Στις "Αντιθέσεις" μια μεγάλη συζήτηση πάνω στην γεωπολιτική σκακιέρα των μεγάλων αναδιατάξεων με επίκεντρο την Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο, τις εξελίξεις στην Ευρασία και τον παγκόσμιο χάρτη ισχύος
Η αναθεωρητική Τουρκία ως περιφερειακός παίκτης και οι πραγματικές διαστάσεις των εξελίξεων για Ελλάδα και Κύπρο δύο ημέρες μετά την συνάντηση Μητσοτάκη - Ερντογάν στην Άγκυρα
Τα "ήρεμα νερά" , η "Διακήρυξη των Αθηνών" δύο χρόνια μετά και οι πραγματικότητες της στο πεδίο , το σκηνικό μίας χορογραφίας «Ελεγχόμενης Κλιμάκωσης» στο Αιγαίο , το παχνίδι των Navtex και Notam
Διάλογος «ανάγκης» υπό τη σκιά Τραμπ και ο γρίφος των χωρικών υδάτων;
Το συστηματικό τουρκικό "παίγνιο" ανατολικά του 25ου μεσημβρινού και το κλειδί του συμπλέγματος του Καστελλορίζου
Πως μπορεί να ανασχεθεί ο τουρκικός αναθεωρητισμός
Τι συμβαίνει με τους όρους συνδιαχείρισης σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο , που η στρατηγική της αναθεωρητικής Τουρκίας προωθεί , ποια η στάση της Ελλάδας ;
Η παραμέτρος του Κυπριακού και οι εξελίξεις που συνδέονται με το στρατηγικό βάθος του Ελληνισμού
Στο στούντιο των " Αντιθέσεων" ο Δημήτρης Ξενάκης καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής και Ασφάλειας στη Μεσόγειο , στο Πανεπιστήμιο Κρήτης Στην εκπομπή καταθέτουν την οπτική τους οι :
Μαίρη Μπόση, Καθηγήτρια Διεθνούς Ασφάλειας - Πανεπιστήμιο Πειραιώς
Δημήτρης Τσαϊλάς, Υποναύαρχος ε.α - ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).
Βασίλης Μπορνόβας, Πρέσβης ε.τ.
Κυριάκος Ροδουσάκης, Διπλωμάτης, πρώην διευθυντής του διπλωματικού γραφείου του Ανδρέα Παπανδρέου
Ευάγγελος Βενέτης, Ιστορικός- Διεθνολόγος, διδάκτορας Ισλαμικών και Μεσανατολικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο Εδιμβούργου και διδάσκων στο Τμήμα Αραβικών- Περσικών- Τουρκικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο Λέϊντεν της Ολλανδίας
Λεωνίδας Πηγαδιώτης, Αντιπτέραρχος ε.α. επί χρόνια αντιπρόσωπος του ΓΕΑ στο ΝΑΤΟ, γεωστρατηγικός αναλυτής και συγγραφέας
Τελευταία φορά που είχε επισκεφθεί Αμερικανός αντιπρόεδρος τον Νότιο Καύκασο ήταν με την περιοδεία του Ντικ Τσένι το 2008 σε Αζερμπαϊτζάν και Γεωργία.
Η νέα εξόρμηση του Τζ. Ντ. Βανς στην ίδια περιοχή την εβδομάδα αυτή, παραλείπει την Γεωργία, όπου η κυβέρνηση του "Γεωργιανού Ονείρου” έχει απομακρύνει τη χώρα από τη Δύση, αλλά συμπεριλαμβάνει την Αρμενία του Νικόλ Πασινιάν, άλλοτε θεωρούμενη αθεράπευτα προσδεδεμένη στο ρωσικό άρμα.
Το Αζερμπαϊτζάν, πάλι, παραμένει σταθερή αξία. Στη συνάντηση που είχε την Τρίτη ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ με τον Αζέρο πρόεδρο Ιλχάμ Αλίγιεφ στο Μπακού υπεγράφη συμφωνία στρατηγικής εταιρικής σχέσης που περιλαμβάνει σχέδια συνεργασίας τόσο οικονομικής όσο και στον τομέα της ασφάλειας. Ο Βανς δήλωσε ότι οι ΗΠΑ θα στείλουν έναν άγνωστο αριθμό "νέων σκαφών" στο Αζερμπαϊτζάν για να βοηθήσουν στην "προστασία των χωρικών υδάτων" στην περίκλειστη Κασπία Θάλασσα, ενώ ο Αλίγιεφ από την πλευρά του δήλωσε ότι οι δεσμοί με τις ΗΠΑ εισέρχονται σε μια "εντελώς νέα φάση", συμπεριλαμβανομένης της συνεργασίας στον τομέα της άμυνας, της τεχνητής νοημοσύνης και της καταπολέμησης της τρομοκρατίας.
Κορυφαίο στόχο του Βανς όμως αποτελεί η προώθηση της εμπορικής διαδρομής Ανατολής-Δύσης με την επωνυμία "Δρόμος Τραμπ για Διεθνή Ειρήνη και Ευημερία" (TRIPP).
Η πρόταση προβλέπει έναν οδικό και σιδηροδρομικό διάδρομο που θα συνδέει το Αζερμπαϊτζάν με τον θύλακα του Ναχιτσεβάν, τον οποίο αποκόπτει από την λοιπή χώρα η αρμενική επαρχία του Σιουνίκ, η οποία συνορεύει με το Ιράν.
Η Ουάσινγκτον παρουσιάζει το TRIPP ως μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης για την περιφερειακή ειρήνη και το Αζερμπαϊτζάν έχει δηλώσει ότι το άνοιγμα των περιφερειακών επικοινωνιών αποτελεί σημαντική προϋπόθεση για την υπογραφή μιας συνολικής συνθήκης ειρήνης με την Αρμενία. Υπενθυμίζεται ότι μετά τους πολέμους του 2020 και του 2023 το Αζερμπαϊτζάν ανέκτησε πλήρως την περιοχή του Ναγκόρνο Καραμπάχ που κατά την μετασοβιετική εποχή ήλεγχαν οι Αρμένιοι αυτονομιστές και εξώθησε στην προσφυγιά το αρμενικό στοιχείο.
Ο Ντόναλντ Τραμπ μεσολάβησε σε μια συμφωνία στον Λευκό Οίκο τον Αύγουστο του 2025, καλώντας και τις δύο χώρες να αποκηρύξουν τις αξιώσεις τους σε εδάφη η μία της άλλης και να σταματήσουν τις στρατιωτικές δράσεις στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ.
Πριν από τη συνάντηση με τον Αλίγιεφ την Τρίτη, ο Βανς δήλωσε ότι το ζήτημα των Αρμενίων αυτονομιστών ηγετών που φυλακίζονται στο Αζερμπαϊτζάν με κατηγορίες για εγκλήματα πολέμου "σίγουρα θα προκύψει” κατά τη διάρκεια των συνομιλιών με τους ηγέτες του Αζερμπαϊτζάν.
Ο Βανς χρειάσθηκε πάντως να διαγράψει μια ανάρτησή του στο X στην οποία ανέφερε ότι αυτός και η σύζυγός του Ούσα, βρίσκονταν στο μνημείο Τσιτσερνακαμπέρντ για να τιμήσουν "τα θύματα της Γενοκτονίας των Αρμενίων του 1915". Τον Απρίλιο του 2021, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν αναγνώρισε επίσημα τη γενοκτονία των Αρμενίων.
Τη Δευτέρα, ο Βανς είχε συνομιλίες με τον πρωθυπουργό της Αρμενίας Νικόλ Πασινιάν στο Ερεβάν και συμφώνησαν να συνεργαστούν για την πολιτική πυρηνική ενέργεια, συμπεριλαμβανομένης μιας συμφωνίας που επιτρέπει 5 δισ. δολάρια (4,2 δισ. ευρώ) σε αρχικές εξαγωγές των ΗΠΑ προς την Αρμενία, συν επιπλέον 4 δισ. δολάρια σε μακροπρόθεσμες συμβάσεις καυσίμων και συντήρησης, δήλωσε ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ.
Η Αρμενία εξετάζει προτάσεις από διάφορες χώρες, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, της Ρωσίας, της Γαλλίας και της Κίνας, για την κατασκευή ενός νέου πυρηνικού αντιδραστήρα που θα αντικαταστήσει τον παλιό ρωσικής κατασκευής σταθμό παραγωγής ενέργειας. Η Αρμενία δεν έχει ακόμη επιλέξει εταίρο, αλλά η συμφωνία της Δευτέρας θεωρείται ότι αυξάνει τις πιθανότητες επιλογής ενός αμερικανικού έργου, κάτι που θα αποτελούσε πλήγμα για τη Ρωσία.
Η διείσδυση των ΗΠΑ στον Νότιο Καύκασο συνιστά κίνηση "έξωσης" της Ρωσίας από αυτή την πρώην σοβιετική περιφέρειά της, αλλά και περικύκλωσης του Ιράν. Επιπλέον, η TRIPP χρησιμεύει για τη βελτιστοποίηση της υλικοτεχνικής πρόσβασης στις πλούσιες σε πόρους τουρκογενείς, πρώην σοβιετικές δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας στην άλλη πλευρά της Κασπίας, η οποία παρουσιάζει ενδιαφέρον για τις ΗΠΑ λόγω των κρίσιμων ορυκτών της. Οι ΗΠΑ υπέγραψαν σχετικά Μνημόνια Συνεργασίας με το Καζακστάν και το Ουζμπεκιστάν τον περασμένο Νοέμβριο.
Ο Βανς πρότεινε τη δημιουργία ενός μπλοκ συναλλαγών κρίσιμων ορυκτών κατά τη διάρκεια της εναρκτήριας Υπουργικής Συνόδου για τα Κρίσιμα Ορυκτά, στην οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι περισσότερων από 50 χωρών, μία εβδομάδα πριν την καυκασιανή περιοδεία του.
Αλλά βέβαια, από όλα αυτά έχει τα μάλα να επωφεληθεί η Τουρκία. Αντικαθιστώντας τον σχεδιαζόμενο διάδρομο της Ρωσίας κατά μήκος της νότιας Αρμενίας με έναν στον οποίο οι ΗΠΑ θα έχουν πλειοψηφικό μερίδιο για τα επόμενα 49-99 χρόνια και εμποδίζοντας το Κρεμλίνο να παρακολουθεί την κυκλοφορία σε αυτόν, η Τουρκία μπορεί πλέον να βελτιστοποιήσει κρυφά την στρατιωτική της διείσδυση προς την Κεντρική Ασία. Τέσσερα από τα πέντε κράτη της έχουν επίσημη σχέση με τον "Οργανισμό Τουρκικών Κρατών" (OTS) υπό την ηγεσία της Τουρκίας, ενώ δύο από τα μέλη του. το Καζακστάν και το Κιργιστάν είναι επίσης αμυντικοί εταίροι της Ρωσίας.
Η OTS αναλαμβάνει ολοένα και περισσότερες ευθύνες ασφαλείας, κάτι που μπορεί να ερμηνευτεί ως μέσο αμφισβήτησης της επιρροής ασφαλείας της Ρωσίας κατά μήκος της ευάλωτης νότιας περιφέρειάς της. Για να γίνουν τα πράγματα ακόμη πιο ανησυχητικά από την οπτική γωνία του Κρεμλίνου, το Καζακστάν ανακοίνωσε τα σχέδιά του στα τέλη του περασμένου έτους για την παραγωγή βλημάτων προδιαγραφών ΝΑΤΟ.
Όπως και να 'χει, ενώ οι διπλωματικές διεργασίες για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία παραμένουν ανολοκλήρωτες, η αμερικανική στρατηγική άσκησης πίεσης στην Ρωσία αναπτύσσεται σε τρία μέτωπα: το δυτικό, με την επανεξοπλισμό της Ευρώπης, το νότιο, με την διείσδυση στον Καύκασο και το οικονομικό, με την συμφωνία ΗΠΑ-Ινδίας για περιορισμό των ινδικών αγορών ρωσικού πετρελαίου. Τελικό έπαθλο εμφανίζεται η Κεντρική Ασία, κρίσιμος κόμβος για τους κινεζικούς νέους δρόμους του μεταξιού.
How Trump’s ‘TRIPP’ triumph can advance US interests in the South Caucasus
US President Donald Trump and Armenian Prime Minister Nikol Pashinyan give a thumbs up at the White House on August 8, 2025. (REUTERS/Kevin Lamarque)
By Andrew D’Anieri and Joseph Epstein January 20, 2026 5:04 p.m. ET
WASHINGTON—A twenty-seven-mile stretch of land running through southern Armenia is poised to reshape the geopolitics of the South Caucasus. On January 13, US Secretary of State Marco Rubio and Armenian Minister of Foreign Affairs Ararat Mirzoyan announced a detailed framework to implement the Trump Route for International Peace and Prosperity (TRIPP). This US-brokered corridor, which promises to become a vital connectivity link between Europe and Asia, could go down as one of US President Donald Trump’s most impressive foreign policy achievements of his second term.
TRIPP’s connectivity potential
The idea for a US-brokered transport route in southern Armenia that would link the main part of Azerbaijan to Baku’s Nakhchivan exclave grew out of 2025 peace talks between the two countries coordinated by US officials. Azerbaijan wanted to implement a crucial element of its 2020 cease-fire agreement with Armenia—unfettered transport access to Nakhchivan. At the same time, Armenia sought to maintain control over its sovereign territory along the proposed twenty-seven-mile route across its land.
In stepped Trump and his team with a creative solution: a US-led consortium would construct and manage the route, in concert with Armenian authorities, that would in turn safeguard Azerbaijani access to Nakhchivan. At a summit at the White House this past August, Armenian Prime Minister Nikol Pashinyan, Azerbaijani President Ilham Aliyev, and Trump agreed to implement TRIPP with a view toward a comprehensive Armenia-Azerbaijan peace deal. This was a significant achievement: Armenia and Azerbaijan had clashed for more than thirty years, and they had fought a handful of wars in that time that killed tens of thousands.
But no details about how TRIPP would be built and managed were made public officially until this past week. In a joint statement, Rubio and Mirzoyan announced a new TRIPP Development Company (TDC) to construct the initial rail and road elements of the project, with the United States taking a 74 percent controlling stake for forty-nine years, which will revert to a 51 percent stake for the following fifty years. The agreement envisions the United States government providing upfront capital to develop the route and making a financial return via the TDC over the life of the project through transit fees and commercial opportunities along the route, in addition to construction contracts to US companies. Armenia will earn revenue based on its minority stake in the TDC, plus taxes and customs duties along TRIPP.
It’s an arrangement that should work well for both parties. The White House can tell Americans that they are getting an economic return for US diplomatic engagement in the South Caucasus and opening new opportunities for US companies. At the same time, Pashinyan can sell the agreement as a means of attracting high-quality Western infrastructure investment—something he had pursued through his Crossroads of Peace initiative—that can help position Armenia as a regional transport hub, all while maintaining control over Armenian territory.
TRIPP could provide spillover benefits to Washington, Yerevan, and the broader Caspian region, as well. The US government has been quietly supportive of the Middle Corridor, a multi-modal trade route that connects Central Asia to Turkey and Europe via the Caspian Sea and infrastructure chokepoints in Azerbaijan and Georgia. Washington and its European partners see the Middle Corridor as a way for overland trade with Asia to bypass Russia, including the potential export of critical minerals and rare earths from Central Asia. The South Caucasus and Central Asian countries seek prosperity through better integration with global markets. TRIPP provides another route across the Caucasus, increasing transport volume capacity as Azerbaijan and Kazakhstan work to build port capacity to meet trade demand.
The successful implementation of TRIPP would make it cheaper and faster to ship products and critical raw materials from Central Asia to Europe and beyond.
But cheaper, faster, better connectivity also carries some risks. The South Caucasus has at times swelled into a hotbed for sanctions evasion to both Russia and Iran, and possibly even evasion schemes between Moscow and Tehran. TRIPP can be a success as a regional trade route, but realizing its full potential relies on demand for trade between Europe and Asia. High transport costs along the Middle Corridor due to geopolitical instability or project economics—or an unforeseen increase in willingness to ship goods via Russia or Iran—could derail TRIPP’s prospects.
Pashinyan looks west
The finalization of TRIPP is not only an achievement of the Trump administration, but also a new peak of Pashinyan’s shift away from Russia. For thirty years, Armenia relied solely on Moscow for its security, leading to Russian domination of the country’s internal and foreign politics. When Russia failed to intervene during the 2020 Karabakh War, Pashinyan made a change. Understanding that a peace deal with Azerbaijan was the only way to remove Russian leverage and therefore achieve true independence, the Armenian prime minister staked his political future on such a deal. Simultaneously, he inked major defense deals with India, France, Greece, and Cyprus, among others.
But the United States is the only power capable of truly offering Armenia an exit ramp from Russian domination. By conducting peace negotiations under US auspices and placing US interests directly over TRIPP, Pashinyan and Aliyev have protected the most sensitive part of the deal with a US deterrent. But more than that, they tied the success of the peace process to closer relations with Washington. As Aliyev attested at the peace summit, “If any of us—Prime Minister Pashinyan or myself—had in mind to step back, we wouldn’t have come here.”
Yet Russia is not the only neighbor disturbed by a growing US presence in the South Caucasus. Iran has consistently called any change of the status quo to its northern border with Armenia a “red line.” In 2022, Tehran even staged large-scale military exercises on the Azerbaijani border when it thought Baku may try to take over the area by force. Recently, Ali Velayati, a senior advisor to Ayatollah Ali Khamenei, threatened to turn the South Caucasus into a “graveyard for the mercenaries of Donald Trump.” However, Iran is weaker than it has been in decades, and Pashinyan has taken advantage. As protests threaten the stability of the Iranian regime, Tehran weakly voiced concern that Washington could use TRIPP “within the framework of its security policy,” a far cry from red lines, graveyards, and military exercises.
Last month, Pashinyan sent Deputy Foreign Minister Vahan Kostanyan, responsible for TRIPP coordination with Washington, to Israel to discuss the corridor. Kostanyan’s visit showed that Pashinyan would not make the same mistake with Iran as it did with Russia, instead choosing to align with the US-backed regional order.
Such moves come at a key time. With parliamentary elections set for 2026, Pashinyan needs to show that his pursuit of peace and ties with the West have been successful. Already, there are some signs. Azerbaijan has begun to ship oil and gas to Armenia, driving fuel prices down by 15 percent. Meanwhile, incoming stability and regional integration with Azerbaijan and Turkey have the potential of transforming Armenia into a transit country and providing easy access to the European market.
Russia has organized against Pashinyan ahead of the elections in the way it knows best—information operations. Last month, Armenian outlet Civilnet reported a spike in fake news targeting Armenian authorities, often spreading through anonymous social media accounts and Russian-language Telegram channels. Moscow will almost certainly seek to expand these efforts ahead of the election.
Nonetheless, the coming implementation of the TRIPP route looks like a major success in the Trump administration’s commercially focused foreign policy, and it is a model of constructive partnership that the White House should use elsewhere around the world. The project promises openings for American companies to build a small but crucial link to knitting the Middle Corridor together, a boon for the United States, as well as its partners in the South Caucasus and Central Asia. Sidelining Russia and Iran in the process may also decrease their ability to exert economic pressure in the region, giving leaders such as Pashinyan and Aliyev a freer hand to exercise their sovereignty and pursue their countries’ best interests.
Στρατηγικής σημασίας εταίρο χαρακτήρισε την Τουρκία ο πρόεδρος της Σερβίας Αλεξάνταρ Βούτσιτς μετά τη συνάντηση που είχε στην Αγκυρα με τον Τούρκο ομόλογό του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Ο πρόεδρος της Σερβίας πραγματοποιεί μονοήμερη επίσκεψη στην Τουρκία.
Ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς εξήρε τον γεωπολιτικό ρόλο της Τουρκίας στην παγκόσμια σκηνή εκτιμώντας ότι «αποτελεί όχι μόνο περιφερειακή αλλά παγκόσμια δύναμη». Χαρακτήρισε ιδιαίτερα σημαντική την πρωτοβουλία του Ερντογάν για την αποκαλούμενη "Βαλκανική Πλατφόρμα Ειρήνης" και επιβεβαίωσε την συμμετοχή της Σερβίας.
Κατά τις συνομιλίες των δύο προέδρων εξετάστηκαν οικονομικά θέματα και διαπιστώθηκε ότι είναι εφικτός ο στόχος της αύξησης των εμπορικών συναλλαγών σε δύο χρόνια από τα 3 δισεκ. ευρώ που ανέρχονται σήμερα στα 5 δισεκ. ευρώ.
Συζητήθηκε επίσης και η στρατιωτική συνεργασία των δύο χωρών κυρίως στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας και της παραγωγής οπλικών συστημάτων.
Αγνωστο παραμένει αν στην ατζέντα της συνάντησης βρέθηκε και ο εξοπλισμός των ενόπλων δυνάμεων του Κοσόβου από την Τουρκία κάτι που πρόσφατα προκάλεσε τριγμούς στις σχέσεις των δύο χωρών. Τον Οκτώβριο του 2025 το Κόσοβο παρέλαβε τουρκικά ντρόουν και αντιαρματικούς πυραύλους, κάτι που εξόργισε τον Βούτσιτς ο οποίος, τότε, μίλησε για νεοοθωμανική συμπεριφορά. Σήμερα μετά τη συνάντησή του με τον Ερντογάν δήλωσε ότι «οι σχέσεις των δύο χωρών επανήλθαν στο σωστό δρόμο».
Ο Ταγίπ Ερντογάν ανακοίνωσε ότι τον ερχόμενο Μάιο θα επισκεφτεί στην Σερβία και εκτός από το Βελιγράδι θα μεταβεί και την επαρχία του Σαντάκ στη νότια Σερβία, όπου η πλειονότητα του πληθυσμού είναι Βόσνιοι-Μουσουλμάνοι.
[iEpikaira: Για να έχει κοντή μνήμη ο Σέρβος πρόεδρος ΕΔΩ δεν το νομίζουμε, άρα κάτι άλλο συμβαίνει με την Τουρκία!]
Η εταιρεία πετρελαίου της Τουρκίας επικράτησε στον πρόσφατο διεθνή διαγωνισμό που πραγματοποίησε η Λιβύη και θα πραγματοποιήσει έρευνες τόσο στην ξηρά όσο και στη θάλασσα
Η κρατική εταιρεία πετρελαίου της Τουρκίας (TPAO) εξασφάλισε τα δικαιώματα για έρευνες υδρογονανθράκων τόσο σε θαλάσσιες όσο και σε χερσαίες περιοχές της Λιβύης, όπως ανακοίνωσε την Πέμπτη ο Τούρκος υπουργός Ενέργειας και Φυσικών Πόρων, Αλπαρσλάν Μπαϊρακτάρ.
Ο Μπαϊρακτάρ ανακοίνωσε ότι η TPAO επικράτησε στον πρόσφατο διεθνή διαγωνισμό που πραγματοποίησε η Λιβύη.
Σύμφωνα με τον υπουργό, οι υπεράκτιες δραστηριότητες θα διεξαχθούν μέσω μίας κοινοπραξίας με την ισπανική Repsol και την ουγγρική MOL Group, με τις έρευνες να επικεντρώνονται σε μία έκταση περίπου 10.300 τετραγωνικών χιλιομέτρων ανοικτά των ακτών της Βεγγάζης.
Στο χερσαίο οικόπεδο, η TPAO θα συνεργαστεί με τη Repsol για έρευνες στη Σύρτη, μία από τις πιο πλούσιες περιοχές της Λιβύης σε υδρογονάνθρακες.
Σύμφωνα με τα τουρκικά δημοσιεύματα, η ανακοίνωση υπογραμμίζει τις προσπάθειες της Αγκυρας να διαφοροποιήσει το διεθνές ενεργειακό της χαρτοφυλάκιο και να ενισχύσει την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού της, επεκτείνοντας παράλληλα την παγκόσμια παρουσία της TPAO.
Η Λιβύη, η οποία διαθέτει τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στην Αφρική, έχει επιδιώξει να αναζωογονήσει τον ενεργειακό της τομέα ύστερα από χρόνια πολιτικής αστάθειας και συγκρούσεων που είχαν διακόψει την παραγωγή.
Με πράσινο χρώμα η Βόρεια Θαλάσσια Οδός που ξεκινά από τη ρωσική Απω Ανατολή και φτάνει έως τις σκανδιναβικές χώρες – Φωτ.: Shutterstock
Η δραστηριότητα του Πεκίνου στην περιοχή έχει ενταθεί τα τελευταία χρόνια με παρουσία σε καίριες ναυτιλιακές διαδρομές της περιοχής μέσω έργων υποδομής, εξορύξεων και έρευνας. Ο αναδυόμενος ανταγωνισμός με τις ΗΠΑ και τα όρια της συνεργασίας με τη Ρωσία
Το τελευταίο παγοθραυστικό που έστειλε η Κίνα στην Αρκτική εκλαμβάνεται από αναλυτές ως ένα σύμβολο των φιλοδοξιών του Πεκίνου στην ευρύτερη περιοχή, όπου η ένταση έχει ενισχυθεί τους τελευταίους μήνες λόγω των αξιώσεων του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ να προσαρτήσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες τη Γροιλανδία.
Το κρατικό Ινστιτούτο Ερευνών 708 της Κίνας, το οποίο σχεδίασε το συγκεκριμένο παγοθραυστικό, δήλωσε ότι το πλοίο, το οποίο είναι σε θέση να σπάει πάγο έως και 2,5 μέτρων σε πάχος, θα χρησιμοποιηθεί πολλαπλώς, από τη μεταφορά φορτίων έως τον τουρισμό.
Αναδυόμενος ανταγωνισμός για την Αρκτική
Αν και η Κίνα περιγράφει τα συμφέροντά της στην περιοχή σε όρους εμπορίου και έρευνας, πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι υπάρχει και μια πολιτικοστρατιωτική πτυχή στις κινήσεις αυτές, από την ίδρυση ερευνητικών βάσεων έως τη συνεργασία στον τομέα των ορυκτών και τις κοινές στρατιωτικές περιπολίες με τη Ρωσία.
«Η Κίνα θεωρεί την Αρκτική ως ένα νέο μέτωπο που είναι κρίσιμο για τον γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό ανταγωνισμό της με τις ΗΠΑ και με τη Δύση γενικότερα», δήλωσε η Χελένα Λεγκάρντα, επικεφαλής του προγράμματος για την ομάδα εξωτερικών σχέσεων στο Merics. «Το Πεκίνο θέλει να επεκτείνει την επιρροή, την παρουσία και την πρόσβασή του στην Αρκτική», πρόσθεσε.
Αυτές οι φιλοδοξίες του Πεκίνου έχουν εντείνει τις ανησυχίες των εμπειρογνωμόνων και των υπευθύνων χάραξης πολιτικής στις ΗΠΑ και σε άλλες δυτικές πρωτεύουσες, οι οποίοι προβλέπουν έναν αγώνα για την εξασφάλιση ταχύτερων και φθηνότερων θαλάσσιων διαδρομών και πλούσιων φυσικών πόρων, καθώς οι πάγοι λιώνουν.
Η Αρκτική προσφέρει αμέτρητες δυνατότητες για στρατιωτικές δραστηριότητες, από τον διαστημικό και δορυφορικό πόλεμο έως τη στρατηγική τοποθέτηση υποβρυχίων με πυρηνικά όπλα. Ως εκ τούτου, αυξάνεται και ο κίνδυνος οι εντάσεις στην περιοχή να μετατραπούν σε ξεκάθαρο ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων.
Πώς ενισχύεται η κινεζική παρουσία
Η Κίνα έχει φιλοδοξίες στην Αρκτική εδώ και δεκαετίες. Ωστόσο, η δραστηριότητά της έχει επιταχυνθεί τα τελευταία χρόνια, σε συνάρτηση με την αυξανόμενη οικονομική και γεωπολιτική επιρροή της.
Το Πεκίνο αγόρασε το πρώτο του παγοθραυστικό, Xue Long, από την Ουκρανία το 1993, πριν αρχίσει να αναπτύσσει τον δικό του εγχώριο στόλο. Το 2004, εγκαινίασε τον πρώτο μόνιμο ερευνητικό σταθμό του στην Αρκτική, στο αρχιπέλαγος Σβάλμπαρντ της Νορβηγίας, και στη συνέχεια έναν άλλο στην Ισλανδία το 2018.
Την ίδια χρονιά, το Πεκίνο παρουσίασε την πολιτική του για την Αρκτική, η οποία προβλέπει «έναν πολικό δρόμο του μεταξιού μέσω της ανάπτυξης των ναυτιλιακών διαδρομών στην Αρκτική». Η πολιτική αυτή προωθούσε την έρευνα και τις «υδρογραφικές μελέτες» της Κίνας στην περιοχή, οι οποίες, αποσκοπούσαν στη βελτίωση της «ασφάλειας και των υλικοτεχνικών δυνατοτήτων στην Αρκτική».
Η Κίνα χαρακτήρισε τον εαυτό της «κράτος κοντά στην Αρκτική» στο έγγραφο πολιτικής του 2018, προκαλώντας την έντονη αντίδραση του τότε υπουργού Εξωτερικών, Μάικ Πομπέο. «Υπάρχουν μόνο κράτη της Αρκτικής και κράτη που δεν ανήκουν στην Αρκτική», απάντησε ο Πομπέο.
Η προσέγγιση με τη Μόσχα
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, η Ευρώπη ήταν γενικά προτιμώμενος εταίρος της Κίνας στην Αρκτική. Ωστόσο, μετά την πανδημία και την εισβολή της Μόσχας στην Ουκρανία το 2022, η Ευρώπη άρχισε να «απομακρύνεται» από την Κίνα, με αποτέλεσμα το Πεκίνο να έρθει πιο κοντά στη Ρωσία.
Οι κύριες ναυτιλιακές διαδρομές μέσω Αρκτικής από την Ευρώπη προς την Κίνα διέρχονται σε ορισμένες περιπτώσεις από περιοχές που ανήκουν σε χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ, όπως ο Καναδάς και η Γροιλανδία. Ωστόσο, η Κίνα έχει δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη λεγόμενη Βόρεια Θαλάσσια Οδό, η οποία διέρχεται εξ ολοκλήρου από ρωσικά ύδατα.
Οι αρκτικές διαδρομές «μπορούν να μειώσουν τις αποστάσεις του ταξιδιού έως 40% σε σύγκριση με την παραδοσιακή διαδρομή της Διώρυγας του Σουέζ», δήλωσε ο Γιου Γιουν, ερευνητής του Ινστιτούτου Ερευνών 708, στην κρατική εφημερίδα China Daily.
Το Πεκίνο έχει επίσης επενδύσει σε έργα εξόρυξης, ενέργειας και υποδομών στο βόρειο τμήμα της Ρωσίας. Χαρακτηριστικό είναι το λιμάνι βαθέων υδάτων στο Αρχαγγέλσκ στη Λευκή Θάλασσα, το οποίο η Cosco, σύμφωνα με πληροφορίες, σχεδιάζει να χρησιμοποιήσει ως κύρια βάση της στην Αρκτική.
Τα όρια της συνεργασίας με τους Ρώσους
Ωστόσο, ορισμένοι πιστεύουν ότι ενώ η Ρωσία επιθυμεί να διευρύνει σε μεγάλο βαθμό τις οικονομικές σχέσεις με την Κίνα, η συνεργασία αυτή, ειδικά όσον αφορά την Αρκτική, έχει όρια.
«Η Ρωσία συνεργάζεται στενά με την Κίνα, αλλά υπάρχει αμφιβολία σχετικά με το αν θα της επιτρέψει να εισέλθει στην Αρκτική, καθώς [η Ρωσία] θέλει να είναι η ηγεμονική δύναμη», δήλωσε ο Τόρε Σάντβικ, υπουργός Αμυνας της Νορβηγίας.
Ενας ανώτερος αξιωματούχος των σκανδιναβικών χωρών δήλωσε ότι οι οκτώ αρκτικές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας, δεν επιθυμούν η Κίνα να αναλάβει οποιοδήποτε επίσημο ρόλο στην περιοχή. «Η Κίνα αυτοαποκαλείται σχεδόν αρκτική χώρα. Δεν θέλουμε μια μορφή διαχείρισης που να δίνει στην Κίνα δικαίωμα λόγου».
Ωστόσο, ο Τζέιμς Τσαρ, ειδικός σε θέματα Κίνας από το Rajaratnam School of International Studies στη Σιγκαπούρη, δήλωσε ότι η στρατηγική του Πεκίνου είναι να επιδιώξει μακροπρόθεσμη «οικοδόμηση παρουσίας» στην περιοχή, και όχι «απρόσκοπτη προβολή δύναμης».
Οι περισσότερες κινεζικές στρατιωτικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων των κοινών περιπολιών του ναυτικού και της αεροπορίας με τη Ρωσία, πραγματοποιήθηκαν κοντά στην Αλάσκα, περίπου 4.000 χιλιόμετρα μακριά από τη Γροιλανδία, σύμφωνα με τον Τζο Ινγκε Μπέκεβολτν, ανώτερο ερευνητή στο Νορβηγικό Ινστιτούτο Αμυντικών Σπουδών. «Μέχρι σήμερα δεν έχει καταγραφεί κανένα κινεζικό στρατιωτικό σκάφος να πλέει στον Αρκτικό Ωκεανό», δήλωσε ο Μπέκεβολντ.
Ο πρέσβης ε.τ. Γιώργος Αϋφαντής, σε μια πρώτη ανάλυση της συνάντησης στην Άγκυρα , Μητσοτάκη- Ερντογάν, στον 98.4 αναρωτιέται με εμφατικό τρόπο, αν οι κυβερνητικοί πανηγυρισμοί, περί εξασφάλισης συνέχειας του ήρεμου κλίματος, είναι απροϋπόθετη κατάσταση ή αν χορηγήθηκε από την Τουρκία, έναντι αναστολής άσκησης κυριαρχικών μας δικαιωμάτων.
Η ευφορία για ήρεμη περίοδο στο Αιγαίο για δουλειές στον τουρισμό ως αφήγημα, σημαίνει, όπως λέει, ότι μπορούμε τώρα να ποντίσουμε απρόσκοπτα καλώδιο ανατολικά της Κάσου ή πρέπει η Τουρκία να δώσει έγκριση; Μπορούμε να θωρακίσουμε περαιτέρω τα νησιά μας με δυνατότητες αποτροπής ή τίθεται θέμα αποστρατιωτικοποίησης για να άρει η Τουρκία το casus belli ;
Τερματίζεται η γαλάζια πατρίδα και το τουρκολιβυκό μνημόνιο ή όλα παραμένουν ως έχουν και εμείς απλά εξασφαλίσαμε παράταση του χρόνου ήρεμων νερών , αλλά με όρους ούτε καν πλέον διαπραγμάτευσης, αλλά διαχείρισης των δικαιωμάτων μας .
Ο κ. Αϋφαντής , μιλώντας επιπλέον για το Ιράν, θεωρεί δεδομένο ότι θα υπάρξει πολεμική ενέργεια με ανάμιξη των ΗΠΑ και υπό την πίεση του Ισραήλ, το πότε είναι μόνο ανοιχτό, αλλά η στόχευση δεν είναι η πτώση του καθεστώτος, αλλά η πολυδιάσπαση της χώρας.
Το κρίσιμο εδώ όμως είναι πως η αμετροέπεια του ισχυρού παίκτη, ίσως αποδειχτεί η πιο άβολη παγίδα εμπλοκής του με άμεσες συνέπειες.
Η συνάντηση των δύο ηγετών διήρκησε μιάμιση ώρα σε καλό κλίμα - Κυβερνητικές πηγές: «Υπήρξε ειλικρινής συζήτηση και τέθηκαν όλα τα ζητήματα που έχουν προκαλέσει διαφωνίες ανάμεσα στις δύο χώρες» -Υπεγράφησαν 7 διμερείς συμφωνίες
Υπεγράφησαν συμφωνίες για προώθηση επενδύσεων, ακτοπλοϊκή γραμμή, συνεργασία ΥΠΕΞ, προετοιμασία για σεισμούς, πολιτισμό και τεχνολογία.Σε πολύ καλό κλίμα, όπως αποτυπώθηκε και στις κοινές τους δηλώσεις, διεξήχθη στην Άγκυρα η συνάντηση Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος χαρακτήρισε «πολύ καλό φίλο» τον Έλληνα Πρωθυπουργό.
Οι δύο ηγέτες Ελλάδας και Τουρκίας εξέπεμψαν μήνυμα καλής συνεργασίας αλλά και προοπτικής στην επίλυση των διμερών προβλημάτων. Μάλιστα ο Τούρκος πρόεδρος διεμήνυσε ότι και οι δύο συμφωνούν πως τα προβλήματα δεν είναι άλυτα στη βάση του διεθνούς δικαίου. Από την πλευρά του, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανέλαβε ότι η μόνη διαφορά που μπορεί να αχθεί ενώπιον διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου - και μάλιστα επί τη βάση του διεθνούς δικαίου και συγκεκριμένα του δικαίου της θάλασσας - είναι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Επεσήμανε δε προς τον Τούρκο πρόεδρο την ανάγκη να αρθεί το casus belli.
Σύμφωνα με πληροφορίες από κυβερνητικές πηγές, κατά τη συνάντηση των δύο ηγετών που διήρκησε 1,5 ώρα, «υπήρξε ειλικρινής συζήτηση και τέθηκαν όλα τα ζητήματα που έχουν προκαλέσει διαφωνίες ανάμεσα στις δύο χώρες». Μητσοτάκης και Ερντογάν προχώρησαν σε επισκόπηση των διμερών σχέσεων και συμφώνησαν ότι η διατήρηση των ανοικτών διαύλων επικοινωνίας και η βελτίωση του κλίματος στις διμερείς σχέσεις είναι προς όφελος των δύο χωρών και της σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή. Συζητήθηκαν ακόμη διεθνή και περιφερειακά ζητήματα με έμφαση στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή.
Στις δηλώσεις τους αμέσως μετά το τετ α τετ ο Ταγίπ Ερντογάν σημείωσε μεταξύ άλλων σε σχέση με τις διαφορές σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο: «Εμείς υποστηρίζουμε ότι τα ζητήματα δεν είναι άλυτα στη βάση του διεθνούς δικαίου. Με ικανοποίηση διαπίστωσα ότι συμφωνούμε με τον φίλο μου Κυριάκο σε αυτό το θέμα» σημείωσε. Μάλιστα, πρόσθεσε: «Πιστεύουμε ότι από το 2023 και μετά θα σημειωθεί πρόοδος και στην επίλυση των αλληλένδετων προβλημάτων στο Αιγαίο».
Από την πλευρά του ο Έλληνας πρωθυπουργός τόνισε ότι Αθήνα και Άγκυρα πρέπει να συνομιλούν με ειλικρίνεια: «Ακόμη και όταν διαφωνούμε σημαντικό να μην οδηγούμαστε σε κρίσεις και εντάσεις» τόνισε. Σε σχέση με τις διαφορές ο κ. Μητσοτάκης επεσήμανε ενώπιον του Τούρκου προέδρου: «Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν σημαντικές διαφωνίες. Η ελληνική θέση παραμένει σταθερή ότι η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ στο Αιγαίο και στην Αν. Μεσόγειο είναι η μόνη διαφορά που θα μπορούσε να οδηγηθεί ενώπιον ενός διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου με βάση το διεθνές δίκαιο και ειδικότερα το δίκαιο της θάλασσας». Ταυτόχρονα διεμήνυσε ότι εύχεται ειλικρινά «οι συνθήκες θα επιτρέψουν μια εξέλιξη προς αυτή την κατεύθυνση» συμμεριζόμενος την αισιοδοξία Ερντογάν για να προσθέσει απευθυνόμενος στον Τούρκο πρόεδρο: «Είναι καιρός να αρθεί πια κάθε απειλή, τυπική και ουσιαστική, στις μεταξύ μας σχέσεις -αν όχι τώρα πότε;». Ο κ. Μητσοτάκης επεσήμανε ακόμη ότι «δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη γεωγραφία μπορούμε όμως να την κάνουμε σύμμαχο», επανέλαβε ότι οι Έλληνες μουσουλμάνοι ζουν αρμονικά στη Θράκη και κάλεσε τον Ερντογάν θα επισκεφθεί την Ελλάδα στην επόμενη σύνοδο του Ανώτατου Συμβούλιο Συνεργασίας.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός αναφερόμενος στο Κυπριακό, επανέλαβε την πάγια θέση της Αθήνας τονίζοντας πως οι πρωτοβουλίες του γ.γ. του ΟΗΕ «δημιουργούν ένα παράθυρο ευκαιρίας ώστε να επανεκκινήσει ένας ουσιαστικός διάλογος από εκεί που διεκόπη το 2017, σε μία διαδικασία η οποία, βεβαίως, πρέπει να κινείται πάντα στο πλαίσιο των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας».
Εξίσου σαφές μήνυμα έστειλε για τις μειονότητες σε Ελλάδα και Τουρκία. «Ξέρετε καλά, κ. Πρόεδρε, το έχουμε συζητήσει πολλές φορές, ότι το καθεστώς τους προσδιορίζεται με απόλυτη σαφήνεια από τη Συνθήκη της Λωζάνης, η οποία προβλέπει ρητά ότι η μειονότητα στη Θράκη είναι θρησκευτική, αποκλείοντας κάθε άλλη παρερμηνεία» τόνισε ο Κυριάκος Μητσοτάκης
Μετά το τέλος των δηλώσεων Μητσοτάκη - Ερντογάν, υπήρξε και η κοινή δήλωση, στην οποία Ελλάδα και Τουρκία αναφέρουν πως στόχος είναι η αύξηση του διμερούς εμπορικού όγκου στα 10 δισ. δολάρια έως το τέλος της δεκαετίας. (Διαβάστε αναλυτικά εδώ)
Οι συμφωνίες που υπεγράφησαν μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας αφορούν: Προώθηση επενδύσεων, ακτοπλοϊκή γραμμή Θεσσαλονίκης-Σμύρνης, συνεργασία των ΥΠΕΞ στο πλαίσιο του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας Ευξείνου Πόντου, προετοιμασία για τους σεισμούς, συνεργασία στον πολιτισμό, αλλά και σε θέματα τεχνολογίας. (Διαβάστε αναλυτικά εδώ)
Αναλυτικά οι δηλώσεις του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη μετά τη συνάντησή του με τον Πρόεδρο της Τουρκίας Recep Tayyip Erdoğan στο πλαίσιο της συνεδρίασης του 6ου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας - Τουρκίας, στην Άγκυρα
«Αξιότιμε κ. Πρόεδρε, θα ήθελα καταρχάς, εκ μέρους και της ελληνικής αντιπροσωπείας, να σας ευχαριστήσω για την πολύ θερμή υποδοχή και την -όπως πάντα όταν επισκέπτομαι τη χώρα σας- άψογη φιλοξενία.
Η παρουσία μας εδώ στην Άγκυρα, στην 6η Σύνοδο του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας, σηματοδοτεί, νομίζω, την ίδια τη σημασία του γεγονότος, επιβεβαιώνοντας πριν από όλα, όπως είπατε, την αξία που έχουν ο διάλογος αλλά και οι σχέσεις καλής γειτονίας, ιδίως σε ένα ρευστό και συνεχώς μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον.
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης με τον Τούρκο πρόεδρο Ερντογάν και τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, που παρέστη στο επίσημο δείπνο, καλεσμένος από την τουρκική προεδρία
Με τον Πρόεδρο Erdoğan είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε έναν αναλυτικό συνολικό απολογισμό των διμερών μας σχέσεων τα τελευταία δύο και κάτι χρόνια, καθώς το 2023 κάναμε μια στρατηγική επιλογή να εντάξουμε τις επαφές μας σε μια δομημένη προσέγγιση τριών πυλώνων: τον πολιτικό διάλογο, τη θετική ατζέντα, η οποία αποτυπώθηκε και στις σημερινές μας συνομιλίες, και τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης.
Μέσα από αυτή τη διαδικασία πράγματι αποκαταστήσαμε ένα σαφές πλέγμα συναντήσεων και ανοικτών διαύλων επικοινωνίας προς όφελος των δύο λαών.
Χαλαρή συζήτηση ανάμεσα στους κ.κ. Μητσοτάκη, Ερντογάν και τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο και ένα κόκκινο κομπολόι στο επίκεντρο
Ενώ με μέριμνα του Υπουργείου Εξωτερικών καθιερώσαμε ένα νέο υπόδειγμα άμεσης συνεργασίας, με στόχο μια αμοιβαία επωφελή, αλλά πρωτίστως μια λειτουργική σχέση.
Ως γειτονικές χώρες, άλλωστε, κ. Πρόεδρε, Ελλάδα και Τουρκία, Τουρκία και Ελλάδα, καλούμαστε να διαχειριζόμαστε τα προβλήματά μας με ψυχραιμία και με υπευθυνότητα, μιλώντας με ειλικρίνεια και έχοντας πάντα σταθερή αναφορά το Διεθνές Δίκαιο.
Ακόμα και όταν διαφωνούμε, είναι σημαντικό να μην οδηγούμαστε σε κρίσεις και σε εντάσεις. Και θέλω να επαναλάβω ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα ειρηνική, είμαστε πάντα προσηλωμένοι στον διάλογο, ο οποίος θα πρέπει να διεξάγεται με καλή πίστη και αμοιβαίο σεβασμό.
Είναι αλήθεια ότι η προσπάθεια αυτή έχει ήδη αποδώσει, αποτρέποντας εντάσεις που στο παρελθόν δοκίμασαν τις σχέσεις μας. Πριν από λίγες εβδομάδες, μάλιστα, πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα νέος γύρος του πολιτικού διαλόγου και θετικής ατζέντας, με εξαιρετικά ενθαρρυντικά αποτελέσματα.
Παράλληλα, οριστικοποιήθηκαν και οι ετήσιες δράσεις στα πλαίσια των μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης, ενώ σήμερα, παρουσία πολλών Υπουργών μας, συμφωνήσαμε σε μία σειρά από νέες κοινές πρωτοβουλίες που διευρύνουν το πεδίο της διμερούς συνεργασίας.
Θα έλεγα ότι είναι ιδιαίτερα επιτυχημένη η συνεργασία μας σχετικά με το πρόγραμμα προσωρινής έκδοσης θεωρήσεων βραχείας διαμονής για Τούρκους επισκέπτες και τις οικογένειές τους σε 12 νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Μόλις τον τελευταίο χρόνο εκατοντάδες χιλιάδες φίλοι Τούρκοι ταξίδεψαν στα ελληνικά νησιά και έτσι φέρνουμε και τους λαούς μας πιο κοντά. Συμφωνήσαμε, μάλιστα, η Ελλάδα να ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την ανανέωση του προγράμματος.
Αναφερθήκατε κ. Πρόεδρε -το συζητήσαμε και στο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας- στην πάρα πολύ καλή συνεργασία που έχουμε στο ζήτημα του μεταναστευτικού.
Οι ροές στο Ανατολικό Αιγαίο έχουν μειωθεί, μόλις τον τελευταίο χρόνο, κατά σχεδόν 60%. Είναι το αποτέλεσμα της συστηματικής φύλαξης των χερσαίων και των θαλασσίων συνόρων αλλά και του βελτιωμένου συντονισμού μεταξύ των δύο χωρών. Είναι κάτι που μπορεί και πρέπει να ενισχυθεί περαιτέρω, όπως μας υπενθύμισε το πρόσφατο τραγικό περιστατικό στα ανοιχτά της Χίου. Η καταπολέμηση των απάνθρωπων δικτύων των διακινητών οφείλει να είναι σταθερός, διαχρονικός στόχος των δύο κρατών μας.
Σταθερός στόχος πρέπει να είναι και η διεύρυνση της συμπόρευσης σε άλλα πεδία, όπως είναι το διμερές εμπόριο. Έχουμε θέσει έναν φιλόδοξο στόχο, να φτάσουμε τα 10 δισεκατομμύρια δολάρια στο διμερές μας εμπόριο. Δεν είναι τυχαίο, μάλιστα, ότι η Ελλάδα αναβαθμίζει τις υποδομές των συνοριακών της σταθμών τόσο στις Καστανιές όσο και στους Κήπους.
Προοπτικές έχουν ακόμα οι παράλληλες επενδύσεις. Γίνονται σήμερα σημαντικές επενδύσεις από ελληνικές εταιρείες στην Τουρκία, σημαντικές επενδύσεις από τουρκικές εταιρείες στην Ελλάδα.
Και βέβαια, να τονίσω και τη μεγάλη σημασία που αποδίδω στις δράσεις της πολιτικής προστασίας, όχι μόνο γιατί αφορούν την αντιμετώπιση κοινών κινδύνων από την κλιματική κρίση, αλλά γιατί πιστεύω, κ. Πρόεδρε, ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν και ένα μοντέλο γενικότερης περιφερειακής συνεργασίας.
Όλα τα παραπάνω αποτελούν, αναμφίβολα, επιτεύγματα και βήματα προόδου. Δεν ήταν καθόλου αυτονόητα, ούτε δεδομένα. Αντίθετα, προέκυψαν χάρη στην πολιτική βούληση και στη συστηματική προσπάθεια των δύο πλευρών, αναδεικνύοντας στην πράξη ότι ναι, μπορούμε να διατηρούμε ένα λειτουργικό πλαίσιο διμερούς συνεργασίας, ταυτόχρονα όμως να συμβάλλουμε από κοινού στη σταθερότητα μιας ευρύτερης περιοχής, που δοκιμάζεται από πολλαπλές κρίσεις.
Γνωρίζουμε, βεβαίως, ότι υπάρχουν σημαντικές διαφωνίες, με την ελληνική θέση να παραμένει σταθερή: ότι η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών -υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης-, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, να αποτελεί τη μόνη διαφορά η οποία θα μπορούσε να οδηγηθεί ενώπιον ενός διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου, με βάση το Διεθνές Δίκαιο και ειδικότερα το Δίκαιο της Θάλασσας.
Εύχομαι ειλικρινά, κ. Πρόεδρε, να συμμεριστώ και τη δική σας αισιοδοξία, ότι οι συνθήκες θα επιτρέψουν μια εξέλιξη προς αυτή την κατεύθυνση.
Γι’ αυτό και πιστεύω, κ. Πρόεδρε ότι, στο ίδιο πνεύμα με τη θετική εμπειρία η οποία έχει μεσολαβήσει, είναι καιρός πια να αρθεί κάθε απειλή, τυπική και ουσιαστική, στις μεταξύ μας σχέσεις. Αν όχι τώρα, πότε;
Με τον Πρόεδρο συζητήσαμε επίσης και τις εξελίξεις στο Κυπριακό, όπου η ελληνική θέση παραμένει σαφής. Οι πρωτοβουλίες του Γενικού Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών δημιουργούν ένα παράθυρο ευκαιρίας ώστε να επανεκκινήσει ένας ουσιαστικός διάλογος από εκεί που διεκόπη το 2017, σε μία διαδικασία η οποία, βεβαίως, πρέπει να κινείται πάντα στο πλαίσιο των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Το ίδιο καθαρή είναι και η οπτική μας για τις μειονότητες στα δύο κράτη. Ξέρετε καλά, κ. Πρόεδρε, το έχουμε συζητήσει πολλές φορές, ότι το καθεστώς τους προσδιορίζεται με απόλυτη σαφήνεια από τη Συνθήκη της Λωζάνης, η οποία προβλέπει ρητά ότι η μειονότητα στη Θράκη είναι θρησκευτική, αποκλείοντας κάθε άλλη παρερμηνεία.
Αλλά θα ξαναπώ αυτό το οποίο είχα πει πριν από δύο χρόνια: Έλληνες μουσουλμάνοι της Θράκης ζουν αρμονικά με χριστιανούς συμπολίτες μας, βάσει των αρχών της ισονομίας και της ισοπολιτείας.
Ενώ παράλληλα και στην Τουρκία, στην Κωνσταντινούπολη πρωτίστως, η ελληνική μειονότητα, παρά δυστυχώς τη μεγάλη της συρρίκνωση, εξακολουθεί να εμπλουτίζει την κοινωνική και πολιτιστική ζωή της Τουρκίας.
Ας εργαστούμε, λοιπόν, για το πώς αυτές οι δύο μειονότητες μπορούν πράγματι να γίνουν «γέφυρες» φιλίας και αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ των λαών μας.
Τέλος, μας απασχόλησαν και οι εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή αλλά και διεθνώς, όπου εστίες έντασης πυκνώνουν, καθιστώντας αναγκαία όσο ποτέ τη διπλωματία, τον διάλογο, τον σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο.
Προσβλέπουμε στο τέλος του πολέμου στην Ουκρανία με σεβασμό στην κυριαρχία της και βέβαια προσβλέπουμε, και σε αυτό συμφωνούμε απόλυτα με τον κ. Πρόεδρο, στην εκκίνηση της δεύτερης φάσης του ειρηνευτικού σχεδίου για τη Γάζα, με στόχο τη σταθερότητα και την ασφάλεια στη Μέση Ανατολή.
Θα το επαναλάβω και εδώ από την Άγκυρα, η Ελλάδα υποστηρίζει σταθερά τη λύση των δύο κρατών ως τη μόνη ρεαλιστική λύση για μία μόνιμη ειρήνη στην περιοχή.
Τασσόμαστε υπέρ της μεταρρύθμισης της Παλαιστινιακής Αρχής, ώστε να αναλάβει ουσιαστικά τη διοίκηση της Γάζας και της Δυτικής Όχθης. Όμως, αναγκαία προϋπόθεση θεωρούμε τον πλήρη αφοπλισμό της Χαμάς και την εξάλειψη της τρομοκρατίας, γιατί και το Ισραήλ έχει το δικαίωμα να ζει με ασφάλεια.
Αλλά θέλω και με την ευκαιρία αυτή να εκφράσω την κατηγορηματική μας αντίθεση σε οποιοδήποτε σχέδιο μπορεί να οδηγήσει σε μία ενδεχόμενη προσάρτηση της Δυτικής Όχθης από το Ισραήλ.
Καταδικαστέα, επίσης, είναι η επέκταση εποικισμών που δημιουργεί ουσιαστικά μια πραγματικότητα στο πεδίο που καθιστά τη δημιουργία του παλαιστινιακού κράτους ακόμα πιο σύνθετη άσκηση.
Η Ελλάδα, κ. Πρόεδρε, είναι μία δύναμη ειρήνης. Θέλουμε ειλικρινείς σχέσεις με όλους τους γείτονές μας και θέλουμε, όπου μπορούμε, να πετύχουμε μία συνεργασία η οποία θα μας βοηθήσει να εμπεδώσουμε την περιφερειακή σταθερότητα.
Αναφερθήκατε στις μεγάλες προκλήσεις της Συρίας. Είναι ένα πεδίο όπου μπορούμε η Ελλάδα και η Τουρκία να δουλέψουμε από κοινού και για να υπάρξει πολιτική σταθερότητα, με σεβασμό στα δικαιώματα και απόλυτη προστασία των θρησκευτικών μειονοτήτων, αλλά -γιατί όχι;- όπως συζητήσαμε και με τους Υπουργούς Οικονομικών, να συντονιστούμε και να εργαστούμε και σε προσπάθειες οι οποίες έχουν να κάνουν με την ανοικοδόμηση της Συρίας.
Θα είναι προς αμοιβαίο όφελος Ελλάδας και Τουρκίας μια σταθερή Συρία, η οποία θα επιτρέψει και στους πρόσφυγες, τους πολλούς που βρίσκονται στην Τουρκία και τους πολλούς που βρίσκονται στην Ελλάδα, να επιστρέψουν επιτέλους στην πατρίδα τους.
Κλείνω, κ. Πρόεδρε, αγαπητέ Tayyip, με τη σκέψη ότι η μοίρα μας όρισε να ζούμε στην ίδια γειτονιά. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη γεωγραφία, μπορούμε όμως να την κάνουμε σύμμαχο, επιλέγοντας τη σύγκλιση, τον διάλογο και την πίστη στο Διεθνές Δίκαιο. Ώστε με αίσθημα ευθύνης να χτίσουμε ένα αύριο ειρήνης, προόδου και ευημερίας για τις χώρες μας, να τιμήσουμε την παρακαταθήκη του Ελευθερίου Βενιζέλου και του Kemal Atatürk. [iEpikaira: Περισσότερα για την παρακαταθήκη Βενιζέλου και το "όραμα Μητσοτάκη" ΕΔΩ!]
Κλείνω ευχαριστώντας και πάλι για την άριστη διοργάνωση αυτής της Συνόδου, για τη γόνιμη συζήτηση που είχαμε, για τη ζεστή φιλοξενία προς την ελληνική αντιπροσωπεία και προσβλέπω στη συνέχιση της συνεργασίας μας.
Και θα χαρώ, κ. Πρόεδρε, να σας υποδεχθώ μαζί με τους συνεργάτες σας, τους Υπουργούς σας, στην Ελλάδα για την επόμενη Σύνοδο του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας.
Σας ευχαριστώ.
Πηγή: protothema.gr δημοσιεύτηκε υπό τον τίτλο "Μητσοτάκης σε Ερντογάν: Η μόνη διαφορά μας είναι ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, καιρός να αρθεί κάθε απειλή από την Τουρκία"
Τα επτά κείμενα που υπέγραψαν Ελλάδα – Τουρκία
1.Κοινή Δήλωση ανάμεσα στην Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Τουρκίας
2.Μνημόνιο Κατανόησης για τη συνεργασία στον τομέα του Πολιτισμού
3.Κοινή Δήλωση για τη Συνεργασία των υπουργείων Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας στο πλαίσιο του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας Ευξείνου Πόντου
4.Κοινή Δήλωση για τη συνεργασία ανάμεσα στο ‘’Enterprise Greece’’ και το «Invest in Turkiye»
5.Κοινή Δήλωση για την έναρξη του προγράμματος διμερούς συνεργασίας στην έρευνα και την τεχνολογία
6.Κοινή Δήλωση για την ενίσχυση της διμερούς συνεργασίας στον τομέα της ετοιμότητας έναντι σεισμών
7.Koινή Δήλωση για τη δρομολόγηση ακτοπλοϊκής σύνδεσης ανάμεσα στα λιμάνια της Θεσσαλονίκης και της Σμύρνης
[iEpikaira: Σχετικά με το "Enterprise Greece" και την συγκεκαλυμμένη φόρμουλα συνδιαχείρισης του Αιγαίου περισσότερα ΕΔΩ καιΕΔΩ! Πέραν τούτου, όταν στις κοινές δηλώσεις ακούγονται ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή και η κατάσταση στη Γάζα, τότε ξέρεις ότι η συνάντηση δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια τρύπα στο νερό. Αυτά που παραμένουν στο τραπέζι είναι το "όραμα Μητσοτάκη" ΕΔΩκαι οι μεθοδεύσεις συνδιαχείρισης ως δέλεαρ για την Άγκυρα. Το θέατρο στην Άγκυρα τελείωσε... Τα υπόλοιπα οσονούπω επί του πεδίου!]
Με αισθήματα βαθιάς κατάνυξης και πνευματικής χαράς, η Ορθόδοξη Εκκλησία υποδέχεται την επίσημη αναγνώριση δύο νέων Αγίων.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, υπό την προεδρία της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, σύμφωνα με πληροφορίες της Romfea.gr, προχώρησε στην Αγιοκατάταξη του Οσίου Τύχωνος του Ρώσου και του Οσίου Χατζηγιώργη του Αθωνίτου, επικυρώνοντας στη συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας αυτό που οι πιστοί βίωναν εδώ και δεκαετίες.
Δύο Φάροι του Αγίου Όρους
Η απόφαση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια τυπική διοικητική πράξη, αλλά μια ομολογία της ζωντανής παρουσίας του Αγίου Πνεύματος στον σύγχρονο κόσμο.
• Ο Όσιος Τύχων (1884-1968): Ο ασκητής της Καψάλας, που υπήρξε ο πνευματικός οδηγός του Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου, υπήρξε το υπόδειγμα της απόλυτης ακτημοσύνης και της αδιάλειπτης προσευχής.
Η ζωή του ήταν μια διαρκής Θεία Λειτουργία.
• Ο Όσιος Χατζηγιώργης (1809-1886): Μια από τις επιβλητικότερες μορφές του 19ου αιώνα στο Άγιο Όρος.
Η αυστηρότητα της ασκήσεώς του και η πνευματική του ακτινοβολία δημιούργησαν μια ολόκληρη γενιά μοναχών που βάδισαν στα ίχνη της πατερικής παράδοσης.
Η Σημασία για τον Σύγχρονο Κόσμο
Σε μια εποχή πνευματικής σύγχυσης και αναζήτησης, η ανάδειξη των δύο αυτών Αγίων υπενθυμίζει πως η οδός της ταπείνωσης και της αγάπης παραμένει ανοιχτή και επίκαιρη.
Οι Άγιοι δεν ανήκουν στο παρελθόν· είναι οι δικοί μας άνθρωποι, οι μεσίτες μας, που «ακοίμητοι» πρεσβεύουν για την ειρήνη του σύμπαντος κόσμου.
Η Τουρκία θα εξέταζε το ενδεχόμενο να συμμετάσχει σε μια κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών στην περιοχή, λόγω των ανησυχιών για τις φιλοδοξίες του Ιράν, δήλωσε ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν το βράδυ της Δευτέρας.
Η Άγκυρα δεν επιθυμεί να διαταράξει την εύθραυστη ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή, η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει πυρηνικό ανταγωνισμό, είπε ο Φιντάν σε συνέντευξή του στο CNN Turk. Ωστόσο, "ίσως αναγκαστούμε να συμμετάσχουμε στον ίδιο αγώνα", πρόσθεσε, απαντώντας στο ερώτημα αν η Τουρκία θεωρεί την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων από το Ιράν ως απειλή.
Οι δηλώσεις του Φιντάν έρχονται καθώς οι ΗΠΑ προσπαθούν να αποτρέψουν το Ιράν από την ανάπτυξη πυρηνικής ικανότητας για την κατασκευή όπλων. Η Άγκυρα έχει κατηγορήσει το Ισραήλ ότι διαθέτει τέτοιο οπλοστάσιο και ισχυρίζεται ότι αυτό υπονομεύει την περιφερειακή σταθερότητα - μια κατηγορία που το Ισραήλ δεν επιβεβαιώνει, ούτε διαψεύδει.
Η ανάπτυξη πυρηνικών όπλων "πρέπει να εξεταστεί στο ευρύτερο πλαίσιο", είπε ο Φιντάν, χαρακτηρίζοντάς την "στρατηγικό ζήτημα υψηλού επιπέδου". Η χώρα του δεν διαθέτει πρόγραμμα πυρηνικών όπλων και είναι συμβαλλόμενο μέρος της Συνθήκης μη διάδοσης των πυρηνικών. Αυτή τη στιγμή κατασκευάζει το πρώτο από τα τρία πυρηνικά εργοστάσια παραγωγής ενέργειας.
Σύμφωνα με το Bloomberg, η Τουρκία φιλοξενεί δεκάδες αμερικανικά πυρηνικά όπλα στην αεροπορική βάση Incirlik, περίπου 70 μίλια από τα σύνορα με τη Συρία, αν και δεν της έχει επιτραπεί να τα μεταφέρει ή να τα χρησιμοποιήσει.
Αναφερόμενος στις συνομιλίες μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν που πραγματοποιήθηκαν την Παρασκευή στο Ομάν και πρόκειται να συνεχιστούν αυτή την εβδομάδα, ο Φιντάν εκτίμησε ότι οι αεροπορικές επιδρομές "δεν θα οδηγήσουν σε αλλαγή καθεστώτος" στην Τεχεράνη και πρόσθεσε ότι η Μέση Ανατολή δεν μπορεί να αντέξει έναν άλλο πόλεμο.
"Δεν κατασκευάζουν ατομική βόμβα", δήλωσε ο Φιντάν για το Ιράν. Προέβλεψε ότι οι αμφιβολίες σχετικά με την προθυμία της Ουάσιγκτον να εκπληρώσει τις δεσμεύσεις της για την ασφάλεια των συμμάχων της θα μπορούσαν να προκαλέσουν μια μελλοντική κούρσα πυρηνικών όπλων σε όλη την Ασία και την Ευρώπη.
Υπάρχει κάτι «ακατανόητο» στην επίσκεψη – αστραπή (θα καθίσει όσες λιγότερες ώρες μπορέσει) του πρωθυπουργού στην Άγκυρα και τη συνάντησή του με τον Ερντογάν, που έχει πλέον «κλειδώσει» για τις 11 του μηνός, την Τετάρτη.
Είναι, για την κοινή λογική, ακατανόητο ένα ελληνοτουρκικό συμβούλιο κορυφής (γι’ αυτό πάει στην Άγκυρα με μια ντουζίνα υπουργούς ο Μητσοτάκης), που είχε αναβληθεί αμέτρητες φορές τα τελευταία δύο χρόνια, να επιστρέφει τελικά όχι επειδή ωρίμασαν οι συνθήκες, αλλά επειδή σταθεροποιήθηκε η ανισορροπία.
Η επικείμενη ελληνοτουρκική σύναξη κορυφής δεν είναι συνάντηση επανεκκίνησης, ούτε καν διαλόγου. Πρόκειται για συνάντηση διαχείρισης του (αλλοιωμένου) καθεστώτος του Αιγαίου. Και εδώ βρίσκεται το πρώτο κρίσιμο ερώτημα: Σε ποιο πλαίσιο θα γίνει αυτή η συνάντηση;
-Ως δύο χωρών με σαφή σύνορα, αδιαπραγμάτευτα δικαιώματα και ξεκάθαρη γραμμή διεθνούς δικαίου;
-Ή ως δύο διαχειριστών ενός «κοινού προβλήματος», που πρέπει απλώς να παραμένει εντός ορίων, χωρίς κρίσεις, χωρίς εντάσεις, χωρίς «ατυχήματα»;
Αν ισχύει το δεύτερο – και όλα δείχνουν ότι αυτό ισχύει –, τότε το παιχνίδι έχει ήδη χαθεί, επί της αρχής για την Ελλάδα. Γιατί όταν μια χώρα δεν αποφασίζει για τον χώρο της, αλλά τον (συν)διαχειρίζεται, έχει ήδη αποδεχθεί ότι δεν της ανήκει αποκλειστικά.
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο της επικείμενης συνάντησης δεν είναι το περιεχόμενό της. Είναι η γλώσσα με την οποία περιγράφεται: «να διατηρηθεί το θετικό κλίμα», «να αποφευχθούν οι εντάσεις», «να συνεχιστεί ο διάλογος». Καμία αναφορά σε σύνορα. Καμία αναφορά σε κυριαρχία. Καμία αναφορά σε δικαιώματα. Μόνο αναφορές στην (πολιτική) θερμοκρασία.
Η επιτυχία, λοιπόν, δεν αποτιμάται με βάση την εξασφάλιση στο τραπέζι του διαλόγου του σεβασμού των δικαιωμάτων (κυριαρχίας) της χώρας, γιατί κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Οι ελληνικές κυβερνήσεις (και η παρούσα) μιλούν με την Τουρκία για να ακούν τις τουρκικές αμφισβητήσεις της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας με λόγια (δηλώσεις) και πράξεις (NAVTEX, παραβιάσεις – παραβάσεις εθνικού εναέριου και θαλάσσιου χώρου, γκρίζες ζώνες κ.λπ.).
Δεδομένων των τουρκικών ξεκάθαρων επιδιώξεων, αν και όσο δεν υπάρχει θερμή ελληνοτουρκική κρίση, η πολιτική του κατευνασμού που ακολουθούν οι ελληνικές κυβερνήσεις θεωρείται «επιτυχία». Αν δεν υπάρξει επεισόδιο, ονομάζεται «πρόοδος». Αν δεν «χαλάσει το κλίμα», ονομάζεται «στρατηγική». Αυτό όμως δεν είναι διπλωματία. Είναι διαχείριση φθοράς.
Τι ακριβώς έχουν να συζητήσουν;
Με δεδομένη τη σημερινή τουρκική στάση, το ερώτημα δεν είναι τι θα βάλουν στο τραπέζι οι δύο ηγέτες. Το ερώτημα είναι τι μπορεί να μείνει εκτός τραπεζιού. Γιατί σχεδόν όλα όσα θεωρούνταν κάποτε «κόκκινες γραμμές» της ελληνικής πλευράς, έχουν ήδη μετατραπεί σε τουρκικές θέσεις εργασία:
-NAVTEX διαρκείας (για πάντα) σε περιοχές ελληνικής ευθύνης. Χάρτες που εμφανίζουν τον 25ο μεσημβρινό ως άτυπη γραμμή διαχωρισμού (εξαφανίζοντας τα δικαιώματα/ύπαρξη των ελληνικών νησιών στα μικρασιατικά παράλια) του Αιγαίου.
-Ρητή αμφισβήτηση κυριαρχίας σε βραχονησίδες και νησιά, κάποια μάλιστα κατοικημένα, τα οποία έχουν παρουσιαστεί εγγράφως σε διάφορες ευκαιρίες από τις τουρκικές αρχές.
Η ατζέντα
Δεδομένων τούτων, το ποιο ακριβώς θα είναι το περιεχόμενο ενός ελληνοτουρκικού διαλόγου (που συνεχίζεται εδώ και τρεις δεκαετίες – απ’ τα Ίμια και έπειτα με συναντήσεις κορυφής ...) παραμένει αναπάντητο μέχρι τώρα.
Η ουσία του ερωτήματος, λοιπόν, δεν είναι αν η Τουρκία διεκδικεί. Αυτό είναι δεδομένο. Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα συζητά ως χώρα με δικαιώματα ή ως χώρα με προβλήματα προς διαχείριση. Διότι υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο «συζητάμε για να οριοθετήσουμε (την υφαλοκρηπίδα που αναγνωρίζουμε ως μόνη διαφορά)» και στο «συζητάμε για να μην συγκρουστούμε».
Στην πρώτη περίπτωση, το αντικείμενο είναι η κυριαρχία. Στη δεύτερη, το αντικείμενο είναι οι (τουρκικές) απειλές και ο (ελληνικός) φόβος.
Όταν, λοιπόν, η ελληνική διπλωματία μιλά διαρκώς για «διατήρηση κλίματος», για «μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης», για «αποφυγή προκλήσεων», για «ανοιχτούς διαύλους», αυτό που στην πραγματικότητα κάνει δεν είναι πολιτική. Είναι τεχνική διαχείριση κινδύνου. Με άλλα λόγια, προσέρχεται για να κρατήσει το πρόβλημα εντός ελέγχου, όχι για να το επιλύσει.
Και εδώ βρίσκεται το πιο επικίνδυνο σημείο. Όταν η συνάντηση δεν οργανώνεται γύρω από το ερώτημα «τι ανήκει σε ποιον», αλλά γύρω από το ερώτημα «πώς δεν θα συμβεί κάτι κακό», τότε το πρόβλημα έχει ήδη μετατραπεί από πολιτικό σε διοικητικό. Η συζήτηση από το πεδίο της αναζήτησης αμοιβαία επωφελών λύσεων/διευθετήσεων κατρακυλά στη διαχείριση μιας de facto κατάστασης, η οποία όσο περνά ο χρόνος γίνεται χειρότερη/δυσκολότερη για την Ελλάδα.
Το «λογιστήριο» του Αιγαίου
Υπάρχουν κρίσεις που τελειώνουν όταν πέφτουν οι τόνοι. Και υπάρχουν κρίσεις που δεν τελειώνουν ποτέ – απλώς αλλάζουν μορφή. Τα Ίμια ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία. Δεν ήταν απλώς ένα επεισόδιο οριακής πολεμικής αντιπαράθεσης. Ήταν η στιγμή που το Αιγαίο απέκτησε… λογιστήριο.
Τη νύχτα της 30ής προς 31η Ιανουαρίου 1996 δεν κρίθηκε απλώς ποιος θα κατεβάσει πρώτος μια σημαία. Κρίθηκε αν η Ελλάδα θα αποδεχθεί – έστω σιωπηρά – ότι στο Αιγαίο υπάρχουν περιοχές με αμφισβητούμενη κυριαρχία.
Η αμερικανική παρέμβαση με τη φράση «no ships, no troops, no flags» δεν ήταν ουδέτερη διπλωματία. Ήταν η μετατροπή ενός ζητήματος κυριαρχίας σε ζήτημα διαχείρισης κρίσης. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, η ελληνοτουρκική συζήτηση (για τις ελληνικές κυβερνήσεις) περιστρέφεται στο «πώς θα συνυπάρχουν οι διαφωνίες χωρίς να σκάσει κρίση».
Αυτό είναι το πραγματικό κληροδότημα των Ιμίων. Όχι οι τρεις νεκροί αξιωματικοί – που ξεχάστηκαν γρήγορα –, αλλά η θεσμοποίηση της αμφισημίας.
Για πρώτη φορά μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης η Τουρκία κατάφερε να εισαγάγει στο τραπέζι την έννοια των «γκρίζων ζωνών» με απλό και δηλητηριώδες αποτέλεσμα: το Αιγαίο απέκτησε «εκκρεμότητες». Και οι εκκρεμότητες, όπως και οι οφειλές, δεν εξαφανίζονται. Συσσωρεύονται…
Από εκείνη τη νύχτα και μετά, κάθε κρίση – από τις έρευνες του «Oruc Reis» στο όριο των έξι μιλίων μέχρι τις υπερπτήσεις τουρκικών μαχητικών πάνω από τα νησιά, από τις «αιώνιες» NAVTEX που κόβουν στη μέση το αρχιπέλαγος μέχρι τις απαιτήσεις για αφοπλισμό των ελληνικών νησιών – δεν είναι παρά μια «λογιστική εγγραφή» του παρελθόντος.
Η Τουρκία δεν έφυγε ποτέ από αυτό το «λογιστήριο». Το χρησιμοποιεί. Το ενημερώνει. Το επικαλείται. Η Ελλάδα, αντίθετα, συμπεριφέρθηκε σαν να πρόκειται για «κλειστό φάκελο». Σαν κάτι που ανήκει στο παρελθόν, ενώ στην πραγματικότητα λειτουργεί καθημερινά, στο παρόν. Τα Ίμια δεν ήταν η αρχή μιας κρίσης.
Ήταν η αρχή της δημιουργίας ενός νέου de facto καθεστώτος στην ελληνοτουρκική θαλάσσια μεθόριο.
Από τη Μαδρίτη στους επιτηρητές
Η Συμφωνία της Μαδρίτης (καλοκαίρι 1997) ανέλαβε να «εξορθολογίσει» το σοκ των Ιμίων, μετατρέποντας μια κρίση κυριαρχίας σε διαχειρίσιμο πολιτικό πλαίσιο. Δεν μιλούσε για σύνορα. Μιλούσε για «σεβασμό ζωτικών συμφερόντων και ανησυχιών».
Με μία φράση, η Ελλάδα (Σημίτης) αποδέχθηκε ότι στο Αιγαίο υπάρχουν και τουρκικά «ζωτικά συμφέροντα», δηλαδή κάτι που δεν ορίζεται, δεν μετριέται και δεν τελειώνει.
Έτσι το Αιγαίο μετατράπηκε από χώρο κυριαρχίας σε χώρο διαπραγμάτευσης. Και ό,τι μπαίνει σε διαπραγμάτευση, κάποια στιγμή μπαίνει και σε «λογιστικό φύλλο»: τι πήρες, τι έδωσες, τι σου χρωστάνε, τι χρωστάς.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάχθηκαν και τα ελληνοτουρκικά Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.
Με απλά λόγια: επισφραγίστηκε ότι το Αιγαίο έπαψε να είναι πλήρως ελληνικός επιχειρησιακός χώρος και μετατράπηκε σε ΝΑΤΟϊκό πεδίο επιτήρησης. Όχι τυπικά, αλλά λειτουργικά. Και ό,τι ελέγχεται επιχειρησιακά από τρίτους, αργά ή γρήγορα τίθεται και πολιτικά υπό αμφισβήτηση.
Από εκεί ξεκίνησε και το πραγματικό παιχνίδι των NAVTEX. Όχι ως τεχνικό εργαλείο, αλλά ως μέσο χαρτογράφησης των αμφισβητήσεων. Κάθε τουρκική NAVTEX δεν είναι απλώς ανακοίνωση άσκησης ή έρευνας. Είναι δήλωση παρουσίας: «Εδώ μπορώ να μιλάω, άρα εδώ υπάρχω».
Το ίδιο ισχύει και με την αποστρατιωτικοποίηση. Η Τουρκία δεν επιμένει γιατί περιμένει να φύγουν τα ελληνικά όπλα από τα νησιά. Επιμένει γιατί θέλει να καθιερώσει ότι το καθεστώς των νησιών είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Όχι δεδομένο, αλλά διαπραγματεύσιμο.
Ακόμα και στο ζήτημα του FIR, η συζήτηση έχει μετατοπιστεί από την κυριαρχία στη «διαχειριστική επάρκεια». Η πρόσφατη βλάβη στα ελληνικά συστήματα επιτήρησης, σε συνδυασμό με τις τουρκικές αμφισβητήσεις στον ελληνικό χώρο ευθύνης εναέριας κυκλοφορίας, άνοιξε μια (υπόγεια) συζήτηση για το αν η Ελλάδα μπορεί πράγματι να διαχειριστεί τόσο μεγάλο FIR.
Το τελικό εκκαθαριστικό
Αν κάτι χαρακτηρίζει τη σημερινή τουρκική στάση στο Αιγαίο δεν είναι η επιθετικότητα. Είναι η κανονικότητα. Η Άγκυρα δεν εμφανίζεται πια ως αναθεωρητική δύναμη που ζητά ανατροπές. Εμφανίζεται ως δύναμη που ζητά εφαρμογή όσων θεωρεί ότι έχουν ήδη συμφωνηθεί σιωπηρά. Σαν λογιστής που δεν ανοίγει νέα καρτέλα, αλλά υπενθυμίζει παλιές οφειλές.
Οι διαρκείς NAVTEX, οι λίστες αποστρατιωτικοποίησης, οι αναφορές σε «νησιά χωρίς διευκρινισμένη κυριαρχία», οι χάρτες με τον 25ο μεσημβρινό ως άτυπη διαχωριστική γραμμή, δεν συνιστούν κλιμάκωση. Συνιστούν υπενθύμιση.
Η Τουρκία λέει στην Ελλάδα – και κυρίως στις ΗΠΑ και στο ΝΑΤΟ – ότι ήρθε η ώρα το καθεστώς της αμφισημίας να μετατραπεί σε μόνιμη ρύθμιση.
Η σημερινή συγκυρία είναι η πρώτη από το 1996 όπου η Τουρκία βρίσκεται σε πραγματική γεωπολιτική άνοδο και η Ελλάδα σε πραγματική στρατηγική εξάρτηση. Πριν από λίγα χρόνια η Άγκυρα δοκίμαζε όρια. Σήμερα διαθέτει δική της αμυντική βιομηχανία, drones, ναυπηγικά προγράμματα, παρουσία σε πολλαπλά μέτωπα, ρόλο διαμεσολαβητή σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή, και δυνατότητα να μπλοκάρει αποφάσεις σε ΝΑΤΟ και Ε.Ε.
Η Ελλάδα, αντίθετα, διαθέτει αυξανόμενο χρέος για εξοπλισμούς, πλήρη επιχειρησιακή εξάρτηση από συμμαχικά συστήματα, στρατιωτικές βάσεις υπό ξένη διοίκηση και εξωτερική πολιτική που περιορίζεται στη διαχείριση ισορροπιών.
Η διαφορά δεν είναι μόνο ισχύος. Είναι διαφορά μοντέλου. Η Τουρκία παίζει ως παραγωγός ισχύος. Η Ελλάδα ως «καταναλωτής» (χρυσοπληρωμένης και αβέβαιης) ασφάλειας.
Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το «Γραμμάτιο των Ιμίων» επανέρχεται όχι ως ανάμνηση, αλλά ως μηχανισμός είσπραξης. Η Τουρκία δεν ζητά ανατροπή καθεστώτος. Ζητά εφαρμογή καθεστώτος. Ό,τι έχει ήδη εγγραφεί από το 1996 απλώς το απαιτεί σε πιο ώριμη μορφή.
Η πικρή πραγματικότητα για την Ελλάδα είναι ότι βρίσκεται μπροστά σε μια συνάντηση κορυφής όπου δεν διαπραγματεύεται πια δικαιώματα, αλλά όρους διαχείρισης. Όχι το «αν», αλλά το «πώς».
Και όταν μια χώρα φτάνει στο σημείο να θεωρεί επιτυχία το «να μη συμβεί κάτι», έχει ήδη αποδεχθεί ότι κάτι έχει χαθεί…
[iEpikaira: Τα εύστοχα συμπεράσματα του παρόντος θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως "θεωρητική" επιβεβαίωση των όσων διαπιστώσαμε στην σύντομη ανάλυσή μας "Η Χορογραφία της «Ελεγχόμενης Κλιμάκωσης» στο Αιγαίο" ΕΔΩ! Επίσης δεν είναι καθόλου τυχαίες οι δηλώσεις Φιντάν ΕΔΩ!]
Πηγή: topontiki.gr δημοσιεύτηκε υπό τον τίτλο "Αιγαίο υπό διαχείριση - Η παράδοξη ανισορροπία στα ελληνοτουρκικά και η εξπρές συνάντηση Μητσοτάκη με Ερντογάν"
Φωτογραφία: οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις πραγματοποίησαν την Δευτέρα αεροναυτική άσκηση δεσμεύοντας με NAVTEX και NOTAM περιοχές του Αιγαίου όπως διακρίνονται στον χάρτη. Η άσκηση αμφισβήτησε στο πεδίο την NAVTEX που εξέδωσε η Τουρκία.
Οι επανειλημμένες αμφισβητήσεις της Τουρκίας κατά της ελληνικής εξουσίας σχετικά με την έκδοση NAVTEX στο ανατολικό Αιγαίο αντιμετωπίζονται συχνά ως διαδικαστικές διαφορές ή διπλωματικά προβλήματα. Στην πραγματικότητα, τέμνονται άμεσα με τη λογική της διαχείρισης της αποτροπής και της άρνησης πρόσβασης στη θάλασσα, η οποία αποτελεί τη βάση του επιχειρησιακού δόγματος του Πολεμικού Ναυτικού σε ένα αμφισβητούμενο θαλάσσιο περιβάλλον.
Λίγες μέρες πριν από τις υψηλού επιπέδου ελληνοτουρκικές συνομιλίες στην Άγκυρα, η Τουρκία εξέδωσε αντι-NAVTEX αμφισβητώντας μια τακτική ελληνική ναυτική και αεροπορική άσκηση, «TRIAINA-2026». Το επεισόδιο ακολούθησε τις γνωστές γραμμές. Η Άγκυρα αμφισβήτησε τη δικαιοδοσία της Ελλάδας ανατολικά του 25ου μεσημβρινού και αναβίωσε ισχυρισμούς σχετικά με την αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών. Ενώ είναι επιχειρησιακά ασήμαντο, το περιστατικό προσφέρει μια αποκαλυπτική μελέτη περίπτωσης για το πώς λειτουργεί στην πράξη το δόγμα της άρνησης πρόσβασης στη θάλασσα υπό συνθήκες συνεχούς στρατηγικής τριβής .
Άρνηση της Θάλασσας ως Θεμέλιο της Ελληνικής Ναυτικής Στρατηγικής
Όπως έχουμε διατύπωσει, η ναυτική στρατηγική της Ελλάδας δεν βασίζεται στο μόνιμο έλεγχο της θάλασσας ή στην προβολή ισχύος. Αντίθετα, βασίζεται στην άρνηση πρόσβασης στη θάλασσα ως στρατηγική προϋπόθεση. Δηλαδή την ικανότητα να αποτραπεί ένας αντίπαλος από το να χρησιμοποιήσει ελεύθερα τη θαλάσσια περιοχή, ιδιαίτερα στην περιορισμένη και σύνθετη γεωγραφία του Αιγαίου.
Η άρνηση εισόδου στη θάλασσα στο ελληνικό πλαίσιο δεν είναι συνώνυμη με την παθητικότητα. Απαιτεί συνεχή παρουσία, ετοιμότητα και την αξιόπιστη απειλή ταχείας κλιμάκωσης. Υποβρύχια, κατανεμημένες δυνάμεις επιφανείας, πυραυλικά συστήματα με βάση τα νησιά, η αεροναυτική ολοκλήρωση και η επίμονη επιτήρηση σχηματίζουν μια πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική σχεδιασμένη να επιβάλλει αβεβαιότητα και κόστος σε κάθε προσπάθεια κυριαρχίας στον θαλάσσιο χώρο.
Είναι κρίσιμο να τονιστεί ότι αυτό το δόγμα προϋποθέτει μόνιμη αμφισβήτηση κάτω από το κατώφλι του πολέμου, όπου οι νομικές, διαδικαστικές και πληροφοριακές προκλήσεις είναι εξίσου σημαντικές με τις κινητικές δυνατότητες.
Διαφορές NAVTEX εντός πλαισίου άρνησης πρόσβασης στη θάλασσα
Από την οπτική γωνία της άρνησης πρόσβασης στη θάλασσα, οι προκλήσεις της Τουρκίας σχετικά με τη NAVTEX δεν απειλούν άμεσα την ελληνική επιχειρησιακή ελευθερία. Ασκήσεις όπως η TRIAINA διεξάγονται ανεξάρτητα από τις τουρκικές αντιρρήσεις. Αντίθετα, ο στόχος είναι γνωστικός και πολιτικός. Να αμφισβητηθεί η νομιμότητα, να εισαχθεί ασάφεια και να υπονομευθεί η αντίληψη της αδιαμφισβήτητης ελληνικής εξουσίας.
Η απάντηση της Ελλάδας, είναι επιβεβαίωση της δικαιοδοσίας και η συνέχιση των προγραμματισμένων δραστηριοτήτων που αντικατοπτρίζει την αποτροπή μέσω της άρνησης και όχι μέσω της τιμωρίας. Η Αθήνα δεν επιδιώκει να εξαναγκάσει την Τουρκία να συμμορφωθεί. Αντίθετα, αρνείται στην Άγκυρα τη δυνατότητα να αλλοιώσει τα γεγονότα στο έδαφος ή στη θάλασσα μόνο μέσω της επανάληψης.
Αυτή η προσέγγιση ευθυγραμμίζεται στενά με την στρατηγική αντοχή, την διατήρηση των λειτουργικών προτύπων και της νομικής συνέπειας με την πάροδο του χρόνου έως ότου οι προκλήσεις χάσουν την ανατρεπτική τους αξία.
Ασκήσεις ως μέσα αξιοπιστίας άρνησης θάλασσας
Οι τακτικές ναυτικές ασκήσεις αποτελούν ένα κρίσιμο, αλλά συχνά παραβλεπόμενο, στοιχείο της άρνησης πρόσβασης στη θάλασσα. Στο Αιγαίο, η ίδια η ετοιμότητα αποτελεί αποτρεπτικό σήμα. Ασκήσεις όπως η TRIAINA καταδεικνύουν ότι το Πολεμικό Ναυτικό μπορεί να ενσωματώσει γρήγορα μονάδες επιφανείας, υποβρύχια και αεροπορικά μέσα εντός περιορισμένων υδάτων, ακριβώς η ικανότητα που απαιτείται για να αρνηθεί κανείς την ελευθερία δράσης στη θάλασσα.
Εξίσου σημαντικό είναι αυτό που δεν κάνει η Ελλάδα. Αποφεύγοντας την περιττή χρήση βίας ή την κλιμάκωση με πραγματικά πυρά κατά τη διάρκεια ευαίσθητων διπλωματικών περιόδων, η Αθήνα ενισχύει το μήνυμα ότι η στάση της άρνησης εισόδου στη θάλασσα είναι αμυντική, προβλέψιμη και σταθερή, όχι αναθεωρητική.
Αυτή η ισορροπία, η διαρκής παρουσία χωρίς προκλήσεις, είναι κεντρικής σημασίας για τη διατήρηση της σταθερότητας της αποτροπής σε ένα πολυσύχναστο θαλάσσιο περιβάλλον.
Στρατηγική της Τουρκίας: Τριβή ενάντια στην άρνηση
Η στρατηγική της Τουρκίας κατά της NAVTEX μπορεί να ερμηνευτεί ως μια προσπάθεια έμμεσης διάβρωσης της ελληνικής άρνησης πρόσβασης στη θάλασσα. Ανίκανη να αμφισβητήσει στρατιωτικά την άρνηση της Ελλάδας χωρίς υψηλούς κινδύνους κλιμάκωσης, η Άγκυρα εφαρμόζει νομικές και διαδικαστικές τριβές, επιδιώκοντας να περιπλέξει το επιχειρησιακό περιβάλλον και να διατηρήσει ενεργές τις αμφισβητούμενες αξιώσεις.
Από την άποψη της διαχείρισης της αποτροπής, αυτό αντικατοπτρίζει την αναγνώριση ότι η άρνηση πρόσβασης στη θάλασσα αυξάνει το κόστος της απροκάλυπτης δράσης. Συνεπώς, οι προκλήσεις NAVTEX γίνονται υποκατάστατο της φυσικής παρέμβασης, ένας τρόπος για να σηματοδοτηθεί η αντίσταση, παραμένοντας παράλληλα κάτω από το όριο κλιμάκωσης που βοηθούν στην επιβολή οι ελληνικές δυνατότητες άρνησης.
Αποτροπή, Σταθερότητα μέσω Άρνησης, Όχι Ελέγχου
Μια βασική παρατήρηση είναι ότι η σταθερότητα της αποτροπής στο Αιγαίο δεν εξαρτάται από τον συνεχή έλεγχο της θάλασσας, κάτι που θα ήταν προκλητικό και μη βιώσιμο. Αντίθετα, εξαρτάται από την κοινή αντίληψη ότι οποιαδήποτε προσπάθεια μονομερούς ελέγχου θα αμφισβητηθεί άμεσα και με απαράδεκτο κόστος.
Οι διαμάχες σχετικά με τη NAVTEX, παραδόξως, ενισχύουν αυτήν την ισορροπία. Επιτρέπουν και στις δύο πλευρές να δοκιμάσουν την αποφασιστικότητά τους, να σηματοδοτήσουν πρόθεση και να επιβεβαιώσουν τις κόκκινες γραμμές χωρίς να επιβάλουν στρατιωτική αντιπαράθεση. Οι συνεπείς, βασισμένες σε κανόνες αντιδράσεις της Ελλάδας διασφαλίζουν ότι η αμφισβήτηση παραμένει περιορισμένη εντός προβλέψιμων καναλιών.
Συμπέρασμα
Η τελευταία πρόκληση NAVTEX της Τουρκίας καταδεικνύει πώς εκτυλίσσεται ο σύγχρονος θαλάσσιος ανταγωνισμός υπό συνθήκες αποτελεσματικής άρνησης πρόσβασης στη θάλασσα. Η διαμάχη δεν αφορούσε τη διακοπή μιας άσκησης ή την επιβολή της θαλάσσιας ασφάλειας· αφορούσε τη διαμόρφωση αντιλήψεων σε έναν αμφισβητούμενο στρατηγικό χώρο.
Για την Ελλάδα, το επεισόδιο καταδεικνύει την πρακτική αξία ενός δόγματος άρνησης θάλασσας που βασίζεται στην αντοχή, τη νομιμότητα και την επιχειρησιακή ετοιμότητα. Αρνούμενοι στην Τουρκία την ικανότητα να αλλάξει το ναυτικό status quo, χωρίς να επιδιώκει κλιμάκωση, η Αθήνα ενισχύει την αποτροπή διατηρώντας παράλληλα τη σταθερότητα.
Όσο εξακολουθούν να υπάρχουν αντικρουόμενες διεκδικήσεις κυριαρχίας, τέτοια περιστατικά θα συνεχιστούν. Το μέτρο της επιτυχίας της ελληνικής ναυτικής στρατηγικής δεν είναι η εξάλειψή τους, αλλά ο περιορισμός τους σε ένα πλαίσιο όπου η άρνηση, όχι η κυριαρχία, διέπει την εύθραυστη ισορροπία του Αιγαίου.
*Απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS). anixneuseis.gr
Την έκπληξή του εξέφρασε ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, με την απόφαση της Σαουδικής Αραβίας να ενισχύσει την αμυντική βιομηχανίας της Τουρκίας, γράφει ισραηλινό δημοσίευμα.
Πιθανή συμφωνία μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Τουρκίας: αγορά 20-100 μαχητικών αεροσκαφών KAAN, συμπεριλαμβανομένης της επιλογής τοπικής παραγωγής, ελικόπτερο πολλαπλών ρόλων Gokbey | Η συμφωνία περιλαμβάνει την ίδρυση νέου περιφερειακού γραφείου στο Ριάντ για την ενίσχυση της στρατηγικής συνεργασίας
Η Turkish Aerospace Industries βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο διαπραγματεύσεων με τη Σαουδική Αραβία σχετικά με το εθνικό μαχητικό αεροσκάφος KAAN, σύμφωνα με δημοσίευμα της Turkey Today.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, οι συνομιλίες μεταξύ των χωρών έχουν φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο και μια δυνητικά σημαντική συμφωνία θα μπορούσε να υπογραφεί εντός του 2026 ή και νωρίτερα.
Ο Διευθύνων Σύμβουλος της Turkish Aerospace Industries, Μεχμέτ Ντεμίρογλου, αναφέρθηκε στο θέμα σε συνέντευξή του στο κρατικό πρακτορείο Anadolu κατά τη διάρκεια της Παγκόσμιας Έκθεσης Άμυνας 2026 στο Ριάντ.
Ο Ντεμίρογλου σημείωσε ότι οι εργασίες για το έργο συνεχίζονται εδώ και αρκετό καιρό και τώρα οι διαπραγματεύσεις έχουν φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο. Εξέφρασε την ελπίδα ότι στο επόμενο στάδιο, πιθανώς ήδη από φέτος, η εταιρεία θα είναι σε θέση να ανακοινώσει θετικά νέα για το θέμα.
Η όλη διαδικασία συντονίζεται από την Προεδρία των Αμυντικών Βιομηχανιών στην Τουρκία και απαιτεί μια διακυβερνητική συμφωνία που περιλαμβάνει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο, έργο και ένα καθορισμένο χρονοδιάγραμμα.
Ο Ντεμίρογλου πρόσθεσε ότι η υποστήριξη για το έργο συνεχίζεται στο ισχυρότερο επίπεδο σε όλα τα επίπεδα, συμπεριλαμβανομένου του Τούρκου προέδρου.
Σύμφωνα με τον Ντεμίρογλου, το εύρος της υπό διαπραγμάτευση παραγγελίας κυμαίνεται από 20 έως 100 αεροσκάφη, ανάλογα με το μοντέλο συνεργασίας που θα επιλέξει η Σαουδική Αραβία.
Εξήγησε ότι εάν το βασίλειο επιδιώξει να δημιουργήσει μια τελική γραμμή συναρμολόγησης στην επικράτειά του ή να εμβαθύνει τη συμμετοχή του στο έργο πέρα από μια κανονική αγορά, η αγορά μόνο 20 μονάδων δεν θα ήταν οικονομικά βιώσιμη.
Σε μια τέτοια περίπτωση, θα χρειαζόταν μεγαλύτερος αριθμός αεροσκαφών, που θα κυμαινόταν από 50 έως 100 μονάδες. Ο Ντεμίρογλου τόνισε ότι όλες οι επιλογές είναι στο τραπέζι, από την άμεση αγορά έως τη συμμετοχή στο έργο στο υψηλότερο επίπεδο, και ότι η Τουρκία είναι ανοιχτή σε όλα αυτά τα μοντέλα ανάλογα με την υποδομή και τις επιθυμίες της χώρας αγοράς.
Εκτός από το μαχητικό αεροσκάφος KAAN, οι διαπραγματεύσεις περιλαμβάνουν επίσης την πιθανότητα τοπικής παραγωγής του πολυλειτουργικού ελικοπτέρου Gokbey στη Σαουδική Αραβία.
Αυτή η κίνηση συνάδει με τους στόχους του Σαουδαραβικού Βασιλείου «Vision 2030». Ο Ντεμίρογλου σημείωσε ότι έχει πραγματοποιηθεί εντατική εργασία για το ελικόπτερο τον τελευταίο χρόνο και ότι οι Σαουδάραβες ενδιαφέρονται τόσο για στρατιωτικές όσο και για πολιτικές χρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των εφαρμογών στην ανοιχτή θάλασσα.
Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν | Φωτογραφία: Reuters
Στο πλαίσιο της ενίσχυσης των στρατηγικών σχέσεων, ο Διευθύνων Σύμβουλος της Turkish Aerospace Industries ανακοίνωσε ότι η εταιρεία θα ανοίξει επίσημο γραφείο στη Σαουδική Αραβία μέσα σε λίγους μήνες. Το σχεδιαζόμενο γραφείο θα χρησιμεύσει ως περιφερειακό κέντρο που μπορεί να επηρεάσει περισσότερες χώρες στην περιοχή και να ενισχύσει την τουρκική παρουσία της Άγκυρας στην περιοχή. Ταυτόχρονα, ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν τόνισε την προθυμία της Άγκυρας να προχωρήσει με τη Σαουδική Αραβία στο Project KAAN.
Ο Ερντογάν σημείωσε ότι έχουν ληφθεί πολλά θετικά σχόλια για το αεροσκάφος και ότι η συνεργασία και η κοινή επένδυση μπορούν να υλοποιηθούν ανά πάσα στιγμή. Ο πρόεδρος χαρακτήρισε το αεροσκάφος ως σύμβολο της μηχανικής ικανότητας της Τουρκίας και της επιθυμίας της για ανεξαρτησία ασφαλείας.