Το μάθημα από τις ΗΠΑ: Μην αγνοείς τις πλειοψηφίες
Yourvibe
Μανώλης Κοττάκης
Αυξάνεται ο ριζοσπαστισμός κατά του καπιταλισμού των ελίτ που δεν περιλαμβάνει τα λαϊκά στρώματα – Από Αριστερά στην Αμερική και από Δεξιά στην Ευρώπη
Η Δημοκρατία είναι ένα πολίτευμα σχεδιασμένο για την πειθώ. Πείθεις; Κερδίζεις! Δεν πείθεις; Χάνεις!
Ο καπιταλισμός, παρά τα αναμφισβήτητα ελαττώματά του, είναι το μόνο οικονομικό σύστημα στον κόσμο που έδωσε ευημερία, ανάπτυξη και εισόδημα στους πολλούς. Τους απάλλαξε από την φτώχεια. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός που ήταν το αντίπαλο δέος «μας άφησε χρόνους». Το αρχικό μοντέλο του φιλελεύθερου δημοκρατικού καπιταλισμού ήταν σχεδόν επαναστατικό. Η ιδιοκτησία εφηύρε τον λαϊκό καπιταλισμό. Ο βιομήχανος Χένρι Φόρντ, που έβλεπε τους υπαλλήλους του και ως καταναλωτές, όχι μόνο ως εργαζομένους, τους διένειμε μετοχές. Τους έκανε συνεταίρους στην αγωνία.
Ο Μίλτον Φρίντμαν επινόησε, στο βιβλίο του «Ελεύθερος να διαλέξεις», το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Το οποίο βάπτισε με τον λάθος από επικοινωνιακής απόψεως όρο «αρνητικό εισόδημα». Ο Ντόναλντ Τράμπ κέρδισε προ διετίας τις προεδρικές εκλογές γιατί έκανε, αυτός ο εκατομμυριούχος ολιγάρχης, τεράστιο άνοιγμα στα λαϊκά στρώματα της «μέσα» Αμερικής. Στους εργάτες που ήθελαν να ανοίξουν ξανά οι βιομηχανίες στην ενδοχώρα. Στους αγρότες που είδαν τα προιόντα τους να εκτοπίζονται από τις αγορές. Στους Λατίνους. Στους νόμιμους μετανάστες που γοητεύτηκαν από τον αντιμεταναστευτικό του λόγο γιατί δεν ήθελαν και άλλους στα πόδια τους.
Προχθές ο Τράμπ έχασε πανηγυρικά τις ενδιάμεσες εκλογές. Η απάντηση στο γιατί είναι απλή: Αγνόησε τις πλειοψηφίες και ιδίως τα λαϊκά στρώματα. Υπέκυψε στους λίγους και έχασε τους πολλούς. Ταυτίστηκε με τον μόνο καπιταλισμό που ήξερε πριν επανεκλεγεί Πρόεδρος: Τον καπιταλισμό της «πωλήσεως του αέρα», ο οποίος είναι βραχυπρόθεσμα επωφελής αλλά μακροπρόθεσμα ελάχιστα παραγωγικός. Και όταν «σκάνε» οι φούσκες, «σκάει» και αυτός. Ταυτίστηκε με τον καπιταλισμό των «οπλάδων» που ήθελαν πολέμους και των λόμπυ που τον εκβίασαν με την λίστα Επστάιν για να χορέψει στον πολεμικό τους χορό.
Ικανοποίησε την ακόρεστη ολιγαρχία μεν, αλλά με την ιλιγγιώδη αύξηση των καυσίμων που έφερε ένας πόλεμος που δεν κατάφερε να νικήσει απογοήτευσε τις πλειοψηφίες. Στην πραγματικότητα, ο Τράμπ έχασε μέσα στην έδρα που δημιούργησε στην «μέσα» Αμερική. Διότι στην Ανατολική και την Δυτική ακτή δεν ήταν ποτέ δημοφιλής. Η εξήγηση αυτή δεν είναι όμως η μοναδική. Ούτε στέκεται ως εξήγηση ότι η ήττα οφείλεται στο ότι ήταν τσακωμένος με όλους. Και στις νίκες, τσακωμένος ήταν!
Έχασε για έναν ακόμη καινούργιο λόγο, που καλό είναι να τον προσέξουν οι ποικιλώνυμες ηγεσίες της χώρας μας! Έχασε γιατί στις καμπάνιες των υποψηφίων για την Γερουσία επικράτησε ο αφιλτράριστος ριζοσπαστικός λόγος της βασικής αριστερής συνιστώσας των Δημοκρατικών. Δεν υπερίσχυσε ο κεντρώος συστημικός λόγος της παλαιάς ηγετικής ομάδας των Δημοκρατικών. Η κρίση στον καπιταλισμό αλλάζει το κέντρο βάρους του πολιτικού εκκρεμούς, αλλάζει και τα κόμματα.
Τα αναγκάζει να μιλούν με γωνίες, τέρμα πιά τα «στρογγυλά». Τα κάνει επιθετικά. Ο νέος δημοκρατικός γερουσιαστής του Τέξας χαρακτήρισε «σφεντόνα» τον λαό στην μάχη του Δαυίδ με τον Γολιάθ. Η εκλογή μουσουλμάνων, των οποίων η θρησκεία αμφισβητεί τον καπιταλισμό στην οικονομική και ηθική βάση του, βάλλοντας ακόμη και κατά του «αμαρτωλού τόκου των τραπεζών», σε λίγο δεν θα είναι είδηση. Μετά τον δήμαρχο Λονδίνου, τον δήμαρχο Νέας Υόρκης, την δήμαρχο Βερολίνου, τώρα ο καπιταλισμός αποκτά φανατικούς ισλαμιστές γερουσιαστές στην καρδιά των αποφάσεών του.
Στην Ευρώπη, που η Αριστερά πλην της Γαλλίας διέρχεται βαθιά κρίση, οι κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες του καπιταλισμού των πλουσίων αμφισβητούνται με ταυτοτικά χαρακτηριστικά από τα δεξιά. Η αποεθνικοποίηση της βιομηχανίας και των οικονομιών και η αγωνία να ανακτήσουν τα γκέμια οι κοινωνίες με προστατευτισμό είναι, για παράδειγμα, μέγα θέμα. Οι κοινωνίες, με πρώτη την βρεταννική το 2016, νιώθουν ότι χάνουν τον έλεγχο, καθώς ο καθένας κάνει ό,τι θέλει, και θέλουν πάση θυσία να τον ανακτήσουν.
Τι πρωτότυπο μπορεί να συμβεί στην Ελλάδα, στην βάση του ότι, όπως είπε ο πρώην Πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής, «αμφισβητείται το υπάρχον κοινωνικό οικονομικό μοντέλο»; Να σας πω! Το πρωτότυπο μπορεί να είναι να ενωθούν, στις προσεχείς εκλογές, οι ριζοσπάστες του οικονομικού πατριωτισμού σε έναν φορέα για να αντιμετωπίσουν τους ενωμένους επίσης ρεαλιστές του συμβιβασμού. Το αποτέλεσμα στις ΗΠΑ μας δίνει ένα νέο υπόδειγμα εν όψει των προσεχών εκλογών λοιπόν και, κατά τη γνώμη μου, είναι αυτό: Η όξυνση του ριζοσπαστικού πολιτικού λόγου κάθε αποχρώσεως. Του ριζοσπαστικού λόγου της τεκμηριώσεως και της πράξεως όμως, όχι της θεωρίας και των συνθημάτων. Χωρίς άκρα και ακρότητες.
Η Ιταλίδα Πρωθυπουργός Τζώρτζια Μελόνι άλλαξε το κόμμα της, αλλά δεν άλλαξε την χώρα της. Συμβιβάστηκε με τα τζάκια και δείλιασε να την αλλάξει. Και αυτός είναι ο μεγαλύτερος εφιάλτης της. Τίποτε το χειρότερο από έναν αντισυστημικό πολιτικό που έγινε συστηματικότατος. Όσοι λοιπόν χαίρονται και νομίζουν ότι έχασε ο αγροίκος Τράμπ επειδή δεν έχει τρόπους, εξύβριζε τους πάντες, αποφάσιζε αυταρχικά μόνος και είχε τσακωθεί με την αλήθεια, χάνουν το δάσος.
Ο Τράμπ έχασε γιατί πρόδωσε τα λαϊκά στρώματα, ενώ αύξησε κατά πολλές δεκάδες εκατομμύρια την αξία της περιουσίας του. Δεν έχασε επειδή είναι ακροδεξιός. Έχασε γιατί απέτυχε να πείσει ότι νοιάζεται για το πολιτικό «ποίμνιό» του και γιατί πλήγωσε τα ευρέα λαϊκά στρώματα που το 2024 «πιάστηκαν» χέρι-χέρι για να ακουμπήσουν πάνω του. Η Δημοκρατία είναι ένα πολίτευμα για την πειθώ λοιπόν. Οι λέξεις, οι ύβρεις και οι γκριμάτσες δεν ψηφίζουν. Τα αποτελέσματά της «ψηφίζουν». Και έχουν συνέπειες!
Πηγή: estianews.gr
εκλογές
ΗΠΑ
Μ. Κοττάκη
σχόλιο iΕpikaira
Trump 'days away' from launching nuclear strike on Iran, Tucker Carlson claims
Yourvibe
"An American nuclear attack on Iran would set a new precedent," Carlson claimed in a post on X/Twitter a day before the US carried out "defensive" strikes on Qeshm Island.Political commentator Tucker Carlson speaks during a memorial service for slain conservative commentator Charlie Kirk at State Farm Stadium, in Glendale, Arizona, US, September 21, 2025.(photo credit: Daniel Cole/Reuters)
ByARIELLA ROITMAN, NOVEMBER 3, 2026 05:36
The Trump administration “may be within days of launching a nuclear strike on Iran," under pressure from Prime Minister Benjamin Netanyahu, Tucker Carlson claimed in an X/Twitter post on Sunday.
The conservative commentator alleged that the target of the attack would be Pickaxe Mountain, a heavily fortified nuclear site located near Iran’s Natanz uranium enrichment facility.
Its two deeply buried tunnel complexes are a main target for the US and Israel, who question if 13,000 kg bunker-buster bombs can reach them.
“No conventional weapon in the American arsenal can penetrate 300 feet of solid granite to destroy the tunnels where enrichment is supposedly taking place,” Carlson said in his post. “The only military option is a nuclear strike. Netanyahu has been pushing hard for one. ‘Bibi calls Trump about it every day,’ says an informed observer.”
Trump looking at Pickaxe as possible target
In an interview on Newsmax earlier this month, Trump claimed that the US was looking at Pickaxe Mountain as a possible target for a future strike, adding that the GBU-43/B Massive Ordnance Air Blast bomb (MOAB), the weapon the US would allegedly use for the attack, is non-nuclear.
SATELLITE VIEW shows vehicles at an entrance to Pickaxe Mountain tunnels, near Natanz nuclear facility, in Iran, June 21. (credit: VANTOR/HANDOUT VIA REUTERS)
"It's like a tiny nuclear bomb,” he said. “The mother of all bombs is one big bomb, but it's not nuclear.”
A Monday Fox News interview again revealed that Trump has maintained the possibility of a strike on the site. The US could carry out the attack "in one hour, as soon as we want, and anytime we want," he told the news outlet, which lauded him for his accomplishments in office a day ahead of midterm elections.
In his post, Carlson also said, “Netanyahu is cornered and desperate,” claiming that he can’t form a government without US President Donald Trump’s direct intervention. “Netanyahu must stay close to Trump. He needs this war,” he said.
Netanyahu had pressured Trump earlier this week to resume strikes on Iran immediately following the US midterm elections in what the US president called a “very good conversation.”
Netanyahu applying 'maximum pressure' on US, Carlson claims
Carlson said that the Israeli prime minister is applying “maximum pressure” to his closest allies in the administration, including Secretary of Defense Pete Hegseth, CENTCOM commander Brad Cooper, Secretary of State Marco Rubio, and CIA director John Ratcliffe, the latter two of whom are “following Netanyahu’s lead.”
“At this pace, a global depression is imminent,” Carlson continued. “A nuclear strike would radically accelerate the destruction.”
He concluded the post by urging the “hundreds of millions of people who will be killed along with their children” in the event of a nuclear strike to “speak up.”
Carlson’s claims came as the US launched “defensive” strikes on Iran’s Qeshm Island.
A US official claimed they were limited and not a resumption of major combat operations, according to a Monday Wall Street Journal report.
The attack came after Trump responded “no” when asked by a reporter earlier on Monday if he was considering resuming strikes on Iran following Tuesday’s election, raising doubts about Washington’s current stance on the 8-month-long war.
Source: https://www.jpost.com/middle-east/iran-news/article-913648
ΗΠΑ
Ιράν
Ισραήλ
πόλεμος
πυρηνικά
T. Carlson
σχόλιο iΕpikaira
Διακοπή αμερικανικής βοήθειας στο Ισραήλ: Πώς πήρε την απόφαση ο Τραμπ
Yourvibe

Η ανακοίνωση του Αμερικανού προέδρου και τι μπορεί να σημαίνει για το Ισραήλ και τις σχέσεις του με τις Ηνωμένες Πολιτείες
Σε μια αιφνιδιαστική κίνηση, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την Τρίτη ότι η Ουάσιγκτον δεν θα παρέχει πλέον στρατιωτική βοήθεια, ύψους 4 δισ. δολαρίων, στο Ισραήλ μετά το τέλος του έτους.
Το timing της ανακοίνωσης είναι σίγουρα αξιοσημείωτο καθώς έγινε την ημέρα διεξαγωγής των ενδιάμεσων εκλογών στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ένα δεύτερο σημείο που αξίζει προσοχής είναι ότι ο Τραμπ παρουσίασε την ανακοίνωσή του ως αποτέλεσμα συμφωνίας με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό.
Στην πραγματικότητα, ο Μπεναμίν Νετανιάχου ήταν εκείνος που «έθεσε το θέμα», δήλωσε, υποστηρίζοντας ότι η βοήθεια προς το Ισραήλ, την οποία οι Ισραηλινοί αξιωματούχοι «δεν χρειάζονται πλέον», προσέφερε στους αριστερούς πολιτικούς ένα επιχείρημα για να ασκήσουν κριτική στους Ρεπουμπλικανούς.
Από την πλευρά του, ο Νετανιάχου δεν έχει κάνει ακόμα κάποιο σχόλιο, αν και αξιωματούχοι του ισραηλινού υπουργείου Οικονομικών δήλωσαν ότι αιφνιδιάστηκαν από την ανακοίνωση του Αμερικανού προέδρου.
Αν και ο Νετανιάχου έχει μιλήσει κατά τους προηγούμενους μήνες για τον τερματισμό της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ, έχει αναφερθεί σε μια σταδιακή διαδικασία κατά τη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας.
Σε κάθε περίπτωση, η διακοπή της αμερικανικής βοήθειας από τον Τραμπ στο τέλος του έτους έρχεται πολύ νωρίτερα απ’ ό,τι ανέμεναν οι περισσότεροι παρατηρητές.
Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η ανακοίνωση λειτουργεί επιβαρυντικά για τον Νετανιάχου, τονίζουν αναλυτές θεωρώντας ότι θα μπορούσε να γυρίσει το παιχνίδι και να παρουσιάσει την εξέλιξη ως νίκη για τις πολιτικές του επιδιώξεις.
«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η (αμερικανική) βοήθεια έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ασφάλεια του Ισραήλ», δήλωσε στο Newsweek η Βικτόρια Κόατς του Ινστιτούτου Εθνικής Ασφάλειας και Εξωτερικής Πολιτικής του Heritage Foundation.
Όμως, το σημερινό Ισραήλ δεν είναι το ίδιο που ήταν πριν από 30 ή 40 χρόνια, συνέχισε, σημειώνοντας ότι έχει εξελιχθεί σε μια σημαντική στρατιωτική, οικονομική και τεχνολογική δύναμη, ενώ οι αμυντικές του δαπάνες έχουν επίσης αυξηθεί σημαντικά.
Το αποτέλεσμα, υποστήριξε, είναι ένα success story και όχι μια ιστορία περί αμερικανικής εγκατάλειψης.
Η αμερικανική βοήθεια στο Ισραήλ
Οι ΗΠΑ παρέχουν βοήθεια στο Ισραήλ από την ίδρυση της χώρας το 1948. Αρχικά, κατά την περίοδο αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η βοήθεια ήταν κυρίως οικονομικού και ανθρωπιστικού χαρακτήρα, ενώ στη συνέχεια εξελίχθηκε σε ευρύτερα πακέτα ενίσχυσης της ασφάλειας, εν μέσω της κλιμακούμενης γεωπολιτικής σύγκρουσης και του ανταγωνισμού της εποχής του Ψυχρού Πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Η αμερικανική οικονομική βοήθεια προς το Ισραήλ είχε αρχίσει να μειώνεται ήδη από τη δεκαετία του 1990 καθώς η εγχώρια βιομηχανική βάση της χώρας αναπτυσσόταν ραγδαία. Ωστόσο, η τακτική στρατιωτική χρηματοδότηση συνέχισε να αυξάνεται μέσω διαδοχικών συμφωνιών που έκλεισαν επί των προέδρων Μπιλ Κλίντον, Τζορτζ Μπους του νεότερου και Μπαράκ Ομπάμα —με τον τελευταίο, μάλιστα, ο Νετανιάχου κατέληξε το 2016 σε μνημόνιο συνεννόησης που προέβλεπε ετήσια ενίσχυση ύψους 3,8 δισ. δολαρίων.
Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του ποσού, περίπου 3,3 δισ. δολάρια, διατίθεται κατά κύριο λόγο για τη χρηματοδότηση της αγοράς αμερικανικού στρατιωτικού εξοπλισμού από το Ισραήλ. Τα υπόλοιπα περίπου 500 εκατ. δολάρια στηρίζουν κοινά προγράμματα αντιπυραυλικής άμυνας.
Ο Τζο Μπάιντεν αύξησε και άλλο τη βοήθεια προς το Ισραήλ μετά το ξέσπασμα του πολέμου στη Γάζα τον Οκτώβριο του 2023. Ωστόσο, έως τον Μάιο του 2024, η αμερικανική κυβέρνηση ανέστειλε την πώληση συγκεκριμένων βαρέων πυρομαχικών, επικαλούμενη ανθρωπιστικές ανησυχίες.
Οι ενδιάμεσες εκλογές και το Ισράηλ
Η εξέλιξη της αμερικανικής βοήθειας που φτάνει στο Ισραήλ υποδεικνύει ότι η Ουάσιγκτον έχει την ευελιξία να συνδράμει το Ισραήλ αλλά ταυτόχρονα η σχέση αυτή δεν είναι άνευ όρων και υπόκειται σε περιορισμούς.
Αυτές οι πιέσεις έγιναν εμφανείς κατά τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ την Τρίτη, καθώς η κριτική κατά του Νετανιάχου αποτέλεσε κεντρικό στοιχείο των προεκλογικών εκστρατειών αρκετών προοδευτικών υποψηφίων. Ανάμεσά τους ο και ο Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ, ο οποίος εξελέγη στο Μίσιγκαν και γίνεται ο πρώτος μουσουλμάνος Γερουσιαστής. Ο Ελ-Σαγιέντ εξέφρασε μια αμφίσημη επιδοκιμασία για τη στροφή του Τραμπ όσον αφορά τη βοήθεια προς το Ισραήλ, δηλώνοντας πως «ακόμη και ένα χαλασμένο ρολόι δείχνει σωστά την ώρα δύο φορές την ημέρα».
Εάν, επομένως, η αμυντική σχέση ΗΠΑ και Ισραήλ φτάσει στο σημείο όπου δεν υφίσταται πλέον ανάγκη για βοήθεια, το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι μια μετατόπιση που θα προσφέρει στον Νετανιάχου μεγαλύτερη ελευθερία, απαλλάσσοντάς τον από τέτοιου είδους περιορισμούς.
«Θα μπορούσε να περιορίσει μια σημαντική πηγή πολιτικής επιρροής», δήλωσε η Κόατς. «Η σχέση θα πρέπει να τεθεί σε μια πιο ισότιμη βάση, ώστε οι διαφωνίες μεταξύ Ουάσιγκτον και Ιερουσαλήμ να μην επιτρέπουν στη βοήθεια για θέματα ασφαλείας να μετατρέπεται σε μέσο άσκησης πολιτικής πίεσης».
«Η διαφορά έγκειται στο ότι η σχέση θα βασίζεται λιγότερο στη λογική δότη και αποδέκτη, και περισσότερο σε δύο συμμάχους… Αυτό καθιστά τη συνεργασία πιο ανθεκτική και συμβάλλει στη θωράκισή της απέναντι στις πολιτικές διακυμάνσεις που μπορεί να επιφέρει μια συγκεκριμένη κυβέρνηση», εξήγησε.
Πώς ο Νετανιάχου μπορεί να βγει κερδισμένος
Αντίστοιχα, ο Μάικλ Κόπλοου των Israel Policy Forum και Shalom Hartman Institute of North America’s Kogod Research Center, εντόπισε δύο πιθανούς τρόπους με τους οποίους ο Νετανιάχου θα μπορούσε να αποκομίσει οφέλη από αυτή την απώλεια πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων.
«Πρώτον, θα παρουσιάσει την οικονομία του Ισραήλ ως αρκετά ισχυρή, υπό τη δική του διοίκηση, ώστε να μην εξαρτάται πλέον από την αμερικανική βοήθεια στον τομέα της ασφάλειας· και δεύτερον, θα παρουσιάσει αυτή την κίνηση ως κάτι που θα προσδώσει στο Ισραήλ μεγαλύτερη ανεξαρτησία και ελευθερία δράσης, θα το απαλλάξει από τους αμερικανικούς περιορισμούς που συνοδεύονται από απειλές για εξάρτηση της βοήθειας ασφαλείας από τις ισραηλινές πολιτικές», εξήγησε.
Το ρίσκο για το Ισραήλ
Παράλληλα, ο ίδιος διακρίνει και «πολιτικό ρίσκο». Ενώ ο Νετανιάχου έχει ταχθεί υπέρ του τερματισμού της εξάρτησης του Ισραήλ από την αμερικανική βοήθεια, ο Τραμπ φαίνεται να έφτιαξε και εφάρμοσε τη δική του εκδοχή, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε έλλειμμα της τάξης του 15% στον στρατιωτικό προϋπολογισμό του Ισραήλ, που επί του παρόντος καλύπτεται από το μνημόνιο συνεννόησης που ισχύει εδώ και μία δεκαετία.
«Η αντιπολίτευση στο Ισραήλ παρουσιάζει ήδη το ζήτημα αυτό ως ένα τιμωρητικό μέτρο που δεν ελήφθη σε συντονισμό με τη χώρα και ενέχει τον κίνδυνο να υπονομεύσει σταδιακά τις διμερείς σχέσεις με τις ΗΠΑ, ιδίως αν ληφθεί υπόψη η προσέγγιση του Τραμπ, σύμφωνα με την οποία, η παροχή βοήθειας προς το Ισραήλ έχει καταστεί πολιτικό βάρος στην εσωτερική πολιτική σκηνή των ΗΠΑ», ανέφερε.
Τι θέλουν οι Αμερικανοί
Οι δημοσκοπήσεις πάντως στις ΗΠΑ δείχνουν ότι η υποστήριξη για τη μείωση ή τον τερματισμό της αμερικανικής βοήθειας προς το Ισραήλ έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Έρευνα που δημοσιεύθηκε τον περασμένο μήνα από το Chicago Council on Global Affairs διαπίστωσε ότι το 35% των ερωτηθέντων δήλωσε πως θα πρέπει να διακοπεί εντελώς η στρατιωτική βοήθεια των ΗΠΑ προς το Ισραήλ. Πρόκειται για ποσοστό σχεδόν διπλάσιο σε σχέση με το 18% που είχε εκφράσει την ίδια άποψη το 2014. Το ποσοστό όσων τάχθηκαν υπέρ της μείωσης της στήριξης αυξήθηκε από το 19% στο 21% κατά το ίδιο διάστημα.
Στην ίδια έρευνα, το ποσοστό όσων τάσσονται υπέρ της διεύρυνσης της στρατιωτικής βοήθειας μειώθηκε από 13% σε 8%, ενώ το ποσοστό όσων που υποστηρίζουν τη διατήρηση του τρέχοντος επιπέδου βοήθειας υποχώρησε από 46% σε 35%, κατά το διάστημα μεταξύ 2014 και 2026.
Η συνολική θετική στάση απέναντι στο Ισραήλ υποχώρησε επίσης κατακόρυφα στο 44% φέτος, το χαμηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί από το Chicago Council.
Με βάση αυτά τα στοχεία, η απόφαση του Τραμπ είναι ένα κατάλληλο μέσο για την αντιμετώπιση της πραγματικότητας της σχέσης ΗΠΑ και Ισραήλ, καθώς και των αντιλήψεων που διαμορφώνονται γύρω από αυτήν, σύμφωνα με τον Ντάνιελ Σάμετ του American Enterprise Institute.
«Το Ισραήλ συγκαταλέγεται στις πλουσιότερες χώρες του κόσμου και έχει την οικονομική δυνατότητα να αγοράζει αμερικανικά όπλα με δικά του έξοδα. Ενώ κάποτε ήταν απαραίτητη, η βοήθεια αυτή πλέον δεν εξυπηρετεί τα βέλτιστα συμφέροντα των δύο χωρών», συμπλήρωσε. «Για να ευδοκιμήσουν οι διμερείς σχέσεις τα επόμενα χρόνια, η βοήθεια αυτή πρέπει να καταργηθεί», υποστήριξε.
Κατά τον ίδιο, η απόφαση αυτή θα ικανοποιήσει όσους υποστηρίζουν ότι η βοήθεια περιορίζει την ελευθερία δράσης του Ισραήλ. Παράλληλα, όπως τόνισεμ, πλέον έχει καταστεί, επίσης, πολιτική αναγκαιότητα.
«Η βοήθεια τροφοδοτεί τα αντι-ισραηλινά αισθήματα στο εσωτερικό των ΗΠΑ, όπου ένα σημαντικό τμήμα των Αμερικανών δυσαρεστείται από το γεγονός ότι το Ισραήλ φέρεται να ”εκμεταλλεύεται” την Ουάσιγκτον. Η παροχή βοήθειας συνεπάγεται πλέον υπερβολικά υψηλό κόστος, τόσο για το ίδιο το Ισραήλ όσο και για τις σχέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ», κατέληξε.
Πηγή: naftemporiki.gr
ΗΠΑ
Ισραήλ
σχόλιο iΕpikaira
Απειλές της Τουρκίας για το γαλλικό ερευνητικό Abeille Marengo – Σενάρια «βύθισης»
Yourvibe

Νέα ένταση επιχειρεί να προκαλέσει η Άγκυρα στην Ανατολική Μεσόγειο, με αφορμή την παρουσία του γαλλικού ερευνητικού πλοίου Abeille Marengo και τις εργασίες που συνδέονται με το έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου (GSI). Σε προκλητικό ρεπορτάζ του τουρκικού κρατικού δικτύου TRT Haber διατυπώνονται απειλές για την παρουσία του σκάφους στην περιοχή, φτάνοντας μέχρι και στην αναφορά σε ενδεχόμενο «βύθισής» του.
«Αν το πλοίο βυθιστεί, δεν θα υπάρχει πια κρίση: Το Abeille Marengo κατέπλευσε στην Κρήτη, η Αθήνα ακόμα δεν ζητά άδεια» αναφέρει το τουρκικό δημοσίευμα.
Το τουρκικό δημοσίευμα υποστηρίζει ότι οποιαδήποτε δραστηριότητα στην περιοχή μεταξύ Κρήτης, Δωδεκανήσου και Κύπρου θα πρέπει να έχει προηγουμένως συντονιστεί με την Τουρκία. Παράλληλα, επιχειρεί να συνδέσει την παρουσία του γαλλικού πλοίου με τις πάγιες διεκδικήσεις της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η αποστολή του Abeille Marengo
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μεταδίδει το TRT Haber, το Abeille Marengo, υπό γαλλική σημαία, απέπλευσε από την περιοχή της Νάπολης στις 23 Οκτωβρίου και έφτασε στο λιμάνι του Ηρακλείου στις 27 Οκτωβρίου.
Το πλοίο έχει ναυλωθεί από τη γαλλική εταιρεία Nexans, η οποία συμμετέχει στην παραγωγή και εγκατάσταση καλωδίων. Η αποστολή του αφορά τη διερεύνηση του βυθού στη διαδρομή από το Ηράκλειο προς την Κύπρο, προκειμένου να καταγραφούν τα γεωλογικά χαρακτηριστικά της περιοχής.
Για τις έρευνες προβλέπεται να χρησιμοποιηθούν σόναρ, μαγνητόμετρα και υποβρύχια συστήματα απεικόνισης, ενώ, σύμφωνα με το δημοσίευμα, περιλαμβάνονται και εργασίες συλλογής γεωτεχνικών δειγμάτων, δοκιμές διείσδυσης και γεωτρήσεις στον βυθό.
Η Άγκυρα επαναφέρει το προηγούμενο της Κάσου
Το τουρκικό ρεπορτάζ επικαλείται και το περιστατικό του Ιουλίου 2024, όταν το ιταλικό ερευνητικό πλοίο Levoli Relume πραγματοποιούσε εργασίες στην περιοχή της Κάσου. Κατά την τουρκική εκδοχή, το σκάφος εμποδίστηκε από πέντε τουρκικά πολεμικά πλοία, σε μια κρίση που είχε προκαλέσει ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Παράλληλα, γίνεται αναφορά σε πληροφορίες που είχαν δημοσιευθεί σε ελληνικά μέσα σχετικά με πιθανή έκδοση NAVTEX για την περιοχή δραστηριοποίησης του Abeille Marengo, χωρίς, όπως υποστηρίζει το τουρκικό δημοσίευμα, να έχει υπάρξει σχετική εξέλιξη για περίπου μία εβδομάδα.

Το TRT Haber συνδέει επίσης την εμπλοκή γαλλικών συμφερόντων στο έργο GSI με την προσπάθεια της Αθήνας να ενισχύσει τη γαλλική παρουσία και να αποτρέψει ενδεχόμενη τουρκική αντίδραση.
Η τουρκική προειδοποίηση και η αναφορά σε «βύθιση»
Το πλέον ανησυχητικό σημείο του ρεπορτάζ είναι ο ισχυρισμός ότι, εάν το γαλλικό ερευνητικό δεν αποχωρήσει έπειτα από προειδοποιήσεις του τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού, η περιοχή μπορεί να εξελιχθεί σε νέο πεδίο αντιπαράθεσης. Στο ίδιο πλαίσιο γίνεται αναφορά ακόμη και σε κίνδυνο «βύθισης» του πλοίου.
Πρόκειται για απειλητική αναφορά που περιλαμβάνεται στο τουρκικό δημοσίευμα και όχι για ανακοίνωση περί ειλημμένης στρατιωτικής απόφασης.
Η επίσημη θέση του τουρκικού υπουργείου Άμυνας
Το TRT Haber επικαλείται, τέλος, ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Εθνικής Άμυνας της 24ης Σεπτεμβρίου 2026, στην οποία η Άγκυρα επαναλαμβάνει τις θέσεις της για τις θαλάσσιες ζώνες και την υφαλοκρηπίδα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στην ανακοίνωση γίνεται επίκληση του τουρκολιβυκού μνημονίου οριοθέτησης θαλάσσιων περιοχών, καθώς και της σχετικής κοινοποίησης στα Ηνωμένα Έθνη στις 18 Μαρτίου 2020.
Η τουρκική πλευρά υποστηρίζει ότι δραστηριότητες όπως η πόντιση καλωδίων και αγωγών, αλλά και οι επιστημονικές έρευνες στην υφαλοκρηπίδα που θεωρεί ότι της ανήκει, πρέπει να συντονίζονται προηγουμένως με την ίδια. Προειδοποιεί, μάλιστα, ότι παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και ότι θα λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία των συμφερόντων της.
Η νέα τουρκική ρητορική επαναφέρει στο προσκήνιο την αντιπαράθεση για τις θαλάσσιες ζώνες στην Ανατολική Μεσόγειο, αυτή τη φορά με επίκεντρο τις έρευνες που συνδέονται με το έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου.
Πηγή: newsbreak.gr
Τουρκία
Abeille Marengo
Ievoli Relume
interconnectors
σχόλιο iΕpikaira
Προειδοποίηση [ΚΑΙ] από Συνταγματάρχη της Υπηρεσίας Αντικατασκοπείας του Ισραήλ: «Η Ελλάδα να προετοιμάζεται για κάθε πιθανό σενάριο»
Yourvibe
Μιλά στη «Ζούγκλα» ο Συνταγματάρχης της Υπηρεσίας Αντικατασκοπείας του Ισραήλ, Αμίτ Ασά - «Ο Ερντογάν θέλει Χαλιφάτο και αν μπορέσει θα επιδιώξει πολέμους» - «Η Ελλάδα να προετοιμάζεται για κάθε πιθανό σενάριο»
27.10.2026 | 18:51 UPD:02.11.2026, 21:36
Συνέντευξη: Χρήστος Μαζάνης
Ένας άνθρωπος που πέρασε χρόνια ολόκληρα στη «γκρίζα ζώνη» του αόρατου πολέμου, ανοίγει τα χαρτιά του για πρώτη φορά σε ελληνικό μέσο ενημέρωσης. Ο Αμίτ Ασά, Συνταγματάρχης ε.α. και πρώην ανώτερο στέλεχος της Σιν Μπετ – της περίφημης Υπηρεσίας Εσωτερικής Ασφαλείας και Αντικατασκοπείας του Ισραήλ– μιλά για όλα στο Zougla.gr, σε μια αποκαλυπτική συνέντευξη.
Με περισσότερα από 30 χρόνια εμπειρίας στις επιχειρήσεις πληροφοριών και την εθνική στρατηγική, ο Συνταγματάρχης δεν είναι απλώς ένας παρατηρητής. Είναι ένας άνθρωπος που σχεδίασε, έζησε και εκτέλεσε επιχειρήσεις που καθόρισαν την ασφάλεια στο Ισραήλ και στην ευρύτερη περιοχή. Ως ανώτατο στέλεχος, διετέλεσε επικεφαλής επιχειρησιακών μονάδων εδάφους, διαχειρίστηκε αμέτρητους αμυντικούς μηχανισμούς κατά της τρομοκρατίας, ενώ ίδρυσε και διηύθυνε συστήματα εκπαίδευσης που χρησιμοποιούνται από την υπηρεσία μέχρι και σήμερα.
Για όσους δεν γνωρίζουν, η Σιν Μπετ θεωρείται το «σιδηρούν πέπλο» του Ισραήλ. Σε αντίθεση με τη Μοσάντ που δρα κυρίως στο εξωτερικό, η Σιν Μπετ έχει την απόλυτη ευθύνη για την αποτροπή της τρομοκρατίας, τις ανακρίσεις, τη στρατολόγηση πληροφοριοδοτών και την εξάρθρωση δικτύων στο εσωτερικό. Είναι η υπηρεσία που επιχειρεί εκεί που ο νόμος συναντά την ανάγκη για επιβίωση.
Ωστόσο η ανάλυσή του στο Zougla.gr, ξεπερνά τα σύνορα της Γάζας και του Λιβάνου, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για το σύνολο της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου. Ο έμπειρος αξιωματούχος προεξοφλεί μια δραματική αλλαγή του γεωπολιτικού χάρτη, αποκαλύπτοντας πως βρισκόμαστε στις παραμονές ενός νέου, μεγάλου «στρατιωτικού γεγονότος» κατά του Ιράν το οποίο, όπως εκτιμά, θα οδηγήσει στην οριστική πτώση του καθεστώτος της Τεχεράνης και στην κατάρρευση των οργανώσεων-πληρεξουσίων του.

Ο Αμίτ Ασά, Συνταγματάρχης ε.α. της Υπηρεσίας Εσωτερικής Ασφαλείας και Αντικατασκοπείας του Ισραήλ
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν οι ηχηρές προειδοποιήσεις του για τον Ταγίπ Ερντογάν. Χαρακτηρίζοντας τον Τούρκο Πρόεδρο ως έναν ηγέτη με μεγαλομανείς φιλοδοξίες για την εγκαθίδρυση ενός «νέου χαλιφάτου», αφήνει ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο μιας θερμής στρατιωτικής σύγκρουσης ανάμεσα στην Τουρκία και το Ισραήλ. Όπως προειδοποιεί χαρακτηριστικά, «ο Ερντογάν περιμένει την ευκαιρία και ενδέχεται να προχωρήσει σε μια δοκιμαστική στρατιωτική ενέργεια για να βολιδοσκοπήσει τις διεθνείς αντιδράσεις, εάν νιώσει ότι δεν θα του επιβληθούν σκληρές κυρώσεις».
Μήνυμα στην Αθήνα και τη Λευκωσία απέναντι στον διαχρονικό τουρκικό αναθεωρητισμό
Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό σκηνικό, ο Συνταγματάρχης στέλνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα στην Αθήνα και τη Λευκωσία, απέναντι στον διαχρονικό τουρκικό αναθεωρητισμό. Αποδομεί πλήρως την ψευδαίσθηση της νατοϊκής προστασίας, τονίζοντας ότι η αμυντική ομπρέλα της Συμμαχίας «δεν προσφέρει ερμητική λύση», υπενθυμίζοντας πως όταν το ΝΑΤΟ κλήθηκε να πληρώσει το τίμημα στο παρελθόν, «απέτυχε να ανταποκριθεί». Απέναντι στο ενδεχόμενο μιας σύγκρουσης με την Τουρκία στο Αιγαίο ή στην Κύπρο, αναδεικνύει ως απόλυτο μονόδρομο τη σκληρή στρατιωτική συμμαχία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ. Μάλιστα, διαβεβαιώνει με νόημα ότι, σε περίπτωση κρίσης, η Ιερουσαλήμ θα σταθεί δίπλα στους συμμάχους της «με επιχειρησιακό και έμπρακτο τρόπο, και όχι απλώς μέσα από διακηρύξεις».
Τέλος, εφιστά την προσοχή στον κρίσιμο ρόλο της Ελλάδας ως ευρωπαϊκού αναχώματος απέναντι στην εργαλειοποιημένη παράνομη μετανάστευση, προκρίνοντας τη βαθιά διείσδυση των υπηρεσιών πληροφοριών στις κλειστές κοινότητες που διαχωρίζουν τους εαυτούς τους από την ελληνική κουλτούρα.
Aκολουθεί αναλυτικά η συνέντευξη:
Περάσατε χρόνια ανακρίνοντας και παρακολουθώντας στελέχη της Χαμάς και γενικότερα της Ισλαμικής Τζιχάντ. Τι είναι αυτό που δεν καταλαβαίνουμε για την ψυχολογία αυτών των ανθρώπων; Πώς διαπραγματεύεσαι ή πώς αντιμετωπίζεις έναν αντίπαλο που δεν φοβάται τον θάνατο, αλλά τον επιζητά;
«Όταν αντιμετωπίζουμε ριζοσπαστικές ισλαμιστικές οργανώσεις, πρέπει πρωτίστως να κατανοήσουμε ότι η κύρια κινητήριος δύναμή τους είναι η θρησκευτική ιδεολογία και οι αξίες. Η ορθολογικότητά τους δεν λειτουργεί με τις ίδιες παραμέτρους της δυτικής ή της συμβατικής λογικής. Στον πυρήνα του αξιακού τους συστήματος βρίσκεται η τελική πραγμάτωση της παγκόσμιας θρησκευτικής κυριαρχίας, γεγονός που καθιστά την ατομική ανθρώπινη ζωή δευτερεύουσα αξία. Συνεπώς, όταν προσεγγίζεις για διαπραγματεύσεις ή για σύγκρουση μαζί τους, οφείλεις να αντιληφθείς ότι η επιβίωση δεν αποτελεί την ύψιστη προτεραιότητά τους. Ύψιστη προτεραιότητα είναι η ιερή αποστολή της θρησκευτικής κατάκτησης. Αυτό αλλάζει ριζικά το παράδειγμα. Η απειλή του θανάτου απλώς δεν συνιστά αποτελεσματικό μέσο αποτροπής, διότι γι’ αυτούς, το μαρτύριο ή ο θάνατος κατά την επιδίωξη αυτής της ιδεολογίας δεν αποτελεί αποτυχία, αλλά εκπλήρωση».
Η Shin Bet λειτουργεί συχνά σε μια «γκρίζα ζώνη» για να αποτρέψει άμεσες τρομοκρατικές επιθέσεις , με επιχειρήσεις και στο εξωτερικό σε συνεργασία με τη Μοσάντ. Θέλετε να μοιραστείτε μαζί μας ποιο κατά την άποψή σας ήταν το πιο δύσκολο ηθικό ή επιχειρησιακό δίλημμα που αντιμετωπίσατε στην καριέρα σας, χωρίς να δώσετε αναλυτικές λεπτομέρειες ; Πού σταματά ο νόμος και πού ξεκινά η επιβίωση του κράτους;
«Τα επιχειρησιακά διλήμματα συχνά διαπλέκονται με βαθιά ανθρώπινα και ηθικά διλήμματα, οδηγώντας σε καταστάσεις όπου θεμελιώδεις αξίες συγκρούονται άμεσα με τις ανάγκες επιβίωσης και ασφάλειας του κράτους. Ένα κλασικό παράδειγμα είναι όταν σου δίνεται η ευκαιρία να στοχοποιήσεις και να εξουδετερώσεις ένα επιχειρησιακό στέλεχος υψηλής προτεραιότητας, αλλά ακριβώς δίπλα του βρίσκεται ένα παιδί, ένας ηλικιωμένος ή ένας αθώος. Ηθικά, το πρωταρχικό μας ένστικτο και ο κώδικας δεοντολογίας μάς υπαγορεύουν ότι δεν θέλουμε να βλάψουμε αθώους, πράγμα που, υπό κανονικές συνθήκες, θα μας απέτρεπε από το να πλήξουμε τον στόχο. Ωστόσο, όταν γνωρίζεις με απόλυτη βεβαιότητα ότι ο εν λόγω στόχος επίκειται να εκτελέσει μια μείζονα τρομοκρατική επίθεση που θα κοστίσει πολλές ζωές, έρχεσαι αντιμέτωπος με ένα βασανιστικό δίλημμα: πού σταματά ο νόμος και το ηθικό όριο, και πού αρχίζει η υπέρτατη επιταγή της επιβίωσης του κράτους; Αυτό αναγκάζει τους λήπτες αποφάσεων να υπερβούν όρια που αντιβαίνουν πλήρως στις έμφυτες ανθρώπινες αξίες τους, ζυγίζοντας το αίμα αθώων έναντι των ζωών πολλών άλλων».
Η επιτυχία της υπηρεσίας σας βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε πληροφοριοδότες. Πώς πείθεις έναν άνθρωπο να προδώσει την ίδια του την πατρίδα ή την οικογένειά του για χάρη του Ισραήλ; Είναι ζήτημα εκβιασμού, χρημάτων ή ιδεολογίας;
«Ολόκληρο το ζήτημα του χειρισμού πρακτόρων αποτελεί ένα ολοκληρωμένο δόγμα που οδηγεί έναν άνθρωπο να συνεργαστεί μαζί σου, παρότι φαινομενικά αυτό στρέφεται εις βάρος του πληθυσμού και της κοινωνίας του. Συνήθως, ενεργούμε με βάση τα κίνητρα. Τα κίνητρα μπορούν πράγματι να είναι οικονομικά, και ορισμένες φορές πρόκειται για άλλα κίνητρα, όπως η ιατρική περίθαλψη για ένα παιδί του που την έχει ανάγκη ή κάποιο άλλο όφελος. Κατά κανόνα, στο αρχικό στάδιο δεν φτάνει κανείς σε καταστάσεις όπου πλήττεται η ασφάλεια του πληθυσμού από τον οποίο προέρχονται. Ολόκληρη η αρχική φάση του χειρισμού αφορά τη δημιουργία ενός προσωπικού δεσμού μεταξύ του χειριστή και του πράκτορα, έτσι ώστε με την πάροδο του χρόνου, καθώς οι αποστολές γίνονται βαθύτερες και πιο σύνθετες, να είναι ήδη δεσμευμένος μέσα σε μια διαπροσωπική σχέση με τον χειριστή, η οποία δεν του αφήνει το ηθικό περιθώριο να προβάλει αντίσταση. Πράγματι, ένα μέρος αυτού είναι ιδεολογικό, όταν επιτυγχάνεις να πείσεις τον άνθρωπο που έχεις απέναντί σου ότι η αποτροπή της τρομοκρατίας είναι σωστή και ωφέλιμη και για τη δική του κοινότητα. Υπάρχει, δηλαδή, εδώ ένας συνδυασμός ιδεολογίας, κινήτρων και ωφελημάτων. Συνήθως δεν χρησιμοποιούνται τακτικές άσκησης πίεσης. Όταν χρησιμοποιείς τακτικές πίεσης, υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα το άτομο που χειρίζεσαι να δράσει υποκινούμενο από τον φόβο, και ενίοτε μπορεί επίσης να σου προσκομίσει εσφαλμένες πληροφορίες και να σε οδηγήσει στο χάος, εξαιτίας του γεγονότος ότι θα αξιοποιήσεις τις πληροφορίες του με ανεπιθύμητο τρόπο».
Με βάση την εμπειρία σας στη Shin Bet, είναι τελικά εφικτή η πλήρης στρατιωτική και ιδεολογική εξάρθρωση της Χαμάς, ή το Ισραήλ θα αντιμετωπίζει μια διαρκή αναγέννηση αυτού του δικτύου; Ποια είναι η επόμενη μέρα για τη διοίκηση της Λωρίδας της Γάζας;
«Επί της αρχής, μια ιδεολογία δεν μπορεί να εξαλειφθεί. Η ιδεολογία της Χαμάς είναι θρησκευτική και υφίσταται ευρύτερα σε τρομοκρατικές και ισλαμικές οργανώσεις γενικά, όχι αυστηρά και μόνο εντός της Χαμάς. Αυτό που πρέπει να εξουδετερωθεί είναι η στρατιωτική ικανότητα της Χαμάς, και αυτό είναι επιτεύξιμο. Η Χαμάς πρέπει να αφοπλιστεί και μια άλλη οντότητα οφείλει να πάρει τη θέση της στη διοίκηση της Λωρίδας της Γάζας. Η οντότητα αυτή δεν μπορεί να είναι στρατιωτική οργάνωση και ασφαλώς όχι μία που να εδράζεται στην τρομοκρατική οργάνωση Χαμάς. Συνεπώς, ο διαχωρισμός της ιδεολογίας από την επιχειρησιακή ικανότητα αποτελεί τον παράγοντα-κλειδί για την τελική λύση».

Πρόσφατη φωτογραφία από τη Γάζα
Η 7η Οκτωβρίου, σύμφωνα με πολλούς στρατιωτικούς αναλυτές, καταγράφηκε ως η μεγαλύτερη αποτυχία των ισραηλινών Υπηρεσιών Ασφαλείας. Ως πρώην στέλεχος, πώς εξηγείτε αυτό το τυφλό σημείο; Ήταν αποτυχία συλλογής πληροφοριών ή λανθασμένη πολιτική εκτίμηση της συμπεριφοράς της Χαμάς;
«Πράγματι, η αποτυχία δεν εντοπιζόταν στη συλλογή πληροφοριών. Η συλλογή πληροφοριών ήταν ορθή και οι πληροφορίες βρισκόταν ακριβώς μπροστά στα μάτια αυτών που λαμβάνουν αποφάσεις. Αυτό που συνυπήρχε ήταν μια παγιωμένη αντίληψη, η πεποίθηση περί επίτευξης μιας διευθέτησης με τη Χαμάς και μια προσπάθεια επιδίωξης μιας μακροπρόθεσμης συμφωνίας. Επομένως, όταν προέκυψαν όλα τα σημάδια και οι ενδείξεις από τις πληροφορίες που κατεδείκνυαν ότι επίκειται επίθεση, η πεποίθηση ήταν πως αυτή δεν επρόκειτο να συμβεί στην πραγματικότητα, επειδή βρισκόμασταν στα πρόθυρα μιας συμφωνίας ή μιας διαδικασίας που βρισκόταν ήδη υπό διαμόρφωση. Συνεπώς, το σφάλμα δεν βρισκόταν στις πληροφορίες που είχαμε, αλλά στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων».
Το Ισραήλ αντιμετωπίζει έναν πόλεμο πολλαπλών μετώπων, με κοινό παρονομαστή το Ιράν. Πόσο θα συνεχιστούν αυτές οι συγκρούσεις, θα έχουν τέλος, και αν ναι, ποιο πιστεύετε ότι θα είναι, και πότε ;
«Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι, παρόλο που ο πόλεμος διεξάγεται σε πολλαπλά μέτωπα, το Ιράν αποτελεί την κινητήρια επιχειρησιακή δύναμη πίσω από όλα αυτά τα πεδία αντιπαράθεσης, καθώς και την πηγή χρηματοδότησης, τόσο σε υλικό, όσο και σε ιδεολογικό επίπεδο. Επομένως, οι δυνάμεις δι’ αντιπροσώπων του Ιράν – οι πολιτοφυλακές στο Ιράκ, η υποστηριζόμενη από το Ιράν Χεζμπολάχ και οι Χούθι – συνιστούν πεδία και απειλές όπου, μόλις το Ιράν απολέσει τα στρατηγικά του ερείσματα και το εκεί καθεστώς αντικατασταθεί, θα μπορούμε να πούμε ότι αυτοί οι δι’ αντιπροσώπων δρώντες θα πάψουν επίσης να υφίστανται με τη σημερινή τους μορφή, και ο πόλεμος κατ’ ουσίαν θα τερματιστεί. Έτσι, η ανατροπή του καθεστώτος στο Ιράν αποτελεί το κλειδί για μια νέα πραγματικότητα. Όσον αφορά στα χρονοδιαγράμματα, φαίνεται ότι το Ιράν είναι εξαιρετικά αποδυναμωμένο οικονομικά εξαιτίας των αμερικανικών κυρώσεων, και βρισκόμαστε στις παραμονές ενός στρατιωτικού γεγονότος για το οποίο έχουν δεσμευτεί τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και το Ισραήλ. Συνεπώς, φαίνεται πως στο εγγύς μέλλον θα γίνουμε μάρτυρες ενός στρατιωτικού γεγονότος που θα αλλάξει άρδην την εικόνα και θα οδηγήσει στην πτώση του καθεστώτος, και τότε, εύλογα, ολόκληρο το πλέγμα των πληρεξουσίων του Ιράν θα τερματιστεί επίσης».
Μπορεί το Ισραήλ να αντέξει έναν μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς στα βόρεια σύνορά του, χωρίς να προχωρήσει σε μια ολοκληρωτική χερσαία ισοπέδωση του Λιβάνου;
«Το Ισραήλ δεν θα αντέξει έναν παρατεταμένο πόλεμο φθοράς, αλλά αντιθέτως θα εγκαθιδρύσει σύνορα βορειότερα των διεθνών συνόρων, προκειμένου να προστατεύσει το διεθνές σύνορο. Συνεπώς, απαιτείται μια αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη ανάσχεσης (buffer zone) εντός του νότιου Λιβάνου υπό μακροπρόθεσμο ισραηλινό έλεγχο, παράλληλα με επιχειρήσεις που θα δημιουργήσουν αποτροπή απέναντι στη Χεζμπολάχ και θα εξαλείψουν τη βούληση του λιβανικού λαού να συνεχίσει τις επιθέσεις κατά του Ισραήλ. Μόλις παύσει τόσο η ιρανική χρηματοδότηση, όσο και η ιδεολογική υποστήριξη προς τη Χεζμπολάχ, η οργάνωση θα απολέσει τα στρατηγικά της ερείσματα και κατ’ ουσίαν θα πάψει να αποτελεί παράγοντα επιρροής στον πόλεμο εναντίον του Ισραήλ. Ο πόλεμος θα σταματήσει, και θα βρισκόμαστε πλέον σε νέα όρια που θα προστατεύουν τα βόρεια σύνορα μέσω δυνάμεων επί του εδάφους. Αυτό δεν θα συνιστά πόλεμο, θα είναι αποτροπή με στόχο τη διατήρηση μιας νέας γεωγραφικής πραγματικότητας».
Το Ισραήλ και οι ΗΠΑ κατάφεραν ένα τεράστιο πλήγμα στο Ιράν. Ωστόσο, η Τεχεράνη απειλεί με «νέα μέτωπα» και είναι ακόμα ζωντανή. Από την εμπειρία σας, πιστεύει η Shin Bet ότι το Ιράν μπορεί όντως να αλλάξει συμπεριφορά μέσω μιας συμφωνίας, ή απλώς κερδίζει χρόνο για να ανασυνταχθεί;
«Η ριζοσπαστική σιιτική ισλαμική ιδεολογία του Ιράν δεν πρόκειται να αλλάξει, έχοντας ως πρωταρχικούς στόχους την καταστροφή του Κράτους του Ισραήλ και την καταστροφή της Αμερικής, δύο πυλώνες που βρίσκονται στην προμετωπίδα μιας ιδεολογίας η οποία, επαναλαμβάνω, δεν θα αλλάξει. Επομένως, η διάλυση του ιρανικού καθεστώτος αποτελεί τον μοναδικό τρόπο για να αποτραπεί ένας μελλοντικός επανεξοπλισμός, διότι η πρόθεση θα υφίσταται πάντοτε. Καμία συμφωνία δεν μπορεί να θεωρηθεί βιώσιμη ή αξιόπιστη, καθώς το Ιράν δεν θα θελήσει ποτέ να επιστρέψει σε μια κατάσταση κατά την οποία δεν θα επιδιώκει την ιδεολογία του περί καταστροφής του Κράτους του Ισραήλ. Οποιαδήποτε συμφωνία, το τονίζω, δεν θα τηρηθεί και δεν μπορεί κανείς να βασιστεί σε αυτήν».
Υπάρχει πλέον σημείο επιστροφής για τις διπλωματικές σχέσεις Ισραήλ και Τουρκίας, όσο ο Ερντογάν βρίσκεται στην εξουσία, ή η ρήξη είναι δομική και μόνιμη;
«Ο Ερντογάν είναι ένας ηγέτης με ιδεολογικές φιλοδοξίες να κυριαρχήσει σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή και να εγκαθιδρύσει ένα νέο χαλιφάτο υπό τη μορφή μιας τουρκικής δημοκρατίας, με τον ίδιο ως ηγεμόνα. Επομένως, είναι εξαιρετικά δύσκολο να μεταβληθεί η ιδεολογία του, η οποία επί του παρόντος ευθυγραμμίζεται με την ιδεολογία της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Οποιαδήποτε διπλωματική ενέργεια επιχειρήσουμε, πρέπει να εκπορεύεται από πίεση που θα ασκηθεί από τους Ευρωπαίους και την Ευρωπαϊκή Ένωση, επί της οποίας οι Τούρκοι ασκούν επιρροή. Ίσως ακόμη και από οικονομική πίεση εκ μέρους των Αμερικανών. Οποιοσδήποτε άλλος τρόπος απόπειρας μεταβολής της κοσμοθεωρίας του Ερντογάν θα αποτύχει, εξαιτίας των μεγαλομανών φιλοδοξιών του για περιφερειακή ηγεμονία στη Μέση Ανατολή».
Ο Ερντογάν έχει αφήσει αιχμές ακόμα και για στρατιωτική επέμβαση κατά του Ισραήλ. Πόσο σοβαρά παίρνει το Ισραήλ αυτές τις απειλές; Υπάρχει ρεαλιστικό σενάριο, ακόμα και κατά λάθος, για μια θερμή στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας;
«Η Τουρκία και το Ισραήλ είναι δύο χώρες που διατηρούσαν στρατιωτική συνεργασία πριν από την άνοδο του Ερντογάν στην εξουσία. Γνωρίζουμε καλά τις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις και τις δυνατότητές τους, καθώς και τη δυνατότητα του Ερντογάν σήμερα να γείρει την πλάστιγγα και να αναλάβει στρατιωτική δράση. Αυτό είναι κάτι που οφείλουμε να λάβουμε σοβαρά υπόψη και όχι να το αγνοήσουμε. Το κατά πόσον αυτό θα συμβεί ή όχι, πιστεύω ότι εξαρτάται αποκλειστικά από τα συμφέροντα του Ερντογάν. Τη στιγμή που θα αντιληφθεί ότι μια τέτοια ενέργεια δεν θα είχε ως συνέπεια οικονομικές και στρατιωτικές κυρώσεις από τα ευρωπαϊκά κράτη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, θα την εκτελέσει, ενώ είναι πολύ πιθανό να προβεί επίσης σε μια δοκιμαστική ενέργεια προκειμένου να βολιδοσκοπήσει τις αντιδράσεις των διεθνών μέσων ενημέρωσης και της διπλωματίας. Αυτό πρέπει οπωσδήποτε να συνυπολογιστεί, και οφείλουμε να διασφαλίσουμε σε διπλωματικό επίπεδο ότι η Τουρκία κατανοεί πως, σε περίπτωση που επιτεθεί στο Ισραήλ, θα βρεθεί διπλωματικά απομονωμένη σε παγκόσμιο επίπεδο».

O Ιμπραχίμ Καλίν, επικεφαλής της τουρκικής Υπηρεσίας Πληροφοριών μιλά κατά τη διάρκεια συνάντησης υψηλόβαθμων αντιπροσωπειών από τη Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και την Τουρκία με τον Ιρανό Πρόεδρο Μασούντ Πεζεσκιάν
Πώς διαμορφώνεται η νέα Μέση Ανατολή μετά τις διαδοχικές κρίσεις; Υπάρχει ακόμη περιθώριο για διεύρυνση των Συμφωνιών του Αβραάμ (π.χ. με τη Σαουδική Αραβία) ή το παλαιστινιακό ζήτημα παραμένει το ανυπέρβλητο εμπόδιο για την περιφερειακή σταθερότητα;
«Τα μη ριζοσπαστικά ισλαμικά κράτη της Μέσης Ανατολής κατανοούν πλέον ότι το Ισραήλ κατέχει τη θέση μιας περιφερειακής στρατιωτικής δύναμης με την οποία δεν είναι συνετό να βρίσκεται κανείς σε σύγκρουση. Κατά συνέπεια, η προοπτική διεύρυνσης των Συμφωνιών του Αβραάμ – ιδίως με τη Σαουδική Αραβία σε αυτό το στάδιο- είναι μεγαλύτερη. Παρότι το παλαιστινιακό ζήτημα παρέμενε ανέκαθεν στο παρασκήνιο και σήμερα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της ιδεολογίας, των διλημμάτων και των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή, είναι επιλύσιμο. Καθώς επιλύουμε το ζήτημα της Χαμάς και τον έλεγχο του αφηγήματος από το Ιράν, τα μη ριζοσπαστικά σουνιτικά μουσουλμανικά κράτη θα μπορούν να προσχωρήσουν σε διπλωματικές συμφωνίες με εκείνον που εκλαμβάνουν ως τον ισχυρότερο δρώντα στη Μέση Ανατολή – και αυτό επιτυγχάνεται αποκλειστικά μέσω της ισχύος».
Η Ελλάδα αντιμετωπίζει διαχρονικά την τουρκική αναθεωρητική στρατηγική. Με βάση την ανάλυση κινδύνου που κάνετε στο Ισραήλ, θεωρείτε πιθανό ένα επεισόδιο στρατιωτικής σύγκρουσης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στο Αιγαίο ή την Ανατολική Μεσόγειο, ή η νατοϊκή ομπρέλα λειτουργεί ως απόλυτο αποτρεπτικό μέσο;
«Η αμυντική ομπρέλα που παρέχει το NATO έχει αποδειχθεί ότι δεν προσφέρει ερμητική λύση, επομένως, οφείλει κανείς να είναι επιφυλακτικός όταν βασίζεται στην ομπρέλα του NATO σε μια σύγκρουση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Η Ελλάδα πρέπει να είναι προετοιμασμένη για κάθε ενδεχόμενο. Γι’ αυτόν τον λόγο πιστεύω ότι μια στρατιωτική συμμαχία με το Ισραήλ είναι σημαντική. Η ισχύς που επιδεικνύει το Ισραήλ απέναντι στους Τούρκους, σε συνδυασμό με πρόσθετες χώρες, ακόμη και την Κύπρο, στην περιοχή της Μεσογείου, συνιστά μια αποτρεπτική δύναμη η οποία μπορεί επίσης να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης απέναντι στα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
Το «Κοινό Σχέδιο Δράσης Ελλάδος – Κύπρου – Ισραήλ» και το «Πρόγραμμα Αμυντικής Συνεργασίας Ελλάδος – Ισραήλ» για το έτος 2026 υπογράφηκαν τον Δεκέμβριο του 2025
Το Ισραήλ έχει αναπτύξει μια στρατηγική συμμαχία στον τομέα της ασφάλειας και της ενέργειας με την Ελλάδα και την Κύπρο. Σε περίπτωση μιας μεγάλης κρίσης (π.χ. θερμό επεισόδιο στην Κύπρο ή στο Αιγαίο), πώς θα αντιδρούσε το Ισραήλ; Μπορούν η Αθήνα και η Λευκωσία να υπολογίζουν σε πρακτική στρατιωτική στήριξη από το Τελ Αβίβ, ή η συμμαχία αυτή έχει όρια;
«Στη διάρκεια της ιστορίας, διδασκόμαστε ότι τα κράτη – ακόμη και οι υπερδυνάμεις – ενεργούν με γνώμονα τα δικά τους εθνικά συμφέροντα, ιδίως όταν πρόκειται για τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι μεσογειακές χώρες απέναντι στην Τουρκία. Από τη στιγμή που θα ενισχύσουμε τη συμμαχία μεταξύ του Ισραήλ και άλλων χωρών, όπως η Ελλάδα ή η Κύπρος, εκτιμώ με υψηλή πιθανότητα ότι το Ισραήλ θα σταθεί απέναντι στους εχθρούς των συμμάχων του με επιχειρησιακό και έμπρακτο τρόπο, και όχι απλώς μέσα από διακηρύξεις. Επομένως, αυτή η συμμαχία είναι σημαντική, παρά το ρίσκο που θα αναλάμβανε εδώ το Ισραήλ. Πιστεύω ότι η συμμαχία θα εκπληρωθεί».

Το Πολεμικό Ναυτικό της Ελλάδας και του Ισραήλ πραγματοποίησαν πρόσφατα κοινή επιχειρησιακή συνεκπαίδευση στο Κρητικό Πέλαγος
Εάν σας ρωτούσα τι είναι αυτό για το οποίο κατά την άποψή σας θα πρέπει να ανησυχεί αυτή την περίοδο η Ελλάδα, πού θα στρέφατε την προσοχή σας ;
«Η Ελλάδα, κατά την άποψή μου, θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπ’ όψιν της το γεγονός ότι το ΝΑΤΟ γύρισε την πλάτη του στις επιχειρήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών κατά του Ιράν. Αυτό που μαθαίνουμε είναι ότι όταν το ΝΑΤΟ κλήθηκε να πληρώσει το τίμημα σε μια στρατιωτική σύγκρουση που φαινομενικά απέχει πολύ από τα σύνορά του, απέτυχε να ανταποκριθεί. Ένας από τους παράγοντες που πρέπει να εξετάσει η Ελλάδα είναι ότι εάν απαιτηθεί από το ΝΑΤΟ να εκπληρώσει τον ρόλο του στην προστασία των μελών του, οι Έλληνες ίσως χρειαστεί να βασιστούν σε εναλλακτικές συμμαχίες – όπως με το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες, ή άλλες δυνάμεις – για να διασφαλίσουν τα στρατηγικά τους ερείσματα και τα συμφέροντά τους».
Πώς θα αξιολογούσατε τον ρόλο της Ελλάδας ως εξωτερικό σύνορο της ΕΕ και πύλη εισόδου από τη Μέση Ανατολή, όσον αφορά τη μετακίνηση ατόμων που θα μπορούσαν να αποτελέσουν απειλή για ισραηλινούς στόχους;
«Ο ρόλος της Ελλάδας στη διεθνή σκηνή, ο οποίος διασταυρώνεται επίσης άμεσα με εκείνον του Ισραήλ, είναι εγγενώς συνδεδεμένος με το ζήτημα της μετανάστευσης και το ισλαμικό κίνημα που σαρώνει την Ευρώπη. Από τη στιγμή που η Ελλάδα θα αναλάβει τις απαραίτητες δράσεις για να αποτρέψει την παράνομη μετανάστευση και να προλάβει μια ριζοσπαστική ισλαμική επικράτηση εντός των συνόρων της, αυτό θα επιδράσει στα γειτονικά κράτη, θα αναχαιτίσει τον ισλαμικό ριζοσπαστισμό σε ολόκληρη την περιοχή και ίσως ακόμη να επηρεάσει την Ευρώπη στο σύνολό της».
Αν έπρεπε να δώσετε μια συμβουλή στους Έλληνες αναλυτές ασφαλείας και στους αξιωματικούς των υπηρεσιών πληροφοριών με βάση τη δική σας πολυετή θητεία στη Σιν Μπετ, ποια θα ήταν αυτή;
«Στον τομέα των πληροφοριών, είναι κρίσιμο να επικεντρωθούμε στις ίδιες τις κοινότητες. Κατά τον εντοπισμό μη γηγενών κοινοτήτων – μεταναστευτικών κοινοτήτων, μουσουλμανικών κοινοτήτων που διαχωρίζουν τους εαυτούς τους από την ευρωπαϊκή κουλτούρα και ειδικότερα από την ελληνική κουλτούρα -, εκεί είναι που οι υπηρεσίες πληροφοριών πρέπει να δραστηριοποιηθούν βαθύτερα, τόσο όσον αφορά τις ανθρώπινες πηγές πληροφοριών (HUMINT), όσο και την τεχνολογία. Αυτό είναι απαραίτητο προκειμένου να παρακολουθούνται οι μεταβολές και οι εξελίξεις ανάμεσα στα άτομα που δρουν εντός αυτών, αποτρέποντας έτσι εγκαίρως την υπονομευτική και πολιτική δραστηριότητα, προτού αυτή μετατραπεί σε μια ανεξέλεγκτη δύναμη».
Σχετικά με τον Συνταγματάρχη:
Ο Αμίτ Ασά είναι πρώην ανώτατο στέλεχος της Υπηρεσίας Ασφαλείας του Ισραήλ Σιν Μπετ, με περισσότερα από 30 χρόνια εμπειρίας στη Διοίκηση Αντιτρομοκρατικών Αμυντικών Μηχανισμών. Κατά τη διάρκεια της μακράς πορείας του στις ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών, κατείχε καίριες θέσεις ως επικεφαλής επιχειρησιακών μονάδων πεδίου και συμμετείχε σε πολυάριθμες επιχειρήσεις. Παράλληλα, σχεδίασε και διηύθυνε εξειδικευμένα εκπαιδευτικά συστήματα, τα οποία εφαρμόζονται από την υπηρεσία μέχρι και σήμερα. Διαθέτοντας βαθιά τεχνογνωσία στην εσωτερική ασφάλεια, την αντιτρομοκρατία και τις πληροφορίες πεδίου, έχει εκπαιδεύσει Ειδικές Μυστικές Μονάδες σε όλο τον κόσμο.
Στον ιδιωτικό τομέα σήμερα έχει ιδρύσει Εταιρεία Συμβούλων Ασφάλειας και διοργανώνει Σεμινάρια Στρατηγικής μέσω του Spyformation, δίνοντας διαλέξεις σε εταιρείες υψηλής τεχνολογίας, τράπεζες και οργανισμούς. Παράλληλα, εμφανίζεται συχνά στα ισραηλινά και διεθνή μέσα ενημέρωσης ως ειδικός αναλυτής σε θέματα ασφάλειας για τη Μέση Ανατολή. Αντλώντας από την πολυετή εμπειρία του στη διοίκηση μυστικών πρακτόρων πίσω από τις γραμμές του εχθρού, μετέφερε τα βιώματά του στο βιβλίο του με τίτλο «Infiltration Games», το οποίο παρουσιάζει μια άκρως ρεαλιστική ιστορία γύρω από τα ηθικά και επιχειρησιακά διλήμματα των υπηρεσιών πληροφοριών. Αποτελεί επίσης επίσημο μέλος της ομάδας της Spy Legends Agency. Η συγκεκριμένη πλατφόρμα λειτουργεί ως ένα διεθνές γραφείο ομιλητών και εκπροσώπησης πρώην πρακτόρων και στελεχών των ισραηλινών Μυστικών Υπηρεσιών.
[iEpikaira: Σε συνδυασμό με όσα ήδη αναφέραμε ΕΔΩ (τα οποία δημοσιεύθηκαν πριν λάβουμε γνώση της παραπάνω συνέντευξης) προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία το γεγονός ότι δύο ανώτατα στελέχη των ισραηλινών υπηρεσιών πληροφοριών, στέλνουν ουσιαστικά την ίδια προειδοποίηση προς την Ελλάδα: να μην εφησυχάζει και να προετοιμάζεται για κάθε ενδεχόμενο. Όταν διαφορετικοί άνθρωποι που γνωρίζουν εκ των έσω τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται και εξελίσσονται οι γεωπολιτικές κρίσεις επισημαίνουν ταυτόχρονα τους κινδύνους από την τουρκική αναθεωρητική πολιτική, την αβεβαιότητα των διεθνών συμμαχιών και τα όρια της νατοϊκής προστασίας, το μήνυμα δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος, σημαίνει όμως ότι υπάρχουν εκτιμήσεις κινδύνου που η Αθήνα οφείλει να λάβει σοβαρά υπόψη. Το ανησυχητικό δεν είναι μόνο όσα προειδοποιούν οι δύο αξιωματούχοι, αλλά κυρίως το κατά πόσο η ελληνική πολιτική ηγεσία έχει αντιληφθεί τη σοβαρότητα των εξελίξεων και έχει προχωρήσει από τις διακηρύξεις και τους εξοπλισμούς σε έναν ολοκληρωμένο, μακροπρόθεσμο εθνικό σχεδιασμό. Δύο σχεδόν ταυτόχρονες προειδοποιήσεις από ανθρώπους των μυστικών υπηρεσιών δεν σημαίνει ότι «έρχεται πόλεμος αύριο», αποτελούν όμως ένα καμπανάκι που θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο να αγνοηθεί και απαιτεί προετοιμασία σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.]
Πηγή: zougla.gr
ΗΠΑ
Ιράν
Ισραήλ
Κύπρος
Λίβανος
μυστικές υπηρεσίες
ΝΑΤΟ
πόλεμος
Συμφωνίες Αβραάμ
Τουρκία
Χαμάς
Χεζμπολάχ
Χούθι
σχόλιο iΕpikaira
Η ελληνική αυταπάτη για το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών
Yourvibe
Είναι εντυπωσιακή η ευκολία με την οποία στην Αθήνα κάποιοι σπεύδουν να μεταφράσουν την παρούσα εξέλιξη στην Ουάσιγκτον σε ελληνικό κέρδος. «Έχασε ο Τραμπ, άρα χάνει και ο Ερντογάν, άρα κερδίζουμε εμείς». Η ανάγνωση αυτή είναι βολική, αλλά έχει ελάχιστη σχέση με τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η αμερικανική εξωτερική πολιτική.
Επιμέλεια iEpikaira
Όσοι προεξοφλούν μια αμερικανική στροφή υπέρ της Ελλάδας εις βάρος της Τουρκίας, μάλλον ξεχνούν ότι η Άγκυρα δεν αποτελεί υπόθεση ενός Αμερικανού προέδρου. Για το Πεντάγωνο, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, η γεωστρατηγική αξία της Τουρκίας εξακολουθεί να έχει τεράστια σημασία. Η Ουάσιγκτον μπορεί να διαφωνεί με κάποιες από τις επιλογές του Ερντογάν, να ανησυχεί για συγκεκριμένα ανοίγματα –όχι όλα... κατά περιόδους ο τουρκικός δίαυλος με την Ρωσία θεωρήθηκε επωφελής– με τη Μόσχα και να πιέζει την Άγκυρα σε μια σειρά από ζητήματα. Δεν πρόκειται, όμως, να εγκαταλείψει την προσπάθεια να διατηρήσει την Τουρκία στη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας –επιτρέποντας ταυτόχρονα ορισμένα όρια ευελιξίας–, ανεξάρτητα από το ποιος βρίσκεται στον Λευκό Οίκο.
Αυτό που αλλάζει με το εκλογικό αποτέλεσμα δεν είναι κατ' ανάγκην η αμερικανική στρατηγική, αλλά το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα επιχειρήσει να την εφαρμόσει ο Τραμπ. Μετά την ανάληψη των καθηκόντων του νέου Κογκρέσου, τον Ιανουάριο του 2027, ο Λευκός Οίκος θα έχει απέναντί του μια διαφορετική πολιτική πλειοψηφία, με τη δυνατότητα να ασκήσει πολύ μεγαλύτερο έλεγχο σε κρίσιμες επιλογές της κυβέρνησης. Αυτό δεν σημαίνει ότι το Κογκρέσο θα μπορεί να εμποδίσει κάθε διπλωματική πρωτοβουλία του προέδρου. Μπορεί, όμως, να καταστήσει πολύ δυσκολότερες ορισμένες από τις επιλογές του, ιδίως όταν αφορούν εξοπλισμούς, κυρώσεις και μεταφορά ευαίσθητης αμερικανικής τεχνολογίας στην Τουρκία.
Το ζήτημα των F-35 είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα δεν εξαρτάται μόνο από την προσωπική σχέση Τραμπ – Ερντογάν. Προσκρούει στο ζήτημα των S-400, στην αμερικανική νομοθεσία και στις σοβαρές επιφυλάξεις που υπάρχουν ούτως ή άλλως. Το ίδιο ισχύει και για την ευρύτερη αμυντική συνεργασία των δύο χωρών. Εδώ ακριβώς μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία η διεύρυνση της ελληνικής επιρροής στην Ουάσιγκτον.
Το πολιτικό κόστος για την παραγνώριση των ελληνικών και κυπριακών ανησυχιών ασφαλείας ενδέχεται να αυξηθεί. Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ θα υιοθετήσουν αυτομάτως τις ελληνικές θέσεις για τις θαλάσσιες ζώνες ή το Κυπριακό. Αυτά τα ζητήματα έχουν τις δικές τους νομικές και διπλωματικές διαστάσεις. Είναι όμως διαφορετικό να συζητά κανείς τις αμερικανικές θέσεις και διαφορετικό να διαθέτει θεσμικά ερείσματα για να επηρεάζει αποφάσεις που αφορούν την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας.
Αρκεί, βέβαια, η Αθήνα να ξέρει πώς να τα αξιοποιήσει. Γιατί η Άγκυρα δεν πρόκειται να μείνει με σταυρωμένα χέρια. Το τουρκικό λόμπινγκ δεν περιορίζεται στις επαφές με τους Ρεπουμπλικανούς ούτε εξαρτάται αποκλειστικά από τη σχέση Ερντογάν – Τραμπ. Η Τουρκία έχει κάθε λόγο να διατηρεί ανοιχτούς διαύλους και με τους Δημοκρατικούς, να επενδύει σε διαφορετικά κέντρα επιρροής και να διαφημίζει τη στρατηγική της χρησιμότητα σε ολόκληρο το αμερικανικό πολιτικό σύστημα. Το αποτέλεσμα των εκλογών, επομένως, δεν ακυρώνει την τουρκική επιρροή στην Ουάσιγκτον. Αλλάζει ενδεχομένως τους όρους με τους οποίους αυτή θα ασκείται.
Ο αστάθμητος παράγοντας παραμένει ο Ερντογάν που επενδύει στη λογική ότι η Τουρκία είναι αναντικατάστατη για τα αμερικανικά συμφέροντα, την ώρα που διατηρεί σχέσεις με τη Μόσχα και άλλους παίκτες που προκαλούν έντονες επιφυλάξεις στην αμερικανική πρωτεύουσα. Αυτό το παιχνίδι πολλαπλών ισορροπιών δεν είναι καινούργιο. Γίνεται, όμως, πιο δύσκολο όταν ο Αμερικανός πρόεδρος δεν διαθέτει πλέον την ίδια πολιτική ευχέρεια στο εσωτερικό της χώρας του. Η προσωπική διπλωματία και η στενή σχέση Ερντογάν – Τραμπ, μπορεί να ανοίξει πόρτες, δεν αρκεί πάντα για να εξασφαλίσει την έγκριση των θεσμών.
Κοιτώντας τη μεγάλη εικόνα, η ελληνική στρατηγική δεν είναι να πείσουμε την Αμερική να εγκαταλείψει την Τουρκία. Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί. Είναι να διασφαλίσουμε ότι η συνέχιση της αμερικανικής συνεργασίας με την Άγκυρα δεν θα γίνεται εις βάρος της δικής μας ασφάλειας. Και αυτό δεν θα επιτευχθεί με πανηγυρισμούς για τις πολιτικές ήττες του Τραμπ ή με την προσδοκία ότι το Κογκρέσο θα λύσει τα προβλήματά μας.
Οι ισορροπίες στα ελληνοτουρκικά δεν κρίνονται πρωτίστως από το τί συμβαίνει στην Ουάσιγκτον. Κρίνονται κυρίως από τη δική μας αποτρεπτική ισχύ, από τη μεθοδικότητα της διπλωματίας μας και από την ικανότητά μας να υπερασπιζόμαστε τα εθνικά μας συμφέροντά με συνέχεια και συνέπεια. Οι σύμμαχοι μπορούν να δημιουργήσουν ευκαιρίες και να θέσουν –εν μέρει– τα όρια στα αντίπαλα στρατόπεδα. Δεν μπορούν, όμως, να υποκαταστήσουν την εθνική στρατηγική.
Εάν θέλαμε δε να κάνουμε μια πρόβλεψη για την πιο άμεση επίπτωση των εκλογών, τότε μάλλον θα συμφωνούσαμε με το The Atlantic το οποίο προειδοποιεί: «Με τον Τραμπ προσηλωμένο στην υστεροφημία του και απελπισμένο να παραμείνει στο επίκεντρο της προσοχής, όλα μοιάζουν πιθανά.» Κάποια από τα σενάρια είναι: η επιστροφή στον πόλεμο με το Ιράν, μια κίνηση εναντίον της Κούβας ή μια νέα προσπάθεια για τη Γροιλανδία. Εάν συνυπολογίσουμε την ανάγκη του –εξίσου στρυμωγμένου– Νετανιάχου για νέα ανάφλεξη στο Ιράν, τότε είναι ξεκάθαρο που θα ποντάραμε... Κύριος στόχος πάντα ο αποπροσανατολισμός. Γι' αυτό, «buckle your seatbelts!»
εκλογές
ΗΠΑ
Ιράν
Ισραήλ
πόλεμος
Τουρκία
F-35
iEpikaira
lobbying
S-400
σχόλιο iΕpikaira
The Atlantic: Η αρχή του τέλους για τον Τραμπ
Yourvibe
Ο Ντόναλντ Τραμπ ζήτησε από τους ψηφοφόρους να φανταστούν ότι ήταν ο ίδιος υποψήφιος στις εκλογές. Εκείνοι τον άκουσαν — και στη συνέχεια τον απέρριψαν.
Του Τζόναθαν Λεμίρ | 3 Νοεμβρίου 2026
Η πολιτική θνητότητα του Τραμπ
Ο πρόεδρος Τραμπ υπήρξε η κυρίαρχη πολιτική φυσιογνωμία αυτού του αιώνα. Πέτυχε μία από τις πιο απροσδόκητες εκλογικές νίκες στην αμερικανική ιστορία και στη συνέχεια πραγματοποίησε τη μεγαλύτερη πολιτική επιστροφή.
Άλλαξε τη σχέση των Ηνωμένων Πολιτειών με τον υπόλοιπο κόσμο, ξαναέγραψε τους κανόνες και τις προσδοκίες για την προεδρία, όξυνε τους διχασμούς της χώρας και μεταμόρφωσε τον τρόπο —και τη συχνότητα— με τον οποίο οι Αμερικανοί σκέφτονται τον θεσμό της προεδρίας.
Είναι πανταχού παρών και αντλεί τη δύναμή του ακριβώς από αυτή τη διαρκή παρουσία.
Όμως απόψε, ο Τραμπ αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο του πολιτικού του τέλους.
Ζήτησε από τους ψηφοφόρους να μετατρέψουν αυτές τις ενδιάμεσες εκλογές σε δημοψήφισμα για το πρόσωπό του, να φανταστούν ότι το όνομά του βρισκόταν στο ψηφοδέλτιο.
Εκείνοι τον άκουσαν — και στη συνέχεια τον απέρριψαν.
Πρόκειται για μια εντυπωσιακή και εκτεταμένη αποδοκιμασία.
Οι Δημοκρατικοί φαίνονται έτοιμοι να κερδίσουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων και, εφόσον συνεχιστούν οι τάσεις, θα μπορούσαν επίσης να κατακτήσουν τη Γερουσία, (σσ: οι Δημοκρατικοί κέρδισαν και Βουλή και Γερουσία) καθώς οι Αμερικανοί εξέφρασαν την έντονη δυσαρέσκειά τους για την κατεύθυνση στην οποία ο πρόεδρος οδήγησε τη χώρα τα τελευταία δύο χρόνια.
Ο Τραμπ πιθανότατα θα πρέπει πλέον να αντιμετωπίσει τους Δημοκρατικούς στο Κογκρέσο, οι οποίοι θα μπορούν να μπλοκάρουν την πολιτική του ατζέντα και να χρησιμοποιούν την εξουσία έκδοσης υποχρεωτικών κλήσεων για καταθέσεις και προσκόμιση εγγράφων.
Θα πρέπει επίσης να αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο το πολιτικό κόμμα που αναδιαμόρφωσε κατ’ εικόνα του να αρχίσει σύντομα να κοιτάζει πέρα από αυτόν.
Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι πλέον, επισήμως και ολοκληρωτικά, ένας πολιτικά αποδυναμωμένος πρόεδρος που πλησιάζει στο τέλος της θητείας του — ένας «lame duck» (κουτσή πάπια).
Αλλά δεν έχουμε ακούσει τα τελευταία του λόγια.
Παραμένει αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, εξακολουθεί να διαδραματίζει κυρίαρχο ρόλο στις παγκόσμιες υποθέσεις, διαθέτει την ευρεία εξουσία έκδοσης εκτελεστικών διαταγμάτων και παραμένει ασυναγώνιστος στην ικανότητά του να συγκεντρώνει την προσοχή.
Έχει καταφέρει περισσότερες από μία φορές στο παρελθόν να επιστρέψει από το πολιτικό νεκροταφείο, μάλιστα ισχυρότερος.
Ωστόσο, παρά την ισχύ του και παρά τον θόρυβο που προκαλεί, δεν μπορεί να επιβληθεί στην αμείλικτη πορεία του χρόνου: οι επόμενες εθνικές εκλογές θα είναι εκείνες που θα αναδείξουν τον διάδοχό του.
Σύντομα ο Τραμπ θα αρχίσει να υποχωρεί από τους πρωτοσέλιδους τίτλους, καθώς η προεδρική προεκλογική εκστρατεία θα αρχίσει να καταλαμβάνει το προσκήνιο.
Θα αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο να τον διαδεχθεί ένας Δημοκρατικός πρόεδρος, ο οποίος θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το υπουργείο Δικαιοσύνης για να εξετάσει σε βάθος τα τέσσερα προηγούμενα χρόνια και να ερευνήσει τους συνεργάτες, τους φίλους, την οικογένεια και τις επιχειρήσεις του Τραμπ.
Και θα έρθει αντιμέτωπος με αυτό που πιθανότατα αποτελεί τον μεγαλύτερο φόβο του: να πάψει να έχει σημασία.
Ο Τραμπ δεν πρόκειται να αποχωρήσει αθόρυβα.
Δεν είναι σαφές αν ο ίδιος και οι υπόλοιποι Ρεπουμπλικανοί θα αποδεχθούν καν τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών.
Και επειδή έχει διαψεύσει τόσο συχνά τις προβλέψεις, θα ήταν ανόητο να επιχειρήσει κανείς να διατυπώσει βεβαιότητες.
Οι αναμενόμενες εκλογικές απώλειες της αποψινής βραδιάς δεν πρόκειται να τον κάνουν πιο ταπεινό.
Σηματοδοτούν, όμως, την αρχή του τέλους.
Μια προεκλογική εκστρατεία αποκομμένη από τα προβλήματα των πολιτών
Η προεκλογική εκστρατεία του Τραμπ για τις ενδιάμεσες εκλογές ολοκληρώθηκε με τον πιο γελοίο, αλλά και προβλέψιμο, τρόπο.
Επί μήνες, ο πρόεδρος κατηγορούνταν ότι είχε χάσει την επαφή του με την πραγματικότητα και εκείνη την άλλοτε ασυναγώνιστη ικανότητά του να αντιλαμβάνεται τι κινητοποιούσε τους υποστηρικτές του.
Είχε χλευάσει τις ανησυχίες των πολιτών για το κόστος ζωής, ενώ η προσωπική του περιουσία αυξανόταν. Είχε ξεκινήσει έναν πόλεμο που οι Αμερικανοί δεν ήθελαν, είχε προχωρήσει στην αναδιαμόρφωση του Λευκού Οίκου και είχε σχεδιάσει διάφορα μνημεία προς τιμήν του.
Και χθες αποφάσισε ότι ο καλύτερος τρόπος να απαντήσει στις κατηγορίες πως είχε απορροφηθεί από έργα προσωπικής προβολής και αμφιλεγόμενες συναλλαγές ήταν να εκφωνήσει την τελευταία ομιλία της προεκλογικής περιόδου στον χώρο του πιο παράλογου αποτυχημένου έργου ανακαίνισης που είχε προωθήσει.
Προς απογοήτευση των Ρεπουμπλικανών παντού, ο Τραμπ στάθηκε μπροστά από τη Reflecting Pool, την ανακλαστική δεξαμενή νερού, την παραμονή των εκλογών, και υπερασπίστηκε ένα έργο που είχε αποτύχει εξαιτίας της ανάπτυξης φυκών και της κακοτεχνίας ενός εργολάβου στον οποίο είχε ανατεθεί το έργο χωρίς διαγωνισμό.
Το έργο —για το οποίο ο Τραμπ είχε ισχυριστεί ψευδώς ότι εκτροχιάστηκε εξαιτίας βανδαλισμών— είχε υπερβεί τον προϋπολογισμό κατά εκατομμύρια δολάρια και ασφαλώς δεν του εξασφάλισε ούτε μία επιπλέον ψήφο σε πολιτείες όπως το Μίσιγκαν, το Κάνσας και η Αλάσκα.
Το χειρότερο ήταν ότι αυτή η παρέκκλιση, με την επιστροφή στο θέμα της Reflecting Pool, απέσπασε την προσοχή από το πραγματικό καταληκτικό μήνυμα του Τραμπ: ότι ο γερουσιαστής Τζον Χάστεντ του Οχάιο έχει εξαιρετικό σώμα.
Η προεκλογική παρουσία του Τραμπ δεν ήταν πια η ίδια
Ο Τραμπ μπήκε σχετικά αργά στην προεκλογική εκστρατεία και χρειάστηκε να τον πείσουν να πραγματοποιήσει συγκεντρώσεις κατά τον τελευταίο περίπου μήνα.
Όταν, όμως, αποφάσισε να συμμετάσχει, επέμεινε ότι οι εκλογές έπρεπε να περιστρέφονται γύρω από τον ίδιο και τις επιτυχίες του, χωρίς να αναγνωρίζει κανένα λάθος ή να εκφράζει ενσυναίσθηση για όσους αντιμετώπιζαν δυσκολίες.
Επέμεινε να εμφανίζεται σε πολλές προεκλογικές διαφημίσεις.
Απαίτησε επίσης τη διοργάνωση ενός πρωτοφανούς για ενδιάμεσες εκλογές κομματικού συνεδρίου, παρότι λίγοι από όσους παρευρέθηκαν στις εκδηλώσεις στο Ντάλας φάνηκαν ευχαριστημένοι που βρίσκονταν εκεί.
Ο Τραμπ ρίχτηκε στην προεκλογική εκστρατεία, πραγματοποιώντας σχεδόν δίωρες συγκεντρώσεις κάθε βράδυ σε ολόκληρη τη χώρα.
Ωστόσο, αυτές οι εμφανίσεις δεν έμοιαζαν με εκείνες που είχαν αποτελέσει το καθοριστικό πολιτικό γεγονός της προηγούμενης δεκαετίας.
Οι συγκεντρώσεις ήταν μικρότερες από το συνηθισμένο και λίγες πραγματοποιούνταν σε ανοιχτούς χώρους, εν μέρει για λόγους ασφαλείας.
Μία συγκέντρωση στο Οχάιο, κατά το τελευταίο δεκαπενθήμερο της εκστρατείας, πραγματοποιήθηκε σε ένα μικρό γυμναστήριο, ενώ σε άλλες υπήρχαν αρκετές άδειες θέσεις.
Ακόμη πιο εντυπωσιακός ήταν ο τόπος διεξαγωγής τους.
Σχεδόν οι μισές συγκεντρώσεις πραγματοποιήθηκαν σε βαθιά ρεπουμπλικανικές πολιτείες, όπου ο Τραμπ είχε κερδίσει εύκολα στο παρελθόν και σπάνια χρειαζόταν να πραγματοποιήσει προεκλογική εκστρατεία.
Αυτό οδήγησε σε μεγαλύτερα και πιο ενθουσιώδη πλήθη.
Οι κάτοικοι μιας πόλης όπως η Κόρινθος του Μισισίπι ήταν περισσότερο ενθουσιασμένοι που έβλεπαν τον Τραμπ για πρώτη φορά από ό,τι, για παράδειγμα, οι κάτοικοι του Γκραντ Ράπιντς στο Μίσιγκαν, όπου είχε πραγματοποιήσει περισσότερες από έξι συγκεντρώσεις τα προηγούμενα χρόνια.
Αλλά και η γεωγραφία της εκστρατείας αποκάλυπτε κάτι σημαντικό.
Ο Τραμπ αναγκάστηκε να επισκεφθεί ρεπουμπλικανικά προπύργια, όπως η Νότια Καρολίνα και η Μοντάνα, επειδή οι έδρες εκεί είχαν ξαφνικά γίνει αμφίρροπες και έπρεπε να κινητοποιηθούν οι πιστοί υποστηρικτές του.
Όταν, όμως, έφθανε εκεί, τι είχε πραγματικά να τους προσφέρει;
Οι αθετημένες υποσχέσεις και η οικονομική δυσαρέσκεια
Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, οι ψηφοφόροι είναι εξοργισμένοι με μια σειρά αθετημένων υποσχέσεων του Τραμπ.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι δεσμεύσεις του:
-Να μειώσει τις τιμές.
-Να μην ξεκινήσει νέους πολέμους.
-Να δημοσιοποιήσει τα αρχεία Έπσταϊν.
-Να απελάσει μόνο τους «χειρότερους από τους χειρότερους» παράτυπους μετανάστες.
Παραδοσιακά, τα κόμματα των εν ενεργεία προέδρων έχουν κακές επιδόσεις στις ενδιάμεσες εκλογές.
Όμως η δημοτικότητα του Τραμπ βρίσκεται πλέον σε αρνητικό έδαφος ακόμη και σε ζητήματα που κάποτε αποτελούσαν τα μεγαλύτερα πολιτικά του πλεονεκτήματα, όπως η οικονομία και η μετανάστευση.
Ο Τραμπ εξανάγκασε αρκετούς εν ενεργεία γερουσιαστές να αποχωρήσουν, επειδή τους θεωρούσε ανεπαρκώς πιστούς στο πρόσωπό του, και υποστήριξε προβληματικούς υποψηφίους, καθιστώντας έτσι περισσότερες εκλογικές αναμετρήσεις αμφίρροπες.
Προσέφερε ελάχιστα πολιτικά επιχειρήματα στους Ρεπουμπλικανούς υποψηφίους, την ώρα που οι ψηφοφόροι αντιδρούσαν οργισμένα σε μια οικονομία η οποία έμοιαζε να ωφελεί μόνο τους πλούσιους — μια κατηγορία που περιλαμβάνει την οικογένεια του προέδρου και τα μέλη του υπουργικού του συμβουλίου.
Αντί γι’ αυτό, ο Τραμπ προσπάθησε να ανακυκλώσει θέματα πολιτισμικών και ιδεολογικών αντιπαραθέσεων από προηγούμενες εκλογικές εκστρατείες, όπως οι φόβοι για τις χειρουργικές επεμβάσεις αλλαγής φύλου, τους μουσουλμάνους τρομοκράτες και ακόμη και τον κομμουνισμό.
Έμοιαζε να βρίσκεται εκτός πραγματικότητας όχι μόνο σε σχέση με την κοινή γνώμη, αλλά σε πολλές περιπτώσεις και με το ίδιο του το κόμμα.
Παρά τις προειδοποιήσεις ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να αφανίσει την ανθρωπότητα —ή τουλάχιστον πολλές θέσεις εργασίας—, ο Τραμπ υποστήριξε τη νέα τεχνολογία και τα κέντρα δεδομένων της, ακόμη και όταν η κοινή γνώμη στρεφόταν εναντίον τους, επειδή οι εταιρείες τεχνολογίας στηρίζουν το χρηματιστήριο.
Υποστήριξε μια αμφιλεγόμενη αρνητική διαφήμιση στην αναμέτρηση για τη θέση του κυβερνήτη του Οχάιο, την οποία καταδίκασε ο ίδιος ο Ρεπουμπλικανός κυβερνήτης της πολιτείας.
Συντάχθηκε με τη Ρωσία στον πόλεμό της εναντίον της Ουκρανίας. Απείλησε να βομβαρδίσει ξανά το Ιράν.
Και υπήρξαν πράγματι πολλές αναφορές σε οπίσθια, κάτι που ασφαλώς θα μπερδέψει τους ιστορικούς του μέλλοντος.
Οι Αμερικανοί δεν πείστηκαν
Οι Αμερικανοί δεν φάνηκαν να ανταποκρίνονται σε αυτή τη στρατηγική.
Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, οι Δημοκρατικοί βρίσκονται σε τροχιά καθαρής επικράτησης στη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Αλλά η πραγματική ιστορία βρίσκεται στη Γερουσία.
Οι Δημοκρατικοί έχουν ήδη αποσπάσει από τους Ρεπουμπλικανούς τις έδρες στη Βόρεια και στη Νότια Καρολίνα και έχουν διατηρήσει εύκολα την έδρα τους στην Τζόρτζια.
Το Οχάιο, το Τέξας και άλλα παραδοσιακά ρεπουμπλικανικά προπύργια ενδέχεται σύντομα να ακολουθήσουν.
Ο Τραμπ βρίσκεται πλέον σε μια νέα πραγματικότητα — και δεν πρόκειται να του αρέσει.
Η σύγκριση με το 2018 και η νέα δύναμη των Δημοκρατικών
Στις πρώτες ενδιάμεσες εκλογές της προεδρίας του, το 2018, οι Δημοκρατικοί απέκτησαν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, αλλά αυτή η επιτυχία αντισταθμίστηκε από τις νίκες των Ρεπουμπλικανών στη Γερουσία.
Οι Δημοκρατικοί της Βουλής περιόρισαν την κυβερνητική ατζέντα του προέδρου.
Ωστόσο, η προσπάθεια παραπομπής του Τραμπ το 2019 για την υπόθεση της Ουκρανίας ενίσχυσε τη δημοτικότητά του, ενώ ο ίδιος εξακολουθούσε να αισιοδοξεί για τις πιθανότητες επανεκλογής του, στηριζόμενος στην ισχυρή οικονομία.
Ύστερα, βέβαια, ήρθε η πανδημία.
Πολλοί Δημοκρατικοί δηλώνουν ότι έχουν διδαχθεί από την εμπειρία εκείνη.
Υψηλόβαθμα στελέχη του κόμματος, μεταξύ των οποίων ο Χακίμ Τζέφρις —πιθανότατα ο επόμενος πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων—, αποφεύγουν να αποκαλύψουν συγκεκριμένα σχέδια για τον τρόπο με τον οποίο θα χρησιμοποιήσουν την εξουσία τους.
Η δημοτικότητα του Δημοκρατικού Κόμματος παραμένει χαμηλή.
Και παρότι το γεγονός ότι δεν ήταν Ρεπουμπλικανοί βοήθησε πολλούς Δημοκρατικούς υποψηφίους φέτος, αυτό δεν πρόκειται απαραίτητα να ισχύει και στο μέλλον.
Ο Τζέφρις έχει αφήσει να εννοηθεί ότι θα επικεντρωθεί σε μέτρα αντιμετώπισης της ακρίβειας και των προβλημάτων της υγειονομικής περίθαλψης.
Οι Δημοκρατικοί πρόκειται να πουν πολλές φορές «όχι» στον Τραμπ.
Και τώρα που φαίνεται ότι θα αποκτήσουν και τη Γερουσία, είναι πιθανό να δυσκολέψουν σημαντικά την επικύρωση οποιουδήποτε διορισμού του, συμπεριλαμβανομένων ενδεχόμενων νέων δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Έρχονται κοινοβουλευτικές έρευνες για τον Τραμπ
Ωστόσο, η εκλογική βάση των Δημοκρατικών επιθυμεί έντονα να αποδοθούν ευθύνες στην κυβέρνηση Τραμπ.
Για την καταστροφή κυβερνητικών δομών από το DOGE, για τον πόλεμο, για τις ξένες επιχειρηματικές συμφωνίες που εμφανίζονται ως διπλωματία και για την αποκόμιση οικονομικού οφέλους από την προεδρία.
Οι καταγγελίες για διαφθορά εναντίον του Τραμπ και της κυβέρνησής του έχουν πολλαπλασιαστεί σε σύγκριση με την πρώτη θητεία του.
Οι Δημοκρατικοί έχουν υποσχεθεί ότι θα εκδώσουν υποχρεωτικές κλήσεις για καταθέσεις και θα οδηγήσουν κυβερνητικούς αξιωματούχους στις αίθουσες ακροάσεων του Καπιτωλίου — εφόσον εκείνοι δεχθούν να εμφανιστούν.
Ορισμένοι άνθρωποι κοντά στον Τραμπ θεωρούν ότι δεν τον ενοχλεί απαραίτητα να έχει έναν αντίπαλο στην Ουάσιγκτον και ότι θα αισθανόταν άνετα να συγκρουστεί ξανά με τους Δημοκρατικούς του Κογκρέσου.
«Του αρέσει να έχει κάποιον με τον οποίο να συγκρούεται — και κάποιον στον οποίο να επιρρίπτει την ευθύνη», μου είπε ένας στενός εξωτερικός σύμβουλός του, υπό τον όρο της ανωνυμίας, προκειμένου να συζητήσει εσωτερικές διεργασίες.
Ωστόσο, ο Τραμπ ανησυχεί για ορισμένες από τις πιθανές έρευνες και δεν θέλει να παραπεμφθεί ξανά σε διαδικασία καθαίρεσης.
Οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν, πάντως, να είναι περισσότερο διατεθειμένοι να επιχειρήσουν την απομάκρυνση κάποιου υπουργού.
Οι έρευνες που πιθανότατα θα αντιμετωπίσει το επόμενο έτος μπορεί να αποτελέσουν μια πρόγευση όσων θα μπορούσαν να συμβούν το 2029, εάν τον διαδεχθεί Δημοκρατικός πρόεδρος.
Ο Τραμπ απολαμβάνει μια μορφή ασυλίας που του έχει αναγνωρίσει το Ανώτατο Δικαστήριο και έχει δεσμευθεί ότι θα απονείμει προληπτικές χάρες σε πολλούς ανθρώπους της κυβέρνησής του.
Ωστόσο, σύμφωνα με συμβούλους του, δεν είναι καθόλου ευχαριστημένος με την προοπτική ο στενός του κύκλος να βρεθεί αντιμέτωπος με εξαντλητικές έρευνες όταν ο ίδιος αποχωρήσει από την εξουσία.
Ο δρόμος προς την πολιτική αφάνεια
Η σημερινή ψηφοφορία αποτελεί ένα ξεκάθαρο ορόσημο στον δρόμο του Τραμπ προς την πολιτική αφάνεια.
Πολλοί από τους ανθρώπους που βρίσκονται κοντά του πιστεύουν ότι το βασικό του κίνητρο —περισσότερο ακόμη και από την εξουσία ή το χρήμα— είναι η προσοχή.
Και εδώ και μία δεκαετία έχει επισκιάσει τα πάντα, κυριαρχώντας στον δημόσιο διάλογο με τρόπο που κανένας άλλος πρόεδρος δεν έχει καταφέρει εδώ και πολλές γενιές.
Όμως αυτό θα αρχίσει να αλλάζει, καθώς η Ουάσιγκτον θα στρέφει όλο και περισσότερο το βλέμμα της στην εποχή μετά τον Τραμπ.
Από μια κολοσσιαία πολιτική φυσιογνωμία, ο Τραμπ θα μπορούσε σύντομα να μετατραπεί σε δευτερεύον θέμα της πολιτικής επικαιρότητας.
Δεν σημαίνει ότι θα εξαφανιστεί ξαφνικά.
Θα επιδιώξει να διατηρήσει τον ρόλο του ως εκείνου που καθορίζει τις πολιτικές εξελίξεις στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και ασφαλώς θα συνεχίσει να εμπνέει αφοσίωση στους πιο φανατικούς υποστηρικτές του, ακόμη κι αν η ομάδα αυτή συρρικνωθεί.
Θα εξακολουθεί, επίσης, να είναι αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων. Και ακόμη και οι πολιτικά αποδυναμωμένοι πρόεδροι διατηρούν ευρείες εξουσίες στην εξωτερική πολιτική.
Μια επιστροφή στον πόλεμο με το Ιράν;
Μια κίνηση εναντίον της Κούβας;
Μια νέα προσπάθεια για τη Γροιλανδία;
Με τον Τραμπ προσηλωμένο στην υστεροφημία του και απελπισμένο να παραμείνει στο επίκεντρο της προσοχής, όλα μοιάζουν πιθανά.
Ο Τραμπ μπορεί επίσης να αρχίσει να βλέπει την απόλυτη αφοσίωση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στο πρόσωπό του να υποχωρεί.
Αυτή η εντυπωσιακή εκλογική συντριβή στις ενδιάμεσες εκλογές δείχνει ότι το πολιτικό του ένστικτο και η επιρροή του φαίνεται να εξασθενούν και ότι οι Ρεπουμπλικανοί μπορεί πλέον να είναι περισσότερο διατεθειμένοι να του αντισταθούν.
Καθώς θα αρχίζουν να εμφανίζονται οι επόμενοι διεκδικητές του προεδρικού χρίσματος, οι Ρεπουμπλικανοί θα αρχίσουν να αναζητούν πώς θα διαμορφωθεί το μέλλον τους μετά το MAGA — και ποιος θα είναι, εάν υπάρχει, ο ρόλος του Ντόναλντ Τραμπ σε αυτό.
Πηγή: theatlantic.com απόδοση: anixneuseis.gr
εκλογές
ΗΠΑ
σχόλιο iΕpikaira
Nordic Monitor: Azerbaijan’s rift with Erdogan widens as concerns grow over Turkish intelligence and Islamist networks
Yourvibe
Growing tensions between Azerbaijan and Turkey are putting Turkish intelligence operations, government development agencies and Islamist foundations under increasing scrutiny in Baku, raising the prospect of restrictions on organizations associated with the government of Turkish President Recep Tayyip Erdogan as the diplomatic dispute between the two longtime allies remains unresolved.
Azerbaijan’s dissatisfaction extends beyond the controversy over Islamic headscarves in schools that triggered the latest confrontation. The activities of Turkey’s National Intelligence Organization (MİT), the Turkish Cooperation and Coordination Agency (TIKA) and religious charities operating in Azerbaijan have emerged as sensitive issues, with Azerbaijani media close to President Ilham Aliyev portraying some institutions as instruments of Turkish political interference and intelligence gathering.
The dispute has become particularly uncomfortable for Turkish Foreign Minister Hakan Fidan, who headed MİT from 2010 to 2023 and previously led TİKA. His connections to both institutions have put him at the center of Azerbaijani criticism of Ankara’s intelligence networks and the influence of Turkish organizations operating under humanitarian, religious and educational mandates.
The continuing friction raises the possibility of tighter oversight, registration requirements or restrictions on Turkish organizations if relations deteriorate further. Azerbaijan has not announced a general ban on TİKA or Turkish religious foundations, but the increasingly hostile political atmosphere has created uncertainty over their activities.

Turkish President Recep Tayyip Erdogan and Azerbaijani President Ilham Aliyev last met on September 1, 2026, in Bishkek, Kyrgyzstan, on the sidelines of the Shanghai Cooperation Organization summit.
The tensions remain evident despite diplomatic contacts. Aliyev did not attend the October 30 summit of the Organization of Turkic States (OTS) in Ankara, where Azerbaijani Foreign Minister Jeyhun Bayramov represented Baku. Azerbaijani media attributed his absence to scheduling commitments, although it came amid mounting disagreements between the two governments.
The most direct challenge to Turkey’s institutional presence came from Qafqazinfo, an Azerbaijani news website considered close to Aliyev’s administration. In an October 17 publication the outlet accused Turkish intelligence of exploiting humanitarian organizations to gather information, cultivate local contacts and build political influence.
The publication singled out Fidan’s contacts with the Youth Aid Foundation (GYF), an Azerbaijani charitable organization established in 1994 with Turkish philanthropic support. It alleged that Fidan had used a meeting with foundation representatives to convey instructions and questioned whether the organization served broader Turkish intelligence interests.
Qafqazinfo also targeted TİKA, the Foundation for Human Rights and Freedoms and Humanitarian Relief (IHH), and the Aziz Mahmud Hudayi Foundation, alleging that Turkish state institutions and Islamist charities formed interconnected components of Ankara’s influence network.
The accusations expanded the confrontation beyond the Turkish politicians who had criticized Azerbaijan’s headscarf restrictions. They questioned the institutional infrastructure supporting Ankara’s presence in Azerbaijan and brought government development assistance, intelligence gathering and religious activities into the same political dispute.

Azerbaijan’s targeting of Turkish Foreign Minister Hakan Fidan further heightened tensions between the two countries. A social media post by Azerbaijan’s first lady, Mehriban Aliyeva, showing Fidan with his head lowered during a dinner hosted by Azerbaijani President Ilham Aliyev in Baku on October 14, 2026, ahead of the seventh Conference on Interaction and Confidence Building Measures in Asia (CICA) Summit on October 15, drew criticism from pro-government Turkish media outlets and social media users, who found the image offensive and interpreted its selection as a deliberate political message to Ankara.
Turkey’s embassy in Baku issued a forceful denial, denying allegations of secret meetings, intelligence operations and attempts to recruit agents of influence. It said Fidan had merely posed for courtesy photographs with representatives of a legally registered organization and denied the existence of a purported document attributed to him. The Qafqazinfo article was subsequently removed.
Concerns surrounding TIKA have a longer history. Nordic Monitor reported on February 27, 2021, that Fidan had used his brother-in-law, Ali Özgun Özturk, then responsible for TIKA’s Central Asia and Caucasus department, to facilitate covert intelligence operations through development and cultural activities.
The investigation described how overseas projects provided opportunities to establish relationships with foreign officials, cultivate contacts and develop informants. Fidan’s earlier leadership of TIKA gave him extensive familiarity with the agency’s personnel and international operations before his appointment as intelligence chief.
TIKA has maintained a substantial presence in Azerbaijan since the country’s independence. According to Azerbaijan’s economy ministry, the agency implemented 1,748 projects and activities between 1992 and 2025, covering education, healthcare, agriculture, infrastructure and cultural heritage.
Official records list 26 completed projects in 2026 and another 24 continuing activities. TIKA signed a cooperation agreement with the Azerbaijan International Development Agency (AIDA) on September 10 and continues supporting cultural heritage projects in Karabakh and East Zangezur.
The scope of TİKA’s operations means potential restrictions could affect established development cooperation. Tighter supervision of personnel, financial activities and educational projects could become relevant if Baku decides to turn its political dissatisfaction into administrative measures.
Turkish Islamist organizations face similar scrutiny. The IHH, an Islamist humanitarian foundation active in conflict-affected regions, has been accused by Azerbaijani media of maintaining connections with Islamist networks through overseas assistance programs.
The Aziz Mahmud Hudayi Foundation, affiliated with Turkey’s Erenkoy religious community, has faced accusations concerning its educational and humanitarian activities. The foundation belongs to a religious network historically associated with Turkey’s conservative political establishment.
Its relationship with Erdogan’s government has also attracted attention following an October 13 statement criticizing a financial investment fund scandal, corruption, favoritism and inadequate regulatory oversight in Turkey.

Turkish President Recep Tayyip Erdogan (L) and Bulent Yildirim (R), head of the Foundation for Human Rights and Freedoms and Humanitarian Relief (IHH), a Turkish organization accused of links to jihadist groups and recently targeted by Azerbaijani media over its alleged role in Turkey’s intelligence and political influence networks.
The foundation blamed the scandal on failures of supervision and favoritism, demanding accountability for those responsible. Its unusually forceful intervention raised questions about tensions within Erdogan’s religious conservative constituency and whether the foundation was seeking greater institutional distance from the government.
Another institution relevant to Turkey’s international religious presence is the Presidency of Religious Affairs (Diyanet), the state authority responsible for Islamic religious services and cooperation with religious institutions abroad.
Nordic Monitor previously reported that Turkish intelligence agencies coordinated with religious officials serving overseas to gather information, including through the Diyanet’s international networks.
The Diyanet maintains formal relations with Azerbaijan’s religious administration. Its president, Safi Arpagus, attended a September 14 gathering of religious leaders from the Organization of Turkic States in Baku and was received by Aliyev the following day. No specific new Azerbaijani restrictions against Diyanet have been announced.
The broader dispute developed after Azerbaijan tightened school uniform regulations in September, effectively prohibiting Islamic headscarves in state schools. The restrictions provoked criticism from Turkish Islamist organizations, religious activists and conservative political figures.
Azerbaijani authorities regarded some of the criticism as interference in its domestic affairs. The confrontation subsequently expanded to foreign religious influence, political activism and Ankara’s institutional involvement in Azerbaijan.

Turkish President Recep Tayyip Erdogan’s gesture toward Azerbaijani Foreign Minister Jeyhun Bayramov during the 13th Organization of Turkic States (OTS) summit in Ankara on October 30, 2026, was also interpreted as a political message amid growing tensions between the two countries. Erdogan was photographed touching Bayramov’s cheek in an unusually familiar gesture as the minister attended the summit in place of Azerbaijani President Ilham Aliyev, whose absence fueled speculation about the deepening diplomatic rift.
Baku has also taken measures against individual Turkish citizens. Azerbaijani authorities reportedly placed 31 Turkish nationals on an entry ban list over criticism of the country’s religious policies, prompting complaints from Turkish lawmakers.
During an October 27 meeting of the Turkish Parliament’s Foreign Affairs Committee, Deputy Foreign Minister Zeki Levent Gümrükçü acknowledged that Ankara was discussing recent disagreements with Azerbaijani officials. He said sensitive issues should be addressed through diplomatic channels rather than public confrontation.
Gümrükçü denied claims that Turkey’s ambassador had been summoned to Azerbaijan’s Foreign Ministry, either formally or informally. His remarks confirmed that diplomatic contacts were continuing but provided no indication that the underlying disputes had been resolved.
The dispute is further complicated by extensive business ties between Erdogan’s family and Azerbaijan’s ruling elite. Erdogan’s relatives and close associates have financial interests linked to Azerbaijan, including agriculture, shipping, defense and construction. With Azerbaijani investments in Turkey reaching $21.1 billion between 1995 and 2025, these intertwined interests could limit Ankara’s room for maneuver as diplomatic tensions continue to escalate.
Source: https://nordicmonitor.com/2026/11/azerbaijans-rift-with-erdogan-widens-as-concerns-grow-over-turkish-intelligence-and-islamist-networks/
Αζερμπαϊτζάν
μυστικές υπηρεσίες
Οργ. Τουρκογενών Κρατών
Τουρκία
Nord Stream
σχόλιο iΕpikaira





.png)
