Από το «ελεγχόμενο χάος» της Μέσης Ανατολής στην άμεση ανάγκη για γεωπολιτική ενηλικίωση...
Κάθε φορά που η Μέση Ανατολή φλέγεται, οι ελίτ της Δύσης, απολύτως προστατευμένες στις γυάλες τους, σπεύδουν να διαβάσουν τις αναλύσεις στα ακριβά σαλόνια του Λονδίνου και της Ουάσιγκτον. Διαβάζουν, για παράδειγμα, στον βρετανικό Economist ότι η Αμερική «αποχωρεί» από την Μέση Ανατολή και ότι βιώνουμε μια απώλεια ελέγχου που δεν ήταν «προσχεδιασμένη». Ας αφήσουμε όμως τις ευγένειες: το εν λόγω περιοδικό δεν κάνει μόνο ρεπορτάζ. Λειτουργεί και ως «γεωπολιτικό πλυντήριο». Ξεπλένει τον ωμό κυνισμό της αγγλοσαξονικής διπλωματίας και τις αιματηρές φαντασιώσεις του βαθέος κράτους, σερβίροντάς τες ως δήθεν αναπόφευκτη «φυσική» εξέλιξη. Αυτό αποδομείται με προηγούμενη ανάλυσή μας η οποία μιλά για «βελούδινη κατεδάφιση» —«βελούδινη» για αυτούς που την παρουσιάζουν και «αιμαγμένη» για όσους την βιώνουν— της σημερινής Μέσης Ανατολής, κάτι που οι μανδαρίνοι των Βρυξελλών και του δυτικού κατεστημένου δεν τολμούν να παραδεχτούν. Η διαφαινόμενη απώλεια ελέγχου των ΗΠΑ αποτελεί μάλλον μέρος του σχεδίου, διότι η αμερικανική στρατηγική ενορχηστρώνει μια κυνική «βαλκανιοποίηση» της περιοχής.
Η Κυβέρνησις επιστρέφει τα οστά του Τσάρου της Βουλγαρίας που βρέθηκαν σ’ ανασκαφής στις Πρέσπες και σε αντάλλαγμα παίρνει μόνο 48 από της αμύθητης εθνικής αξίας κειμίλια που έκλεψαν οι Βούλγαροι κατά την βάρβαρη κατοχή τους στην Βόρειο Ελλάδα – Ετοιμάζουν κα φιέστα στις 3 Οκτωβρίου για προεκλογικούς λόγους – Να πάρει θέση ο Αρχιεπίσκοπος!
ΔΙΧΩΣ ντροπή η ΝΔ υπό την ηγεσία του Πρωθυπουργού συνεχίζει την εκποίηση της θρησκευτικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας. Μετά τα κειμήλια του Σινά, τώρα διαγράφονται και τα ιερά κειμήλια της ιστορικής Μονής Εικοσιφοινίσσης της Δράμας.
Χθες το Υπουργείο Πολιτισμού ανακοίνωσε την υπογραφή επαχθούς και επονείδιστης συμφωνίας με την Βουλγαρία, σύμφωνα με την οποία θα χαρίσουμε, ως Ελλάς, στην Βουλγαρία κάρα και οστά του Τσάρου Σαμουήλ που εκτίθενται στο Βυζαντινό Μουσείο Θεσσαλονίκης και ό,τι άλλο ανευρέθη στις Πρέσπες, το τελευταίο διαπραγματευτικό μας χαρτί, δικά μας δηλαδή αγαθά, και σε αντάλλαγμα η Βουλγαρία θα μας επιστρέψει 48 κειμήλια εκκλησιαστικά, από τα χιλιάδες που έκλεψαν οι Βούλγαροι από μονές της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης, από Μητροπόλεις και αρχαιολογικούς χώρους, μέσα από ένα επίσημο πρόγραμμα αφελληνισμού της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης κατά τις επανειλημμένες βουλγαρικές κατοχές της περιοχής, και τα οποία θα έπρεπε, με βάση Διεθνείς Συνθήκες. να τα είχε επιστρέψει η Βουλγαρία από το 1923.
Τους δίνουμε δηλαδή δικά μας, για να μας επιστρέψουν δείγμα από τα κλεμμένα και τα παρανόμως ευρισκόμενα ακόμη στην Βουλγαρία. Κάτι που είχε αρνηθεί να αποδεχθεί ο Αντώνης Σαμαράς ως Πρωθυπουργός το 2013, όταν του προσεφέρθη η ίδια ακριβώς συμφωνία και την απέρριψε. Ο κύριος Μητσοτάκης την δέχεται!
Μόνο από την Ιερά Μονή της Εικοσιφοινίσσης οι βόρειοι γείτονες σε καιρούς χαλεπούς έκλεψαν εκατοντάδες χειρόγραφους κώδικες, εκατοντάδες κειμήλια εκκλησιαστικά, βυζαντινά και μεταβυζαντινά, ενώ εκατοντάδες είναι και τα εκκλησιαστικά κειμήλια. τα μεμβράνινα χειρόγραφα, τα πατριαρχικά χρυσόβουλλα που εκλάπησαν από τις μονές του Τιμίου Προδρόμου Σερρών, τις μονές Αρχαγγελιώτισσας και Καλαμούς της Ξάνθης, από τις εκκλησίες και τους αρχαιολογικούς χώρους της Κομοτηνής, από το Ιμαρέτ της Καβάλας.
Όλη η πρωτοβουλγαρική ιστορία, η οποία εκτίθεται στο Βυζαντινό Μουσείο της Θεσσαλονίκης, στους γείτονες, αρκεί να πάρει… 48 αντικείμενα κλεμμένα. Τα χιλιάδες άλλα που βρίσκονται στην Βουλγαρία και τα περιφέρουν ανά τον κόσμο οι Βούλγαροι, ως τεκμήρια του βουλγαροβυζαντινού πολιτισμού, και αυτά χάρισμα στους γείτονες.
Έχει, φαίνεται, πολλά η Ελλάδα, στον κύριο Μητσοτάκη αρκεί η πανηγυρική προπαγανδιστική φιέστα με τον Βούλγαρο Πρωθυπουργό στις 3 Οκτωβρίου στο Βυζαντινό Μουσείο Θεσσαλονίκης εν όψει των εκλογών… Τι ντροπή! Αναμένουμε την αντίδραση της Εκκλησίας για αυτήν την συμφωνία, που αποτελεί κηλίδα για το έθνος.
Ελπίζουμε ο Μακαριώτατος αυτήν την φορά να μην αποδειχθεί επιλήσμων της Ιστορίας και να καταγγείλει την συμφωνία της ντροπής!
EU Commission calls on countries to cut energy demands as costs surge
In a letter seen by POLITICO, Energy Commissioner Dan Jørgensen asked ministers to introduce new measures “in the context of constrained global supply.”
By Pieter Haeck and James Fernyhough
The European Commission has told capitals to reduce demand for gas and electricity in a bid to tame prices amid a global energy crunch.
"In the context of constrained global supply and high price volatility, demand reduction can be an effective tool to contain prices," EU Commissioner for Energy and Housing Dan Jørgensen wrote in a letter to EU ministers, dated Sept. 25 and seen by POLITICO.
In the letter, Jørgensen invites ministers to take measures to reduce demand for gas and electricity "for as long as necessary." He argues that while the situation is "challenging", there are "currently no immediate risks to security of supply."
Gas storage levels in Europe are currently at historic lows as the war in Iran disrupts global gas flows, which could set up the continent for an expensive winter.
Storage levels currently sit at 68% of capacity, which is well below the 71% measured at the same period in 2021 — just before the start of a historic energy crisis in the wake of Covid-19 and the start of the war in Ukraine.
The EU has a baseline target to have gas storage filled to 90% by the start of November, but some flexibility was granted on this in March, allowing countries to aim for 80% this year to avoid panic buying and alleviate costs.
Measures taken by EU countries to regulate prices should be "well-targeted" and "temporary", Jørgensen's letter reads, to avoid a surge in demand.
Χιλιάδες καταγραφές ακινήτων, μεγάλα οικιστικά και τουριστικά έργα, ιατρικές υποδομές και περισσότερες άδειες διαμονής παιδιών συνθέτουν την εικόνα της ισραηλινής καθόδου στο νησί
Η ισραηλινή κάθοδος στην Κύπρο αποκτά πλέον τη μορφή επενδυτικού μωσαϊκού: αγορές ακινήτων στη Λάρνακα, στην Πάφο και στη Λεμεσό, οικιστικά συγκροτήματα εκατοντάδων κατοικιών, ξενοδοχεία, μεικτές αναπτύξεις με επένδυση άνω των €110 εκατ. και ιατρικές υποδομές. Δίπλα στις επιχειρήσεις μετακινούνται οικογένειες. Στις 30 Ιουνίου βρίσκονταν σε ισχύ 1.077 άδειες διαμονής για παιδιά με χώρα προέλευσης το Ισραήλ, στην κατηγορία των οικογενειακών λόγων, 208 περισσότερες από το τέλος του 2025. Η Κύπρος προβάλλεται στον ισραηλινό Τύπο ως κοντινό ευρωπαϊκό «Plan B» για κεφάλαια, εργασία και εγκατάσταση. Οι επίσημες καταγραφές δείχνουν τη γεωγραφία των αγορών και μέρος της μετακίνησης. Δεν αποτυπώνουν, όμως, τη συνολική έκταση γης, ούτε την ιδιοκτησία που περνά μέσα από εταιρείες.
Χιλιάδες καταγραφές, χωρίς μέτρηση της γης
Η αφετηρία βρίσκεται σε απάντηση του Υπουργείου Εσωτερικών προς τη Βουλή, στις 9 Ιανουαρίου 2025. Για την περίοδο από το 2021 έως τότε, το Κτηματολόγιο κατέγραψε στην κατηγορία «Ισραήλ» 1.406 ιδιοκτησίες στην επαρχία Λάρνακας, 1.291 στην Πάφο, 1.154 στη Λεμεσό και 58 στην Αμμόχωστο. Πρόκειται για άθροισμα 3.909 καταγραφών στις τέσσερεις επαρχίες. Η Λευκωσία απουσιάζει, επειδή ο δημοσιευμένος πίνακας παραθέτει μόνο τις δέκα πρώτες πόλεις κάθε επαρχίας.
Οι καταγραφές αφορούν ιδιοκτησίες βάσει κατατεθειμένων πωλητήριων εγγράφων ή πωλήσεων. Δεν αντιστοιχούν κατ’ ανάγκην σε ισάριθμους αγοραστές, ούτε αποκαλύπτουν πόσα τετραγωνικά μέτρα αποκτήθηκαν. Ένα διαμέρισμα και μια μεγάλη έκταση εμφανίζονται ως ιδιοκτησίες, παρότι έχουν διαφορετικό βάρος για την ανάπτυξη μιας περιοχής. Ούτε υπάρχει στον συγκεκριμένο πίνακα το σημερινό σύνολο αγορών ανά υπηκοότητα. Το ασφαλές συμπέρασμα αφορά τη γεωγραφική συγκέντρωση των καταγραφών και την ανάγκη διάκρισης κατοικίας από γη προς αξιοποίηση.
Η αγορά, πάντως, συνέχισε να ενισχύεται. Σύμφωνα με έκθεση που δημοσίευσε η Κεντρική Τράπεζα στις 24 Σεπτεμβρίου, το δεύτερο τρίμηνο του 2026 κατατέθηκαν 5.298 πωλητήρια έγγραφα για κάθε τύπο ακινήτου, αυξημένα κατά 15,4% από έναν χρόνο προηγουμένως. Τα 2.107 αφορούσαν ξένους αγοραστές, έναντι 1.717 το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025. Στην Πάφο, οι ξένοι υπέγραψαν το 66% των πωλητηρίων. Τα ποσοστά αφορούν όλες τις ξένες εθνικότητες. Η ίδια έκθεση δίνει ετήσια άνοδο 8,5% στις τιμές κατοικιών παγκύπρια και 18,5% στα διαμερίσματα της Πάφου. Καμία από αυτές τις αυξήσεις δεν μπορεί να αποδοθεί ειδικά στους Ισραηλινούς αγοραστές.
Από την αγορά οικοπέδου στις 260 κατοικίες
Στη Λεμεσό φαίνεται η άλλη κλίμακα: ισραηλινή εταιρεία αγοράζει γη για να αναπτύξει οικιστικά συγκροτήματα. Τον Απρίλιο, το ισραηλινό Ynet κατέγραψε την παρουσίαση επτά έργων της Gindi Global στην πόλη, με περίπου 500 οικιστικές μονάδες συνολικά, σύμφωνα με την ίδια την εταιρεία. Στο επίκεντρο βρίσκεται το σχεδιαζόμενο Limassol Royal Dreams, για το οποίο παρουσιάστηκε αγορά γης περίπου 37 δεκαρίων από κυπριακή οικογένεια, αντί περίπου 80 εκατ. σέκελ. Στα σχέδια περιλαμβάνονται 260 κατοικίες σε 13 κτήρια. Η εταιρεία εκτιμά την επένδυση για το συγκεκριμένο έργο στα περίπου 300 εκατ. σέκελ και αναφέρει συνεργασία με Κύπριο επιχειρηματία σε μέρος της δραστηριότητάς της.
Οι αριθμοί αποτελούν στοιχεία που δόθηκαν στον δημοσιoγράφο του Ynet από την εταιρεία κατά τη διάρκεια επίσκεψης την οποία οργάνωσε η Gindi Global. Έχουν αξία ως επώνυμη ανακοίνωση για συγκεκριμένη γη και συγκεκριμένο έργο, όχι ως απόδειξη ότι παραδόθηκαν 500 κατοικίες ή δαπανήθηκαν ήδη όλα τα προβλεπόμενα ποσά. Το κρίσιμο βήμα για μια κυπριακή αποτύπωση είναι η αντιστοίχιση της αγοράς με τίτλους, εταιρικά σχήματα, άδειες και στάδιο κατασκευής. Εκεί χωρίζεται η πραγματική επένδυση από το μέγεθος μιας παρουσίασης πωλήσεων.
Η ζήτηση προβάλλεται έντονα στο Ισραήλ. Σε ρεπορτάζ του Zman Yisrael τον Αύγουστο, ο δημοσιογράφος παρακολούθησε παρουσίαση κυπριακών ακινήτων προς υποψήφιους αγοραστές. Ο πωλητής υποσχόταν υψηλές αποδόσεις και ανατίμηση πριν ακόμη αποπερατωθεί ένα έργο. Ο συντάκτης κατέγραψε επίσης κόστος επίπλωσης, διαχείρισης και κινδύνους καθυστέρησης. Πρόκειται για τεκμήριο του τρόπου προώθησης της κυπριακής αγοράς, όχι για επαληθευμένες αποδόσεις.
Νοσοκομεία, ξενοδοχεία και κατοικίες στο ίδιο επενδυτικό κάδρο
Το ισραηλινό αποτύπωμα περνά και στην υγεία. Τον Ιούλιο του 2026 άνοιξε το Hadassah Medical Center στη Λεμεσό, το οποίο στην επίσημη ιστοσελίδα του περιγράφεται ως εξωτερικό ιατρικό κέντρο σε κλινική συνεργασία με το Hadassah της Ιερουσαλήμ. Παρέχει διαγνωστικές εξετάσεις, εξειδικευμένη φροντίδα, αποκατάσταση και υπηρεσίες πρόληψης. Η ίδια η μονάδα αναφέρει ότι προχωρεί στην ανάπτυξη νοσοκομείου Hadassah Health Park στη Λευκωσία, με προγραμματισμένο άνοιγμα το 2029. Έτσι διακρίνονται δύο διαφορετικά στάδια της επένδυσης: το κέντρο της Λεμεσού έχει ανοίξει, ενώ το νοσοκομείο παραμένει σχέδιο ανάπτυξης. Η ιατρική συνεργασία συνδέει πλέον τις υπηρεσίες του νησιού με ισραηλινό νοσοκομειακό Οργανισμό.
Στον τουρισμό, η παρουσία έχει ήδη διάρκεια. Ο ισραηλινός όμιλος Fattal έχει αναπτύξει δίκτυο μονάδων σε διαφορετικές επαρχίες. Ο Invest Cyprus παρουσίασε την επέκτασή του το 2023, με εξαγορές του GrandResort στη Λεμεσό και μονάδας στο Λατσί, καθώς και με άνοιγμα ξενοδοχείου της σειράς NYX στη Λεμεσό. Στην τρέχουσα ιστοσελίδα της αλυσίδας Leonardo εμφανίζονται μονάδες στην Πάφο, τη Λεμεσό, τη Λάρνακα, το Λατσί και τον Πρωταρά, ενώ μονάδα της Λευκωσίας ανακοινώνεται για άνοιγμα τον Οκτώβριο του 2026. Η παρουσίαση του ομίλου δίνει την κλίμακα της γεωγραφικής του εξάπλωσης, χωρίς κάθε ξενοδοχείο που λειτουργεί με το σήμα του να καταγράφεται αυτομάτως ως κτήριο ιδιοκτησίας του.
Στο παραλιακό μέτωπο της Λάρνακας προχωρεί ένα διαφορετικό σχήμα, όπου η φιλοξενία συνδυάζεται με κατοικίες. Η Premium Access Group, με ιδρυτές και μετόχους τους Shaul Keinan και Evgeni Leibovich, αναπτύσσει το Palm Beach Resort σε συνεργασία με την κυπριακή Thanos Hospitality Services. Ο Invest Cyprus περιγράφει επένδυση άνω των €110 εκατ., που περιλαμβάνει ξενοδοχείο, κατοικίες και άλλες εγκαταστάσεις, με προγραμματισμένο άνοιγμα το 2027. Σε παλαιότερη παρουσίασή του ο ίδιος Οργανισμός κατονομάζει τους δύο μετόχους και την κυπριακή συνεργασία. Η πρόσφατη ημερομηνία παράδοσης έχει σημασία: προηγούμενες ανακοινώσεις τοποθετούσαν την ολοκλήρωση νωρίτερα.
Η επιχειρηματική διασύνδεση φτάνει και στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Ο Invest Cyprus είχε κατονομάσει τις eToro, Plus500 και Globe Invest ως εταιρείες ισραηλινής προέλευσης με παρουσία στο νησί, παρουσιάζοντας το Ισραήλ ως αγορά στην οποία στοχεύει για την προσέλκυση επενδύσεων. Η εγκατάσταση εταιρείας, ωστόσο, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι μεταφέρθηκε στην Κύπρο όλη η λειτουργία της. Το ισραηλινό Globes αποκάλυψε το 2024 ελέγχους της φορολογικής Αρχής του Ισραήλ για εισοδήματα, ακίνητα και εταιρείες συνδεδεμένες με την Κύπρο. Κατά το δημοσίευμα, οι Αρχές εξέταζαν σε ορισμένες περιπτώσεις πού λαμβάνονται πραγματικά οι επιχειρηματικές αποφάσεις. Πρόκειται για ελέγχους συγκεκριμένης περιόδου, όχι για συμπέρασμα σχετικά με όλες τις εταιρείες.
Η μετακίνηση καταγράφεται στις άδειες παιδιών
Η επέκταση σε περισσότερους τομείς συμπίπτει με μια μετρήσιμη αύξηση στην οικογενειακή παρουσία. Στα ανοικτά δεδομένα του Τμήματος Μετανάστευσης, στις 30 Ιουνίου 2026 βρίσκονταν σε ισχύ 552 άδειες για αγόρια και 525 για κορίτσια ηλικίας έως 17 ετών, με χώρα προέλευσης το Ισραήλ, στην κατηγορία των οικογενειακών λόγων. Πρόκειται για 1.077 άδειες παιδιών. Στις 31 Δεκεμβρίου 2025, οι αντίστοιχες εγγραφές ήταν 451 και 418: συνολικά 869. Μέσα σε έξι μήνες η συγκεκριμένη κατηγορία αυξήθηκε κατά 208 άδειες, περίπου 24%.
Το εύρημα δεν μετατρέπεται σε συνολικό αριθμό Ισραηλινών κατοίκων. Αφορά ενεργές άδειες μίας ηλικιακής ομάδας και ενός σκοπού διαμονής, για υπηκόους τρίτων χωρών. Αποτυπώνει, όμως, κάτι που δεν μπορεί να δώσει ένα πωλητήριο έγγραφο: παρουσία οικογενειών με παιδιά, πέρα από την απόκτηση περιουσίας. Κάποιος μπορεί να έχει ακίνητο και να ζει στο Ισραήλ· η άδεια διαμονής μετρά διαφορετική σχέση με την Κύπρο.
Το ισραηλινό Globes, σε ανάλυση της 18ης Σεπτεμβρίου, αναγνωρίζει ότι ο ακριβής αριθμός Ισραηλινών που αγόρασαν ακίνητα στην Κύπρο δεν είναι γνωστός. Περιγράφει μέρος των αγορών ως προσπάθεια εξασφάλισης μιας εναλλακτικής κατοικίας και προειδοποιεί ότι η οικονομική απόδοση πρέπει να εξετάζεται χωριστά από το κίνητρο της μετακίνησης. Οι επίσημες κυπριακές καταγραφές επιτρέπουν να φανεί η παρουσία, χωρίς να επιτρέπουν να υπολογιστεί ένας ενιαίος αριθμός αγοραστών, κατοίκων και επενδυτών.
The trouble with a dying world order isn’t the sheer violence of the collapse. It is the retreating superpower’s unbearable audacity to rebrand the geopolitical landmines it buried as "stepping stones to regional multipolarity."
Χτύπησαν κόκκινο οι τουρκικές απειλές για την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Αιγαίου με την μεταφορά απέναντι από τη Σάμο αποβατικής τουρκικής ταξιαρχίας 2.000 κομάντος και την αεροναυτική άσκηση «θαλασσόλυκος» που με τη συμμετοχή μάλιστα του ελικοπτεροφόρου Αναντολού προβλέπει αποβατικές και καταδρομικές επιχειρήσεις με στόχο ελληνικά νησιά.
Και όλα αυτά με φόντο τις απειλές του Χακάν Φιντάν που έθεσε για άλλη μια φορά θέμα αποστρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών ισχυριζόμενος όλως αβάσιμα ότι αυτά αποτελούν δήθεν απειλή για την Τουρκία.
Πρόκειται για το γνωστό τουρκικό τροπάρι που επαναλαμβάνεται σταθερά τα τελευταία χρόνια.
Εμείς από την πλευρά μας με βάση διάφορα δημοσιεύματα και ακριτομυθίες Τούρκων αξιωματούχων από τις 16 Σεπτεμβρίου 2020 με άρθρο μας (www.notismarias.gr 16/9/2020), είχαμε αποκαλύψει τον σχεδιασμό της Άγκυρας να εμφανίσει ότι δήθεν κινδυνεύει η άμυνα και ασφάλειά της Τουρκίας λόγω της μη αποστρατιωτικοποίησης των Ελληνικών νησιών. Μάλιστα είχαμε επισημάνει ότι στη συνέχεια η Άγκυρα θα επικαλείτο το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ για δήθεν αυτοάμυνα προετοιμάζοντας τους δήθεν νομικούς και διπλωματικούς όρους για ενδεχόμενη προληπτική επίθεση κατά της Ελλάδας.
Στη συνέχεια με άλλο άρθρο μας στις 18 Ιουνίου 2022, είχαμε καταγγείλει τους τουρκικούς ισχυρισμούς ότι η αμυντική θωράκιση συγκεκριμένων ελληνικών νησιών στο Β.Α Αιγαίο αλλά και στη Δωδεκάνησο είναι δήθεν παράνομη καθώς δήθεν απαγορεύεται από τη Συνθήκη της Λοζάνης αλλά και από τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947. Μάλιστα από τότε η Άγκυρα ισχυριζόταν όλως αβάσιμα ότι τα εν λόγω νησιά αποτελούν δήθεν «απειλή για την εθνική ασφάλεια της Τουρκίας» (www.dailysabah.com 20/9/2020), με τον Ερντογάν να διαμηνύει από την Έφεσο στις 9/6/2022 ότι «δεν κάνει πλάκα» (www.tanea.gr 9/6/2022) αλλά αντίθετα απαιτεί εδώ και τώρα την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών αλλιώς θα ενεργήσει με βάση δήθεν τις διεθνείς Συνθήκες (www.dailysabah.com 9/6/2022) και τον Τσελίκ να προαναγγέλλει απροκάλυπτα εισβολή δηλώνοντας ««μπορεί να έρθουμε ξαφνικά ένα βράδυ» (www.cnn.gr 9/62022).
Ερμηνεύοντας λοιπόν το απειλητικό κρεσέντο του Ερντογάν και της παρέας του είναι σαφές ότι η Άγκυρα επιχειρεί να δικαιολογήσει τις επόμενες παράνομες επεκτατικές της κινήσεις στη βάση διαφόρων έωλων, ανυπόστατων, αβάσιμων και παράνομων αιτιάσεων. Ότι δηλαδή καθώς η δήθεν παράνομη αμυντική θωράκιση των ελληνικών νησιών αποτελεί δήθεν απειλή για την άμυνα και ασφάλεια της Τουρκίας, η Άγκυρα πλέον ασκώντας το δήθεν δικαίωμα αυτοάμυνάς της που μάλιστα δήθεν προβλέπεται από το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ έχει δήθεν το δικαίωμα να αμυνθεί και μάλιστα η άμυνα αυτή δήθεν νομιμοποιείται να είναι και προληπτική. Όπερ σημαίνει, σύμφωνα με την τουρκική προπαγάνδα, ότι η Άγκυρα έχει δήθεν το δικαίωμα να εισβάλει στα παραπάνω ελληνικά νησιά προκειμένου να τα αφοπλίσει, καταστρέφοντας τις στρατιωτικές τους δυνατότητες και εγκαταστάσεις.
Όμως οι εν λόγω έωλες, ανυπόστατες, αβάσιμες και παράνομες τουρκικές αιτιάσεις δεν σταματούν εδώ καθώς η Άγκυρα πλέον θεωρεί ότι η αμυντική θωράκιση των παραπάνω ελληνικών νησιών έχει οδηγήσει επιπλέον και στην δήθεν απώλεια της ελληνικής κυριαρχίας επί των εν λόγω νησιών. Ως εκ τούτου, συνεχίζει το τουρκικό αφήγημα, η Άγκυρα έχει δήθεν το επιπλέον δικαίωμα ενσωμάτωσης των εν λόγω ελληνικών νησιών στην Τουρκία αφού δήθεν έχει παύσει η εκεί ελληνική κυριαρχία.
Και κάπου εδώ τελειώνουν οι τουρκικές «ευτράπελες ιστορίες αλά Ναστρεντίν Χότζα».
*Καθηγητής Θεσμών της ΕΕ στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, πρώην Ευρωβουλευτής και Βουλευτής Ηρακλείου, notismarias@gmail.com
For decades America has enjoyed hegemony over the Middle East. That is about to end.
Sep 24th 2026
America seems to be stuck in the Middle East. It has no easy way out of its war with Iran. Yet the conflict, however it ends, will in fact mark something quite different: the moment when America pulls back from the region—in the sense that it finally relinquishes its hegemony there. For the first time since the great powers dismembered the Ottoman empire a century ago, the Middle East’s overarching order will no longer be imposed from afar. Will that herald an orgy of score-settling and violence, or a new beginning?
Since the first world war, the birthplace of the world’s three great monotheistic religions has suffered misery heaped upon misery. Arabs who had fought alongside the war’s victors felt betrayed when Britain took control of Iraq, Jordan and Palestine, and France helped itself to Lebanon and Syria. Nationalist leaders, including Gamal Abdel Nasser of Egypt, later fell under the spell of ruinous Soviet-inspired economic policies. The staggering abuse of human rights by dictators such as Saddam Hussein in Iraq and Hafez al-Assad in Syria was matched only by the violent fanaticism of the jihadists nourished by their sadistic rule.
After three wars, countless covert operations and seemingly endless rounds of diplomacy, America’s attempts to impose its designs have run their course. Like Britain, France and Russia, America will still be involved. It will occasionally use military force to pursue its interests, including for counter-terrorism. But it will abandon its role as architect.
The signs of America’s looming retrenchment are unmistakable—even as President Donald Trump uses the annual meeting of the UN to threaten Iran with „annihilation” for the umpteenth time. Two stand out. Earlier this month America declined to join its ally Saudi Arabia in striking the Houthis in Yemen, who are endangering shipping in the Red Sea. Instead it held talks behind the Saudis’ backs to spare American vessels from attack. That may seem like a detail, but when a superpower does deals with an insurgent militia, everyone understands it wants to cut its commitments.
The other sign is the expectation that America will limit its presence in the Middle East. In peacetime it has 30,000-40,000 troops on 19 bases, eight of which are permanent. However, the war has exposed how vulnerable they are to drones and cheap missiles. America has therefore been obliged to depend on aircraft-carriers and its Indian Ocean base on Diego Garcia. Some experts are arguing that it should concentrate its forces in a few places, such as Israel and Jordan.
This fits a broader realignment in which, as NBC reported this month, 25,000-40,000 American troops could be pulled out of Europe, too. The Trump administration is focused on the Americas. Securocrats want to equip America for the growing rivalry with China which, as this week’s Trump-Xi summit shows, teeters between wary co-existence and outright hostility. Neither goal is advanced by Middle Eastern wars that empty America’s arsenals and suck its forces out of Asia.
And to what end? Until 2020 America was an oil importer; today it is a colossal exporter. China, by contrast, has become Gulf producers’ biggest customer, and the Suez canal carries its goods to European markets. That makes China the great external beneficiary of America’s policies. But it is unlikely to try to step in as the Middle Eastern hegemon—not when it has seen the trillions of dollars and thousands of lives America has paid for the privilege.
Instead, three of the region’s countries have the heft to begin to fill the vacuum—and none of them is Arab. The most dangerous is Iran. If the regime in Tehran collapses, it will be in no position to rebuild its malign influence across Iraq, Syria and Lebanon. If, as is likely, it survives, it will hope to extract rents by controlling the Strait of Hormuz and bullying the Gulf states that it has attacked in the war. It will also try to rebuild its militias abroad. It may well restart work on a nuclear weapon, which will surely remain a red line for America. In all this, it may receive Russian backing.
The second regional power is Turkey, which has been quietly building closer relations with Arab countries. It has become the main supporter of the new government in Syria. With Iraq, it is working on trade routes, water supplies and countering Kurdish separatists. Last month it signed a security agreement with Pakistan and Saudi Arabia. Although it has championed the Muslim Brotherhood, it is more pragmatic than ideological, seeking business for its defence industry and construction firms.
The third is Israel, the dominant military and intelligence power. After the massacres of October 7th 2023 it sees itself as a modern Sparta, seeking to destroy any capability that might threaten it. Under the Abraham accords, it has forged close ties with the United Arab Emirates, even as the prospect of a deal with the Palestinians has faded.
These three countries are unlikely to live with each other in peace. Israel and Turkey are already at loggerheads in Syria. Israel and Iran have unfinished business over the war. Iran and Turkey are ancient imperial rivals.
The losers are the Arab states. Countries such as Iraq and Syria are still struggling to emerge from the ashes of civil war. Egypt, once the natural leader of the Arab world, devotes its energy to corruption and crushing opposition at home. The Gulf monarchies have embraced a prosperity agenda that seeks to anaesthetise ideology with economic growth. That is welcome, but their business model depends on American security. The rivalries of ultra-rich Qatar, Saudi Arabia and the UAE are radiating instability—perhaps America’s parting gift could be to help them work together.
Arabs have long yearned for a chance to recover lost glory from when they were a beacon of science and learning centuries ago. America’s retrenchment is about to give them a chance. But each departing hegemon has left a legacy of frustrated designs and unintended consequences. There remain deep hatreds and unsettled scores. The Middle East will struggle to prove the doubters wrong.
[iEpikaira: The Economist opinion is in many ways in accord with our previous analyses. The US is, as we put it, the Retreating Hegemon that leaves shatterbelts behind it. For more details, read HERE and the explainer HERE!]
A longer version of this article was originally published by MEI on September 10, 2026.
In February 2026, Turkish Foreign Minister Hakan Fidan suggested that shifting international dynamics could push Turkey to acquire nuclear weapons, reigniting a decades-old debate over Ankara’s nuclear ambitions.
Foreign Minister Fidan’s remarks are only the latest in a series of public statements in which President Recep Tayyip Erdoğan and other Turkish officials have increasingly challenged nonproliferation norms and even hinted at an interest in acquiring nuclear weapons. That rhetoric, combined with Turkey’s civilian nuclear energy and research programs and its indigenous surface-to-surface missile development projects, has fueled concerns that these capabilities could eventually form the backbone of a Turkish nuclear weapons program.
Although Turkey remains far from possessing the technical capabilities needed for a nuclear weapons program and its national interests continue to favor nuclear restraint, the rhetorical shift suggests a broader change in Ankara’s thinking. This has been particularly pronounced since the failed coup attempt against Erdoğan in 2016. But the changing regional and global security environment is further strengthening the motivations and the rationale for Ankara to move away from its longstanding role as a champion of nonproliferation and toward a strategy of nuclear hedging — one that preserves the option to build nuclear weapons without actually pursuing them — by laying the technological and institutional groundwork that would make weaponization easier and faster should circumstances change.
Turkey’s Changing Stance on Proliferation
For decades after Turkey first articulated its nuclear weapons policy in 1959, Ankara showed little interest in developing nuclear weapons of its own. Turkey’s reluctance to pursue the bomb can be explained by three factors: its desire to maintain strong ties with the West and cultivate its image as a “good international citizen”; its belief that the North Atlantic Treaty Organization’s (NATO) nuclear umbrella provided the most effective deterrent against both adversaries and regional proliferation; and its faith in the international nonproliferation regime as a means of preventing the spread of nuclear weapons.
Despite periodic tensions and repeated swings in its relationship with the United States, Turkey continued to value its NATO membership and hosted US nuclear weapons deployed under NATO auspices. As Ankara’s relationship with the West acquired an additional dimension through its pursuit of European Union membership, its commitment to the international nonproliferation regime grew stronger. Even as Iran’s nuclear program emerged as a concern for the US and countries across the region, Ankara continued to believe that diplomacy offered the best means of addressing the Iranian nuclear challenge.
These preferences were reflected in Turkey’s formal commitments to the international nonproliferation regime. Turkey ratified the Treaty on the Non-Proliferation of Nuclear Weapons (NPT) in 1980, formally committing itself to remaining a non-nuclear-weapon state. The following year, it brought into force a Comprehensive Safeguards Agreement with the International Atomic Energy Agency (IAEA), placing its nuclear material and activities under international verification.
Until 2016, Turkish policymakers consistently advocated a nuclear-weapons-free Middle East and, later, broader global nuclear disarmament. When pressed, they categorically denied that Turkey had either the intention or the capability to develop nuclear weapons. While serving as prime minister, Erdoğan captured Ankara’s position in a 2009 speech, as Western pressure over Iran’s nuclear program was mounting. Turkey, he said, was “completely against nuclear weapons in the Middle East,” while criticizing what Ankara saw as a double standard: “There are countries with nuclear weapons in the Middle East, for example Israel. There is a difference: Israel is not a member of the IAEA; Iran is a member.”
The 2016 coup attempt marked a turning point in the Turkish government’s rhetoric on nuclear nonproliferation. It came against the backdrop of a deteriorating security environment in Turkey’s immediate neighborhood and growing tensions with its NATO allies, particularly the US. The war in Syria had sharply heightened Ankara’s sense of vulnerability. Washington’s partnership with the Kurdistan Workers’ Party (PKK)-linked Syrian Kurdish militia against the Islamic State (ISIS) had strained US-Turkish ties, while Russia’s retaliation after Turkey shot down a Russian jet in late November 2015 intensified Ankara’s security concerns.
The failed coup deepened those doubts. Erdoğan repeatedly criticized the Obama administration for being slow to condemn the coup attempt and for hosting religious leader Fethullah Gülen, whom he accused of masterminding it. Erdoğan’s rhetoric on nuclear weapons began to shift. In 2017, he acknowledged that nuclear weapons were contrary to Islam but added that “unfortunately the power war in the world requires [you] to have such weapons, even if you don’t want to.” By 2019, his language had become more explicit: at a Justice and Development Party meeting in Sivas where Erdoğan praised advances in Turkey’s indigenous defense industry and the country’s decreasing dependence on Western security, he said, “Some countries have missiles with nuclear warheads, not one or two. But [they tell us] we cannot have them. This, I cannot accept.” He went on to say, “There is no developed nation in the world that does not have them. All of them have it,” later adding, “We are working on this.”
A Changing World Fuels Turkey’s Nuclear Rethink
The dynamics of the Iran war appear to have reinforced the rationale for Turkey’s changing stance on nuclear weapons. Turkish officials interviewed by the author believe that the Iranian leadership that emerged after the US and Israeli attacks on February 28, 2026, is more likely to pursue nuclear weapons than its predecessors, whom Ankara regarded as more risk-averse and restrained regarding weaponization. Although Turkey’s relationship with Iran has historically been less conflict-ridden than Iran’s relations with the Gulf states, Ankara still sees a nuclear-armed Tehran as a serious security threat — and one that could trigger a regional nuclear arms race.
In interviews, Turkish diplomats have pointed to the missiles Iran fired toward Turkey during the war as evidence of this new danger. NATO intercepted the missiles, and although Iran denied firing them, officials repeatedly suggested that Tehran was behind the attacks. Many in Ankara had assumed that Iran would never take such a risk against a NATO member. The attacks challenged that assumption, reinforcing the view that an Iranian regime fighting for its survival might take risks previously considered unthinkable.
A second development heightening Turkey’s concerns is the rise of an increasingly aggressive — and, in Ankara’s view, reckless — Israel. Israel has long maintained a policy of deliberate ambiguity about its nuclear arsenal, an approach successive US administrations have effectively supported. For Turkey’s ruling elite, threats by an Israeli minister to use nuclear weapons in Gaza not only amounted to a rare public acknowledgment of Israel’s nuclear capability but also underscored the risks of preserving a regional nuclear imbalance. In Ankara’s view, such rhetoric could give other states greater incentive to seek their own deterrent. And by continuing to support Israel even when its officials invoke the potential use of a nuclear weapon, the US reinforces a grievance Turkey has voiced for decades: that the global nonproliferation regime applies one standard to Israel and another to its regional rivals.
Another recent development that, in the eyes of Turkey’s ruling elite, lends weight to Ankara’s shifting rhetoric is the US-Saudi nuclear deal. The deal would open the door to uranium enrichment on Saudi soil without giving it an unequivocal green light, pending the conclusions of a joint US-Saudi study on the economic viability of such a program. The agreement marks a departure from the “gold standard” of US civilian nuclear cooperation — a legally binding commitment under a Section 123 agreement to forgo domestic uranium enrichment and spent-fuel reprocessing, as the United Arab Emirates agreed to do in its 2009 nuclear cooperation agreement with the US. Ankara sees this agreement as another indication that regional states are becoming more serious about keeping a nuclear weapons option open, but also that Washington is relaxing its stance on nonproliferation.
This shift comes as Ankara, like many US allies in the Middle East and beyond, increasingly questions Washington’s reliability. The Iran war has reinforced a perception that the US is becoming more willing to take military risks in the region without sufficient regard for the security interests of its allies and that the nuclear landscape itself is changing. Fears that Washington could retreat from longstanding security commitments have fueled nuclear debates among several US allies, including Poland, South Korea, and Finland. From Ankara’s perspective, these developments reinforce a broader conclusion: as confidence in US security guarantees erodes and nuclear hedging becomes increasingly normalized, Turkey has more reason to reconsider its own longstanding restraint.
Three Scenarios for Turkey’s Nuclear Future
1. Relying on NATO Alone
Since joining NATO in 1952, Turkey has relied on the alliance, and particularly the US, for extended nuclear deterrence. It is also one of five NATO countries that host US tactical nuclear weapons, with B61 gravity bombs stored at Incirlik Air Base under strict American custody and control. The storage facilities at the base have been repeatedly upgraded and modernized, but tensions between Ankara and Washington and periodic regional instability have fueled recurring speculation that the weapons could eventually be moved out of Turkey.
NATO membership and the US nuclear umbrella have long been pillars of Turkish security policy. During the Cold War, Turkey particularly valued the deterrence provided by US nuclear weapons against the Soviet Union. Yet its experience with NATO has also generated persistent doubts about the reliability of allied security guarantees. The 1974 US arms embargo following Turkey’s intervention in Cyprus and NATO’s reluctance to meet Ankara’s requests for alliance-backed missile defenses during the first Gulf War raised questions about how unconditional the treaty’s Article 5 protection really was. More recently, the Iran war and America’s cancellation of the F-35 sale to Turkey, combined with President Donald Trump’s threats to withdraw from NATO and his broader unpredictability regarding US commitments, have reinforced Ankara’s fears that Turkey’s security priorities may not be shared, or defended, by its allies.
2. Making a Run for the Bomb
Although the expansion of nuclear energy, increased access to nuclear-capable delivery systems, advances in enabling technologies, and greater availability and production of fissile material have made it easier and cheaper for states to reach nuclear-threshold status — and potentially choose to develop nuclear weapons — going nuclear remains a risky undertaking. For Turkey, particularly after years of tensions in its relations with NATO and its neighbors, the risks of following that path may be especially high. Turkey has taken significant steps to repair those relationships, and that effort reflects Ankara’s growing recognition that it cannot afford isolation in the Middle East or prolonged estrangement from its Western allies.
Turkey has a considerable stake in maintaining workable relations with both Western and Middle Eastern partners. Pursuing a nuclear weapons program — whether openly or covertly — would put those hard-won gains at risk, leading to renewed isolation from precisely the countries whose investment, technology, markets, and defense cooperation Ankara has spent years trying to secure. Therefore, Ankara is highly unlikely to pursue this path.
3. Moving Toward Nuclear Hedging
A shift toward nuclear hedging, as defined by Vipin Narang in Seeking the Bomb, is the most likely path for Ankara. This is why understanding the evolution of Erdoğan’s views matters. It is difficult to reach a definitive conclusion about Ankara’s intentions based solely on publicly available information. But Erdoğan’s increasingly assertive rhetoric, coupled with the foreign minister’s suggestion that international developments could compel Turkey to acquire nuclear weapons and changes in its security environment, points to a possible hedging strategy in which Ankara maintains strategic ambiguity about its intentions while keeping the nuclear option open. It avoids the potential break with the US and NATO involved in making a run for the bomb but gives Ankara more of a unilateral alternative if its partners continue to disappoint, or abandon it altogether.
How Close Is Turkey to a Bomb?
Those concerned about Turkey’s nuclear ambitions often point to several factors as evidence of both its interest in nuclear weapons and its potential technical capacity to pursue them. Some point to Turkey’s membership in the Nuclear Suppliers Group (NSG), which reflects, in part, its manufacturing capacity for materials with potential applications in the nuclear industry. Others point to its plans to build multiple nuclear power plants, Ankara’s unwillingness to commit to restrictions on enrichment and reprocessing (ENR) activities in its Section 123 nuclear agreement with the US, and Erdoğan’s statements that Turkey could develop uranium-enrichment capabilities if needed for its civilian nuclear program. Another point raised is Turkey’s effort to accelerate its long-range missile development program. Finally, Turkey joined Saudi Arabia’s mutual defense pact with nuclear-armed Pakistan in early August. Although the agreement did not mention nuclear weapons, it has further reinforced the strategic ambiguity surrounding Turkey’s nuclear intentions.
Indeed, Turkey’s interest in civilian nuclear technology, which dates back to the 1950s, has given the country a relatively advanced nuclear infrastructure. It operates longstanding nuclear research facilities and has expanded its scientific and engineering expertise. Yet the IAEA’s 2025 reporting suggests that Turkey remains well short of the technical capabilities associated with nuclear latency. It has no commercial uranium mining or conversion facilities and, most importantly, no identified uranium-enrichment or spent-fuel reprocessing capability. Its existing front-end activities are limited largely to safeguarded laboratory-scale research, including uranium concentrate refining, conversion to uranium dioxide (UO2), and fuel-pellet production.
Turkey plans to build multiple nuclear power plants as part of its strategy to diversify its energy mix and reduce dependence on foreign suppliers, which will significantly deepen Turkey’s experience with nuclear technology and will generate spent fuel. The specific model Turkey chose for its first plant limits its ability to develop some of the key indigenous capabilities associated with nuclear latency.
The Akkuyu plant is being developed under a build-own-operate (BOO) model, an unprecedented arrangement in the nuclear industry. Akkuyu Nükleer is wholly owned by subsidiaries of Russia’s state-owned Rosatom, which is providing roughly $20 billion in financing. Russia is responsible for the plant’s design, construction, maintenance, and operation for 60 years, as well as the supply and use of nuclear fuel and the plant’s eventual decommissioning.
The BOO model reduces Turkey’s financial exposure but creates significant dependencies. Turkey will rely heavily on Russian personnel to operate the plant and on Russia for its nuclear fuel. More importantly, the arrangement limits the extent to which Akkuyu can help Turkey develop autonomous nuclear capabilities, particularly in sensitive parts of the fuel cycle that can have both civilian and military applications.
The Turkish government has publicly acknowledged this dependence. Energy Minister Alparslan Bayraktar has admitted that Turkey will rely entirely on Russia’s Rosatom for the uranium fuel to power Akkuyu and signaled Ankara’s desire to diversify: “To overcome this dependence, we are talking about fuel cooperation both with the country we are currently working with and with others we are discussing new projects with.” Turkey is negotiating with other potential partners, including the US, Canada, France, and South Korea, over additional nuclear plants, and Turkish drone manufacturer Baykar is developing small modular reactor (SMR) technology.
Ankara’s negotiations with Canada’s AtkinsRéalis are particularly noteworthy. Turkish officials have indicated an interest in Canadian involvement in Turkey’s second and third nuclear power plants. The CANDU reactor design has several features that could provide a relatively direct technical pathway to a nuclear weapon while making proliferation activities more difficult to detect. Unlike conventional light-water reactors, CANDU heavy-water reactors can operate on unenriched natural uranium, reducing dependence on foreign enrichment services and giving the operator greater autonomy over the front end of the nuclear fuel cycle. More importantly, CANDU reactors can produce plutonium well suited for weapons purposes and can be refueled while operating, features that can complicate IAEA monitoring.
The acquisition of a CANDU reactor would not automatically put Turkey on a path to the bomb. Extracting plutonium would still require the ability to reprocess spent fuel, which Turkey does not currently possess. A Canadian diplomat told the author that the proposed deal with Ankara includes “significant technology sharing,” but what, if anything, it would entail regarding reprocessing or spent-fuel separation remains unclear. What is clear is that Ankara wants greater control over its nuclear supply chain and, over time, to develop more indigenous capabilities. For now, however, the Akkuyu model constrains that ambition. As Aaron Stein has noted, if Turkey sought to divert Akkuyu toward a weapons program, it would have to remove the foreign operator and gain control of foreign-owned spent fuel stored at the site before it could even contemplate extracting plutonium for a weapon — a difficult and highly visible undertaking. Akkuyu will therefore deepen Turkey’s experience with nuclear technology, but it does not by itself provide Ankara with the most proliferation-sensitive capabilities.
Turkey is still likely at least a decade away from being able to produce a nuclear weapon. But Ankara’s perception of its threat environment could drive it toward a hedging strategy of taking steps to acquire the expertise and technical capabilities needed to preserve the option of developing nuclear weapons. How far Ankara will move in that direction remains uncertain. It could pursue relatively modest technical hedging or seek more advanced capabilities associated with nuclear threshold status.
Whichever path it chooses, Turkey will most likely try to remain within the NPT, seeking to expand its nuclear options without openly crossing the line into weaponization while maintaining strategic ambiguity about its ultimate intentions. Even the most advanced point on the continuum of nuclear hedging — reaching nuclear threshold status, figuratively “one screwdriver’s turn away” from having a workable nuclear weapon — can, in principle, be maintained without withdrawing from the NPT.
Maintaining strategic ambiguity about its ultimate nuclear intentions would offer Ankara an additional advantage: preserving the deterrent and bargaining value of its growing capabilities while reducing some of the political and security costs of openly declaring a nuclear-weapons ambition, including the risk of accelerating a regional arms race.
Yet a hedging strategy carries risks of its own, particularly in a conflict-ridden region such as the Middle East. The proliferation of hedging could transform the nuclear order even without producing an increase in the number of nuclear-armed states. As more countries seek the capability to approach the nuclear threshold without crossing it, the distinction between nuclear and non-nuclear states becomes blurred. This could generate reciprocal hedging and arms-race dynamics, shorten breakout timelines, increase incentives for preventive military action, complicate intelligence assessments and safeguards, and ultimately erode the normative force of the NPT.
For Washington, the challenge is increasingly one of managing the nuclear trajectory of regional powers such as Turkey and Saudi Arabia rather than preventing them from acquiring greater nuclear capabilities altogether. The goal should be to prevent hedging from evolving into advanced threshold capabilities while addressing the security concerns that drive states to consider that option.
Attempting to eliminate all nuclear latency or prohibit enrichment altogether is neither realistic nor sustainable. Washington should focus on preventing the emergence of proliferation-prone national enrichment programs while promoting multilateral, IAEA-supervised fuel-cycle arrangements. One option would be a regional fuel-cycle framework in which participating states host different elements of the nuclear fuel cycle but no single country controls the entire supply chain necessary to rapidly convert a civilian program into a weapons capability. Such an arrangement could accommodate regional demands for greater nuclear autonomy while reducing incentives for competitive national enrichment programs.
Washington must simultaneously address the insecurity driving hedging behavior. In Turkey’s case, this means strengthening extended deterrence and restoring Ankara’s confidence in the credibility of US security guarantees. Reassurance, however, should be coupled with clear nonproliferation red lines. Washington should make explicit that continued US security guarantees are tied to adherence to nonproliferation commitments and that moves toward weapons-relevant capabilities would carry consequences for the bilateral security relationship.
*Gönül Tol is a senior fellow at the Middle East Institute, where she focuses on Turkish politics, US-Turkey relations, and regional dynamics in the Middle East.
Η Ελλάδα δεν έχει απέναντί της απλώς μια ρητορικά οξυμένη Τουρκία που αποφάσισε ξαφνικά να «στερέψει τα ήρεμα νερά» στο Αιγαίο, ένα αφήγημα που οδήγησε τον λαό μας σε μία απατηλή μακαριότητα. Είναι αδικαιολόγητοι όσοι «αιφνιδιάζονται»! Έχουμε απέναντί μας μια χώρα που εδώ και χρόνια αναπτύσσει, με συνέπεια και συνέχεια, μια επιθετική στρατηγική με σαφείς στόχους, μέσα και εργαλεία πίεσης. Μία στρατηγική η οποία, υπό συγκεκριμένες συνθήκες θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε θερμή σύγκρουση.
Εάν αύριο υπάρξει κρίση, η Ελλάδα θα είναι προετοιμασμένη ή θα δηλώσει αιφνιδιασμένη; Το δεύτερο θα ήταν πολιτικά και στρατηγικά αδιανόητο από την στιγμή εδώ και χρόνια η ελληνική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία επαναλαμβάνει ότι η τουρκική απειλή βρίσκεται στον πυρήνα της εθνικής αμυντικής πολιτικής.
1ο Ερώτημα: Υπάρχει Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας;
Το πρώτο ερώτημα είναι θεσμικό. Υπάρχει Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας και πώς αυτή μεταφράζεται σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις ανάπτυξης, αποστολής και χρησιμοποίησης των Ενόπλων Δυνάμεων; Από εδώ ξεκινούν και καταλήγουν όλα. Δυστυχώς όμως δεν υπάρχει όπως δεν υπάρχει και Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας για να την εκπονήσει παρά το ότι ο Πρωθυπουργός πριν τις εκλογές του 2019 είχε δεσμευτεί για την συγκρότηση του.
Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας διαθέτει θεσμικά οργανωμένο μηχανισμό Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και Εθνικού Αμυντικού Σχεδιασμού, ενώ το ΚΥΣΕΑ έχει κεντρικό ρόλο στη λήψη αποφάσεων για την εθνική άμυνα, τη δομή των Ενόπλων Δυνάμεων, τα μείζονα εξοπλιστικά προγράμματα και την ανάπτυξη των δυνάμεων. Η Πολιτική Εθνικής Άμυνας ως θεσμικό κείμενο όμως πάει πίσω…16 χρόνια και ουδόλως λαμβάνει υπόψη τις υφιστάμενες γεωπολιτικές συνθήκες και το πιο βασικό πως είναι η Τουρκία σήμερα και ότι έχει αναπτυχθεί η στρατηγική κουλτούρα «ότι ήλθε η ώρα να αποκατασταθούν τα ιστορικά και γεωγραφικά λάθη στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο»
Αυτοί οι έστω κουτσουρεμένοι θεσμοί παράγουν άραγε κάποια συγκεκριμένη στρατηγική και ποια επιχειρησιακή πραγματικότητα δημιουργείται; Και εδώ δεν αρκούν οι παρουσιάσεις, τα διαγράμματα, οι εξαγγελίες και οι εντυπωσιακοί τίτλοι.
Πολλά από αυτά που παρουσιάζονται στην «Ατζέντα 2030» του κ. Δένδια με περίσσια μεγαλοπρέπεια και αυτοθαυμασμό μπορεί να είναι φιλόδοξα αλλά δεν έχουν συνάφεια και συνοχή ίσως επειδή δεν αποτελούν προϊόντα της προβλεπομένης διαδικασίας του Εθνικού Αμυντικού Σχεδιασμού και φυσικά μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος ποιους στόχους καλύπτουν. Όμως η στρατηγική δεν κρίνεται από το όνομα που της δίνουμε. Κρίνεται από το αποτέλεσμα που παράγει στο πεδίο.
Ποια ακριβώς είναι η Στρατιωτική Στρατηγική της χώρας; Ποια επιχειρησιακή ετοιμότητα, ποια διαθεσιμότητα και ποια πραγματική πολεμική ικανότητα έχουν δημιουργήσει οι επιλογές των τελευταίων ετών;
Δεν αρκεί να γνωρίζουμε πόσα σύγχρονα οπλικά συστήματα αγοράστηκαν. Πρέπει να γνωρίζουμε πόσα από αυτά είναι πλήρως επιχειρησιακά διαθέσιμα, με τι αποθέματα πυρομαχικών και δυνατότητες υποστήριξης. Τι δυνατότητα αναπλήρωσης απωλειών έχουμε και με ποια ικανότητα διοίκησης και ελέγχου. Τέλος γνωρίζουμε ποια είναι η δυνατότητα κινητοποίησης όλου του πολεμικού δυναμικού της Χώρας;
Πάντως ο πόλεμος δεν κρίνεται στην τελετή παραλαβής ενός οπλικού συστήματος, ούτε αν σε μία Φρεγάτα συνεδριάζει το Συμβούλιο Άμυνας. Κρίνεται όταν αυτό πρέπει να λειτουργήσει αποτελεσματικά, να επιβιώσει, να ανεφοδιαστεί και να πολεμήσει.
3o ερώτημα: Και εάν η Αποτροπή αποτύχει
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο κρίσιμο στρατηγικό ερώτημα. Η αποτροπή είναι αναγκαία. Αλλά η αποτροπή δεν είναι πολεμικό σχέδιο ούτε όπως λέει και ένας καλός μου φίλος «θυμιατό για να ξορκίζει το κακό»! Η αποτροπή πρέπει να στηρίζεται στην πεποίθηση του αντιπάλου (μετά από εκτίμηση) ότι, εάν επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει στρατιωτική βία, το κόστος θα είναι τόσο υψηλό ώστε να μην το πράξει.
Όμως τι συμβαίνει εάν αυτή η υπόθεση αποδειχθεί λανθασμένη; Τι γίνεται εάν ο αντίπαλος εκτιμήσει ότι μπορεί να επιτύχει τους στόχους του παρά το κόστος;
Τότε η Ελλάδα πρέπει να έχει έτοιμη την απάντηση. Δεν μπορεί το στρατηγικό δόγμα να τελειώνει εκεί όπου τελειώνει η αποτροπή. Χρειάζεται σαφής και αξιόπιστη δυνατότητα αντιμετώπισης της σύγκρουσης εάν αυτή επιβληθεί.
4ο Ερώτημα : Πόσο γρήγορα μπορεί να κινητοποιηθεί η Χώρα
Πόσο χρόνο χρειάζεται η Ελλάδα για να περάσει από την ειρήνη στην πλήρη επιχειρησιακή ανάπτυξη; Πόσες ημέρες; Ποια είναι η πραγματική κατάσταση της εφεδρείας; Πόσοι έφεδροι μπορούν να παρουσιαστούν άμεσα; Πόσοι είναι εκπαιδευμένοι; Πόσοι μπορούν να επανέλθουν σε επιχειρησιακή κατάσταση χωρίς μακρά επανεκπαίδευση; Και κυρίως: Πόσες μονάδες μπορούν πραγματικά να αναπτύξουν πλήρη επιχειρησιακή ισχύ και σε πόσο χρόνο;
Αν και η ανάγκη αναμόρφωσης της εφεδρείας έχει αναγνωριστεί, πολλά από αυτά που γίνονται προς αυτήν την κατεύθυνση είναι αποσπασματικά και κυρίως επικοινωνιακού χαρακτήρα.
5ο Ερώτημα: Αρκούν τα σύγχρονα οπλικά συστήματα αλλά και άλλα παλαιότερα χωρίς πλήρη επιχειρησιακή δυνατότητα;
Η Ελλάδα δικαίως επενδύει σε σύγχρονα πλοία, αεροσκάφη, πυραυλικά συστήματα, drones, anti-drone συστήματα και νέες τεχνολογίες. Αλλά υπάρχει μια θεμελιώδης στρατιωτική αλήθεια: Η πλατφόρμα από μόνη της δεν αποτελεί πολεμική ισχύ.
Χρειάζεται όπλα και πυρομαχικά, αισθητήρες, δυνατότητες Ηλεκτρονικού Πολέμου, δικτύωση, συντήρηση και εφοδιαστική υποστήριξη, επάρκεια αποθεμάτων και πάνω απ’ όλα χρειάζεται προσωπικό μη υψηλό φρόνημα και ηθικό.
Θα επαναλάβουμε εμφατικά ότι η πραγματική αποτροπή δεν μετριέται λοιπόν από τον αριθμό των φωτογραφιών στις τελετές παραλαβής. Μετριέται από το τι έχει πειστεί ο αντίπαλος ότι μπορούμε και είμαστε αποφασισμένοι να κάνουμε την ώρα μηδέν.
6ο Ερώτημα: Κατά πόσο έχουμε μελετήσει τον αντίπαλο
Κανένας στρατιωτικός σχεδιασμός δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ακριβή γνώση του αντιπάλου. Όχι μόνο των οπλικών συστημάτων του. Αλλά της διάταξής και ετοιμότητάς του, της δυνατότητας συγκέντρωσης δυνάμεων, των δυνατοτήτων αεροπορικής και ναυτικής ισχύος, των δυνατοτήτων πυραυλικών πληγμάτων, των μη επανδρωμένων συστημάτων, του ηλεκτρονικού πολέμου, της δυνατότητας διεξαγωγής υβριδικών επιχειρήσεων και κυρίως της ταχύτητας με την οποία μπορεί να μετατρέψει μια κρίση σε στρατιωτική ενέργεια. Ούτε υπερτίμηση ούτε όμως και υποτίμηση.
Εάν ο αντίπαλος έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει την κύρια ενέργειά του σε πολύ σύντομο χρόνο, τότε η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια ενός αργού μηχανισμού κινητοποίησης. Η ταχύτητα αντίδρασης είναι πλέον τμήμα της αποτροπής.
Έβδομο Ερώτημα: Τι συμβαίνει με τον Στρατό Ξηράς
Μάλλον ένα από τα πλέον δυσάρεστα ερωτήματα. Μπορεί μια χώρα να διαθέτει ισχυρή Πολεμική Αεροπορία και σύγχρονο Πολεμικό Ναυτικό και ταυτόχρονα να αφήνει τον Στρατό Ξηράς να αντιμετωπίζει σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες;
Η απάντηση πρέπει να είναι στρατιωτική και όχι επικοινωνιακή. Οι Ένοπλες Δυνάμεις είναι ένα ενιαίο σύστημα. Αεροπορική ισχύς χωρίς χερσαία ισχύ δεν αρκεί. Ναυτική ισχύς χωρίς δυνατότητα ελέγχου και προστασίας του χερσαίου χώρου δεν αρκεί. Όπως και χερσαίες δυνάμεις χωρίς αεροπορική και ναυτική κάλυψη επίσης δεν αρκούν.
Το ζήτημα συνεπώς δεν είναι ποιος Κλάδος είναι «ισχυρότερος». Το ζήτημα είναι αν το σύνολο των Ενόπλων Δυνάμεων μπορεί να λειτουργήσει ως ενιαίο πολεμικό σύστημα. Η ισχύς των ΕΔ μιας χώρας είναι ίση με την ισχύ του «ασθενέστερου» Κλάδου και εδώ έχουμε τον Στρατό Ξηράς που θεωρούμε ότι έχει παραμεληθεί εγκληματικά, ειδικότερα το Πεζικό που είναι η ραχοκοκαλιά του Στρατού μας.
Όγδοο Ερώτημα : Που είναι τα «Lessons Learned»
Η Ουκρανία, η Ερυθρά Θάλασσα, η σύγκρουση Ισραήλ – Χαμάς, οι επιχειρήσεις με drones, η μαζική χρήση πυραύλων, ο ηλεκτρονικός πόλεμος, η ανάγκη διασποράς, η σημασία των αποθεμάτων και η ευπάθεια των μεγάλων και ακριβών πλατφορμών έχουν αλλάξει δραματικά τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου.
Ποια από αυτά τα διδάγματα έχουν ήδη μετατραπεί σε πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες; Διότι άλλο η διαπίστωση και άλλο η πολεμική εφαρμογή. Άλλο η παρουσίαση, άλλο η διαθεσιμότητα και φυσικά άλλο η εξαγγελία και άλλο η ετοιμότητα.
Ένατο Ερώτημα: Προσωπικό και ηθικό αυτού
Καμία στρατιωτική δύναμη δεν μπορεί να είναι πραγματικά ισχυρή εάν δεν υπάρχει το αναγκαίο ανθρώπινο δυναμικό και αν αυτό αισθάνεται ότι υποτιμάται, ότι δεν ακούγεται ή ότι χρησιμοποιείται ως αντικείμενο διοικητικών και πολιτικών πειραματισμών. Και η παρούσα ηγεσία έχει επιφέρει πραγματική αναστάτωση και αβεβαιότητα
Το ζήτημα του προσωπικού δεν είναι απλώς μισθολογικό. Είναι ζήτημα, πειθαρχίας, αξιοκρατίας, επαγγελματικής προοπτικής, κοινωνικού κύρους, φρονήματος και ηθικού, και κυρίως εμπιστοσύνης στην ηγεσία και πίστης στην αποστολή!
Το ηθικό θα πρέπει να εξετάζεται αν ενισχύει ή αποδυναμώνει την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα; Αν ενισχύει ή αποδυναμώνει το κύρος της στρατιωτικής ιεραρχίας; Αν δημιουργεί ή διαλύει την εμπιστοσύνη του στελέχους προς τον θεσμό;
Δέκατο Ερώτημα : Είμαστε καλά προετοιμασμένοι;
Ποιο είναι το πραγματικό επίπεδο στρατιωτικής προετοιμασίας της χώρας σήμερα; Όχι στο επίπεδο των εξοπλισμών, ούτε στο επίπεδο των εξαγγελιών και των παρουσιάσεων. Αλλά στο επίπεδο της πραγματικής πολεμικής ετοιμότητας.
Η Ελλάδα είχε μπροστά της επανειλημμένες ενδείξεις της τουρκικής στρατηγικής με πληθώρα προειδοποιήσεων. Αυτές οι προειδοποιήσεις έχουν μετατραπεί άραγε σε πραγματική επιχειρησιακή ετοιμότητα και ισχύ;
Το ερώτημα είναι εάν η χώρα μετέτρεψε εγκαίρως αυτές τις προειδοποιήσεις σε επιχειρησιακή ισχύ.
«Δεν δικαιούμαστε» να αιφνιδιαστούμε
Εδώ δεν υπάρχει περιθώριο για παρερμηνείες. Εάν αύριο εκδηλωθεί σοβαρή κρίση με την Τουρκία, θα ακουστεί ασφαλώς η λέξη «αιφνιδιασμός». Αλλά πώς μπορεί να υπάρξει αιφνιδιασμός όταν επί χρόνια η τουρκική απειλή αποτελεί το βασικό σημείο αναφοράς της ελληνικής αμυντικής πολιτικής;
Πώς μπορεί να υπάρξει αιφνιδιασμός όταν έχουν προηγηθεί τόσες αναλύσεις, δηλώσεις, προειδοποιήσεις, εξοπλιστικά προγράμματα, αναδιοργανώσεις και διακηρύξεις περί νέου Δόγματος Αποτροπής;
Και κυρίως, πώς μπορεί μια χώρα να ζητήσει από τις Ένοπλες Δυνάμεις της να είναι έτοιμες, εάν η ίδια δεν έχει φροντίσει να γνωρίζει με ακρίβεια πόσο έτοιμες είναι;
Χωρίς πανικό βλέπουμε κατάματα την αλήθεια.
Το ζητούμενο δεν είναι να δημιουργηθεί φόβος στην ελληνική κοινωνία. Το αντίθετο. Μια σοβαρή αμυντική πολιτική οφείλει να δημιουργεί εμπιστοσύνη. Και εμπιστοσύνη δεν δημιουργούν οι υπερφίαλες πανηγυρικές δηλώσεις. Την δημιουργεί η πραγματική ισχύς.
Εξυπακούεται ότι δεν χρειάζεται να γνωρίζει ο πολίτης τα επιχειρησιακά σχέδια των Ενόπλων Δυνάμεων. Χρειάζεται όμως να γνωρίζει ότι, εάν η χώρα δοκιμαστεί, υπάρχει σχέδιο, υπάρχει ετοιμότητα, υπάρχει επάρκεια, υπάρχει διοίκηση, υπάρχει εφεδρεία, υπάρχουν αποθέματα και πρωτίστως υπάρχει η πολιτική βούληση να χρησιμοποιηθεί η εθνική ισχύς όταν αυτό καταστεί αναγκαίο.
Συνοψίζοντας τους προβληματισμούς μας
Η Ελλάδα δεν πρέπει να περιμένει την κρίση για να ανακαλύψει τις αδυναμίες της. Η κρίση δεν είναι η στιγμή για να ελέγξουμε την ετοιμότητα. Η κρίση είναι η στιγμή για να την αποδείξουμε.
Γι’ αυτό σήμερα, πριν από οποιαδήποτε κρίση, πριν από οποιοδήποτε θερμό επεισόδιο, πριν από οποιαδήποτε στρατιωτική δοκιμασία, η Πολιτεία οφείλει να απαντήσει καθαρά: Ποια είναι η Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας; Ποια είναι η Πολιτική Εθνικής Άμυνας και ποια η Εθνική Στρατιωτική Στρατηγική.
Ποιο είναι το πραγματικό επίπεδο ετοιμότητας; Και πως γίνεται να υπάρχει ετοιμότητα σε Μονάδες του Στρατού Πρώτης Γραμμής όταν ο ίδιος ο κ. Δένδιας αποκάλυψε δημόσια το απαράδεκτα χαμηλό στελέχωσης αυτών χωρίς να έχει κάνει κάτι ουσιαστικό για να την αυξήσει;
Εάν αύριο συμβεί το χειρότερο, ποιος θα τολμήσει να πει ότι «δεν γνώριζε»; Γιατί η Ελλάδα δεν στερείται ούτε προειδοποιήσεων ούτε πληροφοριών ούτε εκτιμήσεων και αναλύσεων
Αυτό που μένει να αποδειχθεί είναι το ένα και μοναδικό πράγμα που έχει σημασία: η μετατροπή της πολιτικής βούλησης σε πραγματική, μετρήσιμη και διαθέσιμη πολεμική ισχύ. Και τότε, σε περίπτωση κρίσης, δεν θα υπάρχει χώρος ούτε για δικαιολογίες ούτε για εκ των υστέρων διαπιστώσεις.
Γιατί όποιος γνώριζε την απειλή και είχε τον χρόνο να προετοιμαστεί, δεν μπορεί εύκολα να επικαλεστεί τον αιφνιδιασμό. Ήταν προειδοποιημένος. Το ερώτημα είναι εάν ήταν πράγματι προετοιμασμένος!
ΥΓ. Πολλές από τις απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα και προβληματισμούς είναι γνωστές τόσο σε πολλούς από εμάς όσο δυστυχώς και στο αντίπαλο!
*Ο Αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Λουκόπουλος είναι Γεωστρατηγικός Αναλυτής. militaire.gr
Η Ιστορία προειδοποιεί για τον μεγαλύτερο κίνδυνο: όχι έναν πόλεμο που κάποιος επιλέγει, αλλά εκείνον στον οποίο οι αντίπαλοι παρασύρονται
Νατάσα Στασινού • nstasinou@naftemporiki.gr
Πριν από 2.500 χρόνια ήταν η ανερχόμενη Αθήνα και η κυρίαρχη Σπάρτη. Σήμερα είναι η Κίνα και οι ΗΠΑ. Ο Σι Τζινπίνγκ δηλώνει ότι η σύγκρουση δεν είναι αναπόφευκτη.
Η Ιστορία όμως προειδοποιεί για τον μεγαλύτερο κίνδυνο: όχι έναν πόλεμο που κάποιος επιλέγει, αλλά εκείνον στον οποίο οι αντίπαλοι παρασύρονται.
Ανάμεσα στις προσεκτικά διατυπωμένες δηλώσεις, τις φιλοφρονήσεις και τις εκκλήσεις για συνεργασία που συνόδευσαν την επίσκεψη του Σι Τζινπίνγκ στην Ουάσιγκτον, αυτή ίσως ήταν η φράση με το μεγαλύτερο βάρος.
Γιατί ο Κινέζος πρόεδρος δεν μιλούσε απλώς για δασμούς, σπάνιες γαίες, τεχνητή νοημοσύνη ή ακόμη και για την Ταϊβάν. Έθετε στον Ντόναλντ Τραμπ το θεμελιώδες ερώτημα που βρίσκεται πίσω από σχεδόν κάθε αντιπαράθεση Ουάσιγκτον και Πεκίνου:
Μπορεί μια ανερχόμενη υπερδύναμη να συνυπάρξει με την κυρίαρχη δύναμη του διεθνούς συστήματος χωρίς η μεταξύ τους αντιπαλότητα να καταλήξει σε πόλεμο;
Το ερώτημα είναι σύγχρονο. Η προειδοποίηση όμως έρχεται από την Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ.
Τι πραγματικά είπε ο Θουκυδίδης
Ο όρος «παγίδα του Θουκυδίδη» δεν ανήκει στον ίδιο τον αρχαίο ιστορικό. Καθιερώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2010 από τον καθηγητή του Harvard Γκράχαμ Άλισον, ο οποίος χρησιμοποίησε μία από τις διασημότερες παρατηρήσεις της «Ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου» για να περιγράψει ένα επαναλαμβανόμενο πρόβλημα των διεθνών σχέσεων.
Ο Θουκυδίδης έγραψε ότι η πραγματική αιτία του πολέμου ήταν «η άνοδος της δύναμης των Αθηνών και ο φόβος που αυτή προκάλεσε στη Σπάρτη».
Σε αυτή τη μικρή φράση βρίσκεται όλη η λογική της «παγίδας».
Δεν απαιτείται η μία δύναμη να επιθυμεί εξαρχής την καταστροφή της άλλης. Αρκεί η ισορροπία ισχύος να μεταβάλλεται τόσο γρήγορα ώστε η άνοδος της μίας να γεννά φόβο στην άλλη. Ο φόβος οδηγεί σε καχυποψία, η καχυποψία σε εξοπλισμούς και συμμαχίες, αυτά με τη σειρά τους ενισχύουν τον φόβο του αντιπάλου και κάποια στιγμή ακόμη και μια σχετικά περιορισμένη κρίση μπορεί να γίνει ο σπινθήρας.
Αθήνα και Σπάρτη δεν οδηγήθηκαν στον Πελοποννησιακό Πόλεμο εν μία νυκτί. Προηγήθηκαν χρόνια αυξανόμενης δυσπιστίας, ανταγωνιστικών συμμαχιών και συγκρούσεων συμφερόντων.
Αυτό ακριβώς είναι που κάνει τη σύγκριση με τις ΗΠΑ και την Κίνα τόσο ελκυστική – αλλά και τόσο επικίνδυνη.
Από την Αθήνα και τη Σπάρτη στην Ουάσιγκτον και το Πεκίνο
Όταν ο Άλισον εξέτασε τις μεγάλες μεταβολές ισχύος των τελευταίων πέντε αιώνων, κατέγραψε 16 περιπτώσεις στις οποίες μια ανερχόμενη δύναμη απείλησε να εκτοπίσει μια κυρίαρχη. Στη δική του ταξινόμηση, οι 12 κατέληξαν σε πόλεμο.
Η μεθοδολογία και ακόμη και η επιλογή ορισμένων από αυτές τις περιπτώσεις έχουν αμφισβητηθεί από άλλους ιστορικούς και πολιτικούς επιστήμονες. Η αναλογία επομένως δεν αποτελεί ιστορικό νόμο ούτε μαθηματική πρόβλεψη.
Περιγράφει όμως ένα υπαρκτό δίλημμα. Και δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει σήμερα πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα από τη σχέση ΗΠΑ–Κίνας.
Η Κίνα δεν είναι πλέον απλώς η μεγάλη αναδυόμενη οικονομία των αρχών του αιώνα. Είναι παγκόσμια βιομηχανική δύναμη και κινεζικές επιχειρήσεις πρωταγωνιστούν από τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, τις μπαταρίες και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έως τα drones, τις τηλεπικοινωνίες, τη ρομποτική και ολοένα περισσότερο την τεχνητή νοημοσύνη.
Παράλληλα, το Πεκίνο ελέγχει κρίσιμους κρίκους παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων και διαθέτει σημαντική επιρροή στην αγορά σπάνιων γαιών και κρίσιμων ορυκτών.
Οι ΗΠΑ, από την άλλη πλευρά, εξακολουθούν να διαθέτουν πλεονεκτήματα τεράστιας κλίμακας: στρατιωτική ισχύ, παγκόσμιες συμμαχίες, κεφαλαιαγορές, κορυφαία πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, προηγμένους ημιαγωγούς και πρωταγωνιστικό ρόλο στην αιχμή της AI.
Δεν έχουμε λοιπόν μια απλή διαδοχή μιας υπερδύναμης από μία άλλη.
Έχουμε δύο γίγαντες με διαφορετικές πηγές ισχύος, οι οποίοι είναι ταυτόχρονα ανταγωνιστές και βαθιά αλληλεξαρτώμενοι.
«Μπορούμε να την αποφύγει»
Εδώ αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η επιλογή των λέξεων του Σι.
Στη συνάντησή του με τον Τραμπ τον περασμένο Μάιο, ο Κινέζος πρόεδρος είχε θέσει ουσιαστικά το ερώτημα εάν οι δύο χώρες μπορούν να αποφύγουν την παγίδα.
Στην Ουάσιγκτον πήγε ένα βήμα παραπέρα: «Η παγίδα του Θουκυδίδη μπορεί να ξεπεραστεί».
Και περιέγραψε τον ανταγωνισμό που επιθυμεί ως «μια κούρσα στην οποία ο ένας προσπαθεί να φτάσει τον άλλο» και όχι ως «πάλη στην οποία ο ένας πρέπει να νικήσει και ο άλλος να χάσει».
Δεν είναι η πρώτη φορά που επικαλείται τον Θουκυδίδη. Το κάνει εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία. Ήδη από το 2014 υποστήριζε ότι οι μεγάλες δυνάμεις πρέπει να συνεργαστούν για να αποφύγουν τις καταστροφικές εντάσεις που γεννά η άνοδος μιας νέας δύναμης.
Η επιμονή αυτή εξυπηρετεί ταυτόχρονα και μια κινεζική στρατηγική αφήγηση: το Πεκίνο παρουσιάζει τον εαυτό του ως ισότιμο συνομιλητή της Ουάσιγκτον και την άνοδό του ως πραγματικότητα την οποία οι ΗΠΑ πρέπει να αποδεχθούν χωρίς να επιχειρούν να την ανακόψουν.
Για την Ουάσιγκτον, όμως, το ερώτημα τίθεται διαφορετικά: πώς μπορεί να διαχειριστεί την αυξανόμενη κινεζική ισχύ χωρίς να εγκαταλείψει τα δικά της συμφέροντα, τις συμμαχίες της και τη θέση της στον Ινδοειρηνικό.
Και εκεί αρχίζουν τα δύσκολα.
Ταϊβάν: Ο πιο επικίνδυνος σπινθήρας
Εάν υπάρχει ένα σημείο στο οποίο η «παγίδα του Θουκυδίδη» παύει να αποτελεί ακαδημαϊκή συζήτηση και αποκτά στρατιωτική διάσταση, αυτό είναι η Ταϊβάν.
Για το Πεκίνο αποτελεί κόκκινη γραμμή. Για τις ΗΠΑ βρίσκεται στο επίκεντρο μιας εξαιρετικά περίπλοκης στρατηγικής ισορροπίας δεκαετιών.
Στην Ουάσιγκτον ο Σι ζήτησε από τις ΗΠΑ να αντιταχθούν στην ανεξαρτησία της Ταϊβάν. Ο Τραμπ δεν τοποθετήθηκε δημόσια επί του ζητήματος στο πλαίσιο της συνόδου, ενώ νωρίτερα μέσα στον μήνα η κυβέρνησή του είχε εγκρίνει μεγάλο πακέτο πώλησης όπλων προς την Ταϊβάν.
Αυτό είναι ακριβώς το είδος του πεδίου στο οποίο ένας λανθασμένος υπολογισμός αποκτά τεράστια σημασία.
Μια στρατιωτική άσκηση που ερμηνεύεται ως προετοιμασία επίθεσης. Ένα επεισόδιο στη θάλασσα ή στον αέρα. Μια πολιτική δήλωση στην Ταϊπέι. Μια αμερικανική κίνηση που το Πεκίνο θεωρεί υπέρβαση μιας κόκκινης γραμμής.
Οι μεγάλοι πόλεμοι δεν αρχίζουν πάντοτε επειδή κάποιος αποφάσισε ότι θέλει έναν μεγάλο πόλεμο.
AI, chips και σπάνιες γαίες: Ο πόλεμος χωρίς όπλα
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη σύγκρουση που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Δεν διεξάγεται με πυραύλους αλλά με ημιαγωγούς, αλγορίθμους, εξαγωγικούς περιορισμούς, κρίσιμα ορυκτά και βιομηχανική πολιτική.
Η τεχνητή νοημοσύνη βρίσκεται πλέον στην καρδιά του ανταγωνισμού. Οι ΗΠΑ επιδιώκουν να διατηρήσουν το τεχνολογικό τους προβάδισμα. Η Κίνα επενδύει τεράστιους πόρους ώστε να μειώσει την εξάρτησή της από δυτικές τεχνολογίες και ταυτόχρονα χρησιμοποιεί το δικό της πλεονέκτημα σε κρίσιμες πρώτες ύλες και εφοδιαστικές αλυσίδες.
Το παράδοξο είναι ότι η AI μπορεί ταυτόχρονα να αποτελέσει πεδίο σκληρού ανταγωνισμού και ένα από τα λίγα πεδία αναγκαστικής συνεργασίας.
Ο Σι μίλησε στην Ουάσιγκτον για τεχνητή νοημοσύνη «υπό ανθρώπινο έλεγχο» και για ευθύνη των δύο χωρών να τη διαχειριστούν προς όφελος της ανθρωπότητας.
Πίσω από τη διπλωματική γλώσσα κρύβεται ένα πραγματικό κοινό συμφέρον: ορισμένοι κίνδυνοι από ισχυρά συστήματα AI, κυβερνοεπιθέσεις ή αυτόνομα οπλικά συστήματα δεν γνωρίζουν σύνορα.
Ακόμη και μέσα στον ανταγωνισμό, επομένως, χρειάζονται κανόνες.
Το πραγματικό μάθημα του Ψυχρού Πολέμου
Υπάρχει άλλωστε ένα ιστορικό προηγούμενο που δείχνει ότι η σκληρή αντιπαλότητα δύο υπερδυνάμεων δεν οδηγεί υποχρεωτικά σε άμεσο πόλεμο μεταξύ τους.
Οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση έφτασαν επανειλημμένα επικίνδυνα κοντά στη σύγκρουση. Πολέμησαν μέσω τρίτων, εξοπλίστηκαν μέχρι τα όρια της αμοιβαίας καταστροφής και βρέθηκαν στην Κρίση των Πυραύλων της Κούβας αντιμέτωπες με την πιθανότητα πυρηνικού πολέμου.
Κι όμως δεν πολέμησαν απευθείας. Σημαντικό μέρος αυτής της ισορροπίας βασίστηκε τελικά σε κάτι πολύ λιγότερο θεαματικό από τις συνόδους κορυφής: μηχανισμούς επικοινωνίας, κανόνες, συμφωνίες ελέγχου εξοπλισμών και τη σταδιακή κατανόηση των κόκκινων γραμμών του αντιπάλου.
Γι’ αυτό ίσως μία από τις ουσιαστικότερες προτάσεις του Σι στην Ουάσιγκτον ήταν και η λιγότερο εντυπωσιακή: συχνότερη επικοινωνία μεταξύ των ενόπλων δυνάμεων και ισχυρότεροι μηχανισμοί πρόληψης κρίσεων.
Η Ιστορία δεν είναι πεπρωμένο
Υπάρχει τέλος ένα πρόβλημα με την ίδια την έκφραση «παγίδα του Θουκυδίδη».
Μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι ΗΠΑ και Κίνα βρίσκονται πάνω σε ράγες που οδηγούν αναπόφευκτα στη σύγκρουση. Δεν βρίσκονται.
Ακόμη και στη μελέτη του Άλισον υπάρχουν μεταβάσεις ισχύος που δεν κατέληξαν σε πόλεμο. Η άνοδος των ΗΠΑ απέναντι στη Βρετανία αποτελεί το γνωστότερο παράδειγμα. Ούτε ο ανταγωνισμός ΗΠΑ–Σοβιετικής Ένωσης εξελίχθηκε σε απευθείας πολεμική αναμέτρηση των δύο υπερδυνάμεων.
Και ο κόσμος του 21ου αιώνα διαφέρει ριζικά από εκείνον της Αθήνας και της Σπάρτης.
Υπάρχουν πυρηνικά όπλα. Παγκόσμιες αγορές. Εφοδιαστικές αλυσίδες που συνδέουν τους αντιπάλους. Πολυεθνικές επιχειρήσεις με συμφέροντα και στις δύο πλευρές του Ειρηνικού. Και μια οικονομική αλληλεξάρτηση που σημαίνει ότι μια πραγματική σύγκρουση ΗΠΑ–Κίνας δύσκολα θα μπορούσε να έχει έναν καθαρό «νικητή».
Αυτό δεν εξαφανίζει τον κίνδυνο. Αλλά αλλάζει το ερώτημα. Το κρίσιμο τεστ μετά την Ουάσιγκτον δεν είναι εάν Τραμπ και Σι μπορούν να ανταλλάσσουν θερμά λόγια ή εάν μια εμπορική εκεχειρία μπορεί να παραταθεί για ακόμη δύο μήνες. Είναι εάν οι δύο χώρες μπορούν να δημιουργήσουν αρκετές δικλίδες ασφαλείας ώστε η αναπόφευκτη αντιπαλότητά τους να μη μετατραπεί σε ανεξέλεγκτη σύγκρουση.
Γιατί ίσως αυτό είναι και το πιο ουσιαστικό μάθημα του Θουκυδίδη. Η Αθήνα και η Σπάρτη δεν καταστράφηκαν επειδή υπήρχε κάποιος μεταφυσικός νόμος που απαιτούσε να πολεμήσουν. Καταστράφηκαν μέσα σε ένα σύστημα φόβου, καχυποψίας, συμμαχιών και λανθασμένων υπολογισμών που περιόριζε σταδιακά τις επιλογές τους.
Δυόμισι χιλιάδες χρόνια αργότερα, Ουάσιγκτον και Πεκίνο έχουν ένα πλεονέκτημα που εκείνες δεν είχαν: γνωρίζουν ήδη την Ιστορία.