικανικό αντιτορπιλικό να αποχωρήσει από την περιοχή και διαμαρτυρόμενη για τις ενέργειές του μέσω διπλωματικών διαύλων. Στο άλλο άκρο του φάσματος, θα μπορούσε να υιοθετήσει μια προσέγγιση «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» και να βυθίσει το αντιτορπιλικό χρησιμοποιώντας αεροσκάφη ή πυραύλους που είναι σταθμευμένοι στον Ύφαλο Μίστσιφ. Αρνούμενο να φανεί ότι υποχωρεί, αλλά χωρίς να θέλει και να κλιμακώσει την κατάσταση, το Πεκίνο θα μπορούσε να επιλέξει αυτό που θεωρεί μέση οδό. Καθώς το αμερικανικό αντιτορπιλικό προσπαθεί να αποχωρήσει από την περιοχή, ένα καταδρομικό του Ναυτικού του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού του φράζει τον δρόμο, επιμένοντας ότι το αντιτορπιλικό εισήλθε σε κινεζικά χωρικά ύδατα και απαιτώντας από το πλήρωμά του να παραδοθεί και να αντιμετωπίσει τη δικαιοσύνη για τους θανάτους των μελών της ακτοφυλακής.
Η Κίνα πιστεύει ότι αποκλιμακώνει την κατάσταση, αφήνοντας περιθώριο για διπλωματική λύση, παρόμοια με τη συμφωνία που επέτρεψε σε ένα αμερικανικό πλήρωμα να αφεθεί ελεύθερο ύστερα από αναγκαστική προσγείωση κοντά στο νησί Χαϊνάν δεκαέξι χρόνια νωρίτερα. Όμως οι συνθήκες του περιβάλλοντος έχουν αλλάξει από εκείνο το περιστατικό. Από την αμερικανική οπτική, η απερίσκεπτη παρενόχληση του αντιτορπιλικού από την Κίνα ήταν εξαρχής η αιτία της σύγκρουσης. Η προσπάθεια της Κίνας να συλλάβει Αμερικανούς ναύτες σε διεθνή ύδατα θα υπονόμευε τις αρχές του δικαίου της θάλασσας. Η παράδοση θα είχε εκτεταμένες συνέπειες: αν ο αμερικανικός στρατός δεν σταθεί απέναντι στην Κίνα για να υπερασπιστεί επιχειρήσεις που διεξάγονται από το ίδιο του το ναυτικό, τι μήνυμα στέλνει αυτό στους συμμάχους της Αμερικής, μεταξύ των οποίων η Ιαπωνία και οι Φιλιππίνες;
Μη θέλοντας να υπονομεύσει την αξιοπιστία του με μια παράδοση, το αντιτορπιλικό θα μπορούσε απλώς να βυθίσει το κινεζικό καταδρομικό που του φράζει τον δρόμο. Εναλλακτικά, για να αποφύγουν περαιτέρω αιματοχυσία και να δείξουν έναν βαθμό ευαισθησίας απέναντι στις εθνικιστικές πιέσεις που αντιμετωπίζουν οι Κινέζοι ηγέτες στο εσωτερικό, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν επίδειξη ισχύος ώστε να αναγκάσουν το καταδρομικό να υποχωρήσει ειρηνικά. Η Διοίκηση Ειρηνικού των ΗΠΑ στη Χαβάη, σε συνεννόηση με την ηγεσία στην Ουάσινγκτον, θα μπορούσε να διατάξει κοντινά αεροσκάφη να πετάξουν προς την περιοχή, να στείλει ένα αεροπλανοφόρο που σταθμεύει στην Ιαπωνία προς τη Νότια Σινική Θάλασσα και να προωθήσει βομβαρδιστικά B-2 στο Γκουάμ. Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι πιστεύουν ότι αυτές οι ενέργειες θα στείλουν μήνυμα αποφασιστικότητας χωρίς να κινδυνεύσουν με περαιτέρω κλιμάκωση.
Τα γεγονότα φαίνονται διαφορετικά από το Πεκίνο, ιδίως μέσα στην ομίχλη του πολέμου. Όπως το βλέπει η Κίνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη βυθίσει ένα κινεζικό σκάφος. Τώρα δεκάδες αμερικανικά αεροσκάφη βρίσκονται στον αέρα, απειλώντας με επιθέσεις εναντίον του κινεζικού καταδρομικού, άλλων ναυτικών σκαφών ή στρατιωτικών εγκαταστάσεων στα κοντινά νησιά. Έχοντας κατά νου την κοινή γνώμη, οι Κινέζοι ηγέτες έχουν ιδιαίτερη επίγνωση ότι οποιαδήποτε περαιτέρω αιματοχυσία προκληθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα τους αναγκάσει να απαντήσουν επιθετικά.
Όμως τα γεγονότα ξεφεύγουν από τον έλεγχο του Πεκίνου. Καθώς αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη σπεύδουν στο σημείο για να βοηθήσουν το ακινητοποιημένο αντιτορπιλικό, μια κινεζική αντιαεροπορική συστοιχία πανικοβάλλεται και ανοίγει πυρ εναντίον των αεροσκαφών που πλησιάζουν. Τα αμερικανικά αεροσκάφη κάνουν απεγνωσμένους ελιγμούς αποφυγής και το αντιτορπιλικό αρχίζει να βάλλει εναντίον των κινεζικών αντιαεροπορικών θέσεων στο νησί. Δεχόμενος επίθεση, ο Κινέζος διοικητής στο νησί βομβαρδίζει το αντιτορπιλικό με αντιπλοϊκούς πυραύλους. Οι πύραυλοι πλήττουν τον στόχο τους, σκοτώνοντας εκατοντάδες Αμερικανούς ναύτες και βυθίζοντας το πλοίο. Όσοι καταφέρνουν να διαφύγουν βρίσκονται πλέον αποκλεισμένοι σε μικρές σωσίβιες λέμβους.
Οι Κινέζοι ηγέτες είναι απελπισμένοι να αποφύγουν έναν ολοκληρωτικό πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά δεν μπορούν και να παραδεχθούν ότι η αλυσίδα διοίκησής τους κατέρρευσε. Ισχυρίζονται ότι οι ενέργειές τους ήταν αναλογική και αμυντική απάντηση, επειδή το αμερικανικό αντιτορπιλικό ήταν ο επιτιθέμενος. Οι αξιωματούχοι στην Ουάσινγκτον μένουν εμβρόντητοι από το γεγονός ότι η Κίνα βύθισε ένα πλοίο αξίας 3 δισεκατομμυρίων δολαρίων και σκότωσε εκατοντάδες Αμερικανούς ναύτες. Αν και είναι επιφυλακτικοί απέναντι στην προοπτική πολέμου με την Κίνα, όσοι βρίσκονται στην Αίθουσα Διαχείρισης Κρίσεων δεν μπορούν να υποχωρήσουν: τα βίντεο με τα συντρίμμια του πλοίου και τους αποκλεισμένους Αμερικανούς ναύτες στα καλωδιακά ειδησεογραφικά δίκτυα και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το έχουν καταστήσει αδύνατο. Πολλοί στο Κογκρέσο καλούν την κυβέρνηση να εγκρίνει πολεμικά σχέδια βασισμένα στο δόγμα που παλαιότερα ονομαζόταν Air-Sea Battle, το οποίο προβλέπει μαζικές αεροπορικές επιδρομές εναντίον πυραυλικών συστημάτων και συστημάτων ραντάρ στην ηπειρωτική Κίνα. Αντιλαμβανόμενος ότι επιθέσεις στην ηπειρωτική Κίνα θα πυροδοτούσαν πόλεμο, ο πρόεδρος εξουσιοδοτεί αντ’ αυτού τη Διοίκηση Ειρηνικού να καταστρέψει τις κινεζικές στρατιωτικές βάσεις στα αμφισβητούμενα νησιά της Νότιας Σινικής Θάλασσας. Ο πρόεδρος θεωρεί ότι αυτή είναι μια αναλογική απάντηση, αφού τα συγκεκριμένα νησιά ήταν άμεσα υπεύθυνα για τη βύθιση του αντιτορπιλικού. Επιπλέον, η εξάλειψη αυτών των στρατιωτικών βάσεων θα επιτρέψει στα αμερικανικά πλοία να διασώσουν τους ναύτες που έχουν αποκλειστεί κοντά στην περιοχή. Το σημαντικότερο είναι ότι μια τέτοια ενέργεια θα στόχευε μόνο τα τεχνητά νησιά της Κίνας, αφήνοντας ανέγγιχτη την ηπειρωτική της επικράτεια.
Ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ και οι υπόλοιποι Κινέζοι αξιωματούχοι δεν κάνουν αυτή τη διάκριση. Εδώ και χρόνια λένε στο κοινό ότι η Κίνα έχει αδιαμφισβήτητη κυριαρχία πάνω σε αυτά τα νησιά. Αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της Κίνας, και η Αμερική μόλις τους επιτέθηκε. Όσοι Αμερικανοί το θεωρούν υπερβολικό, ας θυμηθούν ότι η ιαπωνική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ δεν έπληξε ούτε την ηπειρωτική χώρα ούτε καν μια πολιτεία των ΗΠΑ, και παρ’ όλα αυτά συσπείρωσε ένα έθνος στον πόλεμο. Πολλοί στην Κίνα απαιτούν από τον Σι να διατάξει τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό να καταστρέψει αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στο Γκουάμ, στην Ιαπωνία και αλλού στον Ειρηνικό. Ορισμένοι θέλουν η Κίνα να επιτεθεί στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Κανείς δεν ζητά από την Κίνα να επιδείξει αυτοσυγκράτηση. Όπως υπενθυμίζουν στην κυβέρνηση εκατομμύρια αναρτήσεις πολιτών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μετά τον «αιώνα της ταπείνωσης» στα χέρια κυρίαρχων δυνάμεων, το κυβερνών Κομμουνιστικό Κόμμα έχει υποσχεθεί: «ποτέ ξανά».
Παρόλα αυτά, ο πρόεδρος Σι εξακολουθεί να ελπίζει ότι ο πόλεμος μπορεί να αποφευχθεί — κάτι που θα ήταν αδύνατο αν η Κίνα άρχιζε να επιτίθεται σε αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στο Γκουάμ ή στην Ιαπωνία, σκοτώνοντας στρατιώτες και αμάχους και προκαλώντας αντίποινα στην ηπειρωτική Κίνα. Αναζητώντας μια αναλογική απάντηση στην αμερικανική επίθεση εναντίον των κινεζικών νησιωτικών βάσεων, ο Σι εγκρίνει αντί γι’ αυτό ένα εναλλακτικό σχέδιο: τη χρήση λέιζερ, ηλεκτρονικών και κινητικών όπλων για την καταστροφή ή την απενεργοποίηση όλων των αμερικανικών στρατιωτικών δορυφόρων που βρίσκονται σε τροχιά πάνω από την περιοχή της κρίσης, καθώς και τη χρήση κυβερνοεπιθέσεων για την παράλυση των αμερικανικών συστημάτων διοίκησης και ελέγχου σε ολόκληρη την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού. Ο στόχος είναι η αποκλιμάκωση: ο Σι ελπίζει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα σοκαριστούν και θα υποχωρήσουν.
Όμως από την αμερικανική οπτική, αυτές οι επιθέσεις «τύφλωσης» δεν διαφέρουν καθόλου από το πρώτο στάδιο μιας συντονισμένης επίθεσης εναντίον του αμερικανικού αεροπλανοφόρου και της ομάδας κρούσης του, που πλέει από την Ιαπωνία — ένα ενδεχόμενο για το οποίο ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός έχει περάσει δεκαετίες αναπτύσσοντας τους αντιπλοϊκούς βαλλιστικούς πυραύλους του, τους λεγόμενους «φονιάδες αεροπλανοφόρων». Το αεροπλανοφόρο των ενενήντα χιλιάδων τόνων, μια πλωτή πόλη 5.500 ναυτών, την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες περιγράφουν ως κυρίαρχο αμερικανικό έδαφος, είναι απλώς υπερβολικά μεγάλο για να χαθεί. Ο πρόεδρος δεν είναι διατεθειμένος να πάρει αυτό το ρίσκο. Μετά από εισήγηση του Γενικού Επιτελείου, ο πρόεδρος εγκρίνει απρόθυμα το μόνο σχέδιο που είναι έτοιμο σε σύντομο χρόνο και έχει πιθανότητες να σώσει το αεροπλανοφόρο: ένα πολεμικό σχέδιο βασισμένο στο δόγμα Air-Sea Battle.
Χρησιμοποιώντας όσα μέσα παραμένουν ακόμη επιχειρησιακά μετά την κινεζική επίθεση, ο αμερικανικός στρατός αρχίζει να καταστρέφει τις κινεζικές «αλυσίδες θανάτου» — τα διάφορα δορυφορικά και συστήματα επιτήρησης που επιτρέπουν στο Πεκίνο να στοχεύει με ακρίβεια τα αμερικανικά αεροπλανοφόρα με τους αντιπλοϊκούς πυραύλους του. Παράλληλα, εξαπολύει μαζικές επιθέσεις με πυραύλους cruise και βομβαρδιστικά stealth εναντίον πυραυλικών θέσεων και αεροπορικών βάσεων του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού στην ηπειρωτική Κίνα, οι οποίες θα μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να χρησιμοποιηθούν για τη βύθιση αμερικανικών πλοίων οπουδήποτε μέσα στην πρώτη νησιωτική αλυσίδα.
Οι επιθέσεις προκαλούν ακριβώς αυτό που είχαν σκοπό να αποφύγουν. Με την ηπειρωτική της επικράτεια πλέον υπό επίθεση και τα συστήματα στόχευσης που απαιτούνται για τη λειτουργία των κινεζικών αντιπλοϊκών όπλων να κινδυνεύουν να χαθούν, η Κίνα πρέπει να τα χρησιμοποιήσει ή να τα χάσει. Ο Σι εγκρίνει επιθέσεις εναντίον όλων των αμερικανικών πολεμικών πλοίων που βρίσκονται εντός εμβέλειας, συμπεριλαμβανομένης της ομάδας του αεροπλανοφόρου. Αμερικανικά αεροσκάφη και ναυτικές συνοδείες αναχαιτίζουν κινεζικά βομβαρδιστικά και μαχητικά που κατευθύνονται προς το αεροπλανοφόρο, όμως ένα σμήνος βαλλιστικών πυραύλων DF-21D — οι λεγόμενοι «φονιάδες αεροπλανοφόρων» — αποδεικνύεται υπερβολικά δύσκολο να αντιμετωπιστεί. Αρκετοί φτάνουν στον στόχο τους και βυθίζουν το αεροπλανοφόρο, σκοτώνοντας τους περισσότερους από τους 5.500 ναύτες που βρίσκονται πάνω σε αυτό — πολύ περισσότερους απ’ όσους σκοτώθηκαν στο Περλ Χάρμπορ. Η δυναμική ενός παιχνιδιού «ποιος θα κάνει πίσω πρώτος» με κυβερνοόπλα και διαστημικά όπλα πάνω από τη Νότια Σινική Θάλασσα έχει μετατρέψει μια μικρή σπίθα σε ανεξέλεγκτη πυρκαγιά.
Αν η Ταϊβάν ήταν ανεξάρτητο κράτος, θα συγκαταλεγόταν ανάμεσα στις πιο επιτυχημένες χώρες του κόσμου. Ο εργατικός πληθυσμός της, των είκοσι τριών εκατομμυρίων ανθρώπων, έχει αναπτύξει μια οικονομία της αγοράς διπλάσια σε μέγεθος από εκείνη των Φιλιππίνων, της Ταϊλάνδης ή του Βιετνάμ. Αν και πολλοί στην Ταϊβάν επιθυμούν την ανεξαρτησία, η Κίνα τη θεωρεί επαρχία της. Το Πεκίνο είναι έτοιμο να κάνει ό,τι χρειαστεί για να εμποδίσει την Ταϊπέι να διεκδικήσει την κυριαρχία της. Καμία άλλη χώρα δεν έχει φανεί πρόθυμη να πολεμήσει την Κίνα για αυτό το ζήτημα.
Ας υποθέσουμε, όμως, ότι η κινεζική κυβέρνηση αύξανε σημαντικά την καταστολή στο εσωτερικό της χώρας, συμπεριλαμβανομένου του Χονγκ Κονγκ, όπου η Κίνα είχε υποσχεθεί να διατηρήσει σημαντική αυτονομία και ελευθερία όταν η Βρετανία επέστρεψε τον έλεγχο της πόλης το 1997. Εξοργισμένοι επειδή η κινεζική κυβέρνηση υπαναχωρεί από τις υποσχέσεις της, οι κάτοικοι του Χονγκ Κονγκ βγαίνουν στους δρόμους απαιτώντας από το Πεκίνο να τηρήσει τη δέσμευσή του στο δόγμα «Μία Χώρα, Δύο Συστήματα». Καθώς οι διαδηλώσεις συνεχίζονται για εβδομάδες χωρίς να διαφαίνεται λύση, ο Σι διατάζει τον στρατό να κάνει αυτό που έκανε στην πλατεία Τιενανμέν το 1989: να συντρίψει τις διαδηλώσεις.
Η βία που ακολουθεί σοκάρει τους Ταϊβανέζους, ιδιαίτερα τη νεότερη γενιά. Τα αισθήματα υπέρ της ανεξαρτησίας και κατά του Πεκίνου εκτοξεύονται. Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα, η πρόεδρος της Ταϊβάν ενθαρρύνεται να εντείνει τη ρητορική της, δίνοντας έμφαση στα δύσκολα κερδισμένα δικαιώματα και στη δημοκρατία του λαού της. Οι πολιτικοί της σύμμαχοι προχωρούν ακόμη περισσότερο, επιμένοντας ότι όσα συνέβησαν στο Χονγκ Κονγκ αποδεικνύουν πως η Ταϊβάν δεν μπορεί ποτέ να εγγυηθεί την ελευθερία των πολιτών της χωρίς να γίνει ένα κυρίαρχο, ανεξάρτητο κράτος. Για να σηματοδοτήσει την αποδοκιμασία του απέναντι στην κινεζική οπισθοδρόμηση στο Χονγκ Κονγκ, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοινώνει με έμφαση τον σεβασμό του προς τη σθεναρή στάση της προέδρου της Ταϊβάν και δηλώνει ότι ο Νόμος για τις Σχέσεις με την Ταϊβάν του 1979 δεσμεύει πλήρως τις Ηνωμένες Πολιτείες να υπερασπιστούν την Ταϊβάν απέναντι σε κινεζική εισβολή.
Αυτό αποτελεί μεγάλη ρήξη με τη μακροχρόνια αμερικανική πολιτική της «στρατηγικής ασάφειας» στο ζήτημα, και η πρόεδρος της Ταϊβάν το ερμηνεύει ως σιωπηρή έγκριση μιας πορείας προς την ανεξαρτησία. Σε συνέντευξή της στους New York Times, ανακοινώνει ότι η Ταϊβάν θα υποβάλει αίτηση για πλήρη ένταξη στον ΟΗΕ — μια κίνηση στην οποία η Κίνα αντιτίθεται εδώ και καιρό — και απορρίπτει τη λεγόμενη Συναίνεση του 1992, βάσει της οποίας οι δύο πλευρές είχαν συμφωνήσει στην έννοια της «Μίας Κίνας», επιτρέποντας όμως διαφορετικές ερμηνείες για το τι ακριβώς σήμαινε αυτό. Για να τιμωρήσει την ανυπακοή της Ταϊβάν και να την τρομοκρατήσει ώστε να υποχωρήσει, η Κίνα πραγματοποιεί μια ενισχυμένη εκδοχή της Τρίτης Κρίσης στα Στενά της Ταϊβάν, βομβαρδίζοντας τα ύδατα γύρω από την Ταϊβάν με «δοκιμές» βαλλιστικών πυραύλων και πυραύλων cruise, διακόπτοντας σοβαρά την εμπορική ναυτιλία που αποτελεί τη ζωτική σύνδεση του νησιού με τον κόσμο. Όταν η Ταϊπέι εξακολουθεί να αρνείται να αποσύρει την αίτηση ένταξης, η Κίνα χρησιμοποιεί και άλλα όπλα, μεταξύ των οποίων drones τοποθέτησης ναρκών, για να διαταράξει ακόμη περισσότερο τη ναυσιπλοΐα προς και από την Ταϊβάν.
Ως μικρό νησιωτικό κράτος, η Ταϊβάν εισάγει το 70% των τροφίμων της και το μεγαλύτερο μέρος των φυσικών της πόρων, συμπεριλαμβανομένης της ενέργειας. Ένας παρατεταμένος αποκλεισμός θα παρέλυε την οικονομία της και θα προκαλούσε μεγάλης κλίμακας ελλείψεις τροφίμων. Παρά την αντίθεση στην αίτηση της Ταϊβάν να ενταχθεί στα Ηνωμένα Έθνη, οι Ηνωμένες Πολιτείες αισθάνονται υποχρεωμένες να αποτρέψουν τον στραγγαλισμό της. Πολλά μέλη του Κογκρέσου που υποστηρίζουν την Ταϊβάν απαιτούν από τον Λευκό Οίκο να στείλει αεροπλανοφόρα για να τη βοηθήσει, όπως έκανε ο Μπιλ Κλίντον κατά την κρίση του 1995–96. Όμως η κυβέρνηση γνωρίζει ότι οι κινεζικοί αντιπλοϊκοί βαλλιστικοί πύραυλοι θα αποτελούσαν πλέον σοβαρή απειλή για οποιοδήποτε αμερικανικό αεροπλανοφόρο εισερχόταν στην περιοχή, ενώ η αμερικανική κοινή γνώμη δεν έχει ιδιαίτερη διάθεση για έναν ακόμη πόλεμο.
Αντί γι’ αυτό, η Διοίκηση Ειρηνικού των ΗΠΑ προσφέρεται να συνοδεύσει την εμπορική ναυτιλία μέσα από τις επηρεαζόμενες θάλασσες· μια χειρονομία υποστήριξης, αλλά όχι προθυμίας για πόλεμο. Η επιχείρηση συνοδείας θέτει τα αμερικανικά πολεμικά πλοία σε κίνδυνο να βυθιστούν από το κινεζικό μπαράζ πυραύλων, είτε σκόπιμα είτε κατά λάθος — ένα γεγονός που θα μπορούσε αμέσως να σκοτώσει περισσότερους από χίλιους Αμερικανούς και να προκαλέσει εκκλήσεις για αντίποινα. Σε αυτό το σενάριο, ένας κινεζικός αντιπλοϊκός πύραυλος — υποτίθεται εκτοξευμένος ως μέρος των συνεχιζόμενων δοκιμαστικών μπαράζ — βυθίζει το USS John P. Murtha, ένα αποβατικό πλοίο μεταφοράς που ενεργεί ως συνοδεία πολιτικών πλοίων. Και οι σχεδόν οκτακόσιοι ναύτες και πεζοναύτες που βρίσκονται πάνω του σκοτώνονται — περισσότεροι από όσους έχασαν οι Ηνωμένες Πολιτείες τον πρώτο χρόνο του Πολέμου στο Ιράκ.
Η Κίνα επιμένει ότι η βύθιση ήταν ατύχημα· το Murtha απλώς βρέθηκε στην πορεία ενός πυραύλου που είχε εκτοξευθεί προς ένα τυχαίο σημείο του ωκεανού. Υπενθυμίζει στην Ουάσινγκτον ότι η Αμερική βομβάρδισε κατά λάθος την κινεζική πρεσβεία στο Βελιγράδι το 1999. Όμως στην Ουάσινγκτον, ο υπουργός Άμυνας και ο πρόεδρος του Γενικού Επιτελείου παροτρύνουν τον πρόεδρο να μην εξαπατηθεί από αυτή την εξήγηση. Αντίθετα, τον πιέζουν να εγκρίνει το σχέδιο Air-Sea Battle, ώστε να πληγούν οι θέσεις εκτόξευσης αντιπλοϊκών πυραύλων του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού στην ηπειρωτική Κίνα.
Αντιμέτωπος με τη βύθιση του Murtha, ο πρόεδρος υποκύπτει στην πίεση των στρατιωτικών και πολιτικών συμβούλων του και συμφωνεί να πλήξει προληπτικά τα αντιπλοϊκά και άλλα βαλλιστικά πυραυλικά συστήματα στην ηπειρωτική Κίνα. Επειδή οι συμβατικοί και οι πυρηνικοί πύραυλοι της Κίνας φυλάσσονται στις ίδιες τοποθεσίες και τα συστήματα διοίκησης και ελέγχου τους είναι αλληλένδετα, το Πεκίνο πιστεύει λανθασμένα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπαθούν να εξαλείψουν το πυρηνικό του οπλοστάσιο με ένα αιφνιδιαστικό πρώτο πλήγμα. Σε μια απελπισμένη προσπάθεια να «αποκλιμακώσει κλιμακώνοντας» — ένα οργουελικό δόγμα που παρ’ όλα αυτά αποτελεί πυλώνα της ρωσικής στρατιωτικής στρατηγικής — η Κίνα εκτοξεύει έναν από τους χερσαίους βαλλιστικούς πυραύλους της με πυρηνική κεφαλή σε μια άδεια περιοχή του ωκεανού νότια της Οκινάουα. Το πυρηνικό κατώφλι έχει πλέον περαστεί. Και παρότι δεν χάθηκαν ζωές από το πλήγμα, από εδώ μέχρι έναν ολοκληρωτικό πυρηνικό πόλεμο η απόσταση είναι πολύ μικρή.
Η σπίθα μιας σινοαμερικανικής σύγκρουσης δεν χρειάζεται αρχικά να εμπλέκει αμερικανικές ή κινεζικές στρατιωτικές δυνάμεις. Αντίθετα, μπορεί να προκύψει από μια αντιπαράθεση με συμμάχους τρίτων χωρών ή μεταξύ αυτών. Ένα τέτοιο σενάριο παραλίγο να γίνει πραγματικότητα το 2010, όταν η Βόρεια Κορέα βύθισε το νοτιοκορεατικό πολεμικό πλοίο Cheonan, σκοτώνοντας σαράντα έξι Νοτιοκορεάτες ναύτες. Η Κίνα υποστήριξε την άρνηση εμπλοκής της Βόρειας Κορέας. Η Σεούλ, στο μεταξύ, επέμενε ότι η Πιονγκγιάνγκ έπρεπε να λογοδοτήσει. Τελικά, οι δύο Κορέες και οι σύμμαχοί τους έκαναν πίσω από το χείλος της σύγκρουσης. Όμως με ένα νέο σύνολο συνθηκών και επιταχυντικών παραγόντων σήμερα, δεν είναι σαφές ότι θα ήταν εξίσου εύκολο να αποφευχθεί ο πόλεμος, ιδίως αν οι εμπλεκόμενες τρίτες πλευρές ήταν λιγότερο συνηθισμένες στις αργές, επίμονες εντάσεις που έχει υπομείνει επί δεκαετίες η Κορεατική Χερσόνησος.
Πέρα από τη Νότια Κορέα, ο άλλος μεγάλος σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών στην άμεση γειτονιά της Κίνας είναι η Ιαπωνία, μια χώρα με μεταπολεμική ιστορία ειρηνισμού, αλλά της οποίας η πολιτική έχει γίνει ολοένα και πιο στρατιωτικοποιημένη τα τελευταία χρόνια. Συντηρητικοί Ιάπωνες πολιτικοί έχουν μιλήσει όλο και πιο έντονα για την αναθεώρηση του ειρηνιστικού συντάγματος που επιβλήθηκε στη χώρα τους από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Επίσης, δυσανασχετούν όλο και περισσότερο με τις κινεζικές αξιώσεις κυριαρχίας στην Ανατολική και στη Νότια Σινική Θάλασσα. Σε μια κρίση που θα περιλάμβανε τον ιστορικό της αντίπαλο, το Πεκίνο, οποιαδήποτε βήματα θα έκανε το Τόκιο θα διαμορφώνονταν αναμφίβολα από αυτές τις μνήμες, καθώς και από τη μεταβαλλόμενη στάση της ιαπωνικής κυβέρνησης απέναντι στη στρατιωτική ισχύ.
Ένα πιθανό σημείο ανάφλεξης είναι τα νησιά Σενκάκου — γνωστά στην Κίνα ως νησιά Ντιαογιού — τα οποία βρίσκονται κοντά σε πολύτιμα αλιευτικά πεδία, εμπορικές οδούς και πιθανά αποθέματα πετρελαίου στην Ανατολική Σινική Θάλασσα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έλεγχαν τα νησιά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, πριν τα επιστρέψουν στην Ιαπωνία στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Την ίδια δεκαετία, η Κίνα άρχισε να διεκδικεί κυριαρχία πάνω στα νησιά. Κινεζικά πλοία περνούν τακτικά από αυτά τα ύδατα, αυξάνοντας τις εντάσεις ανάμεσα στο Πεκίνο και το Τόκιο και δημιουργώντας τον κίνδυνο μιας σύγκρουσης που θα μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτή αντίδραση.
Ας εξετάσουμε ένα σενάριο που αποτέλεσε τη βάση για ένα πρόσφατο πολεμικό παίγνιο σχεδιασμένο από τη RAND Corporation. Μια ομάδα Ιαπώνων υπερεθνικιστών αποπλέει προς τα Σενκάκου με μικρά πολιτικά σκάφη. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εξηγούν ότι κατευθύνονται προς την Κούμπα Τζίμα, ένα από τα μικρότερα νησιά, το οποίο σκοπεύουν να διεκδικήσουν και να καταλάβουν για λογαριασμό της Ιαπωνίας. Αποβιβάζονται και αρχίζουν να κατασκευάζουν άγνωστες δομές. Αντιγράφοντας μια τακτική από το κινεζικό εγχειρίδιο, μεταδίδουν ζωντανά τις δραστηριότητές τους για να τις δει όλος ο κόσμος. Η Κίνα αντιδρά γρήγορα: η ακτοφυλακή της φτάνει μέσα σε λίγες ώρες με αξιωματικούς που συλλαμβάνουν τους Ιάπωνες αντιφρονούντες και τους μεταφέρουν πίσω στην ηπειρωτική Κίνα για να δικαστούν. Θα επιτρέψει η Ιαπωνία να αντιμετωπίσουν τη δικαιοσύνη σε κινεζικό δικαστήριο; Θα μπορούσε. Αντί όμως να χάσει το κύρος της, η Ιαπωνία στέλνει δικά της σκάφη της ακτοφυλακής για να αναχαιτίσουν το πλοίο που μεταφέρει τους υπερεθνικιστές και να εμποδίσουν τη μεταφορά τους στην Κίνα.
Ακολουθεί συνωστισμός δυνάμεων, καθώς τόσο το Ναυτικό του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού όσο και η Ιαπωνική Ναυτική Δύναμη Αυτοάμυνας αναπτύσσουν πολεμικά πλοία και μαχητικά αεροσκάφη στην περιοχή. Καμία πλευρά δεν υποχωρεί. Για να γίνει η κατάσταση ακόμη χειρότερη, ορισμένα από τα ιαπωνικά σκάφη αποβιβάζουν αμφίβια στρατεύματα για να καταλάβουν την Κούμπα Τζίμα, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τις ενέργειες των εθνικιστών. Μια αψιμαχία έχει μετατραπεί σε στρατιωτική αντιπαράθεση. Σε μια επείγουσα τηλεφωνική επικοινωνία, ο Ιάπωνας πρωθυπουργός υπενθυμίζει στον Αμερικανό πρόεδρο ότι το Τόκιο αναμένει από την Ουάσινγκτον να τηρήσει την εβδομηντάχρονη συνθήκη αμοιβαίας άμυνας, σημειώνοντας ότι ανώτεροι αξιωματούχοι έχουν επανειλημμένα επιβεβαιώσει πως η αμερικανική δέσμευση ισχύει και για τα Σενκάκου.
Καθώς η αντιπαράθεση εισέρχεται στην τρίτη της ημέρα, ο πρόεδρος και το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας του πρέπει να αποφασίσουν: θα ανταποκριθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες πλήρως στην έκκληση της Ιαπωνίας, αναπτύσσοντας αεροπορική ισχύ πάνω από το αμφισβητούμενο νησί για να προστατεύσουν τα ιαπωνικά στρατεύματα που βρίσκονται πλέον εκεί; Ή υπάρχει μια πιο συγκρατημένη πορεία που θα ικανοποιήσει τους Ιάπωνες χωρίς να προκαλέσει την Κίνα και χωρίς να κλιμακώσει περαιτέρω την τεταμένη ναυτική αντιπαράθεση; Ο πρόεδρος επιλέγει τη δεύτερη λύση, διατάζοντας την ομάδα κρούσης αεροπλανοφόρου που εδρεύει στην Ιαπωνία να περιπολεί εκτός της εμβέλειας των χερσαίων πυραύλων «φονιάδων αεροπλανοφόρων» του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, αλλά κρατώντας αεροσκάφη και υποβρύχια αρκετά κοντά ώστε να βοηθήσουν τα ιαπωνικά σκάφη και το ιαπωνικό έδαφος αν η κατάσταση ξεφύγει.
Και πράγματι ξεφεύγει. Το επόμενο πρωί, ένα κινεζικό αντιτορπιλικό συγκρούεται με ένα ιαπωνικό αλιευτικό σκάφος στα πολυσύχναστα ύδατα ανοιχτά των Σενκάκου, και σύντομα μαχητικά αεροσκάφη και από τις δύο πλευρές πετούν προκλητικά σε χαμηλό ύψος πάνω από τα πολεμικά πλοία του αντιπάλου. Η αντιπαράθεση ξεσπά σε μια σύντομη, αιματηρή ναυμαχία, όταν ένας Ιάπωνας πλοίαρχος, φοβούμενος για την ασφάλεια του πλοίου του, καταρρίπτει ένα από τα κινεζικά μαχητικά που πετούσε χαμηλά, και τα πολεμικά πλοία του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, ως απάντηση, βυθίζουν το σκάφος του.
Και οι δύο πλευρές βρίσκονται πλέον στο χείλος του πολέμου — όπως και οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες είναι σε θέση είτε να βυθίσουν κινεζικά σκάφη με τα κρυμμένα επιθετικά υποβρύχιά τους είτε να στείλουν στη μάχη την αεροπορική πτέρυγα του αεροπλανοφόρου τους. Σε αυτό το σημείο, όμως, πριν ληφθεί η επόμενη απόφαση, συμβαίνει κάτι απροσδόκητο. Όλες οι επικοινωνίες ανάμεσα στις ιαπωνικές δυνάμεις πάνω και γύρω από τα Σενκάκου και το αρχηγείο τους σβήνουν.
Μια κυβερνοεπίθεση έχει διαταράξει σοβαρά ένα από τα συστήματα διοίκησης και ελέγχου του ιαπωνικού στρατού. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ιαπωνία κατηγορούν αμέσως την Κίνα. Ο επιτιθέμενος έχει μάλιστα αφήσει τα χαρακτηριστικά ίχνη της επιθετικής μονάδας χάκινγκ του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού. Στην Ουάσινγκτον και στη Διοίκηση Ειρηνικού των ΗΠΑ υπάρχει ελάχιστος δισταγμός για το τι πρέπει να γίνει στη συνέχεια. Για να αποτρέψουν την εξόντωση της ιαπωνικής ναυτικής δύναμης όσο αυτή βρίσκεται χωρίς επικοινωνία, αμερικανικά υποβρύχια βυθίζουν με τορπίλες τρία πολεμικά πλοία του Ναυτικού του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού ανοιχτά των Σενκάκου. Η Κίνα, η Ιαπωνία και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν πλέον ρίξει τις πρώτες βολές τους σε έναν πόλεμο τριών κρατών.
Αλλά τι θα γινόταν αν τελικά δεν ήταν ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός εκείνος που εξαπέλυσε την κυβερνοεπίθεση; Τι θα γινόταν αν επρόκειτο για μια προσεκτικά χρονισμένη επιχείρηση προβοκάτσιας από τη Ρωσία, η οποία επιδίωκε να σύρει τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα σε σύγκρουση, ώστε να αποσπάσει την προσοχή της Ουάσινγκτον από την αναμέτρησή της με τη Μόσχα για την Ουκρανία; Μέχρι οι υπηρεσίες πληροφοριών σε όλο τον κόσμο να μάθουν την αλήθεια, θα είναι ήδη πολύ αργά. Το Κρεμλίνο θα έχει παίξει τα χαρτιά του αριστοτεχνικά.
Από τα Σενκάκου, η ζώνη του πολέμου επεκτείνεται, καθώς η Κίνα επιτίθεται σε περισσότερα ιαπωνικά σκάφη αλλού στην Ανατολική Σινική Θάλασσα. Το Τόκιο πιέζει απεγνωσμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες να δεσμεύσουν την ομάδα κρούσης του αεροπλανοφόρου τους στη μάχη. Αν η Ουάσινγκτον πάρει αυτή την απόφαση, μπορεί κάλλιστα να περάσει το ίδιο σημείο χωρίς επιστροφή όπως και στο σενάριο της σύγκρουσης στη θάλασσα: η καταστροφή ενός από τα «κοσμήματα του στέμματος» του αμερικανικού Ναυτικού και η απώλεια όλων των ζωών πάνω σε αυτό θα μπορούσαν να αποτελέσουν την τραγωδία που θα ανάγκαζε την αμερικανική κυβέρνηση να την εκδικηθεί με διευρυμένες επιθέσεις εναντίον των κινεζικών δυνάμεων, οδηγώντας σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο στον Ειρηνικό.
Ο πόλεμος ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα δεν είναι αναπόφευκτος, αλλά είναι ασφαλώς πιθανός. Πράγματι, όπως δείχνουν αυτά τα σενάρια, η υποκείμενη πίεση που δημιουργείται από την ανατρεπτική άνοδο της Κίνας διαμορφώνει συνθήκες μέσα στις οποίες τυχαία, κατά τα άλλα ασήμαντα γεγονότα θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια σύγκρουση μεγάλης κλίμακας. Αυτό το αποτέλεσμα δεν είναι προδιαγεγραμμένο: από τις δεκαέξι περιπτώσεις της Παγίδας του Θουκυδίδη τα τελευταία πεντακόσια χρόνια, ο πόλεμος αποφεύχθηκε τέσσερις φορές. Όμως η αποφυγή του πολέμου θα απαιτήσει κρατική τέχνη τόσο λεπτή όσο εκείνη των Βρετανών στην αντιμετώπιση της ανερχόμενης Αμερικής πριν από έναν αιώνα, ή όσο εκείνη των σοφών ανδρών που διαμόρφωσαν μια στρατηγική Ψυχρού Πολέμου για να αντιμετωπίσουν την άνοδο της Σοβιετικής Ένωσης χωρίς βόμβες ή σφαίρες. Το αν οι Κινέζοι και οι Αμερικανοί ηγέτες μπορούν να σταθούν στο ύψος αυτής της πρόκλησης παραμένει ανοιχτό ερώτημα. Το βέβαιο είναι ότι η μοίρα του κόσμου εξαρτάται από την απάντηση.
Ο Graham T. Allison είναι διευθυντής του Belfer Center στη Σχολή Διακυβέρνησης Kennedy του Χάρβαρντ. Το παρόν άρθρο είναι προσαρμοσμένο από το επερχόμενο βιβλίο του. Το Destined for War: Can America and China Escape Thucydides’s Trap? θα εκδοθεί από τον εκδοτικό οίκο Houghton Mifflin Harcourt στις 30 Μαΐου.
Εικόνα: Ένα F/A-18E Super Hornet ετοιμάζεται να προσγειωθεί στο κατάστρωμα πτήσης του αεροπλανοφόρου USS Dwight D. Eisenhower. Flickr / U.S. Navy.

Η Παγίδα του Θουκυδίδη: Μια Παραμορφωμένη Πυξίδα
Ηλίας Κουσκουβέλης
5 Νοεμβρίου 2017
Η πρόβλεψη του μέλλοντος αποτελεί μια εξαιρετικά επισφαλή άσκηση στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών. Κι όμως, συχνά, οι ακαδημαϊκοί, υπό την πίεση της συγκυρίας, περιπλανώνται σε αχαρτογράφητα νερά. Τότε, η πλοήγησή τους εξαρτάται από τη θεωρητική τους πυξίδα. Η συζήτηση για την πιθανότητα σύγκρουσης ανάμεσα σε μια ηγετική παγκόσμια δύναμη και μια ανερχόμενη δύναμη — σήμερα τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα — δεν είναι καινούργια. Σε θεωρητικό επίπεδο, μπορεί κανείς εύκολα να θυμηθεί τη Θεωρία του Κύκλου Ισχύος του 20ού αιώνα ή το έργο του Paul Kennedy Η Άνοδος και η Πτώση των Μεγάλων Δυνάμεων: Οικονομική Μεταβολή και Στρατιωτική Σύγκρουση από το 1500 έως το 2000. Μετά την αλλαγή του αιώνα, η πιο ευρέως γνωστή ανάλυση είναι εκείνη του John J. Mearsheimer, ο οποίος εξέτασε το ζήτημα στη διάλεξή του Μπορεί η Κίνα να αναδυθεί ειρηνικά;. Ο Mearsheimer, βασιζόμενος στη θεωρία του Επιθετικού Ρεαλισμού και υπό την προϋπόθεση ότι ισχύουν όλες οι παραδοχές του, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μια τέτοια πιθανότητα υπάρχει.
Σε όλες αυτές τις μελέτες, η βασική ιδέα είναι ότι η νέα δύναμη, ο διεκδικητής, πρόκειται να ανταγωνιστεί την παλαιά δύναμη, τον κυρίαρχο. Αυτό που χρειάζεται, επομένως, για να γίνει μια πρόβλεψη, είναι να γνωρίζουμε αν, πότε και πώς θα υπάρξουν οι συνθήκες ώστε μια αναθεωρητική δύναμη να αμφισβητήσει την κυρίαρχη δύναμη. Η συγκεκριμένη συζήτηση αναζωπυρώθηκε πρόσφατα εξαιτίας στρατιωτικών και πολιτικών εξελίξεων τόσο στο διεθνές όσο και στο εσωτερικό πεδίο. Από τη μία πλευρά, υπήρξαν οι δραστηριότητες της Κίνας στη Νότια Σινική Θάλασσα, η αυξημένη αμυντική της δαπάνη και η κρίση στην Κορεατική Χερσόνησο. Από την άλλη, υπήρξε η ρητορική και η πρακτική της νέας αμερικανικής κυβέρνησης.
Η συζήτηση προχώρησε ακόμη περισσότερο λόγω του Graham Allison και του ίδιου του τίτλου του βιβλίου του Destined for War: Can America and China Escape Thucydides’s Trap? — δηλαδή Προορισμένοι για Πόλεμο: Μπορούν η Αμερική και η Κίνα να ξεφύγουν από την Παγίδα του Θουκυδίδη; — όπου αναπτύσσει ένα επιχείρημα που είχε διατυπώσει αρχικά στο δοκίμιό του το 2015. Όπως λέει ο ίδιος, «όταν μια ανερχόμενη δύναμη απειλεί να εκτοπίσει μια κυρίαρχη δύναμη, θα πρέπει να ηχούν καμπάνες συναγερμού που προειδοποιούν “ακραίος κίνδυνος μπροστά” — γενικά συμβαίνουν άσχημα πράγματα». Ως πυξίδα για την πλοήγηση στα αχαρτογράφητα νερά του μέλλοντος, η πρόταση του Allison δεν διαφέρει πολύ από εκείνες των θεωριών που αναφέρθηκαν παραπάνω. Ωστόσο, παρά την υπάρχουσα βιβλιογραφία, ο Allison παρουσιάζει το μεθοδολογικό του εργαλείο ως κάτι πολύ νέο και ταυτόχρονα πολύ παλαιό· τόσο παλαιό ώστε να αποδίδεται στον Θουκυδίδη. Ονομάζει το μεθοδολογικό του εργαλείο «Παγίδα του Θουκυδίδη». Με τα δικά του λόγια:
Η Παγίδα του Θουκυδίδη είναι η επικίνδυνη δυναμική που εμφανίζεται όταν μια ανερχόμενη δύναμη απειλεί να εκτοπίσει μια κυρίαρχη δύναμη. Αυτή είναι, πιστεύω, η καλύτερη οπτική για να κατανοήσουμε αυτό που συμβαίνει σήμερα στις σχέσεις ανάμεσα σε μια ανερχόμενη Κίνα και τις κυρίαρχες Ηνωμένες Πολιτείες.
Τελικά, ο συγγραφέας λέει ότι ο πόλεμος ανάμεσα στις δύο χώρες δεν είναι αναπόφευκτος. Όμως αυτό δεν είναι το βασικό ζήτημα. Είναι δύσκολο να διαψεύσει κανείς ή να επιχειρηματολογήσει εναντίον των προβλέψεων — ή, καλύτερα, των προβολών — οποιουδήποτε για το μέλλον. Το πρώτο πρόβλημα είναι ότι συνεχίζεται το φαινόμενο της επιλεκτικής απομόνωσης μιας φράσης από τον Θουκυδίδη — ή από οποιονδήποτε άλλο κλασικό συγγραφέα — της αποκοπής της από το υπόλοιπο κείμενο και το ιστορικό της πλαίσιο, και της οικοδόμησης ενός ολόκληρου επιχειρήματος πάνω σε αυτήν. Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι ο Allison βασίζει τα συμπεράσματά του σε μια παραμορφωμένη πυξίδα — ή «φακό», όπως την αποκαλεί — δηλαδή στην παγίδα που αποδίδει στον Θουκυδίδη.
Η πυξίδα είναι παραμορφωμένη για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή η ιστορική αναλογία που χρησιμοποιεί ο Allison είναι λανθασμένη. Δεύτερον, επειδή στο κείμενο του Θουκυδίδη δεν υπάρχει κάτι σαν «παγίδα» που να καθορίζει τα αποτελέσματα. Αν υπάρχει παγίδα, αυτή σχετίζεται με τη λανθασμένη λήψη αποφάσεων.
Η ατυχής αναλογία
Η λανθασμένη αναλογία αφορά, από τη μία πλευρά, τη Σπάρτη και την Αθήνα και, από την άλλη, αντίστοιχα, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα. Ο Allison θεωρεί ότι η κυρίαρχη δύναμη ήταν η Σπάρτη και ότι η Αθήνα ήταν η ανερχόμενη δύναμη. Αυτό είναι ατυχές και προκαλεί σύγχυση. Πρώτον, όπως σήμερα η ηγετική δύναμη είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες και όχι η Κίνα, έτσι και το ιστορικό αρχείο δείχνει ότι η κυρίαρχη δύναμη στην αρχαία Ελλάδα δεν ήταν η Σπάρτη, αλλά η Αθήνα. Δεύτερον, η Σπάρτη, για τους δικούς της λόγους, είχε εγκαταλείψει την ηγεσία των Ελλήνων αμέσως μετά τους Περσικούς Πολέμους, ενώ η Αθήνα είχε γίνει επίσημα η ηγέτιδα της Δηλιακής Συμμαχίας από το 478 π.Χ. — σχεδόν πενήντα χρόνια πριν από το ξέσπασμα του Πελοποννησιακού Πολέμου το 431 π.Χ. Και τρίτον, ιστορικά, ήταν η Σπάρτη —η «κυρίαρχη» δύναμη κατά τον Allison— που κήρυξε πόλεμο στην Αθήνα —την «ανερχόμενη» δύναμη κατά τον Allison. Επομένως, πρακτικά, αν η αναλογία του ήταν σωστή και έπρεπε κανείς να την ακολουθήσει, θα έπρεπε να παρακολουθεί και να εξετάζει την ανταγωνιστική και αναθεωρητική συμπεριφορά των Ηνωμένων Πολιτειών και όχι της Κίνας. Προχωρώντας ακόμη περισσότερο αυτή τη συγκεχυμένη αναλογία, θα έπρεπε να θεωρήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως τον δρώντα με ροπή προς τον πόλεμο, ο οποίος, κατά συνέπεια, θα έφερε και το βάρος της πολιτικής και ηθικής ευθύνης για τη διατήρηση της ειρήνης.
Αν υπάρχει κάποια αναλογία με τη μονομαχία ανάμεσα στη Σπάρτη και την Αθήνα, αυτή μπορεί να γίνει ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την ΕΣΣΔ — δύο δυνάμεις που απέκτησαν καθεστώς μεγάλης δύναμης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως ακριβώς η Σπάρτη και η Αθήνα μετά τους Περσικούς Πολέμους το 479 π.Χ. Στην πραγματικότητα, αυτή η παραλληλία γινόταν συχνά κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, συγκρίνοντας την Αθήνα —μια δημοκρατική και κυρίως ναυτική δύναμη— με τις Ηνωμένες Πολιτείες, και τη Σπάρτη —μια ολιγαρχική και χερσαία δύναμη— με την ΕΣΣΔ. Η αναλογία θα μπορούσε να ισχύει ακόμη και σήμερα με τη Ρωσία, μια πρώην ηγεμονική δύναμη, η οποία, όπως η Σπάρτη το 431 π.Χ., προσπαθεί να επανεπιβληθεί ώστε να εξισορροπήσει την ισχύ και την επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ανατολική Ευρώπη και σε άλλα μέρη του κόσμου.
Ίσως, πέρα από την παράβλεψη των ιστορικών γεγονότων και του πλαισίου, ο ίδιος ο Allison παγιδεύτηκε από τη μετάφραση του κειμένου του Θουκυδίδη που χρησιμοποίησε και από την κατανόηση των λέξεων «μεγάλους γιγνομένους», που σημαίνουν «γίνονταν μεγάλοι» ή «αποκτούσαν μεγαλείο» στο χωρίο 1.23.6, ως «άνοδο». Ο ίδιος παραθέτει: «ήταν η άνοδος της Αθήνας και ο φόβος που αυτή ενστάλαξε στη Σπάρτη που κατέστησαν τον πόλεμο αναπόφευκτο». Αυτές οι δύο λέξεις μεταφράστηκαν από τον Thomas Hobbes ως «η αύξηση της ισχύος της Αθήνας» και, καλύτερα, από τον Steven Lattimore, σε αμερικανική αγγλική μετάφραση, ως «η αυξανόμενη μεγαλοσύνη της Αθήνας».
Τι σημαίνει όμως «γίνονταν μεγάλοι» ή «αυξανόμενη μεγαλοσύνη» μέσα στο ιστορικό πλαίσιο; Σημαίνει ότι η Αθήνα είχε φτάσει σε εκείνο το επίπεδο ισχύος που, αν αυξανόταν ακόμη περισσότερο, οι ανεξάρτητες ελληνικές πόλεις-κράτη θα κινδύνευαν να χάσουν την ελευθερία τους. Αυτό είναι το επιχείρημα που χρησιμοποιούν οι Κορίνθιοι, οι σύμμαχοι της Σπάρτης, στις συζητήσεις μέσα στην Πελοποννησιακή Συμμαχία, προκειμένου να πείσουν τους διστακτικούς Σπαρτιάτες να πάνε σε πόλεμο. Για να το πούμε απλά, αυτό που τους έλεγαν ήταν: τώρα ή ποτέ.
Οι Σπαρτιάτες ήταν αδιάφοροι απέναντι στην ηγεμονία. Αυτό που τους ενδιέφερε ήταν η ελευθερία τους και, σε περιορισμένο βαθμό, οι σύμμαχοί τους, κυρίως στην Πελοπόννησο. Αυτή είναι η αφήγηση που δίνει ο Θουκυδίδης, εξηγώντας την απόφαση των Σπαρτιατών να βγουν από τη Λακεδαίμονα και να πολεμήσουν έναν πόλεμο στο τότε διεθνές επίπεδο:
Όλες αυτές είναι οι ενέργειες των Ελλήνων μεταξύ τους και εναντίον του βαρβάρου, οι οποίες συνέβησαν κατά τα πενήντα χρόνια ανάμεσα στην υποχώρηση του Ξέρξη και στην αρχή του παρόντος πολέμου. Κατά τη διάρκειά τους, οι Αθηναίοι έκαναν την ηγεμονία τους πιο σταθερή και ανέβασαν τη δύναμή τους σε μεγάλο ύψος. Οι Λακεδαιμόνιοι, αν και το γνώριζαν, αντιτάχθηκαν μόνο για λίγο, αλλά παρέμειναν αδρανείς τον περισσότερο καιρό, καθώς πάντοτε ήταν αργοί στο να πάνε σε πόλεμο, εκτός αν βρίσκονταν σε ανάγκη, και τότε εμποδίζονταν επίσης από πολέμους στο εσωτερικό τους· μέχρι που η δύναμη των Αθηναίων μεγάλωσε σημαντικά και άρχισε να βλάπτει τη συμμαχία τους. Τότε ένιωσαν ότι δεν μπορούσαν πια να το αναβάλουν, αλλά ότι είχε έρθει η ώρα να επιχειρήσουν με όλη τους τη δύναμη να καταστρέψουν την εχθρική δύναμη, αν μπορούσαν, αρχίζοντας τον παρόντα πόλεμο.
(1.118.2)
Και αυτός είναι επίσης ο λόγος για τον οποίο, κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι Σπαρτιάτες παρουσίαζαν τον εαυτό τους στις άλλες ελληνικές πόλεις ως εκείνους που θα τις απελευθέρωναν από τον αθηναϊκό ζυγό. Επομένως, η αναλογία ανάμεσα στην Αθήνα και τη Σπάρτη από τη μία πλευρά και στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα από την άλλη, την οποία κάνει ο Allison, είναι λανθασμένη. Η Κίνα δεν είναι η Αθήνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι η Σπάρτη. Αν κάποιος θέλει να βρει ιστορικές αναλογίες ηγεμονικών ανταγωνιστών στην αρχαία Ελλάδα, θα πρέπει να συμβουλευτεί την ιστορία του 4ου αιώνα π.Χ.: πρώτα, την άνοδο της Θήβας απέναντι στη Σπάρτη και, έπειτα, την άνοδο της Μακεδονίας απέναντι στη Θήβα και την Αθήνα.
Η Κίνα είναι μια ανερχόμενη και αναθεωρητική δύναμη, που προσπαθεί να τοποθετηθεί μέσα στο διεθνές σύστημα. Όμως, αν κάποιος αναζητούσε θεωρητική βάση για να εξετάσει και να αναλύσει τον ανταγωνισμό ανάμεσα σε κυρίαρχη και ανερχόμενη δύναμη, καθώς και τους πιθανούς κινδύνους πολέμου, δεν υπάρχει ανάγκη να χρησιμοποιήσει τον Θουκυδίδη. Η εκτενής βιβλιογραφία για τη Θεωρία του Κύκλου Ισχύος ή για τον Επιθετικό Ρεαλισμό υπάρχει ακριβώς για αυτόν τον σκοπό.
Η παραμορφωμένη πυξίδα
Η παραμορφωμένη πυξίδα είναι η λεγόμενη Παγίδα του Θουκυδίδη. Αν κάποιος ήθελε να μιλήσει για παγίδα, αυτή δεν είναι εκείνη που περιγράφει ο Allison. Η πραγματική παγίδα για την οποία προειδοποιεί ο Θουκυδίδης είναι διαφορετική. Καταρχάς, πρέπει να έχει κανείς υπόψη του ότι η αρχαιοελληνική σκέψη είναι πολυαιτιακή — όχι μονοαιτιακή, όπως η κυρίαρχη σκέψη της δυτικής νεωτερικότητας. Στο κείμενο του Θουκυδίδη υπάρχουν τουλάχιστον δύο θεωρίες πολέμου, οι οποίες συνδυάζονται με μια τρίτη. Η πρώτη είναι αυτή που συζητείται εδώ: ο ανταγωνισμός ισχύος σε συστημικό επίπεδο, όπως παρουσιάζεται στο Βιβλίο 1.23.6. Η δεύτερη είναι η ηγεμονική επέκταση ή ο κλασικός ιμπεριαλισμός, που διατυπώνεται στο 6.6.1. Και η τρίτη, η οποία συνδυάζεται με τις δύο προηγούμενες, είναι η λανθασμένη λήψη αποφάσεων, στο 4.59.2.
Ας εστιάσουμε στην πρώτη. Στο 1.23.6, ο Θουκυδίδης λέει ότι ήταν πρώτα η αυξανόμενη δύναμη των Αθηναίων, η οποία στη συνέχεια προκάλεσε τον φόβο των Σπαρτιατών, οι οποίοι, ως αποτέλεσμα, «αναγκάστηκαν» να πάνε σε πόλεμο. Η ίδια λογική επαναλαμβάνεται καθαρά στο 1.88. Ο Θουκυδίδης τονίζει ξανά το γεγονός ότι οι Σπαρτιάτες αποφάσισαν —«ψήφισαν»— να πάνε σε πόλεμο επειδή «έπρεπε», καθώς «φοβούνταν» ότι οι Αθηναίοι, οι οποίοι «ήλεγχαν το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας», «θα αύξαναν ακόμη περισσότερο τη δύναμή τους». Το ίδιο ισχύει και στο 1.118.2, που παρατέθηκε παραπάνω. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή η απόφαση δεν ελήφθη από φόβο, αλλά από ανάγκη. Ο φόβος δεν θα υπήρχε αν δεν υπήρχε η αύξηση της ισχύος. Επομένως, ο πόλεμος ανάμεσα σε οποιεσδήποτε δυνάμεις δεν είναι αναπόφευκτος, εφόσον αυτές δεν αισθάνονται αναγκασμένες να πάνε σε πόλεμο.
Αυτός ο τρόπος σκέψης βρίσκεται σε αρμονία με το σχήμα λήψης αποφάσεων του Θουκυδίδη που προκύπτει από το 1.75.3, όπου υποστηρίζει ότι εκείνα που παρακινούν ανθρώπους ή κράτη να αποφασίσουν για την ισχύ, τον πόλεμο και την ειρήνη είναι η ανάγκη και, επιπλέον, κατά σειρά ποιοτικής σημασίας μέσα στο σύνολο του κειμένου του, το συμφέρον, ο φόβος και η τιμή. Πιο αναλυτικά, ο Θουκυδίδης βάζει τους Αθηναίους να υποστηρίζουν ότι η ηγεμονία τούς προσφέρθηκε από τους άλλους Έλληνες λόγω συστημικής ανάγκης, επειδή οι Σπαρτιάτες, παρότι η περσική συστημική απειλή εξακολουθούσε να υπάρχει, την είχαν εγκαταλείψει και είχαν αφήσει τις ελληνικές πόλεις χωρίς ηγεσία.
Επομένως, το σχετικό ερώτημα γίνεται: ποιος αισθάνεται την ανάγκη; Ποιος κρίνει αν υπάρχει ανάγκη να αναλάβει ηγεσία ή να πάει σε πόλεμο; Η απάντηση δίνεται στην επόμενη παράγραφο, στο 1.76.2, με μια σχεδόν πανομοιότυπη φράση. Εκεί ο Θουκυδίδης εισάγει μία ακόμη μεταβλητή, τον ανθρώπινο παράγοντα: οι αποφάσεις περί ισχύος, πολέμου και ειρήνης είναι ζήτημα ανθρώπινης φύσης και, πάλι, συμφέροντος, φόβου και τιμής.
Για τον Θουκυδίδη, όπως και για τους Σοφιστές και τους Ιπποκρατικούς που προηγήθηκαν ή για τον σύγχρονό του Ευριπίδη, δεν υπάρχει μοίρα. Οι άνθρωποι κρατούν τη μοίρα τους στα χέρια τους. Οι άνθρωποι θα πέσουν στον «παραλογισμό» του πολέμου, παρά τις επιλογές τους, εξαιτίας μιας απόφασης. Οι άνθρωποι υπολογίζουν και δεν αναχαιτίζονται από τον φόβο:
Κανείς δεν οδηγείται στον πόλεμο από άγνοια των συνεπειών του και κανείς δεν αποτρέπεται από τον φόβο, αν πιστεύει ότι θα κερδίσει περισσότερα. Ο πόλεμος ξεσπά όταν ο ένας θεωρεί ότι τα αναμενόμενα κέρδη θα είναι μεγαλύτερα από τους κινδύνους, και ο άλλος είναι αποφασισμένος να αντιμετωπίσει τους κινδύνους αντί να ανεχθεί οποιαδήποτε άμεση βλάβη στα συμφέροντά του.
(4.59.2)
Ωστόσο, οι άνθρωποι μπορεί να υπολογίσουν λανθασμένα. Γιατί; Ιδού τα λόγια του, τα οποία ηγέτες και λαοί πρέπει να έχουν κατά νου αν θέλουν να αποφύγουν τον πόλεμο — έναν πόλεμο που σήμερα κινδυνεύει να είναι πυρηνικός. Αυτή είναι σίγουρα η πραγματική και τελική παγίδα του Θουκυδίδη:
Εξαιτίας της τόλμης που προκαλεί η ανάγκη της φτώχειας, ή εξαιτίας της απληστίας που προκαλεί η ύβρις ή η αυτοπεποίθηση της δύναμης, ή εξαιτίας των παθών που κάθε φορά τούς κυριεύουν πιο ακαταμάχητα στις διάφορες περιστάσεις, οι άνθρωποι αναλαμβάνουν κινδύνους. Σε κάθε περίπτωση, η επιθυμία και η ελπίδα — η μία προηγείται και η άλλη ακολουθεί, η πρώτη σχεδιάζει την απειλή, η δεύτερη υποβάλλει την ιδέα ότι η τύχη θα βοηθήσει — είναι οι πιο καταστροφικές· και, ενώ είναι αόρατες, είναι ισχυρότερες από τις ορατές συμφορές. Μαζί με αυτές, η τύχη δεν συμβάλλει λιγότερο στο να οδηγεί τους ανθρώπους στην αλαζονεία· γιατί μερικές φορές η τύχη εμφανίζεται απροσδόκητα και ωθεί ορισμένους να ρισκάρουν με κατώτερα μέσα, και τις πόλεις να διακινδυνεύσουν τα μεγαλύτερα αγαθά, όπως την ελευθερία ή τη δύναμή τους, καθώς ο καθένας ξεχωριστά και όλοι μαζί υπερεκτιμούν τις δυνάμεις τους. Είναι απλώς αδύνατο και πολύ ανόητο να πιστεύει κανείς ότι η ανθρώπινη φύση, όταν επιθυμεί έντονα να κάνει κάτι, μπορεί να εμποδιστεί είτε από τη δύναμη του νόμου είτε από κάποιον άλλο φόβο.
(3.45.4–7)
Συμπέρασμα
Ο πόλεμος, αν ρωτούσαμε τον Θουκυδίδη, μπορεί να αποφευχθεί. Εφόσον οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν λίγα πράγματα απέναντι στις διαφοροποιημένες μεταβολές ισχύος, η μόνη παγίδα που μπορούν να αντιμετωπίσουν είναι η λανθασμένη λήψη αποφάσεων. Επομένως, αν υπάρχει δυνατότητα αποφυγής του πολέμου, αυτή έγκειται στο να αποφύγουν οι άνθρωποι —ηγέτες και λαοί— κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων εκείνες τις ανθρώπινες στάσεις που συγκροτούν την πραγματική παγίδα για την οποία μας προειδοποίησε ο μεγάλος αρχαίος στοχαστής.
Όσο για το μέλλον των σινοαμερικανικών σχέσεων, κανείς δεν γνωρίζει. Αυτό που γνωρίζουμε, ωστόσο, όπως επισήμανε ο Donald Kagan, είναι ότι ο Πελοποννησιακός Πόλεμος «προκλήθηκε από ανθρώπους που πήραν κακές αποφάσεις μέσα σε δύσκολες περιστάσεις. Ούτε οι περιστάσεις ούτε οι αποφάσεις ήταν αναπόφευκτες». Όσο για εκείνους που αναζητούν αυθεντία στα γραπτά του Θουκυδίδη, θα πρέπει να προχωρούν με τη μέγιστη προσοχή, καθώς μπορεί να βρεθούν παγιδευμένοι στην κατάχρηση του Θουκυδίδη. Διαφορετικά, «θα έπρεπε να σταματήσουν να τον διαβάζουν».
Αυτή είναι μια εκτεταμένη εκδοχή του άρθρου Οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Πραγματική «Παγίδα του Θουκυδίδη»
Σημειώσεις
[1] Thucydides. The Peloponnesian War. General references throughout are made to book, chapter, and verse. All translations in this text are the author’s.
[2] Modelski, G. Long Cycles in World Politics. (Seattle, University of Washington Press, 1988); Wallerstein, I. The Capitalist World-Economy. (Cambridge, Cambridge University Press, 1979).
[3] Kennedy, P. The Rise and Fall of the Great Powers: Economic Change and Military Conflict from 1500 to 2000. (New York, Random House, 1987).
[4] Mearsheimer, J. J. The Tragedy of Great Power Politics. Updated Edition. (New York, W.W. Norton, 2014) pp. 360-401.
[5] Allison, G. Destined for War: Can America and China Escape Thucydides’s Trap?. (New York, Houghton Mifflin Harcourt, 2017).
[6] Allison, Destined for War, Ιntroduction.
[7] Aron, R. Peace and War: A Theory of International Relations. (London, Transaction Publishers, 2003/1966).
[8] Spartans did not maintain troops outside Lacedaemon, their territory. Moreover, even in their region, the Peloponnese, their rule was never complete, as it was always contested by the Argives.
[9] Kagan, D. The Outbreak of the Peloponnesian War. (London, Cornell University, 1969).
[10] Johnson Bagby, L. M. ‘The Use and Abuse of Thucydides in International Relations’, International Organization, 48 (1994) pp. 131-153.
[11] Welch, D. A. ‘Why International Relations Theorists Should Stop Reading Thucydides’, Review of International Studies, 29 (2003) pp. 301-319.
References
Allison, G. Destined for War: Can America and China Escape Thucydides’s Trap?. (New York, Houghton Mifflin Harcourt, 2017).
Aron, R. Peace and War: A Theory of International Relations. (London, Transaction Publishers, 2003/1966).
Johnson Bagby, L. M. ‘The Use and Abuse of Thucydides in International Relations’, International Organization, 48 (1994) pp. 131-153.
Kagan, D. The Outbreak of the Peloponnesian War. (London, Cornell University, 1969).
Kennedy, P. The Rise and Fall of the Great Powers: Economic Change and Military Conflict from 1500 to 2000. (New York, Random House, 1987).
Mearshimer, J. The Tragedy of Great Power Politics. Updated Edition. (New York, W.W. Norton, 2014).
Modelski, G. Long Cycles in World Politics. (Seattle, University of Washington Press, 1988).
Wallerstein, I. The Capitalist World-Economy. (Cambridge, Cambridge University Press, 1979).
Welch, D. A. ‘Why International Relations Theorists Should Stop Reading Thucydides’, Review of International Studies, 29 (2003) pp. 301-319.
Προσπελάστηκε: anixneuseis.gr
ΗΠΑ
Κίνα
παγίδα Θουκυδίδη
σχόλιο iΕpikaira

.png)
