Ανεστάλησαν οι φορτώσεις πετρελαίου στο λιμάνι Γιανμπού της Σαουδικής Αραβίας στην Ερυθρά Θάλασσα, λίγες ημέρες αφότου ο μεγαλύτερος εξαγωγέας αργού πετρελαίου στον κόσμο έκλεισε τον αγωγό Ανατολής-Δύσης λόγω επίθεσης των Χούθι της Υεμένης, τόνισαν σήμερα πηγές του ναυτιλιακού κλάδου.
Η φύση της διεθνούς πολιτικής και του πολέμου δεν άλλαξαν, ούτε εξαφανίστηκαν οι παραδοσιακοί μηχανισμοί της ισχύος και της εξισορρόπησης. Αυτό που άλλαξε είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργούν
Ο όρος «πολυκρίση» χρησιμοποιήθηκε τα τελευταία χρόνια για να περιγράψει τη συνύπαρξη πολλών κρίσεων που αλληλεπιδρούν και ενισχύουν η μία την άλλη. Το πρόβλημα σήμερα είναι βαθύτερο. Οι κρίσεις δεν είναι πλέον παρεκκλίσεις από την κανονικότητα. Είναι η νέα κανονικότητα. Ο πλανήτης έχει εισέλθει σε μια περίοδο διαρκούς και επιταχυνόμενης γεωπολιτικής και γεωοικονομικής αστάθειας.
Οι εκδηλώσεις αυτού του φαινομένου είναι ήδη ορατές. Ο πόλεμος στην Ουκρανία βρίσκεται στο πέμπτο έτος του χωρίς ορατή διέξοδο. Οχι μόνο δεν βρισκόμαστε κοντά στο τέλος του πολέμου, αλλά αντίθετα αυξάνονται οι ενδείξεις γεωγραφικής και λειτουργικής κλιμάκωσής του. Η Ουκρανία κλιμακώνει πλήττοντας σε μεγάλο γεωγραφικό βάθος ενεργειακές, βιομηχανικές και στρατιωτικές υποδομές της Ρωσίας. Η Μόσχα, από την πλευρά της, κλιμακώνει εντατικοποιώντας τις επιθέσεις εναντίον της Ουκρανίας, χωρίς όμως να μπορεί να επιτύχει αποφασιστικό πολιτικό αποτέλεσμα.
Το πρόβλημα για τη Ρωσία είναι ότι το «στρατηγικό βάθος» της Ουκρανίας δεν βρίσκεται στο ουκρανικό έδαφος. Βρίσκεται στην Ευρώπη, η οποία παρέχει όπλα, οικονομικούς πόρους, πληροφορίες και διπλωματική υποστήριξη. Αυτό δημιουργεί ισχυρό κίνητρο στη Μόσχα να διευρύνει το γεωγραφικό πεδίο της αναμέτρησης, αυξάνοντας το κόστος για τις χώρες που στηρίζουν το Κίεβο, χωρίς ταυτόχρονα να περάσει το κατώφλι της στρατιωτικής σύγκρουσης με χώρες του ΝΑΤΟ. Κάτι τέτοιο θα δοκίμαζε μεν τη συνοχή της Ατλαντικής Συμμαχίας αλλά θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Ετσι βλέπουμε επιθέσεις στους κόμβους διοικητικής υποστήριξης που συνδέουν την Ουκρανία με ευρωπαϊκές χώρες (όπως πρόσφατα στα σύνορα Ουκρανίας – Ρουμανίας), υβριδικές επιθέσεις, κυβερνοεπιθέσεις και προσπάθειες διατάραξης μεταφορικών και επικοινωνιακών δραστηριοτήτων. Ταυτόχρονα η Μόσχα μεταφέρει τεχνογνωσία παραγωγής υπερηχητικών πυραύλων στο Ιράν για να αυξήσει το κόστος στις ΗΠΑ. Τέλος, αναζητεί τρόπους να στείλει το ηχηρό μήνυμα (signaling) ότι είναι έτοιμη να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα. Ολα αυτά προοιωνίζονται περαιτέρω κλιμάκωση.
Κλιμάκωση έχουμε και στον Περσικό Κόλπο. Ο εξάμηνος πόλεμος έχει ήδη περιορίσει την ελευθερία της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, έχει επηρεάσει τις θαλάσσιες μεταφορές στην Ερυθρά Θάλασσα και έχει αναδιατάξει τις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές. Ο πόλεμος ΗΠΑ – Ιράν δείχνει πώς μια περιφερειακή σύγκρουση μπορεί εύκολα να επεκταθεί γεωγραφικά και να αποκτήσει παγκόσμιες διαστάσεις.
Τα παραπάνω δεν αποτελούν μια σειρά άσχετων γεγονότων. Πίσω τους βρίσκονται βαθύτερες μεταβολές στη δομή και τη λειτουργία του διεθνούς συστήματος.
Η πρώτη είναι η διάχυση και ανακατανομή της ισχύος. Η συγκέντρωση ισχύος στα χέρια των ΗΠΑ μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Η άνοδος της κινεζικής ισχύος αποτελεί τη σημαντικότερη έκφραση αυτής της μεταβολής και έχει οδηγήσει σε έναν νέο, σφοδρό γεωπολιτικό και γεωοικονομικό ανταγωνισμό. Το πεδίο αυτού του ανταγωνισμού βρίσκεται στην περιφέρεια της Ευρασίας (Rimland): από τη Βαλτική και τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο, την Ερυθρά Θάλασσα, τον Περσικό Κόλπο και τις θάλασσες της Ανατολικής Ασίας. Ολες οι θαλάσσιες περιοχές γύρω από την Ευρασία «έχουν πάρει φωτιά». [iEpikaira: Περισσότερα ΕΔΩ και ΕΔΩ και ΕΔΩ!] Ταυτόχρονα, ισχύς διαχέεται προς μεσαίες δυνάμεις όπως η Ινδία, η Τουρκία, η Ινδονησία και η Βραζιλία, αλλά και προς μικρότερους κρατικούς και μη κρατικούς δρώντες. Εδώ η γεωπολιτική μεταβολή συναντά την τεχνολογική. Drones, εμπορικοί δορυφόροι, φτηνοί αισθητήρες, όπλα εξαιρετικής ακριβείας στόχευσης και τεχνητή νοημοσύνη έχουν μειώσει το κόστος απόκτησης σημαντικών στρατιωτικών δυνατοτήτων.
Αυτό δεν σημαίνει εξίσωση ισχύος. Οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ρωσία εξακολουθούν να διαθέτουν πολύ μεγαλύτερη συνολική ισχύ από τους υπόλοιπους δρώντες. Η τεχνολογική διάχυση όμως επιτρέπει σε έναν ασθενέστερο δρώντα να επιβάλλει δυσανάλογο κόστος σε έναν ισχυρότερο. Οι Χούθι δεν χρειάζεται να ελέγχουν την Ερυθρά Θάλασσα για να διαταράξουν τη ναυσιπλοΐα. Αρκεί να αυξήσουν το ρίσκο διέλευσης. Το ίδιο ισχύει και για το Ιράν: δεν χρειάζεται να κυριαρχεί στον Περσικό Κόλπο για να αυξήσει το κόστος και το ρίσκο διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ. Η Ουκρανία δεν χρειάζεται να αποκτήσει αεροπορική υπεροχή για να πλήττει κρίσιμες ρωσικές υποδομές σε μεγάλο γεωγραφικό βάθος.
Αλλάζει ταυτόχρονα και η οικονομία του πολέμου. Φτηνά drones αναγκάζουν αμυνόμενους να χρησιμοποιούν πανάκριβα συστήματα προστασίας. Οπλα εξαιρετικής ακριβείας στόχευσης μπορούν πλέον να παραχθούν σε μεγάλους αριθμούς, να δημιουργήσουν κορεσμό στις αντίπαλες άμυνες και να εξαντλήσουν τα αποθέματα κάθε αμυνόμενου. Η τεχνητή νοημοσύνη προσθέτει μια ακόμη διάσταση: επιτρέπει την ενοποίηση αισθητήρων, πληροφοριών, επικοινωνιών, διαδικασιών επιλογής στόχων και οπλικών συστημάτων. Ο ανταγωνισμός δεν διεξάγεται πλέον ανάμεσα σε μεμονωμένα οπλικά συστήματα αλλά ανάμεσα σε ολόκληρες στρατιωτικές αρχιτεκτονικές: ποιος συλλέγει καλύτερα πληροφορίες, ποιος τις επεξεργάζεται ταχύτερα και ποιος τις αξιοποιεί αποτελεσματικότερα.
Η δεύτερη βαθιά μεταβολή αφορά την ίδια τη διεθνή τάξη. Οι ΗΠΑ λειτούργησαν επί δεκαετίες ως ο βασικός πυλώνας της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Σήμερα, όμως, δεν μπορούν να υποστηρίξουν τις δεσμεύσεις που συσσώρευσαν στην περίοδο της ηγεμονίας τους. Δεν επαρκούν οι διαθέσιμοι πόροι για να υποστηρίξουν ταυτόχρονα συμμαχίες στην Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή και στην Ασία. Για αυτό προσπαθούν να απεγκλωβιστούν από τις δεσμεύσεις τους στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή ώστε να επικεντρωθούν στην Ανατολική Ασία όπου βρίσκεται ο κύριος ανταγωνιστής τους, η Κίνα. [iEpikaira: Περισσότερα ΕΔΩ!]
Ο πόλεμος στον Κόλπο κατέστησε ορατούς τους αμερικανικούς περιορισμούς σε αποθέματα πυρομαχικών, οπλικών συστημάτων, διαθεσιμότητας στρατιωτικών δυνάμεων και γενικότερα δυνατότητας ταυτόχρονης παρουσίας σε πολλά μέτωπα. Για να συγκεντρώσουν δυνάμεις στον Κόλπο, έπρεπε να τις αποσύρουν από το κύριο μέτωπο, την Ανατολική Ασία.
Την ίδια στιγμή, η Ουάσιγκτον αμφισβητεί πλευρές της μεταπολεμικής τάξης που η ίδια οικοδόμησε. Οι ιμπεριαλιστικές πολιτικές της στη Βενεζουέλα, ο εμπορικός πόλεμος κατά του Καναδά και οι απειλές για κατάληψη της Γροιλανδίας ενισχύουν την αβεβαιότητα για τον χαρακτήρα της αμερικανικής ισχύος. Οι ΗΠΑ έχουν πλέον μετατραπεί σε πηγή αστάθειας στο διεθνές σύστημα και συμπεριφέρονται στους συμμάχους τους ως να ήταν δορυφόροι. Ετσι δεν πρέπει να αιφνιδιάζει κανένα ότι οι σύμμαχοί τους αντιδρούν αναζητώντας εναλλακτικές διευθετήσεις ασφαλείας. Η Συμφωνία της Μέκκας μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν μπορεί να διαβαστεί μέσα από αυτό το πρίσμα. Η ίδια λογική εξηγεί τη συζήτηση για ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και την αναζήτησή πυρηνικών επιλογών από Νότια Κορέα, Ιαπωνία και Πολωνία. Η αβεβαιότητα για την αξιοπιστία των συμμαχιών ενισχύει τη λογική της αυτοβοήθειας.
Η τρίτη μεταβολή είναι η εργαλειοποίηση της οικονομικής αλληλεξάρτησης. Η παγκοσμιοποίηση αναπτύχθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία η λογική της οικονομικής αποτελεσματικότητας υπερίσχυε της γεωπολιτικής λογικής. Αυτό άλλαξε με την άνοδο της Κίνας και την επιστροφή του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων. Η διασύνδεση των οικονομιών μετατράπηκε έτσι σε πεδίο αντιπαράθεσης. Χρηματοπιστωτικά δίκτυα, τεχνολογία, σπάνιες γαίες, ενέργεια, λιμάνια, ναυτιλία, θαλάσσιες διαδρομές και εφοδιαστικές αλυσίδες αποτελούν πλέον εργαλεία γεωοικονομικού πολέμου. Οι ΗΠΑ οπλοποιούν την κυριαρχία τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, στην τεχνολογία και στην ενέργεια. Η Κίνα με τη σειρά της οπλοποιεί τη βιομηχανική της παραγωγή, τις εφοδιαστικές αλυσίδες και τις σπάνιες γαίες.
Η φύση της διεθνούς πολιτικής και του πολέμου δεν άλλαξαν, ούτε εξαφανίστηκαν οι παραδοσιακοί μηχανισμοί της ισχύος και της εξισορρόπησης. Αυτό που άλλαξε είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργούν. Η διάχυση της ισχύος, η τεχνολογική επανάσταση, η εργαλειοποίηση της αλληλεξάρτησης και η μειωμένη ικανότητα της ηγεμονικής δύναμης να οργανώνει μόνη της τη διεθνή τάξη δημιουργούν πολλαπλά σημεία τριβής, περισσότερους δρώντες ικανούς να προκαλέσουν αναταραχή και περισσότερους μηχανισμούς μέσω των οποίων μια τοπική κρίση μπορεί να μεταδοθεί σε όλον τον πλανήτη.
Αυτός είναι ο λόγος που η πολυκρίση έχει μετατραπεί σε μόνιμη κρίση.
*Ομότιμος καθηγητής Στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και πρόεδρος του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων. tovima.gr
Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες η γεωπολιτική πραγματικότητα συμπυκνώνεται σε λίγες γραμμές. Για τη Σαουδική Αραβία, αυτή είναι μία από αυτές. Η μεγαλύτερη πετρελαιοπαραγωγός δύναμη του αραβικού κόσμου βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια κατάσταση που δύσκολα θα μπορούσε να προβλέψει όταν επένδυε στρατηγικά στη συμμαχία και στην αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας!
Το Ορμούζ έχει ουσιαστικά κλείσει. Ο μοναδικός κρίσιμος χερσαίος δρόμος που μπορούσε να παρακάμψει το Ορμούζ χτυπήθηκε από drones που, σύμφωνα με τις σαουδαραβικές και ιρακινές αρχές, εκτοξεύθηκαν από ιρακινό έδαφος. Και την ίδια στιγμή οι Χούθι κατέχουν ένα πολύ μεγάλο μέρος της ακτογραμμής στην Ερυθρά ενώ χθες πάτησαν στο νησί Περίμ στο Στενό Μπαμπ ελ Μαντέμπ!
Και όταν το Ριάντ με τα 384 υπερσύγχρονα Αεροσκάφη ζήτησε από την Ουάσιγκτον να αναλάβει στρατιωτική δράση εναντίον των Χούθι, ο Ντόναλντ Τραμπ είπε απλά… όχι! Αυτό για το Βασίλειο των Σαούντ αποτελεί στρατηγικό εφιάλτη.
Ο μεγάλος σύμμαχος της Αμερικής στον Κόλπο πλήττεται
Ο Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε, μετά και από τις πιέσεις του Ισραηλινού Πρωθυπουργού Νετανιάχου, να οδηγήσει τις ΗΠΑ σε έναν πόλεμο με το Ιράν. Η λογική ήταν γνωστή. Συντριπτική αμερικανική ισχύς, αποδυνάμωση της Τεχεράνης, περιορισμός των ιρανικών δυνατοτήτων και αποκατάσταση της αμερικανικής στρατηγικής κυριαρχίας στη Μέση Ανατολή.
Μόνο που ο πόλεμος έχει την δική του δυναμική και παράγει συνέπειες που δεν υπακούουν στις αρχικές διακηρύξεις. Σήμερα η Σαουδική Αραβία πληρώνει ένα σημαντικό μέρος του λογαριασμού ενός πολέμου που δεν ξεκίνησε η ίδια!
Ο αγωγός Ανατολής-Δύσης (East-West Pipeline), ο οποίος απόκτησε τεράστια σημασία ακριβώς επειδή μπορούσε να παρακάμψει το Ορμούζ που ουσιαστικά είχε κλείσει, χτυπήθηκε την 9η Σεπτεμβρίου από drones που σύμφωνα με το Ριάντ εκτοξεύθηκαν από το Ιράκ. Το Βασίλειο αποφάσισε να τον κλείσει προσωρινά για λόγους ασφαλείας. Μήκους περίπου 1.200 χιλιομέτρων μετέφερε τους τελευταίους μήνες 4–5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 4–5% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου. Άλλο ένα σημαντικό πρόβλημα στον ενεργειακό εφοδιασμό. Με την προέλαση των φιλοιρανών Χούθι στην δυτική πλευρά της Αραβικής Χερσονήσου οι εναλλακτικές της Σαουδικής Αραβίας περιορίζονται ταυτόχρονα από ανατολάς, βορρά και νότο.
Το παράδοξο του East-West Pipeline
Η Σαουδική Αραβία δημιούργησε τον East-West Pipeline ακριβώς για να έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει πετρέλαιο προς την Ερυθρά Θάλασσα χωρίς να εξαρτάται από το Στενό του Ορμούζ. Τώρα, όμως, και αυτή η εναλλακτική διαδρομή τίθεται εκτός λειτουργίας.
Έτσι, οι Σαουδάραβες βρίσκονται αντιμέτωποι με μια σχεδόν πρωτοφανή γεωστρατηγική συγκυρία! Στενό Ορμούζ, κλειστό ή δραματικά περιορισμένο, East-West Pipeline εκτός λειτουργίας και το Στενό του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ να απειλείται και η Ερυθρά Θάλασσα να καθίσταται επικίνδυνη για τη ναυσιπλοΐα. Πρόκειται για κρίση στρατηγικού βάθους.
Η μεγάλη αμερικανική αντίφαση
Η Σαουδική Αραβία έχει επενδύσει επί δεκαετίες στην αμερικανική στρατηγική προστασία. Το Βασίλειο παρέχει ενέργεια και στρατηγική συνεργασία και η Ουάσιγκτον παρέχει ασφάλεια. Σήμερα ανακαλύπτει το δυσάρεστο όριο αυτής της συμφωνίας.
Ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν τηλεφώνησε δύο φορές στον Τραμπ ζητώντας αμερικανικά πλήγματα κατά των Χούθι. Η απάντηση ήταν αρνητική. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες του Axios, η Ουάσιγκτον προτίθεται να προσφέρει πληροφορίες και υποστήριξη στον εντοπισμό στόχων, αλλά δεν επιθυμεί άμεση στρατιωτική εμπλοκή εναντίον των Χούθι αυτή τη στιγμή.
Εδώ μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της σημερινής αμερικανικής στρατηγικής. Η Ουάσιγκτον θέλει να διατηρήσει ανοικτές τις παγκόσμιες θαλάσσιες οδούς. Θέλει να περιορίσει το Ιράν. Θέλει να προστατεύσει τη Σαουδική Αραβία. Αλλά ταυτόχρονα θέλει να αποφύγει και τρίτο στρατιωτικό μέτωπο στην Υεμένη.
Ο Τραμπ φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι ο πόλεμος άνοιξε περισσότερα μέτωπα από όσα μπορεί εύκολα να διαχειριστεί. Αυτό όμως δημιουργεί ένα πολύ δύσκολο ερώτημα για τους συμμάχους της Αμερικής. Τι ακριβώς σημαίνει η αμερικανική εγγύηση ασφαλείας όταν η Ουάσιγκτον αποφασίζει ότι η άμεση υπεράσπιση του συμμάχου της είναι πλέον υπερβολικά επικίνδυνη;
Ιράκ, η δεύτερη μεγάλη ειρωνεία
Το Ιράκ υπήρξε αντικείμενο της αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης του 2003 και της μακράς αμερικανικής παρουσίας που ακολούθησε. Σήμερα, 23 χρόνια μετά την εισβολή, ιρακινό έδαφος χρησιμοποιείται από ένοπλες φιλοϊρανικές δυνάμεις για επιθέσεις εναντίον ενός από τους σημαντικότερους Αμερικανούς συμμάχους στη Μέση Ανατολή.
Οι ιρακινές αρχές επιβεβαίωσαν ότι οι επιθέσεις προήλθαν από το ιρακινό έδαφος και απέπεμψαν διοικητή που είχε την ευθύνη επιχειρήσεων στην επαρχία Μισάν. Το Ριάντ, ύστερα από έκκληση του Ιρακινού πρωθυπουργού, επέλεξε προς το παρόν να μην ανταποδώσει, διατηρώντας όμως το δικαίωμα να λάβει μέτρα για την προστασία του.
Πρόκειται για μία σκληρή υπενθύμιση των απρόβλεπτων συνεπειών των πολέμων. Η Αμερική ανέτρεψε τον Σαντάμ Χουσεΐν με στόχο, μεταξύ άλλων, την αναμόρφωση της Μέσης Ανατολής. Το αποτέλεσμα όμως ήταν ένα Ιράκ όπου η ιρανική επιρροή απέκτησε τεράστιο βάθος. Να και άλλο στρατηγικό μάθημα.
Ο ρόλος των Χούθι
Και τώρα έρχεται η Υεμένη. Οι Χούθι, μια μη κρατική δύναμη που άντεξε επί χρόνια τη στρατιωτική εκστρατεία της Σαουδικής Αραβίας, επανέρχονται σήμερα στο προσκήνιο με εντυπωσιακή ταχύτητα.
Έχουν προωθηθεί κατά μήκος της ακτής της Ερυθράς Θάλασσας, έχουν καταλάβει τη Μόχα και το στρατηγικής σημασίας νησί Πέριμ στο Μπαμπ ελ-Μαντέμπ απειλώντας άμεσα τη ναυσιπλοΐα και τις εναλλακτικές οδούς εξαγωγής πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας.
Εδώ είναι το στρατηγικό δίλημμα της Ουάσιγκτον! Αν χτυπήσει τους Χούθι, κινδυνεύει να ανοίξει νέο μέτωπο με το Ιράν. Αν δεν τους χτυπήσει, τους επιτρέπει να ενισχύσουν τον έλεγχό τους σε ένα από τα σημαντικότερα chokepoints (σημ. λαιμός-σημεία στραγγαλισμού): του πλανήτη. Ο Τραμπ επέλεξε μέχρι στιγμής το δεύτερο κάτι που δείχνει και τα όρια της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος.
Η Σαουδική Αραβία πληρώνει δύο φορές
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για το Ριάντ είναι οικονομικό. Η Σαουδική Αραβία, μια πετρελαϊκή οικονομία που βρίσκεται στη μέση μιας τεράστιας προσπάθειας διαφοροποίησης μέσω του Οράματος 2030. Για να χρηματοδοτήσει αυτή τη μετάβαση χρειάζεται σταθερά έσοδα από το πετρέλαιο, επενδύσεις, δημοσιονομική προβλεψιμότητα και ασφαλές περιφερειακό περιβάλλον. Ο πόλεμος κάνει ακριβώς το αντίθετο.
Και απειλεί τη μεγάλη γεωοικονομική φιλοδοξία του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν να μετατρέψει τη Σαουδική Αραβία σε παγκόσμιο επενδυτικό, τουριστικό και τεχνολογικό κέντρο. Δεν μπορείς να οικοδομήσεις Όραμα 2030 πάνω σε μια πολεμική περιοχή.
Το …«αντεστραμμένο πετροδολάριο»
Για δεκαετίες, τα πετροδολάρια των πετρελαιοπαραγωγών κρατών του Κόλπου διοχετεύονταν σε σημαντικό βαθμό στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, μεταξύ άλλων σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα και άλλα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία.
Η σταθερότητα της σχέσης αυτής βασιζόταν στην παρακάτω αλληλουχία. Η Σαουδική Αραβία πουλά πετρέλαιο, αποκτά δολάρια, επενδύει μέρος αυτών των δολαρίων και οι ΗΠΑ παρέχουν ασφάλεια και πρόσβαση στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η σημερινή κρίση μπορεί να δημιουργήσει την αντίστροφη δυναμική και το Ριάντ θα χρειαστεί μεγαλύτερη ρευστότητα.
Τότε το ερώτημα δεν θα είναι πόσα πετροδολάρια θα επενδύει αλλά πόσα από τα συσσωρευμένα περιουσιακά της στοιχεία θα χρειαστεί να ρευστοποιήσει. Αυτό οι ειδικοί το αποκαλούν μορφή «αντεστραμμένου πετροδολαρίου».
Το στρατηγικό λάθος του Τραμπ
Το πρόβλημα του Τραμπ δεν είναι τόσο ότι δεν κέρδισε τον πόλεμο αλλά ότι τον ξεκίνησε χωρίς να έχει εξασφαλίσει ότι μπορεί να ελέγξει τις στρατηγικές του συνέπειες.
Και όχι μόνον απέτυχε να κερδίσει αλλά προκάλεσε το κλείσιμο του Στενού Ορμούζ, παγκόσμια οικονομική και ενεργειακή κρίση, επιθέσεις κατά της Σαουδικής Αραβίας, αναζωπύρωση του πολέμου στην Υεμένη, πίεση στο Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και αποσταθεροποίηση των ίδιων των συμμάχων του. Μία στρατηγική αλυσιδωτή αντίδραση.
Και το ερώτημα που πρέπει να απαντήσει ο Τραμπ
Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα παρουσιάσει τον εαυτό του ως τον πρόεδρο που μπορεί να τερματίζει πολέμους. Τώρα βρίσκεται μπροστά στο αντίθετο πρόβλημα. Ο πόλεμος επιλογής του άνοιξε περισσότερα μέτωπα από όσα μπορεί πολιτικά και στρατιωτικά να διαχειριστεί.
Το Ιράν δεν είναι απομονωμένο. Το Ιράκ παραμένει πεδίο δράσης φιλοϊρανικών δυνάμεων. Οι Χούθι έχουν τη δυνατότητα να απειλήσουν το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Η Σαουδική Αραβία ζητά αμερικανική στρατιωτική βοήθεια. Και η Ουάσιγκτον απαντά ότι δεν θέλει να ανοίξει άλλο μέτωπο. Δηλαδή ξεκίνησε τον πόλεμο πιστεύοντας ότι θα ενισχύσει την αμερικανική ισχύ και τώρα την περιορίζει για να μην επεκταθεί ο πόλεμος.
Ο λογαριασμός μεταφέρεται ήδη στην παγκόσμια οικονομία.
Όταν ταυτόχρονα διαταράσσονται το Ορμούζ, το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και μια βασική χερσαία εξαγωγική αρτηρία της Σαουδικής Αραβίας, δεν έχουμε πλέον ένα απλό ενεργειακό σοκ. Έχουμε ένα σοκ προσφοράς που μπορεί να μεταδοθεί από την ενέργεια στις μεταφορές, από τις μεταφορές στον πληθωρισμό και από τον πληθωρισμό στα επιτόκια και την ανάπτυξη.
Το Brent έχει ήδη ξεπεράσει τα 100 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι αγορές προεξοφλούν ότι οι διαταραχές στις εξαγωγικές διαδρομές μπορεί να παραταθούν. Δεν χρειάζεται να χαθεί όλη η παραγωγή πετρελαίου για να εκτοξευθεί η τιμή. Αρκεί να αυξηθεί η αβεβαιότητα για το πόσο πετρέλαιο μπορεί να φτάσει εγκαίρως στην αγορά.
Εάν τα εμπορικά πλοία αποφεύγουν το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και την Ερυθρά Θάλασσα, η εναλλακτική είναι ο περίπλους της Αφρικής μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας με ότι αυτό σημαίνει στα ναύλα. Αυτό είναι το ιδιαίτερα ύπουλο χαρακτηριστικό μιας κρίσης στα chokepoints η διαταραχή μεταφέρεται σε ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού.
Εάν το πετρέλαιο παραμείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα πάνω από τα 100 δολάρια, ενώ παράλληλα αυξηθούν τα μεταφορικά κόστη και διαταραχθούν οι εφοδιαστικές αλυσίδες, η παγκόσμια οικονομία μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με το φάντασμα του στασιμοπληθωρισμού. Δεν αντιμετωπίζεται εύκολα ούτε με δημοσιονομικά μέτρα ούτε με νομισματική πολιτική. Η εμπειρία των μεγάλων πετρελαϊκών κρίσεων δείχνει ότι ένα παρατεταμένο ενεργειακό σοκ μπορεί να μετατραπεί σε ύφεση.
Για την Ευρώπη το πρόβλημα είναι διπλό. Από τη μία πλευρά, εξαρτάται από τις διεθνείς ενεργειακές αγορές. Από την άλλη, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις θαλάσσιες εμπορικές οδούς που συνδέουν την Ασία με τη Μεσόγειο. Εάν το Σουέζ και η Ερυθρά Θάλασσα παραμείνουν προβληματικά, η Ευρώπη θα αντιμετωπίσει υψηλότερο κόστος εισαγωγών και μεγαλύτερους χρόνους παράδοσης.
Για τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες αυτό σημαίνει μειωμένη ανταγωνιστικότητα. Για τους καταναλωτές σημαίνει ακριβότερα προϊόντα. Για τις κυβερνήσεις σημαίνει μεγαλύτερη πίεση για επιδοτήσεις καυσίμων και κοινωνική προστασία. Ενώ και Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα έχει δυσχέρεια να πολεμήσει τον πληθωρισμό την ώρα που η οικονομία χρειάζεται χαμηλότερο κόστος χρήματος.
Ούτε όμως η Ασία μπορεί να θεωρεί ότι βρίσκεται μακριά από την κρίση. Κίνα, Ινδία, Ιαπωνία και Νότια Κορέα εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές ενεργειακών προϊόντων και από ασφαλείς θαλάσσιες οδούς. Επομένως, η διατάραξη των θαλάσσιων δρόμων δεν είναι απλώς πρόβλημα των πετρελαιοπαραγωγών χωρών. Είναι πρόβλημα των μεγάλων βιομηχανικών οικονομιών του πλανήτη.
Είναι όμως και οι αγορές χρήματος και τα ομόλογα. Η άνοδος του πληθωρισμού μπορεί να περιορίσει τη δυνατότητα των κεντρικών τραπεζών να μειώσουν τα επιτόκια. Αυτό σημαίνει υψηλότερο κόστος δανεισμού για κράτη, επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Το βασανιστικό ερώτημα
Τι πολιτικό και οικονομικό σύστημα θα υπάρχει όταν τελειώσει ο πόλεμος; Γιατί η στρατιωτική ισχύς μπορεί να καταστρέψει στόχους. Δεν μπορεί όμως από μόνη της να αποκαταστήσει τις εφοδιαστικές αλυσίδες, να μειώσει το κόστος ενέργειας, να ξανανοίξει τα chokepoints και να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στις διεθνείς αγορές.
Και αν ο πόλεμος συνεχιστεί, ο λογαριασμός δεν θα πληρώνεται μόνο από το Ιράν. Θα πληρώνεται από τη Σαουδική Αραβία, την Ευρώπη, την Ασία, τις επιχειρήσεις, τους καταναλωτές και τελικά ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία.
Διαπιστώσεις – Συμπεράσματα
Η πραγματική δοκιμασία μιας συμμαχίας δεν είναι όταν όλα πηγαίνουν καλά. Είναι όταν ο σύμμαχος βρίσκεται υπό επίθεση. Και αυτή ακριβώς είναι η στιγμή που η Σαουδική Αραβία αναρωτιέται πόσο αξιόπιστη είναι τελικά η αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας.
Ο Τραμπ ξεκίνησε έναν πόλεμο για να αποδυναμώσει το Ιράν. Αλλά ο πόλεμος αποσταθεροποιεί τη Σαουδική Αραβία όπως και όλες τις πετρελαϊκές Μοναρχίες του Κόλπου! Ξεκίνησε για να ενισχύσει την αμερικανική ισχύ. Αλλά τώρα η Αμερική διστάζει να υπερασπιστεί τον σημαντικότερο σύμμαχό της στον Κόλπο.
Επεδίωξε να επιβάλει τάξη στη Μέση Ανατολή. Σήμερα δύο από τα σημαντικότερα θαλάσσια chokepoints του πλανήτη απειλούνται ταυτόχρονα.
Αυτό δεν είναι απλώς το κόστος ενός πολέμου. Είναι το κόστος μιας στρατηγικής που μπέρδεψε τη στρατιωτική ισχύ με τη στρατηγική επίλυση.
Και η Σαουδική Αραβία αναρωτιέται αν μπορεί να εμπιστεύεται μια υπερδύναμη για την προστασία σου όταν η ίδια υπερδύναμη είναι εκείνη που, με τις επιλογές της, διευρύνει το περιβάλλον απειλών γύρω σου;
Ο «λογαριασμός» όμως του πολέμου φθάνει στην παγκόσμια οικονομία με τις τεράστιες αρνητικές συνέπειες να είναι πλέον ορατές. Η Σαουδική Αραβία χάνει εξαγωγικές δυνατότητες, οι τιμές πετρελαίου αυξάνονται, η παγκόσμια ναυτιλία επιβαρύνεται, η Ευρώπη αντιμετωπίζει πληθωριστικές πιέσεις, οι ασιατικές οικονομίες αντιμετωπίζουν ενεργειακή αβεβαιότητα και οι κεντρικές τράπεζες θα δυσκολεύονται πλέον να στηρίξουν την ανάπτυξη.
Έχουμε το θεμελιώδες στρατηγικό παράδοξο. Εδώ χάνεται η οικονομική σταθερότητα του συστήματος που υποτίθεται ότι ο Τραμπ ήθελε να προστατεύσει. Και αυτή είναι ίσως η πιο σοβαρή κριτική που μπορεί να ασκηθεί σήμερα στη στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ.
*Ο Αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Λουκόπουλος είναι Γεωστρατηγικός Αναλυτής. militaire.gr
Η 18η Σύνοδος Κορυφής των BRICS, η οποία ολοκληρώθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 2026 στο Νέο Δελχί της Ινδίας, πραγματοποιήθηκε σε μια από τις πλέον ταραχώδεις και μεταβατικές περιόδους της σύγχρονης παγκόσμιας ιστορίας. Με το παγκόσμιο σύστημα να δοκιμάζεται από ραγδαία κλιμακούμενες στρατιωτικές συγκρούσεις, διευρυνόμενες οικονομικές ανισότητες και ακραίο τεχνολογικό ανταγωνισμό, η Σύνοδος αποτέλεσε ορόσημο. Υπό την ινδική προεδρία, η οποία επικεντρώθηκε στο τετράπτυχο «Ανθεκτικότητα, Καινοτομία, Συνεργασία και Βιωσιμότητα», οι ηγέτες κλήθηκαν να αποδείξουν ότι η πρόσφατη διεύρυνση της ομάδας δεν έχει αλλοιώσει τη δυνατότητά της να διαμορφώνει κοινές θέσεις, παρά τους υφιστάμενους περιορισμούς.
Δριμεία επίθεση κατά της Δύσης εξαπέλυσε ο Βλαντιμίρ Πούτιν από το Νέο Δελχί, κατηγορώντας τους πρώην ανταγωνιστές ότι καταπατούν τον ελεύθερο ανταγωνισμό και καταφεύγουν σε κυρώσεις, μέχρι και σε δολιοφθορές αγωγών, για να διατηρήσουν την ηγεμονία τους.
Το CSIS (Center for Strategic and International Studies) είναι μια από τις πιο γνωστές δεξαμενές σκέψης παγκοσμίως, με έδρα την Ουάσιγκτον, η οποία παρέχει εξειδικευμένες αναλύσεις για ζητήματα γεωπολιτικής, εθνικής ασφάλειας και διεθνών σχέσεων σε κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμούς. Τον Δεκέμβριο του 2025 το CSIS δημοσίευσε μια ενδιαφέρουσα ανάλυση για την Τουρκία η οποία μάλλον πέρασε απαρατήρητη καίτοι κάνει σημαντικές επισημάνσεις.
Τουρκική Εισβολή - Ημερολογιακά τραγικός Ιούλιος και Αύγουστος 1974
Κίσινγκερ, 27.8.1974: Το μεγαλύτερο διπλωματικό κατόρθωμα (των Βρετανών) ήταν που άφησαν εκείνον να φανεί ο κακός των δικών τους διαπραγματεύσεων!
Μέρος Θ’
16 Αυγούστου 1974 ο Alan Goodison στο Φόρεϊν Όφις αποφάσισε: «Κύπρος: Μια Γεωγραφική Λύση»:
Να αποφεύγουν εισηγήσεις ότι, προτιμώντας τον γεωγραφικό διαχωρισμό, δουλεύουν για τη διχοτόμηση γιατί αυτή έχει κακό όνομα διεθνώς και έρχεται κόντρα με τη διευθέτηση του 1960, στον ΟΗΕ και στην Κοινοπολιτεία να χρησιμοποιούν τον όρο «δι-περιφερειακή ομοσπονδία». Πίστευαν ότι αυτή, όπως την ήθελε ο Ντενκτάς, όμως λίγο μικρότερη του 34% υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση, ήταν η καλύτερη λύση.
«…Οι ελπίδες για δραστική διευθέτηση του Κυπριακού εξαρτώνται από το να έχουμε τον Κληρίδη παρά τον Μακάριο στο στάδιο ΙΙΙ. Ο Υπουργός Εξωτερικών (Κάλαχαν) ήδη ενόχλησε τον Μακάριο με το να τον σπρώξει να δηλώσει τους όρους του προτού ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις στη Γενεύη. Αυτή η γραμμή ίσως να εξελιχθεί προς όφελος του Κληρίδη… Θα συνεχίσουμε να βοηθούμε τον Κληρίδη με το να διώξουμε ανεπιθύμητες ελληνικές επιρροές από την Κύπρο και να αποθαρρύνουμε αντίποινα εναντίον της τουρκοκυπριακής κοινότητας έξω από τη ζώνη της…», έγραψε ο πρώτος αξιωματούχος που διαχειριζόταν το Κυπριακό στο Φόρεϊν Όφις.
17 Αυγούστου – Βρετανός πρέσβης στην Ουάσιγκτον προς Κίσινγκερ: «Η δι-περιφερειακή συνεπάγεται μετακίνηση πληθυσμών» (Η δι-περιφερειακή δεν ήταν άλλη από τη βρετανο-τουρκική δικοινοτική διζωνική ομοσπονδία).
23 Αυγούστου – Βρετανός Υπ. Αρμοστής στη Λευκωσία προς Ντενκτάς: «Αν ο Κληρίδης εξασφάλιζε την υποστήριξη της Ελλάδας… θα μπορούσε να πουλήσει τη διζωνική ομοσπονδία στους Ελληνοκυπρίους».
24 Αυγούστου 1974 – Ο Ρ. Ντενκτάς δηλώνει ότι η θέση του είναι μια δι-περιφερειακή ομόσπονδη δημοκρατία της Κύπρου.
27 Αυγούστου – Δύο σημαντικές συναντήσεις. Η μία στο Φόρεϊν Όφις μεταξύ αξιωματούχων και του ειδικού σύμβουλου του Τούρκου Πρωθυπουργού. Ο τελευταίος απέρριψε τη διεθνοποίηση του Κυπριακού, που ζητούσε η Ρωσία, και ζήτησε από το Ηνωμένο Βασίλειο να πιέσει τους Έλληνες για συνομιλίες γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούσαν. Ο Βρετανός Υφυπουργός Ennals συμφώνησε ότι δεν υπήρχε λόγος να καταπιάνονταν με το παρελθόν. Αναζητούσαν λύση που να έδιδε νέα αυτονομία στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, σε μια ομόσπονδη δομή. Μίλησαν για ανταλλαγή πληθυσμών. Ο Goodison είπε ότι, αναμφίβολα, μακροπρόθεσμα θα υπάρξει σταδιακή εθελοντική ανταλλαγή πληθυσμών. Ενδιέφερε άμεσα την Ελλάδα το γεγονός ότι όλοι εκείνοι που έφυγαν από την τουρκική περιοχή έπρεπε να επιστρέψουν για να διευθετήσουν τα περιουσιακά τους. Όμως, οι Τούρκοι είπαν πως τα θέματα αυτά θα βρουν τη λύση τους μετά τη λύση!
Η δεύτερη στην Ουάσιγκτον. Με εντολές Κάλαχαν, ο οποίος ήταν ανήσυχος για τη στάση Κίσινγκερ και ήθελε να κάνει σίγουρο ότι η Βρετανία μπορούσε να βασιστεί στην απόλυτη υποστήριξή του για τη λύση που είχαν αποφασίσει (ΔΔΟ), ομάδα αξιωματούχων του πήγε στις ΗΠΑ και είχε συνάντηση μαζί του.
Παρόντες από βρετανικής πλευράς: Sir John Killick, Mr Sykes, Mr Alexander and Mr Cornish.
Από αμερικανικής πλευράς: Δρ H. Kissinger, Mr Ingersoll, General Scowcroft, Mr Eagleburger, Mr Buffum, Mr Kubisch, Mr Crawford and Mr Stabler.
Διά στόματος Kissinger ακόμα μία σιδεροκέφαλη μαρτυρία ότι οι Βρετανοί είχαν τον έλεγχο, όχι οι Αμερικανοί. Οι Βρετανοί σκόπιμα άφησαν να φανεί ο Κίσινγκερ ο κακός.
«...Ο Sir John Killick είπε ότι ο Callaghan σκόπιμα διατηρούσε χαμηλούς τόνους, προς το παρόν, ενόσω διαρκούσαν οι διπλωματικές επαφές. Ο Δρ Kissinger επενέβη (διέκοψε) για να πει ότι το μεγαλύτερο διπλωματικό κατόρθωμα είχε ήδη επιτευχθεί με το να θεωρούν τον ίδιο ως τον κακό των διαπραγματεύσεών τους (Βρετανών). Αμυνόμενος της στάσης του κατά την κρίση, έκανε ξεκάθαρο ότι θεωρούσε την αμερικανική πολιτική (που διατήρησε) σωστή και πρόσθεσε ότι θα ήταν ακριβώς η ίδια έστω και αν δεν είχαν την προεδρική μεταβατική περίοδο».
Sir John Killick : «Αναγκαίο στοιχείο για τη λύση η ανταλλαγή πληθυσμών, όλες οι πλευρές ήταν δυσαρεστημένες μαζί τους (Βρετανούς) για το ότι δεν χρησιμοποίησαν στρατιωτική δύναμη στο νησί στο πλευρό τους, σύντομα η Τουρκία θα ξεκινούσε τον εποικισμό – χρειαζόντουσαν την αμερικανική υποστήριξη…».
Επενέβη όμως ο Kissinger και είπε ότι «δεν πίστευε πως οι Τούρκοι είχαν τέτοιο παράπονο!» (εφόσον εκείνοι ήταν που τον άφησαν να εισβάλει!).
Ο Κίσινγκερ συμφώνησε με τη γραμμή τους, όμως ήταν πολύ διστακτικός να αφήσει τις ΗΠΑ να πάρουν θέση… Αν η βρετανική πρωτοβουλία αποτύγχανε, θα έλεγαν ότι έφταιγε η Αμερική, που δεν πίεσε αρκετά σκληρά την Άγκυρα. Έτσι, οι ΗΠΑ θα χρεώνονταν την αποτυχία και όχι το Ηνωμένο Βασίλειο.
Και πίστευε ότι, δύο στις τρεις περιπτώσεις, η προτεινόμενη βρετανική πρωτοβουλία θα αποτύγχανε. Δεν ήθελε τις Ηνωμένες Πολιτείες να φορτωθούν την ευθύνη της αποτυχίας και δεν ήταν σίγουρος ότι οι Έλληνες θα δέχονταν τη λύση (των Βρετανών). Αν το Ηνωμένο Βασίλειο ήθελε να βάλει μπροστά την πρωτοβουλία του μόνο του, θα τους έδινε τις ευλογίες του... Οι Βρετανοί τον ρώτησαν αν μπορούσαν να βασίζονταν στην πλήρη υποστήριξή του, αν έβαζαν μπροστά την πρωτοβουλία - πρότασή τους - για δι-περιφερειακή ομοσπονδία (διζωνική). Ο Κίσινγκερ υποσχέθηκε να ενημερώσει τον Αμερικανό Πρόεδρο και να τους δώσει απάντηση την επομένη. Τους την έδωσε, όπως υποσχέθηκε, την επομένη …
Η διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία ήταν και είναι η βρετανο-τουρκική λύση, που προώθησαν οι Βρετανοί με τους Τούρκους από 1956… Το Φόρεϊν Όφις, δε, ξεκίνησε με υπουργική εντολή, σχέδια ανασύστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας σε δύο συνιστώντα κράτη από τις 3.1.1964, σε συνεννόηση με την Τουρκία…
Καταρρίφθηκε προ ετών, τεκμηριωμένα, ιστορικά σιδεροκέφαλα, ο ισοπεδωτικός ανυπόστατος ισχυρισμός, που προβαλλόταν από ορισμένους, ότι η ‘‘διζωνική’’ ήταν του Κίσινγκερ!!!
Ο Κίσινγκερ δικαιώθηκε - Ακόμα προσπαθούν οι Βρετανοί…
Σχετικά προηγούμενα δημοσιεύματα-
ΤΗ ΔΙΖΩΝΙΚΗ ΔΕΝ ‘‘ΕΙΣΗΓΑΓΕ’’ ΟΥΤΕ ‘‘ΕΠΕΒΑΛΕ’’ Ο ΚΙΣΙΝΓΚΕΡ ΑΛΛΑ ΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ ΚΑΙ Η ΑΓΚΥΡΑ. Ο ΚΙΣΙΝΓΚΕΡ ΤΗΝ ΠΡΟΩΘΗΣΕ ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΗ ΒΡΕΤΑΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ,
Στην πρώτη παράγραφο της πρώτης σελίδας των πολυσέλιδων πρακτικών, 27.8.1974, της συνάντησης στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, όταν ο Κίσινγκερ επενέβη για να πει «the great diplomatic feat had already been achieved of casting him as the villain of our (British) negotiations».
Στην πρώτη παράγραφο της 2ης σελίδας η παρέμβαση Κίσινγκερ, «he did not think that the Turks were unhappy on this score!».
Το τηλεγράφημα - ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ του Βρετανού αξιωματούχου, S. J. Killick, 27/8/1974, από την Ουάσιγκτον προς Callaghan, ενημερώνοντάς τον αυθημερόν ότι ο Κίσινγκερ δέχθηκε να υποστηρίξει ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥΣ, ΤΗ ΔΙ-ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ (όπως την είχαν αρχικά ονομάσει, δηλαδή τη ΔΔΟ) ως τη μόνη ρεαλιστική λύση. “He agreed the solution we had in mind (a bi-regional federation…) was the only realistic one».
Χούθι: Πήραν τον έλεγχο ολόκληρης της ακτής της Υεμένης στην Ερυθρά
Οι Χούθι κατέλαβαν τα δύο τελευταία νησιά του Στενού Μπαμπ ελ Μάντεμπ και ελέγχουν πλέον ολόκληρη την ακτή της Υεμένης στην Ερυθρά Θάλασσα, καταγράφοντας τη σημαντικότερη μέχρι σήμερα προώθησή τους προς την κρίσιμη διεθνή ναυτιλιακή οδό.
Οι Χούθι κατέλαβαν τα δύο τελευταία νησιά του Μπαμπ ελ Μάντεμπ, μετά την υποχώρηση των δυνάμεων της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης.
Η οργάνωση ελέγχει πλέον ολόκληρη την ακτή της Υεμένης στην Ερυθρά Θάλασσα, σύμφωνα με Υεμενίτη στρατιωτικό αξιωματούχο.
Οι Χούθι υπόσχονται «ασφαλή» διέλευση από το στενό, εξαιρώντας όμως τη Σαουδική Αραβία, γεγονός που εντείνει τις ανησυχίες για τη διεθνή ναυσιπλοΐα.
Οι φιλοϊρανοί αντάρτες Χούθι της Υεμένης πήραν τον έλεγχο των δύο τελευταίων νησιών του Στενού Μπαμπ ελ Μάντεμπ, δήλωσε σήμερα Υεμενίτης αξιωματούχος.
Το σύνολο της ακτής της Υεμένης στην Ερυθρά Θάλασσα είναι πλέον στα χέρια των Χούθι, οι οποίοι κατέλαβαν τα τελευταία νησιά του στρατηγικής σημασίας Στενού Μπαμπ ελ Μάντεμπ, τόνισε.
“Όλα όσα ήταν υπό τον έλεγχό μας στη δυτική ακτή έχουν καταληφθεί“, δήλωσε στρατιωτικός αξιωματούχος της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Υεμένης, η οποία υποστηρίζεται από το Ριάντ, ενώ οι Υεμενίτες μαχητές είχαν ήδη καταλάβει λίγες ώρες νωρίτερα το νησί Μαγιούν, που είναι επίσης γνωστό με την ονομασία Περίμ και βρίσκεται στο κέντρο του στενού, μετά την υποχώρηση των κυβερνητικών δυνάμεων.
Η κίνηση αυτή σηματοδοτεί την πιο σημαντική προώθηση της οργάνωσης προς τον έλεγχο της κρίσιμης σημασίας ναυτιλιακής οδού.
Παρά τις διεθνείς ανησυχίες, οι Χούθι υπόσχονται την “ασφαλή” διέλευση από το στρατηγικής σημασίας Στενό Μπαμπ ελ Μάντεμπ, το οποίο συνδέει την Ευρώπη με την Ασία, κάτι που δεν θα ισχύει για τον Σαουδάραβα εχθρό τους.
Σε μια αστραπιαία επίθεση, οι μαχητές αυτοί, οι οποίοι ήλεγχαν μέχρι πρότινος ένα μεγάλο μέρος του βόρειου τμήματος της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της πρωτεύουσας Σαναά και της πόλης Χοντέιντα (δυτικά), προωθήθηκαν προς την Ερυθρά Θάλασσα μέσα σε λίγες ημέρες.
[iEpikaira: Κοσμογονία στη Μ. Ανατολή... Η ταυτόχρονη κυριαρχία των Χούθι στο Μπαμπ ελ Μάντεμπ και του Ιράν στο Στενό του Ορμούζ σημαίνει ότι ο έλεγχος των δύο κρισιμότερων παγκόσμιων αρτηριών ενέργειας και εμπορίου είναι πλέον στα χέρια του φιλοϊρανικού «Άξονα της Αντίστασης». Αυτή η διπλή λαβή μετατρέπει την Τεχεράνη σε ρυθμιστή της παγκόσμιας οικονομίας, καθώς της δίνει τη δυνατότητα να στραγγαλίσει την εφοδιαστική αλυσίδα μεταξύ Ασίας και Ευρώπης (ακυρώνοντας την ασφάλεια της διαδρομής προς τη Διώρυγα του Σουέζ) και να μπλοκάρει τη ροή του περσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου, προκαλώντας κατακόρυφη αύξηση στο κόστος των ναύλων, τεράστιες καθυστερήσεις λόγω του περίπλου της Αφρικής και, κατ' επέκταση, σφοδρές παγκόσμιες πληθωριστικές πιέσεις. Σε περιφερειακό επίπεδο, η Σαουδική Αραβία βρίσκεται πλέον σε καθεστώς ιδιότυπης ναυτικής περικύκλωσης, με τις εμπορικές και ενεργειακές της εξαγωγές τόσο από τα ανατολικά όσο και από τα δυτικά να εξαρτώνται από την ανοχή των ορκισμένων εχθρών της. Η εξέλιξη αποτελεί βαρύ χτύπημα επίσης στην παραπαίουσα αιγυπτιακή οικονομία η οποία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από τα έσοδα του Σουέζ. Ταυτόχρονα το Ισραήλ αποκόπτεται από τις αγορές της Ανατολής και τον σύνδεσμο μέσω Ερυθράς Θαλάσσης. Ευρύτερα, η εξέλιξη αυτή ακυρώνει στην πράξη τον παραδοσιακό ναυτικό έλεγχο των ΗΠΑ στην περιοχή, παραδίδοντας στο Ιράν το απόλυτο ασύμμετρο υπερόπλο: την ικανότητα να απειλεί τη διεθνή κοινότητα με ένα ταυτόχρονο εμπορικό και ενεργειακό μπλόκο, υπαγορεύοντας τους γεωπολιτικούς και γεωοικονομικούς όρους του στη Μέση Ανατολή και κατ' επέκταση στην υφήλιο.]
Είναι εντυπωσιακό το πώς η Αθήνα, εγκλωβισμένη στη ρητορική περί Διεθνούς Δικαίου, τείνει να ξεχνά τον πιο αμείλικτο κανόνα: Κανείς δεν πολεμάει τον πόλεμο κάποιου άλλου. Στη σκληρή γεωπολιτική πραγματικότητα δεν υπάρχουν «ασφαλιστικά συμβόλαια προστασίας» που αγοράζονται με εξοπλιστικές επενδύσεις ή επικλήσεις κοινών -δήθεν- αξιών. Τα κράτη επιβιώνουν επειδή διαθέτουν ισχύ και, κυρίως, επειδή αντιλαμβάνονται εγκαίρως το πώς στήνονται τα παιχνίδια γύρω τους. Και αυτή τη στιγμή, το γήπεδο στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο επανασχεδιάζεται με όρους που η αθηναϊκή αδράνεια δείχνει να υποτιμά.
Τη συνεργασία της Ελλάδας και του Ισραήλ στον τομέα της άμυνας χαιρέτισε η Ουάσιγκτον στον απόηχο της υπογραφής της συμφωνίας για την ανάπτυξη της «Ασπίδας του Αχιλλέα».
Απαντώντας σε ερώτηση του ΑΠΕ-ΜΠΕ σχετικά με τη συμφωνία και την ενίσχυση της ελληνοϊσραηλινής αμυντικής συνεργασίας, εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανέφερε ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες χαιρετίζουν τη συνεργασία μεταξύ της Ελλάδας και του Ισραήλ, η οποία προωθεί τους κοινούς μας στόχους στον τομέα της ασφάλειας».
Η αμερικανική τοποθέτηση ακολουθεί την υπογραφή στο Τελ Αβίβ της διακρατικής συμφωνίας, συνολικού ύψους 3,035 δισ. ευρώ, για την ανάπτυξη ενός πολυεπίπεδου αντιαεροπορικού και αντιβαλλιστικού συστήματος, το οποίο θα παρέχει επίσης προστασία από μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
[iEpikaira: Εννοείται ότι την χαιρετίζει αφού αποτελεί κομμάτι της ενιαίας στρατηγικής ΗΠΑ-Ισραήλ για την εργαλειοποίηση της Ελλάδας ως ένα «λειτουργικό αντίβαρο» έναντι της Τουρκίας. Η απάντηση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ αποτελεί επιβεβαίωση των όσων γράφουμε ΕΔΩ και ΕΔΩ]
Sources say the war on Iran and subsequent Iranian retaliations exposed ‘deep vulnerabilities’ within Washington’s regional military infrastructure
US army and intelligence officials have been having “quiet discussions” recently about reducing Washington’s military presence across West Asia, six sources were cited as saying in a CNN report released on 8 September.
Η γεωστρατηγική απαιτεί ωμό ρεαλισμό και τιμωρεί τον εφησυχασμό. Παρόλα αυτά, παρατηρείται διαχρονικά σε Αθήνα και Λευκωσία ένα επικίνδυνο φαινόμενο: η εναπόθεση των ελπίδων σε ισχυρούς «προστάτες» και ο άκριτος ενθουσιασμός έπειτα από την υπογραφή νέων αμυντικών συμφωνιών ή την προμήθεια σύγχρονων οπλικών συστημάτων. Εσχάτως, η εγχώρια συζήτηση κατακλύζεται από μια βεβαιότητα ότι η στρατηγική σύγκλιση με το Ισραήλ και η κατασκευή μιας ισραηλινής τεχνολογίας «αντιπυραυλικής ασπίδας» θωρακίζουν οριστικά τον Ελληνισμό απέναντι στον τουρκικό αναθεωρητισμό.
Η διαφωνία Κίσινγκερ/Βρετανών 18-19 Ιουλίου θα δημοσιευόταν…
Θα πάμε λίγο πίσω στο χρόνο σήμερα για να προσθέσω ορισμένες σημαντικές ιστορικές λεπτομέρειες.
19 Ιουλίου 1974 – Μέσω του βρετανού πρέσβη στην Ουάσιγκτον, αναφερόμενος τηλεφωνικώς στη πολιτική του Κάλαχαν στο θέμα της Κύπρου, ο Δρ. Κίσινγκερ του είπε «δεν ήθελε τον Σαμψών να συνεχίσει, ότι μπορούσε να συμφωνήσει με την πολιτική του (Κάλαχαν) ή να κρατήσει κάποια απόσταση πίσω, ήταν έτοιμος να βάλει πίεση πάνω στους ΄Ελληνες όταν όμως θα ήταν πια γνωστό ότι θα επετύγχαναν οι βρετανοί (με την πολιτική τους) γιατί αυτό δεν ήταν ακόμα ξεκάθαρο και ότι , δεν ήταν τόσο ενθουσιασμένος από το πρόχειρο ψήφισμα (στο Σ. Ασφαλείας) που είχαν ετοιμάσει…
(Είχε προηγηθεί στις 18 Ιουλίου η διαφωνία του μαζί τους, και η έντονη προειδοποίησή του ότι δεν είχαν μελετήσει καλά τις μακροπρόθεσμες συνέπειες του τι είχαν συμφωνήσει με τον Ετσεβίτ (εισβολή), ότι έβλεπε τον Μακάριο ως ‘ανδρείκελο των Τούρκων’ έχοντας πληροφορηθεί ότι είχε δώσει την ‘΄συναίνεσή του’ για την ‘συνεργασία Βρετανών με Ετσεβίτ, και ότι δεν υποστήριζε την αποχώρηση των Ελλήνων αξιωματικών όπως ζητούσαν Μακάριος, Τουρκία, Βρετανία και Σοβιετικοί εδώ και τώρα, γιατί θα δημιουργούσαν ανισοζύγιο δυνάμεων εις βάρος των Ελλήνων. Βλέπε λεπτομέρειες στο άρθρο Φ.Α. 2022 «Ο Δρ Χένρυ Κίσινγκερ ακολούθησε την βρετανική πολιτική το 1974».)
Ο πρέσβης Ραμσπόθαμ τον ρώτησε αν είχε κάποιες σκέψεις για μια συνταγματική λύση. Ο Κίσινγκερ είπε αυτό θα έπρεπε σταδιακά να ακολουθήσει, όμως οι ΗΠΑ δεν θα βιαζόντουσαν να δεσμευθούν με οτιδήποτε. Θα ήθελε να του επιτρεπόταν να χρησιμοποιήσει τις τακτικές που δεν απέτυχαν (αναφερόμενος καθαρά στην διπλωματία του για τη Μέση Ανατολή) αλλά ο βρετανός πρέσβης του υπέδειξε ότι το θέμα της Κύπρου ήταν πολύ διαφορετικό από το Αραβοϊσραηλινό, ειδικά λόγω των υφιστάμενων Συνθηκών του 1960. Ο Κίσινγκερ, έγραψε ο πρέσβης, μίλησε αν και όχι τόσο καθαρά, ότι θα μιλούσε στους Έλληνες και τους Τούρκους το βράδυ , για τις απόψεις των Ηνωμένων Πολιτειών για λύση…
Αμέσως μετά ακολούθησε δεύτερο τηλεγράφημα του βρετανού πρέσβη προς το Φόρειν ΄Οφις, ενημερώνοντας ότι είχαν σταλεί οδηγίες σε δύο τηλεγραφήματα προς την αμερικανική πρεσβεία στην Άγκυρα για τον Σίσκο ή αν δεν είχε φθάσει στην Άγκυρα για τον πρέσβη (Μακόμπερ).
Στο πρώτο ζητούσαν να μεταβιβάσουν στον Ετσεβίτ τις έντονες ανησυχίες των ΗΠΑ από τις πληροφορίες για τουρκικές στρατιωτικές κινήσεις ειδικά προτού δοθεί καιρός στη διπλωματία. Τουρκική στρατιωτική επέμβαση θα ήταν το πρώτο βήμα σε μια κατάσταση που θα ήταν δύσκολο να ελεγχτεί. Οι ΗΠΑ ήταν πλήρως αντίθετες με την Ένωση ή την “creeping enosis” (υφέρπουσα Ένωση) όμως ο Κίσινγκερ ήθελε να το έκαναν ξεκάθαρο στον Ετσεβίτ, ως φίλος, ότι κατά τη γνώμη του στρατιωτική επέμβαση θα άρχιζε μια σειρά από γεγονότα που θα ξέφευγαν του τουρκικού ή αμερικανικού ελέγχου. Στο δεύτερο τηλεγράφημα οι οδηγίες του Σίσκο ήταν να τονίσει ότι οι Αμερικανοί μιλούσαν στους Τούρκους ως φίλοι και στο ρόλο αυτό οι ΗΠΑ δεν πίστευαν ότι τα τουρκικά συμφέροντα μακροπρόθεσμα θα εξυπηρετούνταν με τουρκική επέμβαση…
Το δεύτερο πάλι εντολές προς τον Σίσκο. « Να διαβεβαιώσει τον Ετσεβίτ ότι οι ΗΠΑ αντιλαμβάνονταν τις τουρκικές ανησυχίες και να του τονίσει ότι οι ΗΠΑ μιλούσαν στους Τούρκους ως φίλοι. Με αυτό το ρόλο οι ΗΠΑ δεν πίστευαν ότι τα τουρκικά συμφέροντα μακροπρόθεσμα θα εξυπηρετούνταν με στρατιωτική επέμβαση. Το ζητούμενο πρέπει να είναι να εργαστούν για μια λύση που μακροπρόθεσμα θα περιλαμβάνει ασφάλεια για την τουρκική κοινότητα. Η άμεση ανάγκη, επομένως, ήταν να μην συμβεί κάτι βραχυπρόθεσμα που θα κάνει το μακροπρόθεσμο στόχο αδύνατο.
Δεν υπήρχε αμερικανικό σχέδιο και οι Αμερικανοί ήταν ανοικτοί σε τουρκικές προτάσεις. Εν πάση περιπτώσει ο Σίσκο να ‘πετάξει’ στον Ετσεβιτ την ιδέα για Κληρίδη ως συμβιβαστικό υποψήφιο για την προεδρία…Ο στόχος των ΗΠΑ ήταν να παραμείνουν όσο ευέλικτες μπορούσαν και να μην προχωρήσουν με προτάσεις».
Η διαφωνία θα δημοσιευόταν στους «Financial Times»
Στις 19 Ιουλίου 1974, οι «Financial Times» ήθελαν να δημοσιεύσουν ότι ο Κίσινγκερ είχε διαφωνήσει με τη πολιτική του Κάλαχαν για την Κύπρο (που ήταν αληθές – όπως αποκάλυψαν τα αποδεσμευμένα βρετανικά έγγραφα στο Βρετανικό Εθνικό Αρχείο). Όμως κατόπιν πιέσεων από αμφότερες τις πλευρές του Ατλαντικού (Στέιτ Ντιπάρτμεντ και Βρετανούς) η δημοσιοποίηση των διαφωνιών αποφεύχθηκε, συγκαλύφθηκε προς όφελος των Τούρκων, Βρετανών και όχι μόνο…
Η χούντα ισχυριζόταν ότι υπήρξε συμπαιγνία μεταξύ Λονδίνου και Άγκυρας
Στις 20 Ιουλίου 1974 ο βρετανός πρέσβης στην Αθήνα Σερ Ρόπιν Χούπερ ενημέρωσε τον Κάλαχαν ότι η κυβέρνηση στην Αθήνα ισχυριζόταν ότι υπήρξε συμπαιγνία μεταξύ Λονδίνου και Άγκυρας. Το Λονδίνο έπρεπε να κάνει κάτι για εξουδετέρωση του ισχυρισμού. Συναντήθηκε με τον αναπληρωτή ΥΠΕΞ της Ελλάδας Κ. Κυπραίο και έστειλε λεπτομέρειες της συνάντησης και τόνισε ότι ο Κυπραίος του είπε η ελληνική κυβέρνηση δεν ήθελε Ένωση «παρόλο ότι αν ο κυπριακός λαός ο ίδιος το ζητούσε, τότε θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα». Και τόνισε ο Χούπερ « Δεν είχε, επαναλαμβάνω δεν είχε γνώση πρότασης για διχοτόμηση»…
Οι βρετανοί προέβησαν σε έντονες προσεγγίσεις προς την ελληνική χουντική κυβέρνηση για να αποσυρθεί ο ισχυρισμός (που ήταν αληθής βέβαια) και στη συνέχεια στην νέα κυβέρνηση Κ. Καραμανλή, Γ. Μαύρο και Ε. Αβέρωφ…
30/11 – 1/12/1974 – Σύσκεψη στην Αθήνα – Ο Κ. Καραμανλής είπε όσον αφορούσε τους Άγγλους «αυτοί είναι οι κυρίως υπεύθυνοι. Διότι αυτοί ενεθάρρυναν και το πραξικόπημα των συνταγματαρχών και τας διαθέσεις των Τούρκων…». Βιβλίο Σάββα Παύλου, η «Άλλη Κατάθεση»1991.
΄Οσο για τις ευθύνες των για τις διαθέσεις των Τούρκων επιβεβαιώθηκε και τεκμηριώθηκε η δήλωση Κ. Καραμανλή. Παραμένει να ερευνηθεί βαθύτερα και η ευθύνη τους για το πραξικόπημα…
Η τουρκική εισβολή μπορούσε να εμποδιστεί ΜΟΝΟ αν οι αμετανόητοι ΕΝΟΧΟΙ WILSON/CALLAGHAN απέσυραν α) την ανοικτή επιταγή προς Ετσεβίτ να εισβάλει φτάνει να μην ενοχλούσε τις βρετανικές των βάσεις, β) την υπόσχεση ότι ανελάμβαναν να εμποδίσουν οποιαδήποτε ελληνική βοήθεια προς Κύπρο όπως ζήτησε ο Ετσεβίτ και δέχθηκαν να εκτελέσουν και εκτέλεσαν γ) αν δεν υιοθετούσαν την τουρκική θέση ότι το σύνταγμα της ΚΔ είχε καταρρεύσει το 1963/64 και έπρεπε να αντικατασταθεί! Με την εισβολή, για την οποία είχαν ήδη ετοιμάσει και σχέδια υποδοχής προσφύγων στις βρετανικές βάσεις από την δεκαετία του 1960 όπως και σχέδιο για διάσωση του Μακαρίου που προνόησαν από τότε και εκτέλεσαν στις 16 Ιουλίου 1974…
Όταν ο Κίσινγκερ είπε στον Κάλαχαν (14.8.1974 βλέπε Μέρος Ζ’ Σημερινή 30.8.2026) « Και η τραγωδία είναι ότι μπορούσε να λυθεί το πρόβλημα με τη διπλωματία» εννοούσε ακριβώς την αμετάκλητη απόφαση των Βρετανών να αφήσουν την εισβολή να λάβει χώρα και δεν εισάκουσαν στις προειδοποιήσεις του…
From Predator spyware to arms deals and military corridors, Athens has tied its future to Tel Aviv at the very moment the US-Israeli order is losing ground across West Asia.
Iason Athanasiadis
APR 15, 2026
The private jet taking off from Athens airport between 2020 and 2023 belonged to Israeli spyware company Intellexa. Operating from Cyprus and Greece, it funneled a surveillance product called Predator to a number of undemocratic regimes, among them Saudi Arabia, Qatar, Madagascar, Ukraine, and the UAE-backed Sudanese Rapid Support Forces (RSF).
The Greek government is also believed to have been among its clients. But unknown to it, Predator might have been providing Israel with a rich stream of intelligence on Greek political elites that could define the direction of the Greece–Israel alliance.
The 105 personalities targeted by the eavesdropping software make up some of Greece’s political, business, and military elites. Greek Prime Minister Kyriakos Mitsotakis consistently denied that his government was behind the software's purchase, despite Intellexa only selling its products to governments, and some of its employees working out of a Greek intelligence facility.
No public investigation was ever conducted into whether Predator contained a backdoor that could have granted a third party access to potentially compromising material. Yet the scandal unfolded at the same time that ties between Greece and Israel were becoming deeper than ever.
On 6 April 2026, Greece signed a €650 million ( around $767 million) arms deal with Israel, purchasing 36 rocket artillery launchers, precision-guided missiles with ranges up to 300 kilometers, loitering munitions, and a 10-year support package from Israel’s largest arms manufacturer, Elbit Systems.
In March, a state-of-the-art Greek frigate recently commissioned from France was pressed into service in support of the US-Israeli campaign against Iran, after a suspected Iranian drone targeted British bases on Cyprus – London confirmed the drone was not launched from Iranian territory.
Atlanticist military corridor in the Mediterranean
Greece, Israel, and Cyprus were reported by local media in December to be forming a brigade-strength rapid reaction force that will patrol the Eastern Mediterranean in the triangle formed between the Greek island of Karpathos, Cyprus, and the Israeli coast.
While the development was officially denied, the three countries' leaders signed a joint action plan for defense cooperation in the same month and pledged to step up joint air and naval exercises in 2026. Turkish politicians and media quickly began warning of an emerging anti-Turkiye axis in the eastern Mediterranean.
“Greece is following very risky policies, which no other European nation has followed, and can only lead to further insecurity, problems, and wars,” said Turkish Foreign Minister Hakan Fidan in a 12 April interview in reference to the alliance with Israel. “We've warned them.”
Athens insists the alliance is aimed at protecting shipping lanes, energy infrastructure, and undersea cables from Turkish pressure. In reality, the relationship has been formalized through the Washington-backed 3+1 Strategic Alliance and underwritten by three US laws passed between 2019 and 2026 covering defense, energy, and security cooperation in the eastern Mediterranean.
The architecture is designed to secure US-backed projects such as the India–Middle East–Europe Economic Corridor (IMEC) and the Abraham Accords. Russia and Turkiye remain the implied targets.
The geography covered by the three allies includes flight routes used by military aircraft connecting Greece to West Asia. When joined to the logistical resupply route to Ukraine operated by the US from the port of Alexandroupoli in northern Greece, which bypasses the Turkish Straits, it creates a US-dominated geopolitical crossroads and an uninterrupted corridor between the two conflict zones in Ukraine and Asia’s western coastline, along the Gaza, Israel, and Lebanon front.
The US military base in Greece’s Souda Bay is strategically positioned at the center of several Mediterranean military flight routes originating in the US, UK, and Germany, which converge there for refueling before continuing eastwards.
Athanasios Platias, the president of the Greek Council for Foreign Relations and a professor of strategy at the University of Piraeus, tells The Cradle:
“Greece is just trying to maintain a balanced relationship with Israel, alongside its mutual defense pact with the UAE and the dispatch of Patriot missiles to Saudi Arabia to protect their oil fields. Greece and Cyprus are Israel’s lifelines to the west.”
The strategic depth offered by the alliance with Greece and Cyprus has witnessed Israeli aircraft being evacuated to those countries’ airports during intense Iranian bombardments, Israeli citizens and foreign tourists boarding boats to escape to Cyprus much as the Lebanese did during their 1975–1990 civil war, and Israeli Prime Minister Benjamin Netanyahu’s airplane being cleared to fly over their territory despite both being signatories to the International Criminal Court (ICC) which has an active arrest warrant against him.
British and American forces based out of several military bases on Cyprus and Greece have continued providing bombing, logistical, and intelligence support to Tel Aviv by sweeping the region for intercepts from a powerful radar on Mount Troodos, bombing the Ansarallah-aligned armed forces in Yemen from the Akrotiri Air Base, and supplying maintenance to US platforms in between offensive sorties. A Greek-manned Patriot battery in Saudi Arabia has been protecting oil facilities, and a state-of-the-art Greek frigate is providing additional anti-missile protection.
Greece’s long march into the Israeli camp
Despite being among the last western countries to recognize Israel in 1990, Greece and Israel have maintained ties for decades.
The Greek military junta made secret weapons purchases from Israel in the 1960s and discussed establishing joint armaments factories. The ties burgeoned in the 1990s through intelligence and military collaboration, before maturing to the point of being publicly announced in 2002.
In February 2010, the alliance was formalized through a staged chance meeting in a Moscow restaurant between former Greek prime minister George Papandreou and Netanyahu.
Initially, Netanyahu had hoped that Papandreou’s ties with former Syrian president Bashar al-Assad would help out with Israel’s relationship with Damascus. As the public climate in Turkiye turned against Israel, Israeli fighter jets began using Greek skies for practicing bombing runs on Iran.
For its part, Greece hoped that Israel could act as a counterweight to Ankara, but the ties also reflected a Greek fascination with the Israeli economic success story that was especially relevant at a time when Greece was embarking on its economic crisis.
Speaking to The Cradle, Nicolas Kosmatopoulos, an associate professor of politics and anthropology at the American University of Beirut, notes that the alliance was partially foisted upon Greece at the demand of its US ally:
“The two crucial dates when the Greek–Israeli relationship becomes tighter are 2002 and 2010, i.e., just before the Americans invaded Iraq and just as Greece was entering its economic crisis. In 2001, the Israelis had just been ejected from Lebanon, shrinking their strategic depth, and in 2010, Greece was forced into the alliance further through a financial bailout with geopolitical strings attached.”
In 2021, Greece signed an agreement with Washington expanding the number of Greek bases at its disposal. It had already become only the second country, aside from the US, to sign a Status of Forces Agreement with Israel, facilitating the basing of Israeli troops and aircraft on Greek soil.
The Greek minister of defense, who signed it controversially, noted that “should an Iranian missile strike the Aegean, it could mean the end of all the region's countries.” Greece followed up in 2019 and again in 2021 with an expanded basing agreement for the US, deepening its Atlanticist mooring.
Supporters of the alliance in Athens believe that Tel Aviv will have Greece’s back in a potential confrontation with Turkiye.
“This wishful thinking has developed in Greece that Israel might get involved on Greece’s side in a confrontation with Turkiye,” says retired Lieutenant-General Kostantinos Loukopoulos. “This does not apply and is just an expression of a desire to have someone else fight one’s battles.”
One place where Greek and Israeli interests converge is on northern Cyprus, which has been occupied by Turkiye for nearly 50 years. Removing Turkish influence from the island would limit Ankara’s reach into the eastern Mediterranean and push back Turkish missile and air capabilities stationed there.
The Greek market has also become lucrative for Israeli defense companies. Israel Aerospace Industries’ acquisition of Greek firm Intracom Defense (IDE) in 2023 gave it access to EU defense funds reserved for European firms. Elbit built an international pilot training center in Kalamata in 2023, while Israel’s SK Group took control of the Hellenic Vehicle Industry in 2025.
Athens is now negotiating a further € 3 billion (around $3.6 billion) deal for an Israeli-built multilayer air defense system known as Achilles’ Shield.
Shana Marshall, the associate director of George Washington University’s Middle East Center, explains to The Cradle:
“There’s been a big push in Israel recently to develop their industrial base outside the country, so they do not have to worry about a possible international arms embargo. They have been observing how the Emiratis wholesale buy foreign arms industries and relocate them to free zones dedicated to military industrial production, and are now mimicking them.”
The shipping oligarchs behind the alliance
The Greek-owned merchant fleet – one of the world’s largest – is facilitating deliveries. Two Greek shipowners have been using their fleets to transport energy and military cargoes to Israeli ports, according to a report by No Harbour For Genocide (NHG), as has national air-carrier Aegean Airlines, often without securing export permits.
“Greek ports and airports are being used for resupply and the transfer of materiel and fuel,” says Dimitris Plionis, member of the Greek chapter of the Boycott, Divest, Sanction (BDS) movement.
“Greece’s defense industry is collaborating with Israeli companies that test out their technology on Palestinian bodies; under American guidance, Greece has connected its policy since 2010 with war crimes and an apartheid state, and called this voluntary relationship a ‘strategic alliance.’”
Despite historically hailing from a cluster of Aegean islands as local traders and becoming dominant Mediterranean carriers during Ottoman times, Greek shipowners prefer to fly under flags of convenience, run their businesses from London, Hamburg, New York, or Singapore, and separate their priorities from those of the Greek state.
Prominent Greek shipowner Panos Laskaridis made headlines in 2021 when he stated that “the Greek government does what the Union of Shipowners tells them to do.”
“They have asked for and got their own ministry, which is literally theirs and not the Greek government’s,” a former high-ranking Greek official informs The Cradle. “They have the port of Piraeus, and constitutionally-secured tax immunity since 1952 … And they used to control the Greek Classification Society, which helped them by judging their ships to be seaworthy.”
“Ship-owners are the taxi drivers of international trade,” says Platias. “They don’t take orders from any government and will work with China, Russia, or the USA: basically whoever signals the higher fare will get their ride.”
Blowback from a losing order
Greece traditionally maintained strong ties with the Arab world, and its turn toward Israel has never been especially popular domestically.
Athens has witnessed large pro-Palestinian protests since Operation Al-Aqsa Flood. At the same time, growing competition between China’s Belt and Road Initiative (BRI) and the US-backed IMEC corridor has turned the eastern Mediterranean into a battleground over trade, energy, and logistics.
The Greece–Israel alliance now functions as one more mechanism for defending US influence in the region.
“Through these wars, the Americans have moved the planet’s energy center-of-gravity from Eurasia to the two shores of the Atlantic,” argues Platias.
“Whether through Ukraine knocking out 40 percent of the Russian oil industry, or the mutual blows struck on both sides of the Persian Gulf, the Eurasian energy system is badly hit, and that is to the benefit of American energy dominance.”
The Abraham Accords era accelerated Greece’s alignment with Saudi Arabia and the UAE.
When Saudi Arabia's Crown Prince Mohammed bin Salman (MbS) visited Athens in July 2022, Greece became the first western state to openly rehabilitate the royal after the murder of Saudi journalist Jamal Khashoggi. The visit produced an estimated €4 billion (around 4.7 billion) in agreements covering military cooperation, data cables, and electricity interconnections.
A few months earlier, Saudi money entered the Greek media industry. MBC Group acquired a 30 percent stake in Antenna, one of Greece’s largest television networks.
When it launched in 1989, Antenna was the first private Greek channel. Founded by a shipping magnate, it set a pattern for shipping interests like the Alafouzos, Marinakis, and Vardinogiannis families owning large Greek media groups and using them to selectively apply pressure on successive governments.
Antenna soon emerged as the most pro-US channel in the Greek mediascape. Amid talk of a Greek port becoming the destination for the US-supported IMEC trade corridor, it signed a deal with the Atlantic Council think tank for an annual conference bringing Arab and European politicians, investors, and policymakers to Athens.
Former British Prime Minister Tony Blair was hired as an advisor, and Italy’s GEDI Gruppo Editoriale controversially purchased the outlet. The move raised concerns in Italy about editorial independence, which the company sought to address by declaring its commitment to free speech. Around the same time, Antenna hired Elizabeth Pipco – an Orthodox Jewish model and online personality who supports US President Donald Trump, and a one-time spokeswoman for the Republican Party – to provide pro-Israel, MAGA-themed commentary on world events in its evening news broadcast.
The US is exploring ways of rewarding Greece for the facilitation of its war against Iran, by possibly moving more US troops there from European countries that did not permit Washington to operate offensively from their territory.
But Athens also appears to be feeling the heat of supporting an unpopular war, with Greek Prime Minister Mitsotakis noting last week that Israel’s war in Lebanon is “completely counterproductive” and that “friends need to speak truth to friends.”
“We've now got to a stage where Greece is in danger of suffering very great repercussions from the position it has chosen to follow in the war against Iran,” contends Petros Papakostantinou, a journalist and author of 10 books on technology and geopolitics.
“Firstly, because the world economy is not going well and Greece is vulnerable to its astronomical debt; secondly, because Greek shipping is extremely dependent on the straits of Hormuz; and thirdly, because if Israel manages to destroy Iran, Greece will be the first European country against which a massive refugee wave and perhaps also terrorism will crash.”
With US and Israeli prestige having suffered during the campaign against Iran, Athens may find itself politically exposed. Not only by attracting the increased ire of regional powers like Turkiye, Iran, and Russia, but also in terms of a diplomatic downgrading in the emerging new order.
One international negotiator speaking to The Cradle on condition of anonymity due to ongoing projects in Greece observes:
“[The] Trust of Americans is blown out of the park in the wake of this disastrous war. If Turkiye is to take them seriously, the Greeks will have to come up with a more sophisticated foreign policy and bring something to the table, possibly in Syria or Lebanon, where they still have some agency.”
Intellexa’s private jet no longer flies out of Athens, but it may already have helped lock Greece into an alliance that is becoming harder to defend, more expensive to sustain, and more dangerous to escape. “Intellexa and other companies selling Israeli-developed surveillance software are controlled by the Israeli state and deal only with state entities,” says Loukopoulos. “If information was derived through Predator, that’s a crime; if it didn’t remain in Greece and might be used as blackmail material, then that’s a double crime.”
Από την άλλη δυο μήνες μετά, έχεις τον Πούτιν να δηλώνει ότι η Τουρκία είναι ένας από τους προνομιακούς εταίρους της Ρωσίας στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής και της οικονομίας.
Το 2025 ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Φιντάν, είχε δηλώσει (και συνεχίζει να το δηλώνει) ότι η χώρα του προωθεί την εξωτερική της πολιτική «μέσω πολυεπίπεδων διπλωματικών κινήσεων».
Ο Γάλλος ιστορικός Εντουάρ Ισόν υποστηρίζει ότι οι εντάσεις στην Ουκρανία, το Ιράν και την Άπω Ανατολή αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας διατήρησης της δυτικής επιρροής στην Ευρασία.
Την άποψη ότι οι κυβερνήσεις της Δύσης οδηγούνται σε αυξανόμενη στρατιωτική κλιμάκωση επειδή δεν μπορούν να αποδεχθούν την απώλεια της πρόσβασης στους φυσικούς πόρους της Ευρασίας διατυπώνει ο Γάλλος ιστορικός και αρθρογράφος Εντουάρ Ισόν.
Στη γεωπολιτική, το μεγαλύτερο σφάλμα που μπορεί να διαπράξει μια υπερδύναμη είναι να διαβάζει τον παγκόσμιο χάρτη με τους φακούς του χθες ή απλώς να βλέπει τα πράγματα όπως αυτή θέλει. Να πορεύεται, δηλαδή, με βάση έναν συσχετισμό δυνάμεων που έχει πάψει προ πολλού να υφίσταται. Η μεγάλη εικόνα σήμερα είναι αμείλικτη. Η ψευδαίσθηση της αμερικανικής παντοδυναμίας έχει πλέον ξεπεραστεί υπό το βάρος των νέων, αμείλικτων γεωπολιτικών συσχετισμών. Εντούτοις, το αμερικανικό κατεστημένο παραμένει δέσμιο μιας βαθιάς στρατηγικής αγκύλωσης. Συνεχίζει να δρα σαν να είναι ο αδιαφιλονίκητος πλανητικός ηγεμόνας, απαιτώντας από τον υπόλοιπο κόσμο να χορεύει στον δικό της ρυθμό.
Αυτή η συλλογική ψευδαίσθηση αποτελεί τον πυρήνα μιας ανάλυσης (30/08/2026) του καθηγητή Τζον Μιρσάιμερ, γνωστού εκφραστή του επιθετικού πολιτικού ρεαλισμού (realpolitik). Η ανάγνωση που κάνει ο καθηγητής για τις αμερικανικές κινήσεις, τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και στην Ανατολική Ευρώπη, είναι αφοπλιστικά ρεαλιστική, διαλύοντας κάθε ψευδαίσθηση. Ξεγυμνώνει τις αδυναμίες ενός διευθυντηρίου που λαμβάνει αποφάσεις αγνοώντας τους ιστορικούς συσχετισμούς, παραβλέποντας τις δομικές αλλαγές του διεθνούς συστήματος και, κυρίως, υποτιμώντας την υπαρξιακή αποφασιστικότητα των αντιπάλων του.
Μια αμυντική συμφωνία μεταξύ Πακιστάν, Σαουδικής Αραβίας και Τουρκίας καταδεικνύει πόσο έχει υποχωρήσει η επιρροή των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή — και πώς οι περιφερειακές δυνάμεις διαμορφώνουν πλέον τη δική τους αρχιτεκτονική ασφάλειας.
Δημοσιεύθηκε: 13 Αυγούστου 2026, 2:57 μ.μ.
Στίβεν Α. Κουκ — Ειδικός του CFR
Ανώτερος ερευνητής Eni Enrico Mattei για θέματα Μέσης Ανατολής και Αφρικής
Το Πακιστάν, η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία υπέγραψαν την Κοινή Αμυντική Συμφωνία της Μέκκας στις 7 Αυγούστου. Τα συμβαλλόμενα μέρη δεν έχουν δημοσιοποιήσει επίσημο κείμενο, αλλά οι σχετικές πληροφορίες υποδεικνύουν ότι οι τρεις χώρες συμφώνησαν ουσιαστικά σε μια ρήτρα παρόμοια με εκείνη του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ: επίθεση εναντίον ενός από τα συμβαλλόμενα κράτη θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων.
Το έτος 2026 συνιστά ένα ιστορικό σημείο μετάλλαξης στην αρχιτεκτονική του διεθνούς συστήματος, σηματοδοτώντας τη μετάβαση από την αποδρομούσα μεταψυχροπολεμική τάξη σε ένα καθεστώς «πολυκεντρικού χάους». Η παγκόσμια ισορροπία ισχύος δεν υφίσταται πλέον μια απλή, γραμμική ανατροπή, αλλά μια βαθιά δομική αναδιάταξη, η οποία χαρακτηρίζεται από την επιταχυνόμενη εργαλειοποίηση των κοινών αγαθών, τον πόλεμο των εφοδιαστικών αλυσίδων και την ασύμμετρη άσκηση στρατηγικής πίεσης. Από την αναβίωση μιας επιθετικής μορφής του «Δόγματος Μονρόε» των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική και την σύλληψη του Νικολά Μαδούρο, μέχρι τον Πόλεμο του Κόλπου μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν, και από την οριστική κατάρρευση της Συμφωνίας Σάικς-Πικό με την μετά-Άσαντ εποχή στη Συρία, έως τη «στρατηγική της σαλαμοποίησης» της Κίνας στον Ειρηνικό, το διεθνές σύστημα μεταβαίνει σε μια κατάσταση μόνιμης ρευστότητας.