Μες στον βαθύ τον ύπνο της ροχαλίζει η Ελλάς, «Το Διεθνές το Δίκαιο», φωνάζει, «μη χαλάς!» Με κείμενα, ψηφίσματα νομίζει θα σωθεί, και το γεωπολιτικό το δράμα δεν θωρεί. Ω, Ρωμηέ περήφανε, με τα τρανά τα δίκια, που καρτεράς τη λευτεριά με λόγια και με φύκια!
Ενώ εμείς χασμουριόμαστε, οι φίλοι οι προστάτες, σχεδιάζουν στο τραπέζι τους, μοιράζοντας τους χάρτες. Σαν τον χασάπη τον καλό που κόβει το κρεατάκι, τεμαχίζουν την Ανατολή, Συρία, Λιβανάκι. «Εδώ θα μπει ένας αγωγός, κι εκεί μια γκρίζα ζώνη, ο άγριος ο γείτονας, εμάς δεν μας θυμώνει!»
Και η Κύπρος η καημένη, το νησί το μαρτυρικό, φιγουράρει στο τραπέζι σαν σπουδαίο ορεκτικό! Ο θείος Σαμ ετοιμάζεται, βάζει σάλτσα στο πιατάκι: «Τι κοιτάσματα είν’ αυτά; Τι ωραίο μεζεδάκι!» Και φωνάζει την Τουρκία που τα σάλια της της τρέχουν: «Έλα φάε και εσύ, οι Ρωμηοί δεν βλέπουνε κιμούνται ξυπνητοί!»
Κι Αθήνα και Λευκωσία, στ' όνειρό τους το βαθύ, περιμένουνε το Δίκαιο εξ ουρανού να κατεβεί. Πίνουνε καφέ φραπέ, με ρουφηξιές ηρωικές, και μοιράζουν καταδίκες σε δηλώσεις τηλεοπτικές! Κρατούσαν τον EastMed αγκαλιά σαν ψεύτικο μπαλόνι, μα το non-paper σκάει μπαμ, τα μούτρα τους λερώνει!
Ο Χόκσταϊν παίζει τάβλι με τον Τούρκο υπουργό, ρίχνει εξάρες και του λέει: «Πάρε εσύ τον ουρανό! Θα γκριζάρουμε το κύμα, τα νερά τα ξακουσμένα, να περνάνε οι αγωγοί μου δίχως διόδια από σένα! Κι αν ο Έλληνας τύχει και ξυπνήσει, μη σκιάζεσαι καρντάσι, η γειτονία του έχει πάρει ήδη φωτιά έτοιμη να τον φτάσει!»
Ο γερο-Μπάιντεν βγάζει χαράκι και χαρτί, μονοκονδυλιά την ΑΟΖ διαγράφει στη στιγμή! Σου λεν οι Φράγκοι κυνικά: «Μη μας χαλάς το γεύμα, εμείς πουλάμ' ενέργεια, δεν δίνουμ' ούτε πνεύμα. Ο Τούρκος είναι χρήσιμος, γυρεύει νέο χώρο, κι εσύ 'σαι ένα εμπόδιο, που έκατσε στο λαιμό μας!»
Ρωτά ο Τούρκος ο δειλός: «Κι αν πάρουνε χαμπάρι, της Ρωμιοσύνης οι ταγοί και βγάλουνε καμάρι; Μην τύχει και την βρούμε εμείς σκούρα την ιστορία, κι αρχίσουν την αντίσταση και φέρουν φασαρία;»
Ο θείος Σαμ χαμογελά, του κλείνει το ένα μάτι: «Μη σκιάζεσαι, καλέ πασά, δεν έχουν πια γινάτι! Είναι δικοί μας άπαντες, τα πήραν και χορτάσαν, το δίκιο της πατρίδας τους προ πολλού το ξεχάσαν. Δεμένοι είναι, φίλε μου, χαμένοι από χέρι, στου χάρτη μας το μοίρασμα δεν βγάζουνε μαχαίρι. Γι' αυτό συνέχισε να τρως και μη σε πιάνει ζάλη, αυτοί, αρκεί να κυβερνούν, δεν σήκωσαν κεφάλι!»
Ξαναρωτά ο Τούρκος με σπουδή: «Κι αν οι δημοσιολόγοι μας πάρουνε φαλάγγι, αρχίσουνε να γράφουνε, αρχίσουν να μας παρακολουθούνε; Μήπως τα χάσουμε όλα στη στιγμή, μήπως φανερωθούμε;»
«Μήτε θα τα χάσετε εσείς, μήτε θα φανερωθείτε!». «Ήσυχοι να κοιμηθείτε! Εκείνοι τρόμο έχουν πολύ με μας να μην τα βάλουν, μην τύχει κι "εχθρούς της Δύσεως" απ' άλλους κατηγορηθούνε. Κι ετούτοι είναι πάντοτε μαζί, ό,τι κι να γένει. Ό,τι τους λέμε κάνουνε, υπάκουοι είναι και αυτοί, δεμένοι, μπουκωμένοι!»
Αχ, δυστυχή Ρωμιοσύνη μου, μόνιμα εν υπνώσει, νομίζεις πως η νομική κάποτε θα σε γλιτώσει. Αν δεν ξυπνήσεις γρήγορα, ν' ακονίσεις το σπαθί σου, θα σε πουλήσουν οι τρανοί, μαζί με την ψυχή σου. Κι αντί για κράτος κυρίαρχο, στων θαλασσών τον δρόμο, θα γίνουμε σταθμάρχες τους, με ξένο αστυνόμο!
Ήδη από τις 31 Ιουλίου επεσήμαινε αυτό που οι υπόλοιποι ανεκάλυψαν χθες. Ότι το Ιράν στοχοποιεί την Ευρώπη. Ως προς την Ελλάδα, οι κύριοι στόχοι είναι δύο: ο σταθμός υποδοχής φυσικού αερίου στην Ρεβυθούσα και η Αλεξανδρούπολις, όπου, πέρα από τις ενεργειακές εγκαταστάσεις, υπάρχει και αμερικανική στρατιωτική παρουσία.
Χθες η ειδησεογραφία επανελάμβανε ακριβώς αυτά που είχε γράψει η «Εστία». Ότι, σε περίπτωση νέας κλιμακώσεως των επιθέσεων των ΗΠΑ, το Ιράν θα απαντήσει πλήττοντας ενεργειακές εγκαταστάσεις και στόχους αμερικανικού ενδιαφέροντος στην Ευρώπη. Με την Ελλάδα, την Κύπρο και την Βουλγαρία να ευρίσκονται στην πρώτη γραμμή.
Η κατάστασις απαιτεί αναδιάταξη των αμυντικών δυνάμεων της χώρας και τούτο ήδη εξετάζεται από το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης. Εδώ όμως τίθενται σοβαρά ερωτήματα, διότι οι πρώτες πληροφορίες αναφέρουν ότι, υπό το πρίσμα των εξελίξεων, μελετάται η μεταφορά της πυροβολαρχίας πυραύλων αεραμύνης Patriot από την Κάρπαθο στην Κρήτη. Υπάρχει λόγος όμως να γίνει αυτή η μετακίνησις; Κατά την γνώμη μας, το ορθόν θα ήτο, αν η Κρήτη χρειάζεται αντιαεροπορική και αντιβαλλιστική προστασία, να επαναπατρισθεί αμέσως η πυροβολαρχία μας από την Σαουδική Αραβία και να εγκατασταθεί αυτή στην Μεγαλόνησο. Δεν είναι νοητόν να διαθέτουμε σημαντικά οπλικά συστήματα για την προστασία τρίτης χώρας, όταν αντιμετωπίζεται κίνδυνος επί ελληνικού εδάφους.
Οι πληροφορίες περί πληγμάτων από το Ιράν ανεφέρθησαν σε δημοσίευμα των «Financial Times», συμφώνως προς το οποίο οι πιθανές επιλογές της Τεχεράνης, σε περίπτωση περαιτέρω αμερικανικής στρατιωτικής κλιμακώσεως, περιλαμβάνουν και στόχους που συνδέονται με την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Ευρώπη, μεταξύ των οποίων στην Ελλάδα, την Βουλγαρία και την Κύπρο.
Το ΝΑΤΟ διεμήνυσε ότι παρακολουθεί στενά την κατάσταση και ότι παραμένει έτοιμο να προστατεύσει όλα τα κράτη-μέλη του έναντι οιασδήποτε απειλής. Εν πάση περιπτώσει, η κάθε χώρα έχει την πρωταρχική ευθύνη να προστατευθεί. Και για την Ελλάδα η πρώτη απαίτησις είναι ο επαναπατρισμός κρισίμων συστημάτων που έχουν αναπτυχθεί για την προστασία οιουδήποτε τρίτου. Φυσικά, δεν συζητείται θέμα αποσύρσεως των πλοίων και αεροπλάνων μας που προστατεύουν την Κύπρο. Αυτά πρέπει να μείνουν ως έχουν.
Οι πύραυλοι στην Σαουδική Αραβία όμως είναι άλλο ζήτημα. Και το θέτουμε, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η Σαουδική Αραβία προσφάτως συνυπέγραψε σύμφωνο στρατιωτικής συνεργασίας με την Τουρκία και το Πακιστάν. Η κατακλείς είναι ότι τους Patriot τους χρειαζόμαστε για την άμυνα του εθνικού εδάφους.
Η πολιτική διάστασις του ζητήματος είναι ότι η μεταστάθμευσις της πυροβολαρχίας Patriot στην Κάρπαθο είχε ενοχλήσει ιδαιτέρως την Τουρκία, η οποία υποστηρίζει ότι τα Δωδεκάνησα είναι αποστρατιωτικοποιημένα. Σε περίπτωση λοιπόν που οι πύραυλοι αποσυρθούν, τούτο θα φαίνεται ως έμμεσος παραδοχή των ισχυρισμών της Αγκύρας για το καθεστώς αποστρατιωτικοποιήσεως. Και τούτο συνιστά διπλωματική ήττα για την Ελλάδα. Επιβάλλεται λοιπόν να αποφευχθεί. Επιπροσθέτως, η απόσυρσις των πυραύλων λίγες ημέρες μετά την σύναψη της συμφωνίας (κατ’ ουσίαν συμμαχίας) της Τουρκίας με την Σαουδική Αραβία μπορεί να φανεί και ως αποτέλεσμα αυτής. Και τούτο θα ήταν μια ήττα γοήτρου για την Ελλάδα.
Αντιπαρερχόμεθα τα όσα σχολιάζονται ως προς την τακτική αναγκαιότητα αναδιατάξεως των δυνάμεων, καθώς ως επί το πλείστον προέρχονται από πρόσωπα που θεωρητική μόνον γνώση της καταστάσεως έχουν. Θα σημειώσουμε μόνον ότι η πυροβολαρχία μετεκινήθη στην Κάρπαθο όταν για πρώτη φορά ετέθη ζήτημα απειλής από ιρανικούς πυραύλους. Και τώρα περί της ιδίας απειλής πρόκειται. Ποιος ο λόγος να μετεγκατασταθούν οι πύραυλοι; Και το ξαναλέμε, αν απαιτείται ενίσχυσις της αντιαεροπορικής και αντιβαλλιστικής προστασίας της Κρήτης, επιβάλλεται ο άμεσος επαναπατρισμός των Patriot από την Σαουδική Αραβία.
Να θυμίσουμε πάντως ότι στην Κρήτη είναι εγκατεστημένοι οι πύραυλοι S-300, που επίσης έχουν αντιαεροπορικές και αντιπυραυλικές δυνατότητες. Οι πύραυλοι αυτοί έχουν παύσει να συντηρούνται από τότε που η ελληνική Κυβέρνησις θεώρησε ότι «είναι σε πόλεμο» με την Ρωσσία, οπότε διεκόπη και η ροή ανταλλακτικών για αυτούς, όπως και για άλλα ρωσσικής προελεύσεως συστήματα που διαθέτουν οι Ένοπλες Δυνάμεις μας. Να γιατί οι κυβερνήσεις πρέπει να έχουν στρατηγική σκέψη και μακρόπνοο σχεδιασμό.
Στην Ελλάδα συνηθίζουμε, διαχρονικά, να διαβάζουμε τις διεθνείς εξελίξεις μέσα από τον παραμορφωτικό φακό των δικών μας επιθυμιών. Πιστεύουμε ότι το διεθνές δίκαιο και το ιστορικό δίκιο αρκούν για να μας θωρακίσουν, ξεχνώντας το βασικό αξίωμα που υπογράμμιζε ο Παναγιώτης Κονδύλης, ότι η επίκληση του «δικαίου» ή των «κανονιστικών αξιών» αποτελεί πάντοτε είτε την ιδεολογική εκλογίκευση των αξιώσεων ισχύος του εκάστοτε κυρίαρχου, είτε την απελπισμένη, πολεμική ρητορεία του αδυνάμου που στερείται πραγματικής αποτρεπτικής ικανότητας. Αγνοώντας λοιπόν τον βαθύ, σχεδόν αμείλικτο κυνισμό με τον οποίο οι μεγάλες δυνάμεις σχεδιάζουν τον χάρτη των συμφερόντων τους, πορευόμαστε «στο άγνωστο με βάρκα» τις ψευδαισθήσεις μας.
Η Άγκυρα εξέφρασε την αντίδρασή της για το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο της Ελλάδας για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή και περιλαμβάνει και τον θαλάσσιο χώρο του Αιγαίου.
Ο εκπρόσωπος του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών Οντζού Κετσελί δήλωσε ότι το νέο πλαίσιο, όπως και άλλες αντίστοιχες ελληνικές πρωτοβουλίες, δεν παράγει «καμία νομική συνέπεια» για την Τουρκία σε σχέση με τα ζητήματα του Αιγαίου.
Όπως υποστήριξε, η θέση της Άγκυρας αφορά μεταξύ άλλων «γεωγραφικούς σχηματισμούς των οποίων η ιδιοκτησία δεν έχει μεταβιβαστεί στην Ελλάδα με διεθνείς συμφωνίες».
Ο Κετσελί επανέλαβε ότι τέτοιες ενέργειες δεν μεταβάλλουν τη νομική θέση της Τουρκίας στα ζητήματα του Αιγαίου. Παράλληλα, υποστήριξε ότι θα πρέπει να αποφεύγονται μονομερείς ενέργειες σε κλειστές ή ημίκλειστες θάλασσες, όπως το Αιγαίο και η Μεσόγειος, και έκανε λόγο για ανάγκη συνεργασίας μεταξύ των παράκτιων χωρών, σύμφωνα με το διεθνές ναυτικό δίκαιο.
«Η Τουρκία, ως ένα από τα δύο παράκτια κράτη του Αιγαίου Πελάγους, είναι πάντα έτοιμη να συνεργαστεί με την Ελλάδα», ανέφερε, επαναλαμβάνοντας τη θέση της Άγκυρας υπέρ μιας «ειλικρινούς και ολοκληρωμένης» προσέγγισης στα ζητήματα των δύο χωρών, με βάση το διεθνές δίκαιο, την ισότητα και την καλή γειτονία.
Παράλληλα, παρέπεμψε στη Διακήρυξη των Αθηνών για τις Φιλικές Σχέσεις και την Καλή Γειτονία, που υπογράφηκε στις 7 Δεκεμβρίου 2023.
Αναλυτικά η ανακοίνωση του τουρκικού ΥΠΕΞ:
«Το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας που ανακοίνωσε σήμερα (19 Αυγούστου) η Ελλάδα, το οποίο καλύπτει και το Αιγαίο Πέλαγος, δεν θα έχει, όπως και άλλες παρόμοιες πρωτοβουλίες της Ελλάδας, νομικές συνέπειες για τη χώρα μας στο πλαίσιο των αλληλένδετων ζητημάτων του Αιγαίου μεταξύ των δύο χωρών, συμπεριλαμβανομένων των γεωγραφικών σχηματισμών των οποίων η κυριότητα δεν έχει μεταβιβαστεί στην Ελλάδα μέσω διεθνών συμφωνιών.
Όπως έχουμε τονίσει επανειλημμένα στο παρελθόν, αυτές και παρόμοιες πρωτοβουλίες δεν θα επηρεάσουν τη νομική θέση της Τουρκίας όσον αφορά τα ζητήματα για το Αιγαίο.
Υπενθυμίζουμε ότι οι μονομερείς ενέργειες πρέπει να αποφεύγονται σε κλειστές ή ημικλειστές θάλασσες, όπως το Αιγαίο και η Μεσόγειος, και ότι το διεθνές ναυτικό δίκαιο ενθαρρύνει τη συνεργασία μεταξύ των παράκτιων κρατών σε αυτές τις θάλασσες. Τονίζουμε για άλλη μια φορά ότι η Τουρκία, ως ένα από τα δύο παράκτια κράτη του Αιγαίου, είναι πάντα έτοιμη να συνεργαστεί με την Ελλάδα.
Η Τουρκία διατηρεί τη θέση της ότι, στο πλαίσιο της Διακήρυξης της Αθήνας για τις Φιλικές Σχέσεις και την Καλή Γειτονία της 7ης Δεκεμβρίου 2023, πρέπει να υιοθετηθεί μια ειλικρινής και ολοκληρωμένη προσέγγιση για την επίλυση των προβλημάτων με βάση το διεθνές δίκαιο, την ισότητα και την καλή γειτονία». [...]
Η Κίνα διευρύνει σταδιακώς την παρουσία της στον Ειρηνικό μέσω «γκρίζων ζωνών» επιχειρήσεων, από ναυτικές περιπολίες μέχρι χαρτογραφήσεις βυθού, ενισχύοντας τον έλεγχο γύρω από την Ταιβάν και προκαλώντας ανησυχία σε ΗΠΑ και συμμάχους
Tης ΣΤΕΛΛΑΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
Η Κίνα έχει εντείνει τις τελευταίες εβδομάδες μια σειρά από ναυτικές και παραστρατιωτικές κινήσεις στον δυτικό Ειρηνικό, τις οποίες αναλυτές περιγράφουν ως μέρος μιάς μακροχρονίου στρατηγικής «σαλαμοποιήσεως» – δηλαδή της σταδιακής αποσπάσεως ελέγχου σε αμφισβητούμενες θαλασσίες περιοχές μέσα από μικρά, σχεδόν αόρατα βήματα, που δεν φθάνουν το όριο μιάς ανοικτής συγκρούσεως.
Σε διάστημα ολίγων εβδομάδων, κινεζικά σκάφη έχουν πραγματοποιήσει «επιχειρήσεις επιβολής νόμου» σε αποστάσεις μεγαλύτερες από ποτέ από τις ακτές της χώρας, έχουν χαρτογραφήσει τον βυθό σε ευαισθήτους περιοχές και έχουν διεξαγάγει «επιστημονικές έρευνες» εντός αμφισβητουμένων λιμνοθαλασσών που ευρίσκονται εκατοντάδες μίλια από την ηπειρωτική Κίνα.
Συμφώνως με αναλυτές, οι κινήσεις αυτές δεν είναι τυχαίες, αλλά εντάσσονται σε μια ευρύτερη στρατηγική επεκτάσεως της κινεζικής παρουσίας πέραν της αποκαλουμένης «Πρώτης Νησιωτικής Αλυσίδος», μιάς γεωστρατηγικής γραμμής που εκτείνεται από την Ιαπωνία έως τις Φιλιππίνες και θεωρείται κρίσιμο όριο επιρροής μεταξύ Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών στον Ειρηνικό.
Για πρώτη φορά, σκάφη της κινεζικής Υπηρεσίας Θαλασσίας Ασφαλείας (MSA), μιάς πολιτικής υπηρεσίας με αρμοδιότητες επιβολής νόμου στην θάλασσα, διέσχισαν τον Δίαυλο Μπάσι ανάμεσα στις Φιλιππίνες και την Ταιβάν και ήρχισαν επιχειρήσεις χαρτογραφήσεως ανατολικώς της Ταιβάν. Αναλυτές εκτιμούν ότι πρόκειται για την πρώτη καταγεγραμμένη παρουσία τέτοιων κινεζικών σκαφών ανατολικώς της Πρώτης Νησιωτικής Αλυσίδος.
«Η Κίνα ουσιαστικώς δηλώνει ότι έχει δικαιοδοσία και στην άλλη πλευρά της Πρώτης Νησιωτικής Αλυσίδος» ανέφερε στο CNBC ο Ραίη Πάουελ από το Πανεπιστήμιο Stanford, περιγράφοντας την κίνηση ως ιδιαιτέρως σημαντική για τη γεωστρατηγική ισορροπία στην περιοχή. Η κινεζική πλευρά, μέσω κρατικών μέσων ενημερώσεως, επαρουσίασε τις επιχειρήσεις αυτές ως «νόμιμο άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων», υποστηρίζοντας ότι αποτελούν απάντηση σε ξένες αμφισβητήσεις της κινεζικής παρουσίας στην περιοχή.
Η Ταιβάν παραμένει ο κεντρικός άξονας της κινεζικής στρατηγικής. Το Πεκίνο θεωρεί το νησί αποσχισθέν έδαφος και έχει δηλώσει επανειλημμένως ότι επιδιώκει την «επανένωση», χωρίς να αποκλείει την χρήση βίας. Οι πρόσφατοι κινήσεις των κινεζικών σκαφών ερμηνεύονται από αναλυτές ως προσπάθεια δημιουργίας μιάς «κανονικότητος επιτηρήσεως» γύρω από την Ταιβάν, όπου η κινεζική παρουσία εμφανίζεται ως διοικητική και όχι στρατιωτική απειλή.
Η χρήσις πολιτικών σκαφών, όπως αυτά της MSA, θεωρείται ιδιαιτέρως σημαντική, καθώς επιτρέπει στο Πεκίνο να λειτουργεί σε μια «γκρίζα ζώνη» μεταξύ ειρήνης και πολέμου. Τα σκάφη αυτά εκτελούν καθήκοντα επιβολής κανονισμών, περιβαλλοντικού ελέγχου και ναυτικής αστυνομεύσεως, αποφεύγοντας την στρατιωτική κλιμάκωση. Ωστόσο, συμφώνως με τον Πάουελ, αυτή η στρατηγική ενδέχεται να έχει πιο μακροπρόθεσμο στόχο: την σταδιακή μετατροπή των θαλασσίων ζωνών γύρω από την Ταιβάν σε περιοχές κινεζικής «κανονιστικής δικαιοδοσίας».
Η έννοια του «salami slicing» περιγράφει ακριβώς αυτήν την διαδικασία: μικρές, επαναλαμβανόμενες κινήσεις που κάθε μία ξεχωριστά δεν προκαλεί αντίδραση, αλλά στο σύνολό τους αλλάζουν σταδιακώς το status quo. Στην πράξη, αυτό σημαίνει περιπολίες, χαρτογραφήσεις, παρουσία ερευνητικών σκαφών και περιοδικές παρενοχλήσεις εμπορικών πλοίων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, κινεζικά σκάφη έχουν εκπέμψει προειδοποιήσεις σε πλοία που κατευθύνονται προς την Ταιβάν, συμφώνως με τις τοπικές Αρχές. Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι το επόμενο βήμα θα μπορούσε να είναι η επιβολή ελέγχου στην ναυσιπλοία, με την Κίνα να επιχειρεί να κατευθύνει ή να εμποδίζει πλοία, πριν φθάσουν στην Ταιβάν, δημιουργώντας μια de facto θαλασσία «ζώνη ελέγχου».
Οι κινήσεις αυτές δεν περιορίζονται μόνον στο σκέλος της Ταιβάν. Στο ευρύτερο πλαίσιο, Κίνα, Ιαπωνία και Φιλιππίνες εμπλέκονται σε μια σειρά από αλληλοεπικαλυπτόμενες θαλασσίες διεκδικήσεις. Η πρόσφατος δραστηριότης της Κίνας κοντά στο Σκάρμπορο Σολ, ένα αμφισβητούμενο νησιωτικό σύμπλεγμα εντός της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης των Φιλιππίνων, έχει προκαλέσει εντόνους αντιδράσεις στην Μανίλα. Οι Φιλιππίνες και δυτικοί σύμμαχοι έχουν καταγγείλει την κινεζική παρουσία ως παραβίαση του διεθνούς δικαίου, ενώ το Πεκίνο επιμένει ότι πρόκειται για ιστορικά δικαιώματα. Παραλλήλως, οι Ηνωμένες Πολιτείες και ευρωπαικές χώρες έχουν εκφράσει ανησυχία για την «σταδιακή αποσταθεροποίηση» της περιοχής και την απειλή στην ελευθερία της ναυσιπλοίας.
Η διάστασις της «ηπίας ισχύος»
Ένα κρίσιμο στοιχείο της κινεζικής στρατηγικής είναι ότι δεν βασίζεται αποκλειστικώς στην στρατιωτική ισχύ. Αντιθέτως, συνδυάζει πολιτικά, νομικά και τεχνολογικά εργαλεία, δημιουργώντας ένα πλέγμα ελέγχου που είναι δύσκολο να αντιμετωπισθεί με παραδοσιακά μέσα αποτροπής. Η χαρτογράφησις του βυθού, επί παραδείγματι, δεν έχει μόνον επιστημονική σημασία. Συμφώνως με στρατιωτικούς αναλυτές, μπορεί να αξιοποιηθεί για την βελτίωση επιχειρήσεων υποβρυχίων και την κατανόηση κρισίμων θαλασσίων υποδομών, όπως υποθαλάσσια καλώδια επικοινωνιών.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους παρακολουθούν στενώς τις εξελίξεις, θεωρώντας ότι η Ταιβάν αποτελεί κρίσιμο σημείο ισορροπίας στον Ινδο-Ειρηνικό. Η Ουάσιγκτων έχει ενισχύσει την στρατιωτική συνεργασία με περιφερειακούς εταίρους, όπως η Ιαπωνία και οι Φιλιππίνες, ενώ παρέχει τεχνολογική και επιχειρησιακή υποστήριξη για την επιτήρηση των θαλασσίων περιοχών. Ωστόσο, αναλυτές προειδοποιούν ότι η στρατηγική της Κίνας βασίζεται ακριβώς στο να αποφεύγει τα όρια που θα προκαλούσαν άμεσο στρατιωτική αντίδραση.
Το βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι αν η διεθνής κοινότης δύναται να αντιδράσει αποτελεσματικώς σε μια στρατηγική που εξελίσσεται αργώς, σταδιακώς και κάτω από το όριο της πολεμικής συγκρούσεως. Όπως επισημαίνουν ειδικοί, ο πραγματικός κίνδυνος δεν είναι μια ξαφνική κρίσις, αλλά η σταδιακή μεταβολή της πραγματικότητος στο πεδίο ‒ μέχρι του σημείου όπου οι αλλαγές θα έχουν παγιωθεί χωρίς να έχει υπάρξει ποτέ ένα αποφασιστικό σημείο αντιδράσεως.
[iEpikaira: Σας θυμίζουν κάτι οι τακτικές της Κίνας;]
Ο αρχηγός του γενικού επιτελείου εθνικής άμυνας του Ισραήλ διεμήνυσε σήμερα πως ο ισραηλινός στρατός δεν θα επιτρέψει «σε εχθρικές δυνάμεις να εδραιώσουν την παρουσία τους στα σύνορα» με τη Συρία.
Η Τουρκία φαίνεται έτοιμη να μονιμοποιήσει την παρουσία της στην αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ. Το Ισραήλ θεωρεί την προέλαση της Τουρκίας προς τα νότια ως άμεση απειλή για την ασφάλεια του . Η Συρία και η Τουρκία αρνήθηκαν οποιαδήποτε σχέδια για μόνιμη βάση, χαρακτηρίζοντας τις επιθέσεις αδικαιολόγητες, ενώ απεσταλμένος των ΗΠΑ τις χαρακτήρισε περιττή κλιμάκωση.
Ο αντιστράτηγος Εγιάλ Ζαμίρ επισκέφθηκε ισραηλινά στρατεύματα που ελέγχουν εδάφη εντός της συριακής επικράτειας. «Παρακολουθούμε τις εξελίξεις στο συριακό μέτωπο. Δεν θα επιτρέψουμε σε εχθρικές δυνάμεις να εδραιώσουν την παρουσία τους στα σύνορά μας. Γνωρίζουμε πώς να χρησιμοποιήσουμε τις επιχειρησιακές μας ικανότητες με ακρίβεια, όπου κι όποτε απαιτείται», δήλωσε ο αντιστράτηγος Εγιάλ Ζαμίρ, την επομένη των ισραηλινών βομβαρδισμών στην αεροπορική βάση Αμπού Ντουχούρ της βορειοδυτικής Συρίας, περίπου 70 χιλιόμετρα μακριά από τα σύνορα με την Τουρκία.
«Το Ισραήλ δεν θα ανεχθεί απειλές για την ασφάλειά του», ήταν το μήνυμα που έστειλε χθες Τρίτη ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου. «Το Ισραήλ και η Συρία συμφώνησαν σε ένα status quo για θέματα ασφαλείας, το οποίο η Συρία ήταν στα πρόθυρα να παραβιάσει, επιτρέποντας σε τουρκικά στρατεύματα να αναπτυχθούν σε αεροπορική βάση κοντά στο Χαλέπι», ανέφερε η ανακοίνωση που εκδόθηκε από το γραφείο του ισραηλινού πρωθυπουργού, υπογραμμίζοντας πως «το Ισραήλ προειδοποίησε κατ’ επανάληψη τη Συρία ότι μια τέτοια ανάπτυξη θα αποτελούσε απειλή για την ασφάλεια του Ισραήλ», αλλά η Δαμασκός αγνόησε αυτές τις προειδοποιήσεις.
Το Ισραήλ έχει εξαπολύσει εκατοντάδες αεροπορικές επιδρομές εναντίον της Συρίας μετά την ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ από συμμαχία ισλαμιστών τον Δεκέμβριο του 2024. Επιπλέον ανέπτυξε στρατεύματα σε ουδέτερη ζώνη υπό επιτήρηση του ΟΗΕ, που χώριζε τις ισραηλινές από τις συριακές δυνάμεις στο υψίπεδο του Γκολάν, κάνοντας λόγο για «ζώνη ασφαλείας» από την οποία δεν προτίθεται να αποχωρήσει.
Η Τουρκία, η οποία έχει τεταμένες σχέσεις με το Ισραήλ εδώ και αρκετά χρόνια, διέψευσε πως σχεδίαζε την ανάπτυξη στρατευμάτων στη Συρία. Από την πλευρά του, ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Τουρκία και ειδικός απεσταλμένος του Λευκού Οίκου στη Συρία, Τομ Μπαράκ, καταδίκασε τις επιθέσεις κατηγορώντας το Ισραήλ για «αχρείαστη κλιμάκωση».
Ο Χούπης στο Ισραήλ
Σ’ αυτό το κλίμα είχαμε και την επίσκεψη του Α/ΓΕΕΘΑ στο Ισραήλ. Η ανανκοίνωση του ΓΕΕΘΑ για τις συναντήσεις που είχε ο Χούπης στο Ισραήλ, προκαλεί ερωτήματα για το κατά πόσο η ελληνική ηγεσία έχει κατά νου ότι μπορεί να εργαλειοποιηθεί η Ελλάδα στην κλιμάκωση της σύγκρουσης Τουρκίας-Ισραήλ. Στην ανακοίνωση αναφέρεται:
«Ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ, Στρατηγός Δημήτριος Χούπης, πραγματοποίησε επίσκεψη στο Ισραήλ, στο πλαίσιο της οποίας συναντήθηκε με τον Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου των Ενόπλων Δυνάμεων του Ισραήλ (IDF), Αντιστράτηγο Eyal ZAMIR.
Η επίσκεψη αναδεικνύει τη στρατηγική σημασία και την ιδιαίτερη βαρύτητα της ήδη εδραιωμένης στρατιωτικής σχέσης μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ. Η σχέση αυτή ενισχύει σταθερά τους μακροχρόνιους δεσμούς μεταξύ των δύο χωρών, οι οποίες παραμένουν προσηλωμένες στην προώθηση της διμερούς συνεργασίας για την αντιμετώπιση κοινών προκλήσεων και στην ενίσχυση της σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή.»
Να επισημάνουμε ότι οι χώρες της περιοχής έχουν καταδικάσει τις ισραηλινές επιθέσεις στη Συρία και οι ΗΠΑ τηρούν επιφυλακτική στάση για όσα διαπράττει το Ισραήλ.
Ο Αμερικανός Πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, χαρακτήρισε τα Στενά του Ορμούζ ως «νέα επικράτεια των ΗΠΑ» και το Ιράν σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times προειδοποιεί ότι θα περάσει σε «πλήρη επίθεση». Κι αυτό σημαίνει ότι στο στόχαστρο του μπαίνουν αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην Ευρώπη. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, το Ιράν διερευνά πλήγματα και πιθανές επιθέσεις σε αμερικανικά στρατιωτικές εγκαταστάσεις στη νοτιοανατολική Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Βουλγαρίας. Κι αυτό γιατί στα τέλη Ιουλίου, η Σόφια ενέκρινε την προσωρινή ανάπτυξη αμερικανικών αεροσκαφών ανεφοδιασμού και αμερικανικού στρατιωτικού προσωπικού στην αεροπορική βάση Μπέζμερ.
Όμως και η Κύπρος θεωρείται πιθανός στόχος. Η βρετανική βάση στο Ακρωτήρι της Κύπρου επλήγη από drone.
Ένα ακόμη σενάριο θέλει το Ιράν να προκαλεί ζημιές στα υποθαλάσσια καλώδια οπτικών ινών που διασχίζουν τα Στενά του Ορμούζ, επηρεάζοντας κρίσιμες υποδομές επικοινωνιών.
Μια παλιά φράση λέει: μην ξεκινάς έναν πόλεμο αν δεν μπορείς να κερδίσεις. Αυτό φαίνεται να ισχύει στην περίπτωση της εκστρατείας των Ηνωμένων Πολιτειών στον Περσικό Κόλπο. Οι ΗΠΑ φαίνεται ότι υπέπεσαν στο στρατηγικό σφάλμα της υποτίμησης του Ιράν, το οποίο είχε μια σαφή στρατηγική: να διατηρήσει ένα οπλοστάσιο που θα του επέτρεπε να ελέγχει τα Στενά του Ορμούζ και παράλληλα να προκαλεί πλήγματα στις μοναρχίες του Κόλπου και στις αμερικανικές βάσεις της περιοχής.
Είναι δύσκολο να διατυπώσει κανείς ασφαλή συμπεράσματα χωρίς γνώση των επιχειρησιακών λεπτομερειών. Ωστόσο, μετά από πολλούς μήνες πολέμου, τα μακροσκοπικά δεδομένα επιτρέπουν ορισμένες εκτιμήσεις.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η εκτίμηση που εξέφρασε ήδη από τα τέλη Μαρτίου, λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του από καρκίνο, ο πρώην επικεφαλής της MI6, Alex Younger. Στη συνέντευξη του αυτή που πρόσφατα προβλήθηκε πάλι από τον Economist, o Younger ανέφερε ξεκάθαρα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες υποτίμησαν τις απαιτήσεις της αποστολής, με αποτέλεσμα το Ιράν να έχει πλέον το «πάνω χέρι». Παράλληλα, επισήμανε ότι το ιρανικό καθεστώς αποδείχθηκε πολύ πιο ανθεκτικό από όσο αναμενόταν.
Η ιρανική ηγεσία έλαβε ορισμένες σωστές στρατηγικές αποφάσεις, κυρίως όσον αφορά τη διασπορά και την προστασία των κρίσιμων οπλικών συστημάτων της, αλλά και την αποκέντρωση της αλυσίδας λήψης αποφάσεων. Έτσι, παρά την εντυπωσιακή αεροπορική εκστρατεία των ΗΠΑ και του Ισραήλ, το Ιράν διατήρησε τη δυνατότητα να επιφέρει πλήγματα και, κυρίως, να επηρεάζει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, διεθνοποιώντας τις οικονομικές συνέπειες του πολέμου.
Δεν μπορούν να κερδίσουν
Αυτό δημιουργεί για τις ΗΠΑ ένα σοβαρό στρατηγικό πρόβλημα. Δεν μπορούν να κερδίσουν χωρίς να προκαλέσουν τεράστια καταστροφή. Για να επιτύχουν αποφασιστική νίκη, θα πρέπει να κλιμακώσουν δραματικά τις επιχειρήσεις εναντίον κρίσιμων υποδομών του Ιράν. Όμως το Ιράν έχει τη δυνατότητα να ανταποδώσει πλήγματα στις μοναρχίες του Κόλπου και να προκαλέσει μια ευρύτερη ενεργειακή κρίση.
Υπάρχουν, βεβαίως, δύο παράγοντες που μπορεί να λειτουργούν εις βάρος της Τεχεράνης. Ο πρώτος είναι η αποτελεσματικότητα του αποκλεισμού που εφαρμόζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στα ιρανικά λιμάνια. Εάν ο αποκλεισμός περιορίζει ουσιαστικά τις εξαγωγές πετρελαίου, τότε ο χρόνος λειτουργεί και εναντίον του Ιράν. Η ιρανική οικονομία βρίσκεται ήδη σε εξαιρετικά δυσχερή κατάσταση. Δεν μπορούμε όμως να γνωρίζουμε πόση αντοχή διαθέτει η ιρανική κοινωνία και για πόσο διάστημα μπορεί το καθεστώς της Τεχεράνης να διατηρήσει τον έλεγχο υπό τέτοιες συνθήκες.
Ο δεύτερος παράγοντας αφορά τη δυνατότητα κυρίως της Σαουδικής Αραβίας να παρακάμπτει τον Περσικό Κόλπο, διοχετεύοντας πετρέλαιο μέσω του East-West Pipeline προς τα λιμάνια της Ερυθράς Θάλασσας. Ωστόσο και εκεί δημιουργούνται προβλήματα εξ αιτίας του αποκλεισμού που εφαρμόζουν οι Χούθι, ο οποίος δυσχεραίνει τη διοχέτευση του σαουδαραβικού πετρελαίου.
Οι εξελίξεις έχουν επομένως δημιουργήσει για τις Ηνωμένες Πολιτείες ένα σαφές δίλημμα: είτε να προχωρήσουν σε μεγάλη κλιμάκωση του πολέμου είτε να αποδεχθούν τα όρια της στρατιωτικής τους ισχύος, να κάνουν μια αποτίμηση κόστους-οφέλους και να περιορίσουν σταδιακά την παρουσία τους στον Περσικό Κόλπο.
Αναβάθμιση της Τουρκίας
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία και για την Ελλάδα. Η πρόσφατη συμφωνία Τουρκίας–Σαουδικής Αραβίας–Πακιστάν είναι πιθανό να εντάσσεται σε έναν ευρύτερο αμερικανικό σχεδιασμό για τη δημιουργία ενός τοπικού συστήματος ασφάλειας, το οποίο θα αναλάβει μέρος των υποχρεώσεων που μέχρι σήμερα επωμίζονταν οι ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο.
Εάν αυτή η εκτίμηση είναι σωστή, η Τουρκία αναβαθμίζεται δραστικά. Κεφαλαιοποιεί το γεγονός ότι έχει δημιουργήσει μια σημαντική παραγωγική βάση και, κυρίως, μια ισχυρή αμυντική βιομηχανία, που της επιτρέπει πλέον να λειτουργεί ως περιφερειακή δύναμη και εν δυνάμει πάροχος ασφάλειας σε χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, η οποία διαθέτει τεράστιους οικονομικούς πόρους, αλλά αντιμετωπίζει πρόβλημα ασφάλειας.
Το πρόβλημα για την Ελλάδα είναι ευρύτερο. Μια πιθανή υποχώρηση της αμερικανικής παρουσίας από κρίσιμα γεωπολιτικά συστήματα ανοίγει περισσότερο το πεδίο στις περιφερειακές δυνάμεις. Η Τουρκία αντιλαμβάνεται αυτή τη διαδικασία ως παράθυρο ευκαιρίας, ενώ το Ισραήλ προετοιμάζεται για μια πιο ανταγωνιστική περιφερειακή τάξη.
Οι κινήσεις της Ελλάδας
Η Ελλάδα, υπό αυτά τα δεδομένα, πρέπει να δημιουργήσει ισχυρές συμμαχίες αλλά και να αποκτήσει τις δυνατότητες που θα της επιτρέψουν να έχει ουσιαστικό ρόλο μέσα σε αυτές. Όποια άποψη και αν έχει κανείς για το Ισραήλ, από καθαρά γεωπολιτική σκοπιά η στρατηγική αντιπαράθεσή του με την Τουρκία λειτουργεί υπέρ της Ελλάδας, επειδή δημιουργεί έναν ισχυρό περιφερειακό πόλο που αντισταθμίζει την τουρκική επιρροή.
Η Ελλάδα μέχρι σήμερα ακολουθεί περισσότερο μια πολιτική χαμηλής εντάσεως και αυτοσχεδιασμών. Η αποστολή μιας πυροβολαρχίας Patriot στη Σαουδική Αραβία πιθανώς δεν ήταν λανθασμένη κίνηση. Ωστόσο, δεν ασκείς πολιτική με μία πυροβολαρχία Patriot. Αυτό που μετρά στις διεθνείς σχέσεις είναι ο ρόλος που μια χώρα μπορεί και θέλει να αναλάβει.
Η Τουρκία θα παραμένει επιθυμητός εταίρος πολλών χωρών, επειδή διαθέτει μεγάλη οικονομία, σημαντική παραγωγική βάση και αυξανόμενες στρατιωτικές δυνατότητες. Αυτά της επιτρέπουν να προσφέρει οικονομικά οφέλη στους εταίρους της αλλά και να αναλαμβάνει πραγματικούς γεωπολιτικούς ρόλους.
Το ελληνικό στρατηγικό έλλειμμα
Αντίθετα, η Ελλάδα έμεινε πίσω επί δεκαετίες. Το πολιτικό της σύστημα δεν ανέπτυξε μακροπρόθεσμη στρατηγική αντιμετώπισης της τουρκικής απειλής, δεν δημιούργησε σημαντική αμυντική βιομηχανία και δεν ανασυγκρότησε τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας πέρα από τον τουρισμό και το real estate. Την ίδια περίοδο, η Τουρκία πραγματοποίησε σημαντικά παραγωγικά άλματα.
Αυτά καθορίζουν τελικά τις γεωπολιτικές ισορροπίες, όχι οι δημόσιες σχέσεις μιας αποστολής Patriot ούτε η αγορά μερικών Belhara και Rafale.
Η Ελλάδα πρέπει, όσο ακόμη διαθέτει χρόνο, να αναπτύξει στρατηγική αντιμετώπισης της τουρκικής απειλής σε δύο βασικούς άξονες: πρώτον, παραγωγική ανασυγκρότηση με ιδιαίτερη έμφαση στην αμυντική βιομηχανία και στις νέες τεχνολογίες, συμπεριλαμβανομένης της τεχνητής νοημοσύνης· και δεύτερον, δημιουργία ισχυρών και λειτουργικών συμμαχιών.
Τέλος, η διατήρηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο, σε συνδυασμό με την Κύπρο, δεν αποτελεί μόνο ζήτημα εθνικής κυριαρχίας. Διατηρεί την Ελλάδα και την Κύπρο ως ενιαίο γεωπολιτικό χώρο στην Ανατολική Μεσόγειο, από όπου θα περάσουν κρίσιμοι εμπορευματικοί και ενεργειακοί διάδρομοι. Μια Ελλάδα που θα έχει απωλέσει ή παραχωρήσει τα δικαιώματα της στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο θα είναι αναπόφευκτα μια χώρα με πολύ μικρότερη γεωπολιτική αξία.
Με ικανοποίηση διαβάζουμε ότι, μετά την συμφωνία μεταξύ ΑΔΜΗΕ, Meridiam και Nexans για δημιουργία κοινοπραξίας, δρομολογείται και πάλι η πόντισις του καλωδίου ηλεκτρικής διασυνδέσεως Ελλάδος – Κύπρου – Ισραήλ
Με Iκανοποίηση διαβάζουμε ότι, μετά την συμφωνία μεταξύ ΑΔΜΗΕ, Meridiam και Nexans για δημιουργία κοινοπραξίας, δρομολογείται και πάλι η πόντισις του καλωδίου ηλεκτρικής διασυνδέσεως Ελλάδος – Κύπρου – Ισραήλ (Great Sea Interconnector, GSI), οι εργασίες για το οποίο σταμάτησαν όταν υποχωρήσαμε ατάκτως προ της τουρκικής επιθετικότητος στα ανοικτά της Κάσου.
Πληροφορίες αναφέρουν ότι η άμεσος προώθησις των επομένων βημάτων υπό την νέα μετοχική σύνθεση και υπό την ηγεσία της ισχυρής γαλλικής εταιρείας Meridiam, αλλά και από την επίσης γαλλική Nexans, που εκτελεί το συμβόλαιο κατασκευής και ποντίσεως του καλωδίου, απετέλεσε αντικείμενο τηλεφωνικών διαβουλεύσεων μεταξύ του Νίκου Χριστοδουλίδη, του Κυριάκου Μητσοτάκη και του Εμμανυέλ Μακρόν.
Δεν είναι όμως η μετοχική σύνθεσις της κοινοπραξίας που θα καθορίσει τις εξελίξεις. Ούτε πρόκειται να έλθουν γαλλικά πολεμικά πλοία να αντιμετωπίσουν τους Τούρκους στο πεδίο. Ότι η Τουρκία θα αντιδράσει πρέπει να το θεωρούμε βέβαιον.
Μετά την φυγή μας από την Κάσο, η Τουρκία έχει «πάρει αέρα» και δεν θα κάνει πίσω επ’ ουδενί. Θα επιμείνει δηλαδή ότι έχει λόγο για την αδειοδότηση του έργου. Ότι θα πρέπει να της ζητηθεί άδεια. Και εδώ τίθεται το ζήτημα ότι άλλο ο επενδυτής και άλλο η προστασία των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων. Η υπεράσπισίς τους είναι αποκλειστικώς εθνική ευθύνη!
Θέλουμε να πιστεύουμε ότι η Κυβέρνησις δεν θα διαπράξει την πονηρία να αφήσει την γαλλική εταιρεία Meridiam, η οποία πλέον ηγείται του έργου, να ζητήσει σιωπηρώς άδεια από την Τουρκία, ώστε εν συνεχεία να θριαμβολογήσουν ότι κατάφεραν να «ξεκολλήσουν» το έργο. Μπορούν να είναι βέβαιοι ότι ο Ταγίπ Ερντογάν δεν θα τους αφήσει να επαναπαυθούν. Θα προβάλει παντοιοτρόπως το γεγονός ότι η κυριαρχία του ανεγνωρίσθη από μια εταιρεία που εργάζεται για το ελληνικό Δημόσιο. Θα είναι μια ευκαιρία να καταγάγει τεράστια διπλωματική επιτυχία, που θα απογειώσει το κύρος του μεταξύ των μουσουλμανικών κρατών της Μεσογείου.
Δεν σώζονται τα προσχήματα διά της ιδιωτικοποιήσεως της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Δεν αποτελεί ευθύνη μιάς εταιρείας, πόσω μάλλον γαλλικής, το να επιλέξει από ποιόν θα αδειοδοτηθεί για ένα έργο που εκτελείται στην ελληνική υφαλοκρηπίδα. Δεν μπορεί αυτή η εταιρεία να ενεργήσει χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν της το νομικό καθεστώς της χώρας που ανέθεσε το έργο. Δεν μπορεί να πράττει αντιθέτως προς αυτό, ακόμη και αν έχει την σιωπηρά συναίνεση της Κυβερνήσεως. Σε αυτήν την περίπτωση μάλιστα, δεν είναι η εταιρεία, αλλά η Κυβέρνησις που υπέχει σοβαρές ευθύνες, πολιτικές και άλλες.
Να σημειώσουμε επιπροσθέτως ότι η Meridiam δεν μπαίνει απλώς σε ένα έργο το οποίο παρεμποδίζει η Τουρκία. Η εταιρεία έχει σημαντική παρουσία στην τουρκική αγορά. Προετοιμάζεται, σε σύμπραξη με την τουρκική Makyol, να διεκδικήσει τα δικαιώματα λειτουργίας των δύο γεφυρών του Βοσπόρου και ενός εκτεταμένου δικτύου αυτοκινητοδρόμων.
Έχει επίσης σημαντικές επενδύσεις σε δημόσια νοσοκομεία και γενικώς στο τουρκικό σύστημα Υγείας. Είναι δηλαδή ένας οργανισμός που έχει κάθε λόγο να έλθει σε συνδιαλλαγή με την Άγκυρα. Όχι να μετατρέψει μια επένδυση υποδομής σε γεωπολιτική σύγκρουση. Υπό την έννοια αυτή, δεν είναι η εταιρεία στην οποία θα μπορούσε να στηριχθεί η ελληνική Κυβέρνησις για να ασκήσει την εθνική πολιτική που απαιτείται για την ηλεκτρική διασύνδεση με την Κύπρο.
Ούτε η παρουσία της προαναγγέλλει ευρωπαική αναμέτρηση με την Τουρκία. Αντιθέτως, δημιουργεί υποψίες ότι υποκρύπτεται κάποια πρόθεσις συμβιβασμού. Και τούτο θα ήταν ολέθριο και για την Ελλάδα και για την Κύπρο. Ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι ήδη έχει αρχίσει να διαχέεται η φημολογία ότι πλέον το έργο εξυπηρετεί και γαλλικά οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα, όχι μόνον ελληνικά.
Τούτο όμως θα κριθεί από την αντίδραση της Τουρκίας όταν η Ελλάς εκδώσει την απαραίτητη NAVTEX. Εκτός εάν η τουρκική άδεια προς την κοινοπραξία έχει ήδη χορηγηθεί.
[iEpikaira: Υπάρχει και κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό σχετικά με το πράσινο φως στο καλώδιο και αφορά στα σχέδια των ΗΠΑ για την ευρύτερη περιοχή μας όπως σχολιάστηκαν ΕΔΩ!]
του Χάλεντ Αμπού Τοάμεχ • 17 Αυγούστου 2026, 5:00 π.μ.
-Παρότι ορισμένοι παρουσιάζουν τη Συμφωνία της Μέκκας ως ένδειξη ότι οι χώρες αναλαμβάνουν επιτέλους την ευθύνη για την άμυνά τους, αντί να βασίζονται αποκλειστικά στις Ηνωμένες Πολιτείες —όπως κάνει σήμερα η Σαουδική Αραβία—, η συγκεκριμένη διευθέτηση φαίνεται πιθανό να προκαλέσει «ακούσιες συνέπειες».
-Οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να ξεχνούν ότι, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το τελευταίο πράγμα που επιθυμούσαν ήταν να διαθέτουν η Ευρώπη και άλλες περιοχές ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις. Πολλοί στη Δύση κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η Γερμανία είχε ουσιαστικά προκαλέσει δύο παγκόσμιους πολέμους μέσα σε έναν αιώνα και ότι, γενικότερα, δυσκολευόταν να συνυπάρξει ειρηνικά με τους άλλους. Η προστασία των συμμάχων μπορεί να είναι δαπανηρή για τις ΗΠΑ, αλλά η μη προστασία τους θα μπορούσε να κοστίσει πολύ περισσότερο.
-Το ίδιο ισχύει και για μια συμμαχία όπως η Συμφωνία της Μέκκας. Εκ πρώτης όψεως, η συμμαχία Σαουδικής Αραβίας, Πακιστάν και Τουρκίας θα μπορούσε να βοηθήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες να μοιραστούν το αμυντικό βάρος. Μακροπρόθεσμα, όμως, το σύμφωνο ενδέχεται να καταλήξει να δημιουργήσει ένα πολύ μεγαλύτερο βάρος για την άμυνα.
-Οι χώρες που συμμετέχουν στη Συμφωνία της Μέκκας δεν μετατρέπονται κατ’ ανάγκην σε εχθρούς της Αμερικής. Θα μπορούσαν, ωστόσο, να ενεργήσουν εναντίον των συμφερόντων των ΗΠΑ και της Δύσης.
-Η Σαουδική Αραβία, η οποία ενδεχομένως εξέταζε την ένταξή της στις Συμφωνίες του Αβραάμ, αλλά πάντοτε προέβαλλε κάποιον όρο που καθιστούσε μια συμφωνία πρακτικά απαράδεκτη, και στην οποία μόλις επετράπη από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να εμπλουτίζει ουράνιο για πυρηνικούς αντιδραστήρες, επέλεξε να συνάψει αμυντική συνεργασία με την Τουρκία και το Πακιστάν — δύο χώρες των οποίων οι κυβερνήσεις τηρούν έντονα αντιισραηλινές θέσεις.
-Η ανησυχία, επομένως, είναι ότι μια ολοένα ισχυρότερη Τουρκία επιδιώκει να μετατρέψει τη διεύρυνση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της σε περιφερειακή ηγεμονία, υιοθετώντας ταυτόχρονα επιθετική στάση απέναντι στο Ισραήλ, την Κύπρο και την Ελλάδα.
-Εάν, για παράδειγμα, η Τουρκία παραλάβει από τις Ηνωμένες Πολιτείες τα μαχητικά αεροσκάφη τεχνολογίας stealth F-35 που επιδιώκει να αποκτήσει και στη συνέχεια επιτεθεί στο Ισραήλ, με το Ισραήλ να ανταποδίδει, θα ισχυριστεί τότε το Πακιστάν ότι η Τουρκία «δέχθηκε επίθεση» και θα εξαπολύσει πυρηνικά όπλα εναντίον του Ισραήλ; Μήπως μια τέτοια μακροπρόθεσμη επιδίωξη βρίσκεται στην πραγματικότητα στον πυρήνα του «αμυντικού συμφώνου»;
-Επιπλέον, η Τουρκία διευρύνει ταχύτατα την επιρροή της στη Συρία. Τόσο η Τουρκία όσο και το Κατάρ αποτελούν σημαντικούς συμμάχους της κυβέρνησης του Σύρου προέδρου Αχμέντ αλ-Σάρα, ενώ η Άγκυρα έχει εμπλακεί σε μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξη των νέων ενόπλων δυνάμεων της Συρίας.
-Η Τουρκία τοποθετεί τον εαυτό της ως ηγετική δύναμη ενός ολοένα πιο διεκδικητικού, σουνιτικού και ισλαμιστικού προσανατολισμού συνασπισμού. Το Πακιστάν επιχειρεί να μετατρέψει το καθεστώς του ως πυρηνικής δύναμης σε μεγαλύτερη πολιτική επιρροή, ενώ η Σαουδική Αραβία αποτελεί τον χρηματοδότη τους και έναν δυνητικό εταίρο στον τομέα των πυρηνικών όπλων.
-Ο πραγματικός κίνδυνος βρίσκεται στη στρατηγική κατεύθυνση που αντιπροσωπεύει η συμφωνία: αποτελεί απάντηση στην εκλαμβανόμενη υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής, στην αυξανόμενη ισχύ της Τουρκίας και στην αποδυνάμωση των προοπτικών για μια ειρηνική Μέση Ανατολή. Παράλληλα, σηματοδοτεί την ανάδυση ενός νέου περιφερειακού συνασπισμού, τα ηγετικά μέλη του οποίου αντιμετωπίζουν ολοένα περισσότερο το Ισραήλ, την Κύπρο, την Ελλάδα και γενικότερα τη Δύση όχι ως δυνητικούς εταίρους, αλλά ως αντιπάλους.
Η Κοινή Συμφωνία Άμυνας της Μέκκας, την οποία υπέγραψαν η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν στις 7 Αυγούστου, θα πρέπει να σημάνει συναγερμό για τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Παρότι ορισμένοι την παρουσιάζουν ως ένδειξη ότι οι χώρες αναλαμβάνουν επιτέλους την ευθύνη για την άμυνά τους, αντί να βασίζονται αποκλειστικά στις Ηνωμένες Πολιτείες —όπως κάνει σήμερα η Σαουδική Αραβία—, η συγκεκριμένη διευθέτηση φαίνεται πιθανό να προκαλέσει «ακούσιες συνέπειες».
Η Κοινή Συμφωνία Άμυνας της Μέκκας, την οποία υπέγραψαν η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν στις 7 Αυγούστου, θα πρέπει να αποτελέσει προειδοποιητικό μήνυμα για τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Η συμφωνία προβλέπει ότι μια ένοπλη επίθεση εναντίον οποιασδήποτε από τις τρεις χώρες θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων και έχει παρουσιαστεί από τα συμβαλλόμενα μέρη ως αμιγώς αμυντική. Πακιστανοί και Τούρκοι αξιωματούχοι επιμένουν ότι δεν στρέφεται εναντίον κάποιας συγκεκριμένης χώρας.
Αυτό, ωστόσο, ενδέχεται να μην είναι απολύτως ακριβές — και αποτελεί μόνο μία πτυχή του ζητήματος.
Παρότι ορισμένοι παρουσιάζουν τη Συμφωνία της Μέκκας ως ένδειξη ότι οι χώρες αναλαμβάνουν επιτέλους την ευθύνη για την άμυνά τους, αντί να βασίζονται αποκλειστικά στις Ηνωμένες Πολιτείες —όπως κάνει σήμερα η Σαουδική Αραβία—, η συγκεκριμένη διευθέτηση φαίνεται πιθανό να προκαλέσει «ακούσιες συνέπειες».
Οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να ξεχνούν ότι, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το τελευταίο πράγμα που επιθυμούσαν ήταν να διαθέτουν η Ευρώπη και άλλες περιοχές ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις. Πολλοί στη Δύση κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η Γερμανία είχε ουσιαστικά προκαλέσει δύο παγκόσμιους πολέμους μέσα σε έναν αιώνα και ότι, γενικότερα, δυσκολευόταν να συνυπάρξει ειρηνικά με τους άλλους. Η προστασία των συμμάχων μπορεί να είναι δαπανηρή για τις ΗΠΑ, αλλά η μη προστασία τους θα μπορούσε να κοστίσει πολύ περισσότερο.
Το ίδιο ισχύει και για μια συμμαχία όπως η Συμφωνία της Μέκκας. Εκ πρώτης όψεως, η συμμαχία Σαουδικής Αραβίας, Πακιστάν και Τουρκίας θα μπορούσε να βοηθήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες να μοιραστούν το αμυντικό βάρος. Μακροπρόθεσμα, όμως, το σύμφωνο ενδέχεται να καταλήξει να δημιουργήσει ένα πολύ μεγαλύτερο βάρος για την αμερικανική άμυνα.
Εδώ και σχεδόν έναν αιώνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες προσφέρουν γενναιόδωρα προστασία έναντι χωρών που απειλούν τη Δύση και τα δυτικά συμφέροντα. Τώρα, μέσω της Συμφωνίας της Μέκκας, τρεις σημαντικές μουσουλμανικές χώρες —δύο μακροχρόνιοι εταίροι των Ηνωμένων Πολιτειών και μία χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ— οικοδομούν ένα περιφερειακό πλαίσιο ασφάλειας που δεν εξαρτάται από την Ουάσιγκτον.
Επί δεκαετίες, η Σαουδική Αραβία θεωρούσε τις Ηνωμένες Πολιτείες κύριο εγγυητή της ασφάλειάς της. Η Τουρκία παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ. Το Πακιστάν διατηρεί μια μακρά και περίπλοκη σχέση ασφαλείας με την Ουάσιγκτον. Τώρα, αυτές οι τρεις χώρες δημιουργούν τον δικό τους μηχανισμό συλλογικής άμυνας.
Ορισμένοι από τους παραδοσιακούς εταίρους της Αμερικής προφανώς δεν εμπιστεύονται πλέον τις Ηνωμένες Πολιτείες ως προστάτη τους. Η Σαουδική Αραβία δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν επιθυμεί πλέον να τοποθετεί όλα τα «αβγά» της ασφάλειάς της στο αμερικανικό καλάθι.
Οι χώρες που συμμετέχουν στη Συμφωνία της Μέκκας δεν μετατρέπονται κατ’ ανάγκην σε εχθρούς της Αμερικής. Θα μπορούσαν, ωστόσο, να ενεργήσουν εναντίον των συμφερόντων των Ηνωμένων Πολιτειών και της Δύσης.
Οι σπόροι της σαουδαραβικής δυσπιστίας φυτεύτηκαν πριν από χρόνια. Το 2019, το Ιράν θεωρήθηκε υπεύθυνο για την καταστροφική επίθεση στις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις Αμπκάικ και Χουράις της Σαουδικής Αραβίας, η οποία έθεσε προσωρινά εκτός λειτουργίας ένα τεράστιο μέρος της σαουδαραβικής παραγωγής πετρελαίου.
Ωστόσο, η Ουάσιγκτον δεν προχώρησε στη στρατιωτική απάντηση που, όπως φαίνεται, ανέμεναν πολλοί Σαουδάραβες. Σύμφωνα με σχετικές αναφορές, το περιστατικό «κλόνισε την εμπιστοσύνη της Σαουδικής Αραβίας στις Ηνωμένες Πολιτείες». Το Middle East Institute έγραψε ότι η ιρανική επίθεση του 2019 και η απουσία αμερικανικής αντίδρασης «εξάλειψαν ουσιαστικά κάθε εμπιστοσύνη της Σαουδικής Αραβίας στην αμερικανική δέσμευση για την ασφάλειά της».
Η Συμφωνία της Μέκκας φαίνεται να αποτελεί ακόμη μία συνέπεια αυτής της απώλειας εμπιστοσύνης.
Η Σαουδική Αραβία εισφέρει στη νέα συνεργασία τεράστιους οικονομικούς πόρους. Το Πακιστάν προσφέρει στρατιωτική εμπειρία και, κυρίως, είναι η μοναδική χώρα με μουσουλμανική πλειονότητα που διαθέτει πυρηνικά όπλα. Η Τουρκία συνεισφέρει έναν από τους μεγαλύτερους στρατούς του ΝΑΤΟ και μια ταχύτατα αναπτυσσόμενη εγχώρια αμυντική βιομηχανία.
Αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι η πυρηνική ομπρέλα του Πακιστάν έχει επεκταθεί ώστε να καλύπτει τη Σαουδική Αραβία ή την Τουρκία. Ούτε σημαίνει ότι οι τρεις χώρες θα εμπλέκονται αυτομάτως σε πόλεμο κάθε φορά που μία από αυτές δέχεται επίθεση. Πράγματι, οι επιχειρησιακές λεπτομέρειες της συμφωνίας παραμένουν ασαφείς.
Ωστόσο, ο πολιτικός συμβολισμός δεν πρέπει να υποτιμηθεί.
Για το Ισραήλ, η εξέλιξη είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, καθώς σημειώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι ελπίδες για εξομάλυνση των σχέσεων με τη Σαουδική Αραβία φαίνονται περιορισμένες.
Η Σαουδική Αραβία, η οποία ενδεχομένως εξέταζε το ενδεχόμενο να ενταχθεί στις Συμφωνίες του Αβραάμ, αλλά πάντοτε προέβαλλε κάποιον όρο που καθιστούσε μια συμφωνία απαράδεκτη, και στην οποία μόλις επετράπη από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να εμπλουτίζει ουράνιο για πυρηνικούς αντιδραστήρες, επέλεξε να συνάψει αμυντική συνεργασία με την Τουρκία και το Πακιστάν — δύο χώρες των οποίων οι κυβερνήσεις τηρούν έντονα αντιισραηλινές θέσεις.
Ο Τζόναθαν Σπάιερ, διευθυντής ερευνών του Middle East Forum, έγραψε ότι πριν από την εισβολή της Χαμάς στο Ισραήλ, στις 7 Οκτωβρίου 2023, ο Σαουδάραβας διάδοχος του θρόνου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν θεωρούνταν συχνά, μαζί με τους ηγέτες των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και του Μπαχρέιν, μέρος μιας αναδυόμενης ηγεσίας του Κόλπου, η οποία επιδίωκε να υπερβεί τους παραδοσιακούς περιφερειακούς ανταγωνισμούς και να στραφεί προς την οικονομική και τεχνολογική συνεργασία, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης στενότερων σχέσεων με το Ισραήλ.
«Δεν θα πρέπει να θεωρηθεί δεδομένο ότι το Ριάντ έχει εγκαταλείψει οριστικά αυτόν τον προσανατολισμό», προειδοποίησε ο Σπάιερ. Παρατήρησε, ωστόσο, ότι στη Μέση Ανατολή μετά την 7η Οκτωβρίου οι στρατιωτικές παράμετροι και οι «θρησκευτικές και πολιτισμικές συμβολικές αφοσιώσεις» έχουν επιστρέψει στο προσκήνιο.
Η Συμφωνία της Μέκκας προσφέρει στη Σαουδική Αραβία το ακριβώς αντίθετο στρατηγικό πλαίσιο, τη στιγμή που η Ουάσιγκτον ήλπιζε ότι η εμβάθυνση της συνεργασίας ΗΠΑ–Σαουδικής Αραβίας στον τομέα της ασφάλειας θα μπορούσε να διευκολύνει την εξομάλυνση των σχέσεων του Ριάντ με το Ισραήλ.
Ο ρόλος της Τουρκίας είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος.
Υπό τον πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η Τουρκία έχει τοποθετήσει εδώ και χρόνια τον εαυτό της μεταξύ των πλέον εχθρικών αντιπάλων του Ισραήλ. Η Άγκυρα διατηρεί στενές σχέσεις με τη Χαμάς και έχει επανειλημμένα προσφέρει πολιτική υποστήριξη στην τρομοκρατική οργάνωση — όπως τεκμηριώνεται εδώ, εδώ, εδώ και εδώ.
Η ανησυχία, επομένως, είναι ότι μια ολοένα ισχυρότερη Τουρκία επιδιώκει να μετατρέψει τη διεύρυνση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της σε περιφερειακή ηγεμονία, υιοθετώντας ταυτόχρονα επιθετική στάση απέναντι στο Ισραήλ, την Κύπρο και την Ελλάδα.
Εάν, για παράδειγμα, η Τουρκία παραλάβει από τις Ηνωμένες Πολιτείες τα μαχητικά αεροσκάφη τεχνολογίας stealth F-35 που επιδιώκει να αποκτήσει και στη συνέχεια επιτεθεί στο Ισραήλ, με το Ισραήλ να ανταποδίδει, θα ισχυριστεί τότε το Πακιστάν ότι η Τουρκία «δέχθηκε επίθεση» και θα εξαπολύσει πυρηνικά όπλα εναντίον του Ισραήλ; Μήπως μια τέτοια μακροπρόθεσμη επιδίωξη βρίσκεται στην πραγματικότητα στον πυρήνα του «αμυντικού συμφώνου»;
Ο Σπάιερ προειδοποιεί ότι η αναδυόμενη σύμπραξη Τουρκίας, Πακιστάν και Σαουδικής Αραβίας είναι, σε επίπεδο ρητορικής, «από κοινού και ακραία αντιισραηλινή». Επισημαίνει την πρόσφατη έκκληση του Πακιστανού υπουργού Άμυνας Χαουάτζα Ασίφ για τη συγκρότηση ενός ενιαίου ισλαμικού μετώπου εναντίον του Ισραήλ, καθώς και τον ισχυρισμό του Ερντογάν ότι ο σιωνισμός απειλεί τους πάντες. Το σημαντικότερο, σύμφωνα με τον Σπάιερ, είναι ότι η Τουρκία και το Κατάρ συγκαταλέγονται στους «έμπρακτους υποστηρικτές» της Χαμάς.
Επομένως, η Συμφωνία της Μέκκας δεν μπορεί να εξεταστεί απομονωμένα.
Η Τουρκία, επιπλέον, διευρύνει ταχύτατα την επιρροή της στη Συρία. Τόσο η Τουρκία όσο και το Κατάρ αποτελούν σημαντικούς συμμάχους της κυβέρνησης του Σύρου προέδρου Αχμέντ αλ-Σάρα, ενώ η Άγκυρα έχει εμπλακεί σε μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξη των νέων ενόπλων δυνάμεων της Συρίας. Ως εκ τούτου, το Ισραήλ, η Κύπρος και η Ελλάδα βρίσκονται αντιμέτωπα με το ενδεχόμενο μιας διευρυνόμενης τουρκικής στρατηγικής παρουσίας, η οποία θα εκτείνεται μέσω της Συρίας στον ευρύτερο σουνιτικό μουσουλμανικό κόσμο και θα υποστηρίζεται από στενότερη στρατιωτική συνεργασία με το πυρηνικά εξοπλισμένο Πακιστάν και από την οικονομική ισχύ της Σαουδικής Αραβίας.
Παράλληλα, η Τουρκία προσθέτει στην εξίσωση προηγμένη στρατιωτική τεχνολογία. Η Άγκυρα και το Ισλαμαμπάντ διευρύνουν σταθερά τη συνεργασία τους στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας, μεταξύ άλλων στην κατασκευή αεροσκαφών, μη επανδρωμένων αεροχημάτων και άλλων στρατιωτικών συστημάτων. Η σαουδαραβική χρηματοδότηση θα μπορούσε να επιταχύνει σημαντικά αυτά τα προγράμματα.
Η Τουρκία τοποθετεί τον εαυτό της ως ηγετική δύναμη ενός ολοένα πιο διεκδικητικού συνασπισμού με σουνιτικό ισλαμιστικό προσανατολισμό. Το Πακιστάν επιχειρεί να μετατρέψει το καθεστώς του ως πυρηνικής δύναμης σε μεγαλύτερη πολιτική επιρροή, ενώ η Σαουδική Αραβία αποτελεί τον χρηματοδότη τους και έναν δυνητικό εταίρο στον τομέα των πυρηνικών όπλων.
Ακόμη και εάν η Συμφωνία της Μέκκας δεν εξελιχθεί ποτέ σε ένα πραγματικό «ισλαμικό ΝΑΤΟ» και παραμείνει εν μέρει συμβολική, αυτό δεν την καθιστά ακίνδυνη.
Ο πραγματικός κίνδυνος βρίσκεται στη στρατηγική κατεύθυνση που αντιπροσωπεύει: αποτελεί απάντηση στην εκλαμβανόμενη υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής, στην αυξανόμενη ισχύ της Τουρκίας και στην αποδυνάμωση των προοπτικών για μια ειρηνική Μέση Ανατολή. Παράλληλα, σηματοδοτεί την ανάδυση ενός νέου περιφερειακού συνασπισμού, τα ηγετικά μέλη του οποίου αντιμετωπίζουν ολοένα περισσότερο το Ισραήλ, την Κύπρο, την Ελλάδα και γενικότερα τη Δύση όχι ως δυνητικούς εταίρους, αλλά ως αντιπάλους.
Ο Χάλεντ Αμπού Τοάμεχ είναι βραβευμένος δημοσιογράφος με έδρα την Ιερουσαλήμ.
Σύμφωνα με “ελεγχόμενες διαρροές” που βλέπουν το φως της δημοσιότητας στον τουρκικό ηλεκτρονικό τύπο, η πρόσφατη ανακήρυξη δύο «εθνικών θαλάσσιων πάρκων», το ένα στο βόρειο Αιγαίο και το άλλο στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, είναι μόνο “μια γεύση” από αυτά που πρόκειται να ανακοινωθούν τους αμέσως επόμενους μήνες.
Πλέον συγκεκριμένα, τον ερχόμενο Οκτώβριο αναμένεται η νομοθέτηση του νομοσχεδίου που αφορά στη “Γαλάζια Πατρίδα”, το οποίο έχει στόχονα μετατρέψει τις θαλάσσιες διεκδικήσεις της Άγκυρας σε εσωτερικό νόμο του τουρκικού κράτους.
Οι βασικοί άξονες του νομοσχεδίου, όπως έχουν διαρρεύσει, περιλαμβάνουν:
α. Δίνεται η δυνατότητα στον Τούρκο Πρόεδρο να ανακηρύσσει μονομερώς Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) έως και τα 200 ναυτικά μίλια, καθώς και θαλάσσιες περιοχές «ειδικού καθεστώτος» για αλιεία και εξορύξεις.
β. Ενσωματώνεται στο εσωτερικό δίκαιο η επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια στη Μαύρη Θάλασσα και τη Μεσόγειο, ενώ για το Αιγαίο διατηρείται το καθεστώς των 6 μιλίων (διατηρώντας παράλληλα την απειλή πολέμου/casus belli).
γ. Θεσμοθετείται το πλαίσιο για τη δημιουργία τουρκικών θαλάσσιων πάρκων και εγκαταστάσεων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (π.χ. αιολικά πάρκα) σε αμφισβητούμενες θαλάσσιες ζώνες.
δ. Στόχος είναι να δημιουργηθεί ένα νομικό πλαίσιο που θα δεσμεύει και τις μελλοντικές τουρκικές κυβερνήσεις, ενισχύοντας τη θέση της χώρας σε ενδεχόμενες μελλοντικές διαπραγματεύσεις.
Στα μέσα Απριλίου τρέχοντος έτους (2026), το Εθνικό Κέντρο Ερευνών για τη Θάλασσα και το Ναυτικό Δίκαιο του Πανεπιστημίου της Άγκυρας, δημοσίευσε την παρακάτω μελέτη για το Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό της χώρας:
Ο χάρτης, πάνω στον οποίο όπως φαίνεται βασίζεται εν πολλοίς το νομοσχέδιο της “Γαλάζιας Πατρίδας”, αποτυπώνει σχέδια για οικονομικές, επιστημονικές και στρατιωτικές δραστηριότητες σε θαλάσσιες περιοχές πέρα από τα τουρκικά χωρικά ύδατα.
Υπενθυμίζεται σχετικά ότι, στις 14 Μαι 26, το τουρκικό ΥΠΑΜ εξέδωσε ανακοίνωση που αφορούσε στο νομοσχέδιο για την “Γαλάζια Πατρίδα”, σημειώνοντας μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:
"Η μελέτη του Νομοσχεδίου για τις Περιοχές Θαλάσσιας Δικαιοδοσίας, είναι ένας νόμος-πλαίσιο που θα καθορίσει τις ευθύνες στις θαλάσσιες δικαιοδοσίες της Τουρκίας και θα εξαλείψει τις ελλείψεις στην εγχώρια νομοθεσία. Το Υπουργείο μας συμμετείχε στις εν λόγω μελέτες σε στρατιωτικό, τεχνικό, ακαδημαϊκό και νομικό επίπεδο και οι απόψεις μας γνωστοποιήθηκαν στους αρμόδιους φορείς της χώρας ".