Οι προεκτάσεις της διευρυμένης σύγκρουσης ΗΠΑ- Ισραήλ με το Ιράν και η παγκόσμια εμπλοκή
Ένας κόσμος χωρίς διέξοδο με τον πόλεμο να έχει «τελειώσει» ως γεγονός, και να κυριαρχεί πλέον ως κατάσταση…
Πως η επίθεση των ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν και η στρατηγική "εξαγωγής χάους" στην απέναντι πλευρά από το Ιράν, προκαλεί παγκόσμια κρίση σε οικονομία, ενέργεια, θαλάσσιες μεταφορές, εφοδιαστικές αλυσίδες με την Μέση και Εγγύς Ανατολή να φλέγονται , τις εκατόμβες αμάχων νεκρών και τα γεωστρατηγικά παίγνια ισχύος .
Μία μεγάλη συζήτηση στις "Αντιθέσεις" για αυτό το ανεξέλεγκτο "ραντεβού στα τυφλά με τον πόλεμο" που διαπερνά την αγωνία των κοινωνιών
Στο στούντιο των "Αντιθέσεων":
Ο Δημήτρης Ξενάκης καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής και Ασφάλειας στη Μεσόγειο , στο Πανεπιστήμιο Κρήτης
Στην εκπομπή παρεμβαίνουν και καταθέτουν την οπτική τους οι :
Μαίρη Μπόση, Καθηγήτρια Διεθνούς Ασφάλειας - Πανεπιστήμιο Πειραιώς
Ελένη Θεοχάρους, Πολιτικός, γιατρός - παιδοχειρουργός και κοινωνική ακτιβίστρια , άλλοτε Ευρωβουλευτής της Κυπριακής Δημοκρατία, ιδρύτρια του κόμματος "Αλληλεγγύη"
Γιώργος Αϋφαντής, Πρέσβης ε.τ.
Γιώργος Μαργαρίτης, Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας
Δημήτρης Μπαλαούρας, Εκτελεστικός Διευθυντής Γαστρονομίας στο Αμπού Ντάμπι
και ο ΒΑΓΙΑΖΗΤ ΚΑΡΙΜΙ Ιρανοκούρδος που ζει στην Ελλάδα
Πως η γεωγραφική κλιμάκωση του πολέμου στο Ιράν έχει συμπεριλάβει και την Ανατολική Μεσόγειο. Πως , έχει χτυπήσει την πόρτα του Ελληνισμού σε Κύπρο και Ελλάδα .
Γιατί η γεωπολιτική το 2026 δεν μπορεί πλέον να διαβαστεί ως απλή κατανομή ισχύος πάνω σε έναν χάρτη, ούτε ως στατική σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα σε μεγάλες δυνάμεις.
Πως η κοινή επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν, εμφανίζει την γεωπολιτική να μετατρέπεται σε μια αρένα όπου συμπυκνώνονται ταυτόχρονα η κρίση , η επιστροφή της ωμής στρατιωτικής αποτροπής, η αποσύνθεση του διεθνούς δικαίου ως ρυθμιστικού πλαισίου και η ανάδυση ενός πολυκεντρικού κόσμου χωρίς σταθερό κέντρο βάρους.
Γιατί το γεγονός αυτό δεν είναι απλώς μια ακόμη στρατιωτική επιχείρηση στη Μέση Ανατολή, αλλά επιταχυντής ιστορικών διεργασιών;
Πως στο επίπεδο της περιφερειακής ισορροπίας, η σύγκρουση αναδιατάσσει συμμαχίες.
Ο γεωστρατηγικός αναλυτής και αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Λουκόπουλος σε μια ψυχρή ανάλυση του πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν , εξηγεί γιατί αυτός πλέον εξελίσσεται σε μια σύγκρουση όπου οι μεν διαθέτουν πλεονέκτημα στρατιωτικής ισχύος , όμως το Ιράν από την άλλη εμφανίζει για την ώρα πλεόνασμα αποφασιστικότητας. Εξ αντικειμένου και προσώρας, λέει, ο πόλεμος κρίνεται τελικά στα πεδία της αντοχής, υπομονής και εξάντλησης του αντιπάλου.
Η Ελλάδα, ενταγμένη στους αμερικανικούς στρατηγικούς σχεδιασμούς στην Ανατολική Μεσόγειο, ενισχύει σταδιακά τη στρατιωτική της παρουσία από το νότιο Αιγαίο έως την Κύπρο.
Η εγκατάσταση συστημάτων MIM-104 Patriot στην Κάρπαθο, η αποστολή ελληνικών φρεγατών στην Ανατολική Μεσόγειο και η ανάπτυξη τεσσάρων μαχητικών αεροσκαφών στην Κύπρο συνθέτουν μια νέα επιχειρησιακή διάταξη δυνάμεων στην περιοχή.
Δεν πρόκειται για μια μεμονωμένη κίνηση άμυνας. Πρόκειται για μια στρατιωτική διάταξη που εντάσσεται στο ευρύτερο γεωπολιτικό σκηνικό που διαμορφώνεται μετά την κλιμάκωση του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Η αντίδραση της Άγκυρας δεν άργησε. Το Υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας διαμαρτυρήθηκε επισήμως για την εγκατάσταση των Patriot στην Κάρπαθο, επαναφέροντας την πάγια θέση της περί «στρατιωτικοποίησης των νησιών». Όμως πίσω από τη διπλωματική διαμαρτυρία κρύβεται κάτι βαθύτερο: η ανησυχία ότι διαμορφώνεται μια νέα στρατηγική ισορροπία στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η γεωγραφία της ισχύος
Η Κάρπαθος δεν είναι ένα τυχαίο νησί στον χάρτη. Βρίσκεται στο σημείο όπου το νότιο Αιγαίο συναντά την Ανατολική Μεσόγειο. Από εκεί μπορεί να ελέγχεται ένας τεράστιος θαλάσσιος και εναέριος χώρος που εκτείνεται από την Κρήτη μέχρι την Κύπρο. [iEpikaira: Θυμάστε το «τόξο Κρήτης-Κύπρου-Κουρδιστάν», που έχει επισημανθεί από το παρόν βήμα από το 2019; Πλέον παίρνει πλέον σάρκα και οστά! Περισσότερα ΕΔΩ!]
Η εγκατάσταση των συστημάτων MIM-104 Patriot στην Κάρπαθο δημιουργεί μια προωθημένη ζώνη αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας στο τόξο Κρήτης – Κύπρου, ενισχύοντας την επιτήρηση και προστασία της Ανατολικής Μεσογείου. Σε συνδυασμό με τη στρατηγική παρουσία στη Ναυτική Βάση Σούδας, διαμορφώνεται μια διαδοχική διάταξη άμυνας που εκτείνεται από την Κρήτη προς τα ανατολικά, καλύπτοντας κρίσιμους θαλάσσιους και εναέριους διαδρόμους της περιοχής.
Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργούν και ένα νέο στρατηγικό δεδομένο: ένα σημείο ελέγχου που μπορεί να λειτουργήσει ως κόμβος άμυνας για ολόκληρη την περιοχή.
Η ελληνική παρουσία γύρω από την Κύπρο
Παράλληλα με την εγκατάσταση των Patriot, η Ελλάδα έχει ενισχύσει τη ναυτική και αεροπορική της παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο.
Φρεγάτες του ελληνικού στόλου έχουν αναπτυχθεί στην περιοχή, επιτηρώντας θαλάσσιες διαδρομές και συμμετέχοντας σε αποστολές ασφάλειας. Την ίδια στιγμή τέσσερα ελληνικά μαχητικά αεροσκάφη έχουν μετασταθμεύσει στην Κύπρο, ενισχύοντας την αεροπορική παρουσία της Ελλάδας στο νησί.
Η εικόνα που διαμορφώνεται θυμίζει σε κάποιο βαθμό την παλαιότερη στρατηγική σύλληψη του ενιαίου αμυντικού χώρου Ελλάδας–Κύπρου, με τη διαφορά ότι σήμερα η διάταξη αυτή εντάσσεται σε ένα πολύ ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο.
Ο παράγοντας Μέση Ανατολή
Οι κινήσεις αυτές δεν μπορούν να κατανοηθούν χωρίς την κρίση που εξελίσσεται στη Μέση Ανατολή.
Η Ανατολική Μεσόγειος αποτελεί βασικό στρατηγικό διάδρομο για:
-στρατιωτικές επιχειρήσεις,
-μεταφορά ενεργειακών πόρων
-αεροπορικές διαδρομές που συνδέουν την Ευρώπη με την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Σε μια περίοδο αυξημένης έντασης, χώρες που βρίσκονται στην περιφέρεια της κρίσης ενισχύουν τις άμυνές τους και αναπροσαρμόζουν τη στρατιωτική τους διάταξη.
Η Ελλάδα φαίνεται να επιδιώκει να διασφαλίσει ότι θα έχει ενεργό ρόλο στη νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας που διαμορφώνεται στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η τουρκική ανησυχία
Για την Τουρκία, οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν μια νέα πραγματικότητα. Η συνδυασμένη παρουσία αντιαεροπορικών συστημάτων, ναυτικών μονάδων και μαχητικών αεροσκαφών από την Ελλάδα δημιουργεί μια διάταξη δυνάμεων που περιορίζει τη στρατηγική ευχέρεια της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η τουρκική ηγεσία φοβάται ότι σταδιακά διαμορφώνεται ένα νέο στρατιωτικό τόξο στην περιοχή, στο οποίο συμμετέχουν η Ελλάδα, η Κύπρος και δυτικοί σύμμαχοι.
Ένα τέτοιο σενάριο θα άλλαζε τις ισορροπίες σε μια περιοχή όπου η Άγκυρα επιδιώκει εδώ και χρόνια να διατηρήσει ισχυρή επιρροή.
Μια νέα ισορροπία
Η ανάπτυξη ελληνικών στρατιωτικών μέσων από την Κάρπαθο μέχρι την Κύπρο δεν αποτελεί απλώς μια επιχειρησιακή απόφαση. Αποτελεί ένδειξη ότι η Ανατολική Μεσόγειος εισέρχεται σε μια περίοδο νέων ισορροπιών.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα επιχειρεί να τοποθετηθεί ως κρίσιμος κρίκος στο σύστημα ασφάλειας της περιοχής. Και ακριβώς αυτή η εξέλιξη είναι που προκαλεί την ανησυχία της Άγκυρας.
Η διαμαρτυρία της Τουρκίας για τους Patriot της Καρπάθου ίσως είναι απλώς το πρώτο σημάδι ότι οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή θα φτάσουν αναπόφευκτα και στο ήδη εύθραυστο πεδίο των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, παραμένει ανοιχτό. Είναι όλη αυτή η «εξάπλωση» της ελληνικής στρατιωτικής παρουσίας η αρχή μιας νέας, πιο σταθερής στρατηγικής διάταξης στην Ανατολική Μεσόγειο ή πρόκειται απλώς για μια συγκυριακή απάντηση στην κρίση που πυροδοτεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή;
Το αν η παρουσία Patriot στην Κάρπαθο, η ανάπτυξη ελληνικών δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο και η ενίσχυση της στρατιωτικής σύνδεσης με την Κύπρο θα παγιωθούν ως νέα πραγματικότητα ή αν θα αποδειχθούν ένα ακόμη επεισόδιο της συγκυριακής γεωπολιτικής, θα εξαρτηθεί από έναν παράγοντα: από το αν, μετά το τέλος της κρίσης, η Τουρκία θα επανέλθει στη θέση του αναντικατάστατου στρατηγικού εταίρου της Ουάσιγκτον στην περιοχή…
Με ποιον βρίσκονται, πραγματικά, σήμερα σε πόλεμο οι Ηνωμένες Πολιτείες;
Ο πόλεμος με το Ιράν αποτελεί μία μόνο σύγκρουση μέσα σε έναν εκτεταμένο κατάλογο εμπλοκών της εποχής Τραμπ.
Γερακίσιος παρεμβατισμός
Conor Friedersdorf, Staff writer
Ο Ντόναλντ Τραμπ έκανε προεκλογική εκστρατεία προβάλλοντας την ιδέα ότι η εκλογή του ήταν ο καλύτερος τρόπος για να αποφευχθούν οι πόλεμοι. Έχει αναφερθεί στον εαυτό του ως τον «πρόεδρο της ειρήνης», φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να παραπονιέται ότι δεν έχει τιμηθεί με Νόμπελ Ειρήνης.
Ωστόσο, ο Τραμπ κυβέρνησε ως ένας γερακίσιος παρεμβατιστής, του οποίου η προσέγγιση ευθυγραμμίζεται περισσότερο με εκείνη του νεοσυντηρητικού υπουργού Εξωτερικών του, Μάρκο Ρούμπιο, παρά με τους αντιπαρεμβατιστές εντός της κυβέρνησής του, όπως ο Τζ. Ντ. Βανς και η Τάλσι Γκάμπαρντ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται πλέον μπλεγμένες σε τόσες πολλές συγκρούσεις, ώστε η εξωτερική τους πολιτική προσομοιάζει περισσότερο σε εκείνη του «παγκόσμιου αστυνόμου» παρά στο σύνθημα «Η Αμερική Πρώτα».
Ο πόλεμος που ξεκίνησε πρόσφατα κατά του Ιράν είναι ο πλέον σημαντικός. Η Επιχείρηση Epic Fury άρχισε λιγότερο από έναν χρόνο μετά τη συνεργασία Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ για την επίθεση στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν. Τότε, ο Τραμπ είχε χαρακτηρίσει εκείνη την επιχείρηση επιτυχημένη, ενώ ο Βανς την είχε υπερασπιστεί δηλώνοντας:
«Σαφώς συμμερίζομαι τους Αμερικανούς που είναι εξαντλημένοι ύστερα από 25 χρόνια ξένων εμπλοκών… Αλλά η διαφορά είναι ότι τότε είχαμε ανόητους προέδρους, ενώ τώρα έχουμε έναν πρόεδρο που πράγματι ξέρει πώς να επιτυγχάνει τους στόχους εθνικής ασφάλειας της Αμερικής. Επομένως, αυτό δεν πρόκειται να εξελιχθεί σε κάτι μακροχρόνιο και παρατεταμένο».
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει πλέον εγκαινιάσει στο Ιράν ακριβώς ένα τέτοιο «μακροχρόνιο και παρατεταμένο» εγχείρημα, χωρίς ορατό τέλος. Αμερικανικό στρατιωτικό προσωπικό έχει ήδη τεθεί σε κίνδυνο στην αεροπορική βάση Al Udeid στο Κατάρ, στην αεροπορική βάση Ali Al-Salem στο Κουβέιτ, στην αεροπορική βάση Al Dhafra στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, σε αρχηγείο του αμερικανικού ναυτικού στο Μπαχρέιν, καθώς και σε εγκαταστάσεις στο Ιράκ. Αμερικανικά συμφέροντα ανά τον κόσμο αντιμετωπίζουν πλέον τον κίνδυνο ιρανικών αντιποίνων.
Από μόνη της, αυτή η σύρραξη θα αρκούσε για να γελοιοποιήσει τους ισχυρισμούς του MAGA ότι ο Τραμπ είναι αντιπαρεμβατιστής. Ωστόσο, πρόκειται απλώς για μία σύγκρουση μέσα σε έναν εκτενή κατάλογο εμπλοκών της εποχής Τραμπ.
Την ίδια στιγμή που ο αμερικανικός στρατός διευρύνει την εστίασή του στο Ιράν, ξεκίνησε αυτήν την εβδομάδα νέα επιχείρηση κατά καρτέλ ναρκωτικών στο Εκουαδόρ. «Από κοινού, αναλαμβάνουμε αποφασιστική δράση για να αντιμετωπίσουμε ναρκο-τρομοκράτες οι οποίοι επί μακρόν σπέρνουν τον τρόμο, τη βία και τη διαφθορά στους πολίτες σε ολόκληρο το ημισφαίριο», ανακοίνωσε η U.S. Southern Command σε σχετικό δελτίο Τύπου.
Οι αμερικανικές δυνάμεις στην Αφρική πραγματοποιούν αεροπορικές επιδρομές στη Σομαλία εναντίον της σουνιτικής ισλαμιστικής τρομοκρατικής οργάνωσης al-Shabaab. Ακόμη και τον προηγούμενο μήνα, σύμφωνα με τη U.S. Central Command, αμερικανικές δυνάμεις πραγματοποίησαν πολλαπλά πλήγματα κατά μαχητών του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία.
Νωρίτερα φέτος, οι Ηνωμένες Πολιτείες ξεκίνησαν την Επιχείρηση Absolute Resolve, μια στρατιωτική εκστρατεία που οδήγησε με επιτυχία στην απομάκρυνση του ηγέτη της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, από την εξουσία. Μετά την επιχείρηση, ο Τραμπ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ θα αναλάμβαναν τη διοίκηση της Βενεζουέλας, τουλάχιστον προσωρινά. Αυτή την εβδομάδα, το Reuters μετέδωσε ότι ο υπουργός Εσωτερικών Doug Burgum ταξίδεψε στη Βενεζουέλα και συναντήθηκε με την ασκούσα χρέη προέδρου, Delcy Rodríguez. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ταυτόχρονα, διαπραγματεύονται συμβόλαια με τη Ροντρίγες και απειλούν να της απαγγείλουν κατηγορίες.
Η κυβέρνηση Τραμπ έκλεισε την περυσινή χρονιά με επίθεση ανήμερα τα Χριστούγεννα κατά ισλαμιστών ενόπλων στη Νιγηρία. Νωρίτερα, μέσα στο 2025, οι Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποίησαν αεροπορικά πλήγματα στο Ιράκ, διεξήγαγαν περίπου επτά εβδομάδων επίθεση κατά των ανταρτών Χούθι στην Υεμένη και πραγματοποίησαν την προαναφερθείσα επίθεση στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν. Τόσο φέτος όσο και πέρυσι, η κυβέρνηση Τραμπ ανατινάζει σκάφη στον Ειρηνικό Ωκεανό και στην Καραϊβική Θάλασσα — πολλά εξ αυτών στα ανοικτά των ακτών της Βενεζουέλας — τα οποία υποπτεύεται για διακίνηση ναρκωτικών. Οι επιθέσεις σε σκάφη έχουν προκαλέσει τουλάχιστον 150 θανάτους.
Η Ουκρανία είναι το ένα μέτωπο όπου η κυβέρνηση Τραμπ φαίνεται να επιδιώκει τη μείωση της αμερικανικής εμπλοκής, αν και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν παράσχει στη χώρα πληροφορίες καθώς αυτή αντιστέκεται στη ρωσική επιθετικότητα.
Κατά την προεκλογική περίοδο που προηγήθηκε των εκλογών του 2016, είχα γράψει ότι «αν είστε ψηφοφόρος που πιστεύει πως ο Ντόναλντ Τραμπ είναι αντίθετος στους ξένους πολέμους και στην αλλαγή καθεστώτων, σε αντίθεση με τις παγκοσμιοποιημένες ελίτ της Ουάσιγκτον, τότε έχετε παραπλανηθεί». Εκείνη την εποχή, είχα επισημάνει ότι ο Τραμπ είχε δημοσιεύσει, το 2011, βίντεο με το οποίο επιχειρούσε να πιέσει τον πρόεδρο Ομπάμα να εισβάλει στη Λιβύη. Είχε επίσης υποστηρίξει ότι ο Τζορτζ Χ. Ου. Μπους όφειλε να είχε ανατρέψει τον Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ, ενώ στο βιβλίο του του 2000, The America We Deserve, έγραφε: «Ακόμη δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς κάνει το Ιράκ ή αν διαθέτει τα υλικά για την κατασκευή πυρηνικών όπλων». Και πρόσθετε: «Μήπως εδώ αντιφάσκω, παρουσιάζοντας τον εαυτό μου ως διαπραγματευτή και ταυτόχρονα εισηγούμενος προληπτικά πλήγματα; Δεν το πιστεύω». Το 2011, είχε ακόμη προτρέψει το Πολεμικό Ναυτικό να διεξαγάγει πόλεμο κατά των Σομαλών πειρατών.
Πλέον, ο Τραμπ έχει αποδείξει έμπρακτα την κλίση του προς τον παρεμβατισμό, χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου και χωρίς τη στήριξη της κοινής γνώμης. Και δεν υπάρχει καμία ένδειξη που να υποδηλώνει ότι θα σταματήσει εδώ. Αν το Κογκρέσο συνεχίσει να του επιτρέπει να χρησιμοποιεί στρατιωτική ισχύ μονομερώς, ενδέχεται να προχωρήσει σε χερσαία πλήγματα κατά καρτέλ ναρκωτικών στο Μεξικό — ένα ενδεχόμενο που ο ίδιος έθεσε νωρίτερα φέτος σε συνέντευξή του στο Fox News· σε αλλαγή καθεστώτος στην Κούβα, ένα παλαιό όνειρο του Ρούμπιο· και, ποιος ξέρει, σε τι άλλο ακόμη.
Πρόκειται για έναν παρορμητικό άνθρωπο που αρέσκεται στο ρίσκο, ιδίως όταν οι σοβαρότερες συνέπειες βαρύνουν άλλους. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει με ποιον ακριβώς τρόπο θα αιφνιδιάσει τους Αμερικανούς στη συνέχεια.
Ο Τραμπ θα μπορούσε ακόμη και να καταστήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες κράτος-παρία μεταξύ των δυτικών συμμάχων τους, επαναφέροντας τις κατά καιρούς απειλές του να καταλάβει τη Γροιλανδία διά της βίας — κίνηση την οποία υποστηρίζουν τμήματα της εκλογικής του βάσης ήδη από τότε που ο ίδιος έθεσε για πρώτη φορά αυτή τη δυνατότητα — ή καταλαμβάνοντας τη Διώρυγα του Παναμά, όπως επίσης έχει απειλήσει ότι θα πράξει.
Αν οι Αμερικανοί γνώριζαν εκ των προτέρων ότι ο Τραμπ επρόκειτο να εμπλέξει τη χώρα σε πολέμους επιλογής και σε ποικίλα στρατιωτικά πλήγματα ανά τον κόσμο, ενδέχεται να μην τον είχαν εκλέξει. Στο σημείο όπου έχουν φθάσει τα πράγματα, με την πλειονότητα των ψηφοφόρων να αντιτίθεται στις παρεμβάσεις του Τραμπ, η μόνη οδός για να απεμπλακεί η χώρα από αυτές τις συγκρούσεις είναι η ανάληψη δράσης από το Κογκρέσο. Μέχρι τότε, ο κατάλογος αυτός είναι πιθανό να γίνεται ολοένα και μακρύτερος.
Πίσω από την σχεδόν απόλυτη απουσία αντίδρασης από τις μεγάλες δυνάμεις διαφαίνεται κάτι βαθύτερο: η διαμόρφωση μιας νέας παγκόσμιας ισορροπίας ισχύος, που θυμίζει όλο και περισσότερο τη λογική της Γιάλτας του 1945
Τον Φεβρουάριο του 1945 στην Γιάλτα, ο Αμερικανός Πρόεδρος Φράνκλιν Ρούζβελτ, ο Βρετανός Πρωθυπουργός Ουίνστων Τσώρτσιλ και ο Σοβιετικός ηγέτης Ιωσήφ Στάλιν συμμετείχαν στην πολυήμερη συνδιάσκεψη που αποσκοπούσε στα επόμενα βήματα μετά την επερχόμενη ήττα της ναζιστικής Γερμανίας.
Το Πολωνικό θέμα κυριάρχησε στην ατζέντα και οι περισσότεροι ιστορικοί συνηγορούν πως οι ΗΠΑ δεν πίεσαν αρκετά την Σοβιετική Ένωση για μια πραγματικά ανεξάρτητη μεταπολεμική κυβέρνηση εκεί.
Όσον αφορά τα Βαλκάνια, το θέμα της Ελλάδας λύθηκε τον Οκτώβριο του 1944 στην Μόσχα μεταξύ Στάλιν και Τσώρτσιλ, όπως ξέρουμε. Το λεγόμενο θέμα των «σφαιρών επιρροής»
Αλλά τι έχουν όλα αυτά να κάνουν με τον πόλεμο στο Ιράν; Τι σχέση έχει τι έγινε πριν 81 χρόνια στην Κριμαία με το 2026 και την σημερινή κρίση; Πάρα πολλά, πολύ περισσότερα από όσα μπορεί να φανταστεί ο μέσος αναγνώστης.
Τι κοινό έχει η Γιάλτα με τον πόλεμο στο Ιράν
Κοινός παρονομαστής είναι η αμερικάνικη ισχύς η οποία δεν αμφισβητείται ούτε από την Ρωσία ούτε από την Κίνα. Μάλιστα οι NYT έγραφαν χθες «το Ιράν έχει φίλους. Πού είναι;»
Ούτε η Τουρκία, ούτε η Ινδία ούτε και οι Ρωσία ή Κίνα έχουν κάνει κάτι για να εμποδίσουν τις ΗΠΑ (και το Ισραήλ) να κινηθούν εναντίον του Ιράν.
Μια εξήγηση υπό το πρίσμα της θεωρίας των διεθνών σχέσεων είναι πως οι χώρες συντάσσονται – ή δεν αντιτάσσονται εναντίον του ισχυρού – όταν το άλλο κράτος της σύρραξης δεν έχει καμία πιθανότητα επικράτησης.
Ποιο θα ήταν το κέρδος για την Ρωσία να στηρίξει το Ιράν αυτή την στιγμή, όταν μάλιστα ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες ανέφεραν πως απενεργοποίησαν τα συστήματα S-400 και πως έδιωξαν το προσωπικό τους από τη χώρα (κάτι που φέρεται να έκανε και η Κίνα με τους στρατιωτικούς της συμβούλους).
Η Ρωσία μάλιστα έχει ένα έξτρα όφελος, την αύξηση των τιμών του πετρελαίου που της δίνει πολύτιμη βοήθεια για να καλύψει τα έξοδα αναφορικά με τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Η Κίνα από την πλευρά της είναι ένα κράτος με ιστορία χιλιετιών, ένα κράτος που έχει, όπως το έθεσε πρόσφατα πρώην στέλεχος της CIA, «στρατηγική υπομονή». Παρατηρεί, μαθαίνει, μεταλλάσσεται.
Η Ινδία μόλις ολοκλήρωσε μια στρατηγική συμφωνία με τις ΗΠΑ και έχει κάθε λόγο να υπάρξει σταθερότητα στην Μέση Ανατολή, με το Ιράν κατεστραμμένο, ώστε να προχωρήσει ο διάδρομος IMEC που θα περνάει από τις Σαουδική Αραβία, Ισραήλ και Ελλάδα, προς Ευρώπη.
Τέλος η Τουρκία δεν έχει πολλά περιθώρια αντίδρασης. Έχει την ανάγκη των ΗΠΑ, με τις διαθεσιμότητες μαχητικών F-16 να είναι κάτω του 40%, περιμένοντας Eurofighter από τις χώρες του Κόλπου – και άραγε, με τις τωρινές εξελίξεις, θα προχωρήσει ακόμα και αυτό;
Οι επιδιώξεις
Με άλλα λόγια, όπως το 1945 έτσι και το 2026 βλέπουμε την απαρχή μιας νέας Γιάλτας όπου τα 3 βασικά μέρη – ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα αυτή τη φορά – θα ελέγχουν σφαίρες επιρροής. Οι ΗΠΑ φυσικά θα εξακολουθούν να είναι το ισχυρότερο μέρος αυτής της τρόικας.
Οι επιδιώξεις της Ρωσίας δεν επεκτείνονται πέραν του ζωτικού χώρου μεταξύ των πρώην σοβιετικών δορυφόρων της και του ίδιου του εδάφους της. Η πιθανότητα, σε περίπτωση ήττας της Ουκρανίας, να απειληθούν χώρες – μέλη του ΝΑΤΟ με πλήρη εισβολή από την Ρωσία, προφασιζόμενη (δεν είναι καθόλου δύσκολο να «κατασκευάσει» μια κατάσταση όπως έκανε στην Ουκρανία τα τέλη της δεκαετίας του 2010) δεν είναι καθόλου μικρή αλλά δεν είναι η επικρατέστερη – τουλάχιστον αυτή την στιγμή. Η Ρωσία κυριαρχείται, ειδικά μετά την γερμανική εισβολή το 1941, από ένα φοβικό σύνδρομο πως όλοι την έχουν στο στόχαστρο.
Η Κίνα, το δεύτερο μέρος της νέας Γιάλτας, ιδανικά θα επιθυμούσε μια προσάρτηση της Ταιβάν χωρίς να υπάρξει σύρραξη. Μάλιστα αυτό είναι και ένα από τα επιχειρήματα ενός εκ των πιο γνωστών διεθνολόγων στις ΗΠΑ, του Τσαρλς Γκλέιζερ: Αφήστε την Ταιβάν στην Κίνα και ενισχύστε την εξωτερική περίμετρο σε ένα τόξο που εκτείνεται από την Σιγκαπούρη ως την θάλασσα του Οχότσκ βόρεια της Ιαπωνίας και νοτιοδυτικά της Αλάσκα στο βιβλίο του «Retrench, Defend, Compete: Securing America’s Future Against a Rising China».
Τέλος, οι ΗΠΑ, το ισχυρότερο μέρος έχοντας σε μεγάλο βαθμό ελέγξει την αμερικάνικη ήπειρο από την Αλάσκα μέχρι την Χιλή, έχοντας την Ευρώπη υπό την ανάγκη της για την αγορά φυσικού αερίου και οπλικών συστημάτων και έχοντας εξαλείψει – με την βοήθεια του Ισραήλ – τον κίνδυνο του Ιράν, της Συρίας, της Χεζμπολά και της Χαμάς, θα λάβει την μερίδα του λέοντος.
Σε γενικές γραμμές αυτή διαφαίνεται να είναι η επόμενη ημέρα μετά τον πόλεμο στο Ιράν, με τις βασικές απειλές για τις ΗΠΑ να παραμένουν οι Ρωσία και Κίνα – αλλά ταυτόχρονα και με μια ανομολόγητη «συμφωνία κυρίων» – και τις πιο σοβαρές απειλές να περιορίζονται στην Βόρεια Κορέα και την Κούβα – που στην ουσία δεν είναι απειλή αλλά μια ενοχλητική κατάσταση για τις ΗΠΑ από το 1961 και εντεύθεν.
Συνεπώς, ας ελπίσουμε σε μια σύντομη λήξη του πολέμου – κανείς πέραν των γνωστών εν Ελλάδι δεν θα χύσει και πολλά δάκρυα για το θεοκρατικό καθεστώς, εδώ τους «πούλησαν» οι στενότεροι σύμμαχοι τους – και ας ελπίσουμε πως η νέα Γιάλτα ή όπως αυτό ονομαστεί, γιατί να είστε σίγουροι, το 2026 είναι έτος σταθμός, θα προκαλέσει τα λιγότερο δυνατά προβλήματα στην Ελλάδα και ίσως, αντιθέτως, να αναδείξει νέες ευκαιρίες προόδου και ευημερίας.
Τραμπ: Θα στήριζα μια επίθεση των Κούρδων στο Ιράν
Ο Αμερικανός πρόεδρος ισχυρίστηκε ότι «οι επιχειρήσεις στο Ιράν προχωρούν μπροστά από το πρόγραμμα», χωρίς, ωστόσο να δίνει ένα σαφές χρονοδιάγραμμα για τον τερματισμό των συγκρούσεων
Ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι υποστηρίζει μια επίθεση των κουρδικών δυνάμεων στο Ιράν τονίζοντας σε συνέντευξή του στο Reuters πως «θα ήταν υπέροχο αν θα ήθελαν να κάνουν κάτι τέτοιο».
Σε τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε αυτή την εβδομάδα με ηγέτες της κουρδικής μειονότητας στο Ιράν και το γειτονικό Ιράκ, ο Τραμπ φέρεται να προσέφερε «εκτεταμένη αμερικανική αεροπορική κάλυψη» και άλλη υποστήριξη σε αντικαθεστωτικούς Ιρανούς Κούρδους, προκειμένου να αναλάβουν τον έλεγχο περιοχών της δυτικής ιρανικής επικράτειας, σύμφωνα με πρόσωπα που έχουν γνώση των σχετικών επαφών.
«Το αμερικανικό αίτημα προς τους Κούρδους του Ιράκ είναι να ανοίξουν τον δρόμο και να μην εμποδίσουν» τις ιρανικές κουρδικές ομάδες που κινητοποιούνται στο Ιράκ, «παρέχοντας παράλληλα και υλικοτεχνική υποστήριξη», δήλωσε ανώτερος αξιωματούχος της Πατριωτικής Ενωσης του Κουρδιστάν, ενός από τα δύο βασικά πολιτικά κόμματα που κυβερνούν την ημιαυτόνομη κουρδική περιοχή του Ιράκ.
«Ο Τραμπ ήταν σαφής στο τηλεφώνημα που έκανε την Κυριακή» προς τον ηγέτη της Πατριωτικής Ενωσης του Κουρδιστάν (PUK) Μπαφέλ Ταλαμπανί. «Μας είπε ότι οι Κούρδοι πρέπει να επιλέξουν πλευρά σε αυτή τη μάχη, είτε με την Αμερική και το Ισραήλ είτε με το Ιράν», δήλωσε αξιωματούχος – ένας από τους αρκετούς Κούρδους και Αμερικανούς αξιωματούχους που μίλησαν για ευαίσθητα ζητήματα υπό τον όρο της ανωνυμίας.
«Θα έχουμε ρόλο στην επιλογή νέου ηγέτη»
Ο Τραμπ δήλωσε σήμερα ότι «οι επιχειρήσεις στο Ιράν προχωρούν μπροστά από το πρόγραμμα», χωρίς, ωστόσο, να δώσει ένα σαφές χρονοδιάγραμμα για τον τερματισμό των συγκρούσεων.
Διαβεβαίωσε επίσης ότι «οι ΗΠΑ διαθέτουν τεράστιες ποσότητες πυρομαχικών και η αμυντική βιομηχανία αυξάνει την παραγωγή».
Οσον αφορά το αποτύπωμα στον ενεργειακό τομέα, ο ίδιος ισχυρίστηκε πως οι τιμές της βενζίνης δεν έχουν αυξηθεί σημαντικά μέχρι στιγμής και πρόσθεσε ότι τα Στενά του Ορμούζ θα παραμείνουν ανοιχτά.
Ο Αμερικανός πρόεδρος ανέφερε τέλος ότι η Ουάσιγκτον θα έχει ρόλο στην επιλογή νέου ηγέτη στο Ιράν με τρόπο παρόμοιο «όπως στη Βενεζουέλα».
Το μήνυμα Τραμπ στους Κούρδους: Επιλέξτε πλευρά σε αυτόν τον πόλεμο
Σε επαφές με ηγέτες της κουρδικής μειονότητας στο Ιράν και το γειτονικό Ιράκ, ο Αμερικανός πρόεδρος προσέφερε αμερικανική υποστήριξη σε επιχειρήσεις εναντίον της Τεχεράνης
Ιρανοί Κούρδοι μαχητές από το Κόμμα Ελευθερίας του Κουρδιστάν (PAK) συμμετέχουν σε εκπαιδευτική άσκηση σε βάση στα περίχωρα της Ερμπίλ. Πηγή: Reuters
Η κυβέρνηση Τραμπ, προετοιμαζόμενη για το ενδεχόμενο περισσότερων απωλειών και εξετάζοντας το αν θα αναπτύξει χερσαίες δυνάμεις στο Ιράν, έχει αρχίσει να προσεγγίζει την εσωτερική αντιπολίτευση της Τεχεράνης ως πιθανούς συμμάχους για την υποκίνηση εξέγερσης κατά του καθεστώτος.
Σε τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε αυτή την εβδομάδα με ηγέτες της κουρδικής μειονότητας στο Ιράν και το γειτονικό Ιράκ, ο Ντόναλντ Τραμπ προσέφερε «εκτεταμένη αμερικανική αεροπορική κάλυψη» και άλλη υποστήριξη σε αντικαθεστωτικούς Ιρανούς Κούρδους, προκειμένου να αναλάβουν τον έλεγχο περιοχών της δυτικής ιρανικής επικράτειας, σύμφωνα με πρόσωπα που έχουν γνώση των σχετικών επαφών.
«Το αμερικανικό αίτημα προς τους Κούρδους του Ιράκ είναι να ανοίξουν τον δρόμο και να μην εμποδίσουν» τις ιρανικές κουρδικές ομάδες που κινητοποιούνται στο Ιράκ, «παρέχοντας παράλληλα και υλικοτεχνική υποστήριξη», δήλωσε ανώτερος αξιωματούχος της Πατριωτικής Ενωσης του Κουρδιστάν, ενός από τα δύο βασικά πολιτικά κόμματα που κυβερνούν την ημιαυτόνομη κουρδική περιοχή του Ιράκ.
«Ο Τραμπ ήταν σαφής στο τηλεφώνημα που έκανε την Κυριακή» προς τον ηγέτη της Πατριωτικής Ενωσης του Κουρδιστάν (PUK) Μπαφέλ Ταλαμπανί. «Μας είπε ότι οι Κούρδοι πρέπει να επιλέξουν πλευρά σε αυτή τη μάχη, είτε με την Αμερική και το Ισραήλ είτε με το Ιράν», δήλωσε αξιωματούχος – ένας από τους αρκετούς Κούρδους και Αμερικανούς αξιωματούχους που μίλησαν για ευαίσθητα ζητήματα υπό τον όρο της ανωνυμίας.
«Το ζήτημα είναι ποιος έχει μεγαλύτερη υποστήριξη στο εσωτερικό»
Ανώτερος αξιωματούχος του Κουρδικού Δημοκρατικού Κόμματος (KDP), του άλλου μεγάλου ιρακινού κουρδικού κόμματος, του οποίου ο ηγέτης Μασούντ Μπαρζανί δέχθηκε επίσης τηλεφώνημα από τον Τραμπ, επιβεβαίωσε αυτήν την επαφή. Ωστόσο, σημείωσε ότι «το ζήτημα δεν είναι ποιος διαθέτει περισσότερες ενεργές ένοπλες πολιτοφυλακές» έτοιμες να κινηθούν προς το Ιράν, «αλλά ποιος απολαμβάνει μεγαλύτερη υποστήριξη στο εσωτερικό».
Ο Τραμπ μίλησε επίσης την Τρίτη με τον Μουσταφά Χίτζρι, επικεφαλής του παλαιότερου ιρανικού κουρδικού κόμματος της αντιπολίτευσης, του Δημοκρατικού Κόμματος του Ιρανικού Κουρδιστάν (PDKI), του οποίου η οργάνωση αρνήθηκε να σχολιάσει. Το PDKI αποτελεί μέρος συμμαχίας έξι αντικαθεστωτικών ιρανικών κουρδικών κομμάτων, η οποία ανακοίνωσε την ίδρυσή της την περασμένη εβδομάδα με διακήρυξη από το Ιρακινό Κουρδιστάν. Σε ανακοίνωσή του την Τετάρτη, το κόμμα κάλεσε «όλους τους [Ιρανούς] στρατιώτες και το προσωπικό… ιδιαίτερα στο Κουρδιστάν» να εγκαταλείψουν τις βάσεις τους και να αποσύρουν την υποστήριξή τους από «τις ένοπλες και κατασταλτικές δυνάμεις του καθεστώτος».
Κίνδυνος για την εύθραυστη ισορροπία
Οι Κούρδοι του Ιράκ, που επί χρόνια προσφέρουν καταφύγιο στους Ιρανούς ομοεθνείς τους υπό τον όρο ότι δεν θα σχεδιάζουν ενέργειες εναντίον της Τεχεράνης, κινδυνεύουν να καταστρέψουν την εύθραυστη ισορροπία που έχουν διατηρήσει με το ιρανικό καθεστώς, εάν οι πολεμικές προσπάθειες των ΗΠΑ και του Ισραήλ δεν επιτύχουν.
Πολύ πιο οργανωμένοι και ισχυροί από τους Κούρδους στο Ιράν, οι Κούρδοι του Ιράκ έχουν σήμερα τον έλεγχο της δικής τους περιοχής και της οικονομίας της, παρά τις μακροχρόνιες εσωτερικές συγκρούσεις και τις δυσκολίες στις σχέσεις τους με τη σιιτική κυβέρνηση του Ιράκ στη Βαγδάτη.
Οπως και οι Ιρακινοί ομοεθνείς τους, οι Κούρδοι του Ιράν στο παρελθόν επικεντρώνονταν κυρίως στην περιφερειακή αυτονομία και όχι στην απόσχιση ή στην ανατροπή του καθεστώτος.
Εκπρόσωποι αρκετών κομμάτων του συνασπισμού διέψευσαν αργά το βράδυ της Τετάρτης τις φήμες που εξαπλώνονταν γρήγορα, ότι μια κουρδική εισβολή και εξέγερση στο εσωτερικό του Ιράν είχε ήδη ξεκινήσει. Την Πέμπτη, τα ιρανικά κρατικά μέσα ενημέρωσης χρησιμοποίησαν έναν τέτοιο ισχυρισμό -ότι ομάδες που υποστηρίζονται από τις ΗΠΑ σχεδίαζαν να εισέλθουν στο Ιράν και να πραγματοποιήσουν τρομοκρατικές επιθέσεις-, για να αναφέρουν μια «προληπτική» επίθεση που κατέστρεψε στόχους στην κουρδική περιοχή του Ιράκ. Η πληροφορία αυτή δεν κατέστη δυνατό να επιβεβαιωθεί άμεσα.
Ο Τραμπ έχει καλέσει δημοσίως τους Ιρανούς που αντιτίθενται στο καθεστώς να εξεγερθούν και να αναλάβουν τον έλεγχο της κυβέρνησης της χώρας τους. Παράλληλα, έχει αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο συνεργάσιμα άτομα του υπάρχοντος καθεστώτος να παραμείνουν στη θέση τους μετά την εξουδετέρωση της ηγεσίας του, μια λύση παρόμοια με εκείνη που επέβαλαν οι ΗΠΑ στη Βενεζουέλα μετά τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο.
Επιβεβαίωσε τις επαφές, διέψευσε το σχέδιο
Ερωτηθείσα για δημοσιεύματα σύμφωνα με τα οποία η CIA θα παρείχε όπλα σε ιρανικές κουρδικές ομάδες, η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Καρολάιν Λέβιτ δήλωσε στους δημοσιογράφους την Τετάρτη ότι ο Τραμπ «όντως μίλησε με Κούρδους ηγέτες σε σχέση με τη βάση που διαθέτουμε στο βόρειο Ιράκ. Ομως… οποιαδήποτε αναφορά ότι ο πρόεδρος έχει συμφωνήσει σε ένα τέτοιο σχέδιο είναι ψευδής και δεν θα έπρεπε να δημοσιεύεται».
Η CIA αρνήθηκε να σχολιάσει. Ο Λευκός Οίκος επίσης δεν απάντησε σε ερωτήσεις σχετικά με επαφές με άλλες ομάδες της ιρανικής αντιπολίτευσης, μεταξύ των οποίων η μειονότητα των Μπαλούτσι ή η εξόριστη οργάνωση Μουτζαχεντίν-ε-Χαλκ.
Αμερικανός αξιωματούχος προειδοποίησε ότι μένει να φανεί σε ποιο βαθμό οι Κούρδοι θα συνεργαστούν με τις ΗΠΑ, δεδομένου του μακρού ιστορικού της Ουάσιγκτον να ζητά τη βοήθειά τους σε διάφορες συγκρούσεις και στη συνέχεια να τους εγκαταλείπει.
«Θα μπορούσαν να υπάρξουν ευκαιρίες να συνεργαστούμε και τα συμφέροντά μας να ευθυγραμμιστούν, ώστε να κάνουμε ορισμένα πράγματα; Απολύτως», δήλωσε ο ίδιος αξιωματούχος. Ωστόσο, πρόσθεσε ότι οι Κούρδοι και στις δύο πλευρές των συνόρων Ιράκ – Ιράν πιθανότατα θα περιμένουν να δουν «προς τα πού φυσά ο άνεμος» στον συνεχιζόμενο πόλεμο, σημειώνοντας ότι η συνεργασία των ΗΠΑ μαζί τους «δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση».
Η συνεργασία και η εγκατάλειψη
Οι Κούρδοι, που στο Ιράν αριθμούν περίπου 10 εκατομμύρια ανθρώπους κατανεμημένους σε πέντε δυτικές επαρχίες, αποτελούν επίσης μία από τις μεγαλύτερες μειονότητες στο Ιράκ, στη Συρία και σε τμήματα της Τουρκίας. Σε καθεμία από αυτές τις χώρες έχουν αγωνιστεί πολιτικά -και κατά καιρούς και ενόπλως-, συχνά με τη στήριξη των ΗΠΑ όταν αυτό συνέπιπτε με τα αμερικανικά συμφέροντα.
Ωστόσο, εξίσου συχνά έχουν αισθανθεί ότι εγκαταλείπονται από την Ουάσιγκτον. Πιο πρόσφατα, οι ΗΠΑ απέσυραν τη στήριξή τους από τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), μια κουρδική οργάνωση που επί χρόνια αποτελούσε βασικό σύμμαχο της Ουάσιγκτον στον αγώνα κατά του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ επέλεξε να συνεργαστεί αντί γι’ αυτό με το νέο καθεστώς στη Δαμασκό.
Παρά το γεγονός ότι τώρα ενώνονται πολιτικά σε έναν συνασπισμό, οι κύριες κουρδικές οργανώσεις της ιρανικής αντιπολίτευσης έχουν συχνά βρεθεί σε αντιπαράθεση μεταξύ τους -αλλά και με άλλες δυνάμεις που αντιτίθενται στο καθεστώς της Τεχεράνης-, γεγονός που δημιουργεί ερωτήματα για το κατά πόσο θα μπορούσαν να συνεργαστούν στη συγκρότηση μιας νέας κυβέρνησης.
Μόνο μία από τις πολλές ιρανικές κουρδικές οργανώσεις, το PJAK (Κόμμα Ελεύθερης Ζωής του Κουρδιστάν), θεωρείται ότι διαθέτει σημαντικό οπλισμό, κυρίως χάρη στη σχέση του με το ένοπλο Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK), το οποίο δρα στις κουρδικές περιοχές της νοτιοανατολικής Τουρκίας καθώς και στη βόρεια Συρία και στο Ιράκ.
«Απίθανο να λάβουν ευρύτερη υποστήριξη»
«Η πρόκληση είναι ότι οι Ιρανοί Κούρδοι μαχητές είναι περιορισμένοι σε αριθμό και είναι απίθανο να λάβουν ευρύτερη υποστήριξη σε μη κουρδικές περιοχές» του Ιράν, δήλωσε η Βικτόρια Τέιλορ, διευθύντρια του προγράμματος Μέσης Ανατολής στο Atlantic Council και πρώην αναπληρώτρια υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ για το Ιράκ και το Ιράν. «Μοιάζει με συνταγή για εθνοτική σύγκρουση».
«Οι Ιρανοί Κούρδοι βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα είδος παγίδευσης», δήλωσε ο Γκάρεθ Στάνσφιλντ, καθηγητής Πολιτικής της Μέσης Ανατολής στο Πανεπιστήμιο του Εξετερ στη Βρετανία. «Και μόνο η υπόνοια ότι τα ιρανικά κουρδικά κόμματα έχουν λάβει αμερικανική υποστήριξη και σκέφτονται να λειτουργήσουν ως οι “πεζικάριοι” μέσα στο Ιράν στρέφει την προσοχή των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) προς το δυτικό Κουρδιστάν… και τους μετατρέπει σε τεράστιο στόχο για το καθεστώς».
Μια αμερικανική απόφαση να εξοπλίσει τις ιρανικές κουρδικές ομάδες ενδέχεται να μη γίνει δεκτή με ικανοποίηση από την Τουρκία. Υστερα από τέσσερις δεκαετίες σύγκρουσης με την τουρκική κυβέρνηση, το εκτός νόμου PKK συμφώνησε πέρυσι να αφοπλιστεί και βρίσκεται πλέον σε διαδικασία ειρήνευσης με την Αγκυρα.
Η στόχευση του Ισραήλ στο δυτικό Ιράν
Κατά τις πρώτες πέντε ημέρες της σύγκρουσης, το Ισραήλ έκανε τα περισσότερα για να προετοιμάσει το έδαφος στο εσωτερικό του Ιράν για μια πιθανή κουρδική εξέγερση. Πέρα από τη στοχοποίηση ηγετικών στελεχών στην Τεχεράνη, οι ισραηλινές αεροπορικές επιδρομές έπληξαν εγκαταστάσεις της αστυνομίας του καθεστώτος και των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) στο δυτικό τμήμα της χώρας, ενώ τα αμερικανικά πλήγματα επικεντρώθηκαν κυρίως σε εκτοξευτές πυραύλων, αεροδρόμια, πολεμικά πλοία και άλλους στόχους στον Νότο.
Στην ανακοίνωσή του την Τετάρτη, το PJAK κάλεσε τους Κούρδους στο εσωτερικό του Ιράν «να είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες του πολέμου και των πολιτικών της Ισλαμικής Δημοκρατίας» και να «απομακρυνθούν από τα στρατιωτικά και τα κέντρα ασφαλείας του καθεστώτος».
Από την πλευρά τους, οι Κούρδοι του Ιράκ, οι οποίοι έχουν βιώσει μια σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες γεμάτη διακυμάνσεις, ενδέχεται να αμφισβητήσουν «τη δύναμη της αμερικανικής υποστήριξης» προς τους Ιρανούς ομοεθνείς τους και να διστάσουν να στηρίξουν μια επιθετική ενέργεια που θα μπορούσε να προκαλέσει ιρανικά αντίποινα, δήλωσε η Τέιλορ.
Οι Κούρδοι ηγέτες του Ιράκ υπέγραψαν πέρυσι συμφωνία με την Τεχεράνη, δεσμευόμενοι να διασφαλίσουν ότι τα σύνορα Ιράν – Ιράκ στην περιοχή τους θα προστατεύονται από εξωτερικές διεισδύσεις. Σε ανακοίνωση που εκδόθηκε την περασμένη εβδομάδα, μετά την ανακοίνωση της συμμαχίας των ιρανικών κουρδικών οργανώσεων που εδρεύουν στο Ιράκ, η ημιαυτόνομη Περιφερειακή Κυβέρνηση του Κουρδιστάν (KRG) στο βορειοανατολικό Ιράκ δήλωσε ότι δεν θα επιτρέψει να χρησιμοποιηθεί το έδαφός της ως «βάση επιθετικών ενεργειών εναντίον γειτονικής χώρας».
Τόσο ο Ταλαμπανί όσο και ο πρόεδρος της KRG Νετσιρβάν Μπαρζανί δέχθηκαν επίσης τηλεφωνήματα την Τετάρτη από τον υπουργό Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί. Ο Ταλαμπανί «υπογράμμισε τη σημασία της αναζήτησης ειρηνικών λύσεων στα ζητήματα και της επιστροφής στον διάλογο για τη διατήρηση της σταθερότητας στη Μέση Ανατολή, επισημαίνοντας ότι όλες οι προσπάθειες της PUK κινούνται σε αυτό το πλαίσιο», ανέφερε ανακοίνωση του γραφείου του.
Ο Αραγτσί, σύμφωνα με την ίδια ανακοίνωση, ευχαρίστησε τον Ταλαμπανί «για τον ρόλο και την επιρροή του στη διατήρηση της σταθερότητας στο Ιράκ και στην Περιφέρεια του Κουρδιστάν» και «εξέφρασε τον σεβασμό του για την ειρηνική στάση της PUK στην περιοχή».
Το γραφείο του Μπαρζανί ανέφερε ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο Αραγτσί «τόνισαν την ανάγκη προστασίας της ασφάλειας των συνόρων, με τρόπο που να αποτρέπει κάθε προσπάθεια υπονόμευσης της σταθερότητας της περιοχής και περαιτέρω επιδείνωσης της κατάστασης».
Καθώς οι Κούρδοι του Ιράκ προσπαθούν να αποφασίσουν αν θα εμπλακούν άμεσα στον διευρυνόμενο πόλεμο με το Ιράν, οι επιλογές τους ενδέχεται να περιοριστούν. Πλήγματα που εξαπολύθηκαν τόσο από το Ιράν όσο και από φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές στο εσωτερικό του Ιράκ έχουν στοχοποιήσει την πρωτεύουσά τους, την Ερμπίλ, προφανώς για να αποθαρρύνουν οποιαδήποτε στήριξη προς την ιρανική αντιπολίτευση.
«Βρισκόμαστε σε μια πολύ λεπτή θέση», δήλωσε αξιωματούχος της PUK. «Αν αυτή η [ιρανική κουρδική] χερσαία επίθεση αποτύχει, δεν γνωρίζουμε ποια θα είναι η αντίδραση του Ιράν απέναντι στην Περιφέρεια του Κουρδιστάν στο Ιράκ. Ταυτόχρονα, δεν μπορούμε απλώς να απορρίψουμε το αίτημα του Τραμπ, ιδίως όταν τηλεφωνεί προσωπικά και το ζητά».
«Εντολοδόχοι μιας χρήσης»: Οι Κούρδοι και όλες οι ιστορίες προδοσίας από τις ΗΠΑ
Τι διδάσκει η ιστορία με αφορμή την ώθηση από την Ουάσινγκτον στις κουρδικές δυνάμεις για χερσαία επέμβαση στο Ιράν
«Η μυστική δράση δεν πρέπει να συγχέεται με το ιεραποστολικό έργο», δήλωσε ο πρώην υπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών Χένρι Κίσινγκερ μετά την απρόσμενη εγκατάλειψη των Κούρδων του Ιράκ στην τύχη τους απέναντι στην ιρακινή κυβέρνηση το 1975.
Καθώς οι ΗΠΑ και το Ισραήλ ενθαρρύνουν τις κουρδικές πολιτοφυλακές να χρησιμεύσουν πολιορκητικός κριός εναντίον της κυβέρνησης του Ιράν, γνωρίζοντας ότι η φιλοδοξία τους για «αλλαγή καθεστώτος» απαιτεί χερσαία στρατεύματα, η ιστορία στέλνει σκληρές προειδοποιήσεις
Από τα βουνά του Ιράκ το 1991 μέχρι τις πεδιάδες της Συρίας μόλις πριν από λίγες εβδομάδες, το ιστορικό της Ουάσινγκτον στην εκμετάλλευση των Κούρδων μαχητών ως «εντολοδόχων μιας χρήσης» υποδηλώνει ότι η παρούσα ώθηση για μια κουρδική αντεπίθεση στο Ιράν είναι γεμάτη κινδύνους.
Ο Μαχμούντ Αλλούχ, ειδικός σε θέματα που αφορούν την περιοχή, δήλωσε στο Al Jazeera ότι η τρέχουσα στρατηγική δεν αποσκοπεί απλώς στην άμεση ανατροπή της κυβέρνησης, αλλά στη «διάλυση του Ιράν» με την υποκίνηση αυτονομιστικών κινημάτων ως προοίμιο της κατάρρευσής του.
Ο παράγοντας Τουρκία
Σε αυτό το ασταθές περιβάλλον προστίθεται η Τουρκία και το πώς θα αντιδράσει σε οποιαδήποτε κουρδική εξέγερση στην περιοχή. Το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK) ξεκίνησε να κάνει βήματα προς τον αφοπλισμό του το περασμένο καλοκαίρι, κλείνοντας έτσι το κεφάλαιο μιας ένοπλης εκστρατείας τεσσάρων δεκαετιών κατά του τουρκικού κράτους, σε μια σύγκρουση που έχει προκαλέσει τον θάνατο περισσότερων από 40.000 ανθρώπων. Οποιαδήποτε ένοπλη προέλαση των Κούρδων του Ιράν θα μπορούσε να προκαλέσει την ανησυχία της Άγκυρας.
Μια κληρονομιά προδοσίας
Για τους Κούρδους, το να ενεργούν ως αιχμή του αμερικανικού δόρατος έχει ιστορικά καταλήξει σε καταστροφές.
Τη δεκαετία του 1970, οι ΗΠΑ και το Ιράν εξόπλισαν σε μεγάλο βαθμό τους Κούρδους αντάρτες του Ιράκ για να πλήξουν την κυβέρνηση της Βαγδάτης. Ωστόσο, μόλις ο σάχης του Ιράν εξασφάλισε εδαφικές παραχωρήσεις από το Ιράκ το 1975, απέκοψε τους Κούρδους εν μία νυκτί με την έγκριση της Ουάσινγκτον.
Το ίδιο σενάριο επαναλήφθηκε το 1991. Αφού ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους ενθάρρυνε τους Ιρακινούς -τόσο την κουρδική όσο και τη σιιτική κοινότητα που διώκονταν υπό τον Σαντάμ Χουσεΐν- να εξεγερθούν, ο στρατός των ΗΠΑ έμεινε αμέτοχος όταν οι πιστές δυνάμεις του δικτάτορα ανασυντάχθηκαν και χρησιμοποίησαν ελικόπτερα για να σφάξουν αδιακρίτως δεκάδες χιλιάδες αμάχους και αντάρτες.
Μία απρόσμενη και θετική «εξαίρεση»
Ωστόσο, ο Ντέιβιντ Ρομάνο, ειδικός σε θέματα πολιτικής της Μέσης Ανατολής στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Μιζούρι, αντέτεινε σε δήλωσή του στη σελίδα του στο Facebook ότι τα επακόλουθα της καταστροφής του 1991 ανάγκασαν τελικά τις ΗΠΑ να ξεκινήσουν την επιχείρηση Provide Comfort και τη λειτουργία μιας ζώνης απαγόρευσης πτήσεων, η οποία έθεσε τις βάσεις για την ημιαυτόνομη κουρδική περιοχή στο Ιράκ.
Η μεγάλη ήττα στην Συρία
Η πικρή ειρωνεία του ότι η Ουάσινγκτον ζητά από τους Κούρδους του Ιράν να πάρουν τα όπλα επιτείνεται από την πρόσφατη κατάρρευση της κουρδικής αυτονομίας στη γειτονική Συρία. Για χρόνια, οι υπό κουρδική ηγεσία Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF) υπηρέτησαν ως ο κύριος πληρεξούσιος των ΗΠΑ κατά του ISIL (ISIS) και οδήγησαν στην εξόντωση της ένοπλης ομάδας το 2019 μετά από χρόνια μαχών.
Ωστόσο, τον Ιανουάριο, λίγο περισσότερο από έναν χρόνο μετά την ανατροπή του Μπασάρ αλ Άσαντ, η κυβέρνηση Τραμπ υποστήριξε τη νέα κεντρική κυβέρνηση της Συρίας στη Δαμασκό, τερματίζοντας ουσιαστικά την υποστήριξη προς τις SDF και την κουρδική αυτονομία.
Ο απεσταλμένος των ΗΠΑ στη Συρία, Τόμας Μπάρακ, δήλωσε ότι ο αρχικός σκοπός των SDF είχε σε μεγάλο βαθμό εκλείψει.
Μέσα σε λίγες εβδομάδες, οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις έχασαν το 80 τοις εκατό του εδάφους για το οποίο είχαν ματώσει.
Για τους Κούρδους σε όλη την περιοχή οι επιπτώσεις ήταν βαθιές: Οι ΗΠΑ δεν θεωρούνται πλέον αξιόπιστος εταίρος ή υποστηρικτής των μειονοτήτων.
Ο Αλλούχ υπογράμμισε το γεγονός αυτό ως πρωταρχικό λόγο του κουρδικού δισταγμού όσον αφορά το Ιράν σήμερα, σημειώνοντας ότι οι Κούρδοι ηγέτες «αιμορραγούν από τη μαχαιριά» στη Συρία.
Η «τέλεια δικαιολογία να πουν όχι»
Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ επιδιώκουν χερσαία επίθεση αλλά αποφεύγοντας την ανάπτυξη των δικών τους δυνάμεων. Αλλά στο Ερμπίλ, την πρωτεύουσα της περιφερειακής κυβέρνησης του Κουρδιστάν στο Ιράκ, η ηγεσία αντιλαμβάνεται το σοβαρό πλήγμα. Ο Μπαρζανί τόνισε πρόσφατα στον Ιρανό υπουργό Εξωτερικών ότι η περιοχή «δεν θα είναι μέρος των συγκρούσεων».
Αναλυτές εκτίμησαν ότι ο Μπαρζανί παραμένει εξοργισμένος από την απόρριψη από τις ΗΠΑ του δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία της περιοχής το 2017. Ο Ρομάνο σημείωσε ότι επειδή η Βαγδάτη απέρριψε δυνατά την επίθεση στο Ιράν, το Ερμπίλ έχει μια τέλεια δικαιολογία για να απορρίψει τα αιτήματα της Ουάσινγκτον μετά από δεκαετίες που οι ΗΠΑ του έλεγαν να παραμείνει ενσωματωμένος στο Ιράκ.
Iran’s Islamic Revolutionary Guard Corps (IRGC) has claimed that its naval drone units struck the US Nimitz-class aircraft carrier USS Abraham Lincoln (CVN-72) in the Sea of Oman, prompting the carrier and its escort ships to retreat more than 1,000 kilometers from the area.
In a statement carried by Tehran Times, a spokesperson for the Khatam al‑Anbiya Central Headquarters said the carrier had entered waters roughly 340 kilometers from Iran’s territorial boundary while operating near the approaches to the Strait of Hormuz.
“The USS Abraham Lincoln, which had approached within 340 kilometers of Iran’s territorial waters in the Sea of Oman with the apparent aim of controlling the Strait of Hormuz, was hit by IRGC naval drones,” the statement said.
The spokesman added that the carrier, accompanied by its destroyer escorts, withdrew from the vicinity at high speed following the alleged engagement.
“It has now retreated more than 1,000 kilometers from the region,” the statement reported.
The Strait of Hormuz, a critical chokepoint for global energy supplies, has been a focal point of tension between Iran and Western military forces.
The claim represents the latest public assertion by Iranian security officials regarding direct action against U.S. military assets. As of this writing, there has been no independent verification of the report, and no statements from U.S. military authorities confirming that the Abraham Lincoln was struck.
The USS Abraham Lincoln carrier strike group has been operating in the broader Gulf of Oman and Arabian Sea amid heightened regional tensions.
The new Iranian claim comes days after U.S. forces struck the Iranian drone carrier Shahid Bagheri during operations linked to Operation Epic Fury, which began on February 28.
The United States Central Command (CENTCOM) has rejected Iranian claims that the USS Abraham Lincoln had been hit by any missiles or drones during the earlier confrontation, describing such reports as false. The carrier remained fully operational and continued flight operations as part of its routine missions in the Gulf of Oman and Arabian Sea.
Αναγνωρίστηκαν και αναχαιτίστηκαν σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες
Ανέβασε κατακόρυφα τις προκλήσεις στο Αιγαίο σήμερα, Πέμπτη, η Τουρκία, με την παρουσία 7 δικών της αεροσκαφών.
Πρόκειται για 1 ATR-72, 1 CN-235 KAI 1 UAV και ανά ζεύγη τέσσερα F-16.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του ΓΕΕΘΑ, καταγράφηκαν 8 παραβάσεις, δύο από τους σχηματισμούς των μαχητικών F-16, 1 από το ATR-72, 1 από το UAV και 4 από το CN-235.
Ενώ επίσης σημειώθηκαν 8 παραβιάσεις, δύο από τον ένα σχηματισμό –ανά ζεύγη- των μαχητικών F-16 και 6 από το ATR-72.
Τα ανωτέρω αεροσκάφη αναγνωρίστηκαν και αναχαιτίστηκαν σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες, κατά πάγια πρακτική.
Ενδεικτικός πίνακας με τις παραβιάσεις των προηγούμενων ημερών του Μαρτίου.
«Σοβαρό συμβάν» χαρακτήρισε ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, την αναχαίτιση πυραύλου χθες, Τετάρτη, που κατευθυνόταν στον εναέριο χώρο της Τουρκίας, ωστόσο, όπως τόνισε η ενεργοποίηση του Αρθρου 5 (σ.σ.: που προβλέπει πως επίθεση κατά μέλους του ΝΑΤΟ αποτελεί επίθεση εναντίον όλων των υπολοίπων) δεν είναι προσώρας στο τραπέζι.
Η Τουρκία ανακοίνωσε χθες ότι η αεράμυνα του ΝΑΤΟ κατέστρεψε ιρανικό βαλλιστικό πύραυλο με πορεία προς τον τουρκικό εναέριο χώρο, σηματοδοτώντας την πρώτη εμπλοκή κράτους-μέλους της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Οι ένοπλες δυνάμεις του Ιράν διέψευσαν πως ο πύραυλος κατά της Τουρκίας είχε εκτοξευθεί από εκείνες.
Οπως διεμήνυσε ο Ρούτε σε συνέντευξή του στο Reuters, το ΝΑΤΟ στηρίζει τις επιθέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών κατά του Ιράν, καθώς η χώρα είναι «κοντά στο να αποτελέσει απειλή και για την Ευρώπη».
«Στηρίζουμε τον πρόεδρο Τραμπ στην προσπάθεια για εξάλειψη των πυρηνικών και βαλλιστικών δυνατοτήτων του Ιράν», είπε. «Η αίσθησή μου είναι πως οι ΗΠΑ ξέρουν τι κάνουν», τόνισε ο ίδιος, προσθέτοντας ότι «πρέπει να διασφαλίσουμε πως το Ιράν δεν αποτελεί πλέον απειλή».
"Ασυμβίβαστες με το αίσθημα ευθύνης και τη σοβαρότητα που επιβάλλει η εποχή" είναι οι τοποθετήσεις του Έλληνα υπουργού Άμυνας, Νίκου Δένδια, υποστήριξε ο επικεφαλής του ψευδοκράτους, Τουφάν Ερχιουρμάν.
Σε δήλωσή του, ο κ. Έρχιουρμαν υποστήριξε ότι σε μια περίοδο κατά την οποία καταβάλλονται προσπάθειες για την αποκλιμάκωση των εντάσεων και την επιστροφή στον διάλογο μέσω της διπλωματίας και του διεθνούς δικαίου, οι αναφορές του κ. Δένδια για το Κυπριακό, τους Τουρκοκύπριους και την Τουρκία "στερούνται νοήματος".
Όπως ισχυρίστηκε, η στάση του Έλληνα υπουργού Εθνικής Άμυνας έρχεται σε αντίθεση με την προσέγγιση όσων υπερασπίζονται την ειρήνη στην ευρύτερη περιοχή.
Ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας τόνισε ότι χρειάστηκαν επαφές με τον Βρετανό πρωθυπουργό και υπογράμμισε πως οι όποιες επιθέσεις έχουν σημειωθεί μέχρι στιγμής στην Κύπρο αφορούν αποκλειστικά τις βρετανικές βάσεις
Οι επιθέσεις που έχουν σημειωθεί μέχρι στιγμής στην Κύπρο αφορούν αποκλειστικά τις βρετανικές βάσεις και προέρχονται κυρίως από τον Λίβανο, δήλωσε ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης μιλώντας στον ΣΚΑΪ, στην έκτακτη ενημερωτική εκπομπή «Πόλεμος στο Ιράν – Η επόμενη μέρα» με τον Αλέξη Παπαχελά.
«Οι όποιες επιθέσεις έχουν γίνει μέχρι στιγμής στην Κύπρο αφορούν αποκλειστικά τις βρετανικές βάσεις και κατά κύριο λόγο οι επιθέσεις που έχουν αναπτυχθεί προέρχονται από τον Λίβανο», ανέφερε συγκεκριμένα. Οπως πρόσθεσε, βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με τον πρόεδρο του Λιβάνου και είχαν τηλεφωνική συνομιλία την προηγούμενη ημέρα. «Για να βάλουμε τα πράγματα στην πραγματική τους διάσταση, οι όποιες επιθέσεις έχουν γίνει μέχρι στιγμής έχουν ως στόχο τις βρετανικές βάσεις στην Κύπρο».
Απαντώντας σε ερώτηση για το ενδεχόμενο βαλλιστικής επίθεσης από το Ιράν, ο κ. Χριστοδουλίδης σημείωσε ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί τίποτε. «Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε οτιδήποτε σε σχέση με τους βαλλιστικούς πυραύλους. Οι Βρετανοί βρίσκονται σε εγρήγορση όταν υπάρχει μια τέτοια πληροφορία. Από το Ιράν σε πολλές περιπτώσεις στόχος είναι το Ισραήλ. Aρα περνούν από την περιοχή, από την ευρύτερη Ανατολική Μεσόγειο και είναι κάτι που παρακολουθείται πολύ προσεκτικά».
Αναφερόμενος στα μέτρα προστασίας της χώρας είπε ότι η Κύπρος διαθέτει δικά της συστήματα άμυνας, τα οποία έχουν αναβαθμιστεί το τελευταίο διάστημα, ενώ υπάρχει και η προστασία των βρετανικών δυνάμεων. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι υπάρχει έντονη συνεργασία με ευρωπαϊκά κράτη.
«Είναι η πρώτη φορά που βλέπω τέτοιου είδους ανταπόκριση και συνεργασία από πλευράς της Ευρωπαϊκής Ενωσης», δήλωσε, σημειώνοντας ότι υπάρχει επικοινωνία τόσο με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς όσο και με κράτη-μέλη. Αναφέρθηκε επίσης στο Αρθρο 42 παράγραφος 7 της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που προβλέπει αμοιβαία συνδρομή σε περίπτωση επίθεσης κατά κράτους-μέλους.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη στρατιωτική ενίσχυση από την Ελλάδα. «Είναι μια από τις σημαντικότερες εξελίξεις στην ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας», είπε για την αποστολή ελληνικών F-16 και φρεγατών. Οπως εξήγησε, η απόφαση προέκυψε μετά από επικοινωνία με τον Ελληνα πρωθυπουργό και σε συνεννόηση μεταξύ των υπουργείων Αμυνας των δύο χωρών. «Ζητήσαμε ενισχύσεις σε συγκεκριμένους τομείς και υπήρξε άμεση ανταπόκριση».
Ανέφερε ακόμη ότι υπήρξε αντίστοιχη ανταπόκριση από τη Γαλλία, ενώ βρίσκεται σε επαφή και με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Οπως είπε, είχε τηλεφωνική επικοινωνία με την πρωθυπουργό της Ιταλίας, ενώ συζητήσεις βρίσκονται σε εξέλιξη και με την Ισπανία, τη Γερμανία, την Ολλανδία και άλλα κράτη-μέλη για ενίσχυση των αποτρεπτικών δυνατοτήτων της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο ένταξης της Κύπρου στο ΝΑΤΟ είπε: «Αν ήταν εφικτό αύριο η Κυπριακή Δημοκρατία να γίνει κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, θα υπέβαλε σχετική αίτηση», επισημαίνοντας όμως ότι αυτό δεν είναι δυνατόν αυτή τη στιγμή λόγω των πολιτικών συνθηκών και της γνωστής θέσης της Τουρκίας.
Πρόσθεσε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη προεργασία σε στρατιωτικό, επιχειρησιακό και διοικητικό επίπεδο, ώστε η χώρα να είναι έτοιμη όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν.
Τέλος, αναφέρθηκε στις σχέσεις με το Ηνωμένο Βασίλειο και στις δηλώσεις του Βρετανού υπουργού Αμυνας για τις βάσεις. «Ναι, υπήρξε ενόχληση», τόνισε, σημειώνοντας ότι η αρχική δήλωση δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και δημιούργησε ανησυχία στην Κύπρο.
Οπως είπε, χρειάστηκαν επαφές με τον Βρετανό πρωθυπουργό, ώστε να υπάρξει διευκρίνιση ότι οι βρετανικές βάσεις στην Κύπρο δεν χρησιμοποιούνται για επιθετικές δραστηριότητες που σχετίζονται με τον πόλεμο.
Υπενθύμισε επίσης ότι περίπου 10.000 Κύπριοι πολίτες διαμένουν εντός των βρετανικών βάσεων, γεγονός που καθιστά το ζήτημα άμεσου ενδιαφέροντος για την Κυπριακή Δημοκρατία.
With the world distracted by war in the Middle East, de-escalation will need to come from Kabul and Islamabad directly.
EXPERT COMMENT
PUBLISHED 4 MARCH 2026 —4 MINUTE READ
Image — Taliban security personnel stand guard near the Torkham border crossing between Afghanistan and Pakistan in the Nangarhar province on 27 February 2026. Photo by Aimal Zahir / AFP via Getty Images.
Dr Chietigj Bajpaee, Senior Research Fellow for South Asia, Asia-Pacific Programme
Fighting between Afghanistan and Pakistan has intensified in recent weeks, with no sign of de-escalation after Islamabad said it is waging an ‘open war’ against its neighbour.
Pakistan launched air strikes on Afghanistan last week in response to attacks on border posts by the Afghan military on 26 February. In a serious escalation, it targeted major cities including Kabul and Kandahar, as well as Bagram airbase. Kabul responded by targeting Pakistani military facilities.
These developments mark a clear escalation from the previous limited border skirmishes and use of proxies. Islamabad accuses Afghanistan of hosting separatist and terror groups that have carried out increasing attacks within Pakistan, including the Tereek-e-Taliban Pakistan (TTP, or Pakistan Taliban) and Baloch separatists. These groups contributed to a 34 per cent increase in the number of annual terror attacks inside Pakistan in 2025. The Taliban denies involvement.
Despite Pakistan’s superior military capabilities, the Taliban maintains a significant capacity for asymmetric warfare.
In November, the TTP carried out a suicide attack outside a district court in Islamabad, pointing to its growing reach beyond border tribal areas. The separatist Balochistan Liberation Army, which Pakistan says has sanctuaries in Afghanistan, also claimed attacks in Baluchistan province in January that killed almost 50 people.
The degree of direct complicity between Kabul and these militant groups is contested. At best, the uptick in attacks reflects Kabul’s inability to control militant activities within its borders; at worst, it reflects a degree of collusion between the Taliban and the TTP, who both espouse a similar conservative version of Sunni Islam.
These tensions are exacerbated by the forced repatriation of Afghan refugees from Pakistan. An estimated 2.7 million Afghans returned to Afghanistan in 2025 alone, mainly from Iran and Pakistan, contributing to a 12 per cent increase in population since 2023. The eviction of Afghan refugees from Pakistan is likely to accelerate amid the current tensions, placing further pressure on Afghanistan’s already stretched public services.
Afghanistan’s precarious economic situation has been further exacerbated by Islamabad’s decision to close the Afghan-Pakistan border in October and suspend all trade. As a landlocked country, Afghanistan is heavily dependent on Pakistan and other neighbouring countries for transit trade.
History of bad blood
The current conflict has deep historic roots. The Afghan government does not recognize the Durand Line, the 2,600km line demarcating the Pakistan-Afghanistan border that was drawn in 1893. The border goes through ethnic Pashtun areas and, as such, is opposed by Pashtun nationalists in Afghanistan. For this reason, Afghanistan was the only country to initially vote against Pakistan’s admission to the United Nations in 1947.
During the Afghan civil war in the 1990s, Pakistan supported the Taliban against the Northern Alliance, which was backed by India (as well as Iran and Russia). Islamabad has historically maintained close relations with the Taliban and initially welcomed the US/NATO withdrawal from Afghanistan and the Taliban’s return to power in 2021. But relations have since soured amid the recurring border skirmishes and attacks in Pakistan.
Afghanistan’s role in relation to the India-Pakistan rivalry has also strained relations. Historically, the Taliban was seen by New Delhi as a Pakistani proxy. This fuelled claims that Afghanistan was giving Pakistan ‘strategic depth’ in its rivalry with India, with Islamabad accused of seeking to leverage relations with the Taliban and other extremist groups to mount asymmetric attacks on India. New Delhi supported the 2001 US-led invasion of Afghanistan to oust the Taliban.
This has now reversed, with Pakistan accusing the Taliban of turning Afghanistan into a ‘colony of India’. This narrative has gained further momentum due to renewed hostilities between India and Pakistan following their brief four-day conflict last year, as well as Kabul and New Delhi moving towards a partial normalization of relations. Although India has yet to formally recognize the Taliban government, it has reopened its embassy in Kabul.
New Delhi may welcome conflict between Afghanistan and Pakistan as it diverts Islamabad’s attention away from its eastern border with India. But if the Pakistani military and intelligence establishment perceive an Indian hand behind Kabul’s actions, it could also fuel hostilities between New Delhi and Islamabad.
India conducts trade with Afghanistan via Iran’s Chahbahar port, where New Delhi is a key stakeholder. However, reported US and Israeli air strikes on the port city and the wider instability in Iran may now limit access via this route.
Impact on Pakistan
Pakistan’s unstable periphery also raises questions about the credibility of Islamabad’s broader regional ambitions.
Islamabad has demonstrated a growing ambition to play a more prominent role in the geopolitics and security of the Middle East. Pakistan and Saudi Arabia announced a ‘Strategic Mutual Defence Agreement’ in September. Pakistan also joined the ‘Board of Peace’ in January, prompting speculation about Pakistani peacekeepers being deployed to Gaza.
Yet while Islamabad remains eager to ingratiate itself with the Trump administration, it will be reluctant to get dragged into the Iran conflict or overextend itself in the Middle East as it faces instability with its other neighbours.
At the domestic political level, Pakistan’s recurring tensions with its neighbours have been used by the military to justify it maintaining a monopoly over the country’s foreign and security policies. The military and intelligence establishment will use the conflict with Afghanistan as grounds for further tightening its grip.
This comes amid recent concerns about the health of jailed former prime minister Imran Khan, who became increasingly critical of the military’s role during his tenure. Khan’s party, the PTI, currently controls the government of KP province, which borders Afghanistan. This will further complicate any diplomatic initiative between Afghanistan and Pakistan, given the difficult relationship between the KP provincial government and the national government in Islamabad.
De-escalation pathways
Countries in the Middle East have played an increasingly prominent role in trying to mediate Afghanistan-Pakistan hostilities in recent years. After their previous round of fighting, both sides agreed to a ceasefire brokered by Doha and Istanbul in October. This has been followed by Saudi-led mediation efforts. However, with renewed instability in the Middle East, Gulf states will have limited bandwidth to play a hands-on role in de-escalating Afghan-Pakistan tensions.
China is another possible contender, having held a trilateral foreign minister-level meeting with Afghanistan and Pakistan in August. Beijing has so far demonstrated a limited appetite for entanglement in inter-state tensions that do not directly threaten its national security. However, threats to its nationals and investments in Pakistan as part of the China-Pakistan Economic Corridor may prompt it to play a more hands-on role.
The US has also demonstrated a limited appetite to intervene. Even before Washington became preoccupied with its military operation against Iran, President Donald Trump had already stated that he did not see the need for the US to intervene or mediate as ‘Pakistan is doing terrifically well’.
In this context, the most likely de-escalation pathway runs directly through Islamabad and Kabul. Afghanistan lacks the airpower for a sustained conventional war. Pakistan has a limited appetite for a prolonged conflict amid ongoing tensions with India and the destabilization of Iran.
However, so far Islamabad has pledged ‘no compromise’ and demonstrated a limited interest in de-escalation. This creates a risk of Islamabad underestimating Kabul’s ability to inflict damage. Despite Pakistan’s superior military capabilities, the Taliban maintains a significant capacity for asymmetric warfare.
De-escalation could entail Islamabad reopening the border and resuming trade, in exchange for Kabul pledging to clamp down on militant sanctuaries on its soil. A spillover of instability from neighbouring Iran, for example through a surge in refugees, may also put pressure on Islamabad and Kabul to halt the fighting.
Για τον Γερμανό καγκελάριο το πρωτεύον είναι να τα έχει καλά με την αμερικανική υπερδύναμη, αδειάζοντας χωρίς περιστροφές τους εταίρους του στην Ευρωπαϊκή Ενωση
Μιχάλης Ψύλος • mpsilos@naftemporiki.gr
«Πινόκιο» αποκάλεσε στο Facebook τον καγκελάριο Μερτς ένας Γερμανός συνταξιούχος από το Χάιλμπρον, αναφερόμενος στις πολυάριθμες υποσχέσεις του, τις οποίες δεν έχει τηρήσει.
Το Γερμανικό υπουργείο Εσωτερικών όμως αντέδρασε και διαβίβασε το σχόλιο στην αστυνομία του Χάιλμπρον για ποινική έρευνα, λόγω «προσβολής πολιτικού προσώπου»
Η γερμανική αστυνομία διαβίβασε στη συνέχεια το σχόλιο στην εισαγγελία, η οποία ξεκίνησε έρευνα και κίνησε ποινική διαδικασία. Όχι μόνο για τον δύσμοιρο συνταξιούχο αλλά και άλλους 38 πολίτες για σχόλιά τους που δημοσιεύτηκαν κάτω από την ίδια ανάρτηση στο Facebook, επικρίνοντας το καγκελάριο.
Ευτυχώς, η εισαγγελία έκλεισε την υπόθεση. «Το εν λόγω σχόλιο για καγκελάριο Πινόκιο αποτελεί κριτική της εξουσίας που καλύπτεται από την ελευθερία της έκφρασης και ως εκ τούτου είναι νόμιμο», ήταν η δικαστική ετυμηγορία.
Η είδηση πάντως διέσχισε τον Ατλαντικό και την έπιασε η Σάρα Ρότζερς, υφυπουργός στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ που επέκρινε έντονα τη στάση της γερμανικής αστυνομίας, τονίζοντας-και σωστά-ότι «δεν πρέπει να εφαρμόζονται οι Γερμανικοί νόμοι με αυτόν τον τρόπο».
Ο «αγαπημένος» του Τραμπ
Ο Γερμανός καγκελάριος δεν φαίνεται πάντως να θίχτηκε από τις επικρίσεις που δέχτηκε από την Αμερικανίδα υφυπουργό Εξωτερικών. Το αντίθετο μάλιστα!
Ο Μερτς ήταν μάλιστα ο πρώτος ξένος ηγέτης που επισκέφθηκε τον Τραμπ στον Λευκό Οίκο μετά την αμερικανο-ισραηλινή επίθεση στο Ιράν. Εμφανίστηκε μάλιστα τόσο φιλικός απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ, ώστε ο Αμερικανός πρόεδρος έκανε αστειάκια με τον καγκελάριο, δίνοντάς του και χαριτωμένα «μπατσάκια» στην πλάτη και στα πόδια. Ο Τραμπ αποκάλεσε μάλιστα τον Μερτς «φίλο» του και «πολύ επιτυχημένο άνθρωπο, που κάνει φανταστική δουλειά».
Επίθεση στον… Σάντσεθ
Και ο Μερτς, ανταποδίδοντας τους επαίνους, αντί να εκφράσει-στα λόγια τουλάχιστον -την έντονη ανησυχία για τις επιπτώσεις του πολέμου στον Κόλπο στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις της Ευρώπης, τα έβαλε με τον …Πέδρο Σάντσεθ, με τον οποίο ο Τραμπ βρίσκεται σε «εμπόλεμη» κατάσταση γιατί αντιτάχθηκε στην πολεμική επιχείρηση κατά του Ιράν: «Ο Πρόεδρος Τραμπ έχει δίκιο», είπε ο Μερτς. «Στο ΝΑΤΟ, όλοι προσπαθούμε να πείσουμε τη Μαδρίτη να δαπανήσει το 5% του ΑΕΠ της για την άμυνα, όπως δεσμευτήκαμε όλοι μας. Αυτό είναι απαράδεκτο», δήλωσε ο Γερμανός καγκελάριος, αφήνοντας άναυδους τους παρευρισκόμενους Ευρωπαίους δημοσιογράφους.
Τι κι αν ο πρόεδρος Τραμπ έχει εξαπολύσει πρωτοφανή σκληρά λόγια, κατά της ισπανικής κυβέρνησης, κηρύσσοντας μάλιστα εμπορικό πόλεμο στη Μαδρίτη. Τι και αν στα μάτια του προέδρου Τραμπ αποτελεί έγκλημα εσχάτης προδοσίας, η στάση του Σάντσεθ, σε σύγκριση με την ενάρετη συμπεριφορά του Γερμανού φιλοξενούμενού του.
Αδειασμα των Ευρωπαίων εταίρων
Για τον Γερμανό καγκελάριο το πρωτεύον είναι να τα έχει καλά με την αμερικανική υπερδύναμη, αδειάζοντας χωρίς περιστροφές τους εταίρους του στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Ακόμη και αν η συνέχιση του πολέμου στον Κόλπο προκαλεί ήδη σοβαρές ενεργειακές επιπτώσεις στην γερμανική «ατμομηχανή» της Ευρώπης.
Το Βερολίνο άλλωστε έχει συμμορφωθεί με τη γραμμή Τραμπ-Νετανιάχου για την αλλαγή καθεστώτος δια της βίας στο Ιράν. Παρά τις αντιδράσεις των Σοσιαλδημοκρατών κυβερνητικών εταίρων, που έχουν χαρακτηρίσει την επέμβαση στο Ιράν ως αντίθετη προς το διεθνές δίκαιο.
Οσο και αν ο Μερτς ισχυρίστηκε ότι δεν υπερασπίστηκε τον Ισπανό εταίρο του επειδή «δεν ήθελε να επιδεινώσει τη συζήτηση», η στάση του έχει πυροδοτήσει μια διπλωματική θύελλα. Οδηγώντας κάποια ισπανικά μέσα ενημέρωσης να λένε ότι ο πάλαι ποτέ «Γερμανικός Ποιμενικός» έχει μετατραπεί σε σκυλάκι …κανίς» μπροστά στον Τραμπ…
Πηγή: naftemporiki.gr δημοσιεύτηκε υπό τον τίτλο "Ο «Γερμανικός ποιμενικός» έγινε «κανίς»"