
Του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου*
Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες η γεωπολιτική πραγματικότητα συμπυκνώνεται σε λίγες γραμμές. Για τη Σαουδική Αραβία, αυτή είναι μία από αυτές. Η μεγαλύτερη πετρελαιοπαραγωγός δύναμη του αραβικού κόσμου βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια κατάσταση που δύσκολα θα μπορούσε να προβλέψει όταν επένδυε στρατηγικά στη συμμαχία και στην αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας!
Το Ορμούζ έχει ουσιαστικά κλείσει. Ο μοναδικός κρίσιμος χερσαίος δρόμος που μπορούσε να παρακάμψει το Ορμούζ χτυπήθηκε από drones που, σύμφωνα με τις σαουδαραβικές και ιρακινές αρχές, εκτοξεύθηκαν από ιρακινό έδαφος. Και την ίδια στιγμή οι Χούθι κατέχουν ένα πολύ μεγάλο μέρος της ακτογραμμής στην Ερυθρά ενώ χθες πάτησαν στο νησί Περίμ στο Στενό Μπαμπ ελ Μαντέμπ!
Και όταν το Ριάντ με τα 384 υπερσύγχρονα Αεροσκάφη ζήτησε από την Ουάσιγκτον να αναλάβει στρατιωτική δράση εναντίον των Χούθι, ο Ντόναλντ Τραμπ είπε απλά… όχι! Αυτό για το Βασίλειο των Σαούντ αποτελεί στρατηγικό εφιάλτη.
Ο μεγάλος σύμμαχος της Αμερικής στον Κόλπο πλήττεται
Ο Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε, μετά και από τις πιέσεις του Ισραηλινού Πρωθυπουργού Νετανιάχου, να οδηγήσει τις ΗΠΑ σε έναν πόλεμο με το Ιράν. Η λογική ήταν γνωστή. Συντριπτική αμερικανική ισχύς, αποδυνάμωση της Τεχεράνης, περιορισμός των ιρανικών δυνατοτήτων και αποκατάσταση της αμερικανικής στρατηγικής κυριαρχίας στη Μέση Ανατολή.
Μόνο που ο πόλεμος έχει την δική του δυναμική και παράγει συνέπειες που δεν υπακούουν στις αρχικές διακηρύξεις. Σήμερα η Σαουδική Αραβία πληρώνει ένα σημαντικό μέρος του λογαριασμού ενός πολέμου που δεν ξεκίνησε η ίδια!
Ο αγωγός Ανατολής-Δύσης (East-West Pipeline), ο οποίος απόκτησε τεράστια σημασία ακριβώς επειδή μπορούσε να παρακάμψει το Ορμούζ που ουσιαστικά είχε κλείσει, χτυπήθηκε την 9η Σεπτεμβρίου από drones που σύμφωνα με το Ριάντ εκτοξεύθηκαν από το Ιράκ. Το Βασίλειο αποφάσισε να τον κλείσει προσωρινά για λόγους ασφαλείας. Μήκους περίπου 1.200 χιλιομέτρων μετέφερε τους τελευταίους μήνες 4–5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 4–5% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου. Άλλο ένα σημαντικό πρόβλημα στον ενεργειακό εφοδιασμό. Με την προέλαση των φιλοιρανών Χούθι στην δυτική πλευρά της Αραβικής Χερσονήσου οι εναλλακτικές της Σαουδικής Αραβίας περιορίζονται ταυτόχρονα από ανατολάς, βορρά και νότο.
Το παράδοξο του East-West Pipeline
Η Σαουδική Αραβία δημιούργησε τον East-West Pipeline ακριβώς για να έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει πετρέλαιο προς την Ερυθρά Θάλασσα χωρίς να εξαρτάται από το Στενό του Ορμούζ. Τώρα, όμως, και αυτή η εναλλακτική διαδρομή τίθεται εκτός λειτουργίας.
Έτσι, οι Σαουδάραβες βρίσκονται αντιμέτωποι με μια σχεδόν πρωτοφανή γεωστρατηγική συγκυρία! Στενό Ορμούζ, κλειστό ή δραματικά περιορισμένο, East-West Pipeline εκτός λειτουργίας και το Στενό του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ να απειλείται και η Ερυθρά Θάλασσα να καθίσταται επικίνδυνη για τη ναυσιπλοΐα. Πρόκειται για κρίση στρατηγικού βάθους.
Η μεγάλη αμερικανική αντίφαση
Η Σαουδική Αραβία έχει επενδύσει επί δεκαετίες στην αμερικανική στρατηγική προστασία. Το Βασίλειο παρέχει ενέργεια και στρατηγική συνεργασία και η Ουάσιγκτον παρέχει ασφάλεια. Σήμερα ανακαλύπτει το δυσάρεστο όριο αυτής της συμφωνίας.
Ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν τηλεφώνησε δύο φορές στον Τραμπ ζητώντας αμερικανικά πλήγματα κατά των Χούθι. Η απάντηση ήταν αρνητική. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες του Axios, η Ουάσιγκτον προτίθεται να προσφέρει πληροφορίες και υποστήριξη στον εντοπισμό στόχων, αλλά δεν επιθυμεί άμεση στρατιωτική εμπλοκή εναντίον των Χούθι αυτή τη στιγμή.
Εδώ μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της σημερινής αμερικανικής στρατηγικής. Η Ουάσιγκτον θέλει να διατηρήσει ανοικτές τις παγκόσμιες θαλάσσιες οδούς. Θέλει να περιορίσει το Ιράν. Θέλει να προστατεύσει τη Σαουδική Αραβία. Αλλά ταυτόχρονα θέλει να αποφύγει και τρίτο στρατιωτικό μέτωπο στην Υεμένη.
Ο Τραμπ φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι ο πόλεμος άνοιξε περισσότερα μέτωπα από όσα μπορεί εύκολα να διαχειριστεί. Αυτό όμως δημιουργεί ένα πολύ δύσκολο ερώτημα για τους συμμάχους της Αμερικής. Τι ακριβώς σημαίνει η αμερικανική εγγύηση ασφαλείας όταν η Ουάσιγκτον αποφασίζει ότι η άμεση υπεράσπιση του συμμάχου της είναι πλέον υπερβολικά επικίνδυνη;
Ιράκ, η δεύτερη μεγάλη ειρωνεία
Το Ιράκ υπήρξε αντικείμενο της αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης του 2003 και της μακράς αμερικανικής παρουσίας που ακολούθησε. Σήμερα, 23 χρόνια μετά την εισβολή, ιρακινό έδαφος χρησιμοποιείται από ένοπλες φιλοϊρανικές δυνάμεις για επιθέσεις εναντίον ενός από τους σημαντικότερους Αμερικανούς συμμάχους στη Μέση Ανατολή.
Οι ιρακινές αρχές επιβεβαίωσαν ότι οι επιθέσεις προήλθαν από το ιρακινό έδαφος και απέπεμψαν διοικητή που είχε την ευθύνη επιχειρήσεων στην επαρχία Μισάν. Το Ριάντ, ύστερα από έκκληση του Ιρακινού πρωθυπουργού, επέλεξε προς το παρόν να μην ανταποδώσει, διατηρώντας όμως το δικαίωμα να λάβει μέτρα για την προστασία του.
Πρόκειται για μία σκληρή υπενθύμιση των απρόβλεπτων συνεπειών των πολέμων. Η Αμερική ανέτρεψε τον Σαντάμ Χουσεΐν με στόχο, μεταξύ άλλων, την αναμόρφωση της Μέσης Ανατολής. Το αποτέλεσμα όμως ήταν ένα Ιράκ όπου η ιρανική επιρροή απέκτησε τεράστιο βάθος. Να και άλλο στρατηγικό μάθημα.
Ο ρόλος των Χούθι
Και τώρα έρχεται η Υεμένη. Οι Χούθι, μια μη κρατική δύναμη που άντεξε επί χρόνια τη στρατιωτική εκστρατεία της Σαουδικής Αραβίας, επανέρχονται σήμερα στο προσκήνιο με εντυπωσιακή ταχύτητα.
Έχουν προωθηθεί κατά μήκος της ακτής της Ερυθράς Θάλασσας, έχουν καταλάβει τη Μόχα και το στρατηγικής σημασίας νησί Πέριμ στο Μπαμπ ελ-Μαντέμπ απειλώντας άμεσα τη ναυσιπλοΐα και τις εναλλακτικές οδούς εξαγωγής πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας.
Εδώ είναι το στρατηγικό δίλημμα της Ουάσιγκτον! Αν χτυπήσει τους Χούθι, κινδυνεύει να ανοίξει νέο μέτωπο με το Ιράν. Αν δεν τους χτυπήσει, τους επιτρέπει να ενισχύσουν τον έλεγχό τους σε ένα από τα σημαντικότερα chokepoints (σημ. λαιμός-σημεία στραγγαλισμού): του πλανήτη. Ο Τραμπ επέλεξε μέχρι στιγμής το δεύτερο κάτι που δείχνει και τα όρια της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος.
Η Σαουδική Αραβία πληρώνει δύο φορές
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για το Ριάντ είναι οικονομικό. Η Σαουδική Αραβία, μια πετρελαϊκή οικονομία που βρίσκεται στη μέση μιας τεράστιας προσπάθειας διαφοροποίησης μέσω του Οράματος 2030. Για να χρηματοδοτήσει αυτή τη μετάβαση χρειάζεται σταθερά έσοδα από το πετρέλαιο, επενδύσεις, δημοσιονομική προβλεψιμότητα και ασφαλές περιφερειακό περιβάλλον. Ο πόλεμος κάνει ακριβώς το αντίθετο.
Και απειλεί τη μεγάλη γεωοικονομική φιλοδοξία του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν να μετατρέψει τη Σαουδική Αραβία σε παγκόσμιο επενδυτικό, τουριστικό και τεχνολογικό κέντρο. Δεν μπορείς να οικοδομήσεις Όραμα 2030 πάνω σε μια πολεμική περιοχή.
Το …«αντεστραμμένο πετροδολάριο»
Για δεκαετίες, τα πετροδολάρια των πετρελαιοπαραγωγών κρατών του Κόλπου διοχετεύονταν σε σημαντικό βαθμό στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, μεταξύ άλλων σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα και άλλα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία.
Η σταθερότητα της σχέσης αυτής βασιζόταν στην παρακάτω αλληλουχία. Η Σαουδική Αραβία πουλά πετρέλαιο, αποκτά δολάρια, επενδύει μέρος αυτών των δολαρίων και οι ΗΠΑ παρέχουν ασφάλεια και πρόσβαση στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η σημερινή κρίση μπορεί να δημιουργήσει την αντίστροφη δυναμική και το Ριάντ θα χρειαστεί μεγαλύτερη ρευστότητα.
Τότε το ερώτημα δεν θα είναι πόσα πετροδολάρια θα επενδύει αλλά πόσα από τα συσσωρευμένα περιουσιακά της στοιχεία θα χρειαστεί να ρευστοποιήσει. Αυτό οι ειδικοί το αποκαλούν μορφή «αντεστραμμένου πετροδολαρίου».
Το στρατηγικό λάθος του Τραμπ
Το πρόβλημα του Τραμπ δεν είναι τόσο ότι δεν κέρδισε τον πόλεμο αλλά ότι τον ξεκίνησε χωρίς να έχει εξασφαλίσει ότι μπορεί να ελέγξει τις στρατηγικές του συνέπειες.
Και όχι μόνον απέτυχε να κερδίσει αλλά προκάλεσε το κλείσιμο του Στενού Ορμούζ, παγκόσμια οικονομική και ενεργειακή κρίση, επιθέσεις κατά της Σαουδικής Αραβίας, αναζωπύρωση του πολέμου στην Υεμένη, πίεση στο Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και αποσταθεροποίηση των ίδιων των συμμάχων του. Μία στρατηγική αλυσιδωτή αντίδραση.
Και το ερώτημα που πρέπει να απαντήσει ο Τραμπ
Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα παρουσιάσει τον εαυτό του ως τον πρόεδρο που μπορεί να τερματίζει πολέμους. Τώρα βρίσκεται μπροστά στο αντίθετο πρόβλημα. Ο πόλεμος επιλογής του άνοιξε περισσότερα μέτωπα από όσα μπορεί πολιτικά και στρατιωτικά να διαχειριστεί.
Το Ιράν δεν είναι απομονωμένο. Το Ιράκ παραμένει πεδίο δράσης φιλοϊρανικών δυνάμεων. Οι Χούθι έχουν τη δυνατότητα να απειλήσουν το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Η Σαουδική Αραβία ζητά αμερικανική στρατιωτική βοήθεια. Και η Ουάσιγκτον απαντά ότι δεν θέλει να ανοίξει άλλο μέτωπο. Δηλαδή ξεκίνησε τον πόλεμο πιστεύοντας ότι θα ενισχύσει την αμερικανική ισχύ και τώρα την περιορίζει για να μην επεκταθεί ο πόλεμος.
Ο λογαριασμός μεταφέρεται ήδη στην παγκόσμια οικονομία.
Όταν ταυτόχρονα διαταράσσονται το Ορμούζ, το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και μια βασική χερσαία εξαγωγική αρτηρία της Σαουδικής Αραβίας, δεν έχουμε πλέον ένα απλό ενεργειακό σοκ. Έχουμε ένα σοκ προσφοράς που μπορεί να μεταδοθεί από την ενέργεια στις μεταφορές, από τις μεταφορές στον πληθωρισμό και από τον πληθωρισμό στα επιτόκια και την ανάπτυξη.
Το Brent έχει ήδη ξεπεράσει τα 100 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι αγορές προεξοφλούν ότι οι διαταραχές στις εξαγωγικές διαδρομές μπορεί να παραταθούν. Δεν χρειάζεται να χαθεί όλη η παραγωγή πετρελαίου για να εκτοξευθεί η τιμή. Αρκεί να αυξηθεί η αβεβαιότητα για το πόσο πετρέλαιο μπορεί να φτάσει εγκαίρως στην αγορά.
Εάν τα εμπορικά πλοία αποφεύγουν το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και την Ερυθρά Θάλασσα, η εναλλακτική είναι ο περίπλους της Αφρικής μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας με ότι αυτό σημαίνει στα ναύλα. Αυτό είναι το ιδιαίτερα ύπουλο χαρακτηριστικό μιας κρίσης στα chokepoints η διαταραχή μεταφέρεται σε ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού.
Εάν το πετρέλαιο παραμείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα πάνω από τα 100 δολάρια, ενώ παράλληλα αυξηθούν τα μεταφορικά κόστη και διαταραχθούν οι εφοδιαστικές αλυσίδες, η παγκόσμια οικονομία μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με το φάντασμα του στασιμοπληθωρισμού. Δεν αντιμετωπίζεται εύκολα ούτε με δημοσιονομικά μέτρα ούτε με νομισματική πολιτική. Η εμπειρία των μεγάλων πετρελαϊκών κρίσεων δείχνει ότι ένα παρατεταμένο ενεργειακό σοκ μπορεί να μετατραπεί σε ύφεση.
Για την Ευρώπη το πρόβλημα είναι διπλό. Από τη μία πλευρά, εξαρτάται από τις διεθνείς ενεργειακές αγορές. Από την άλλη, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις θαλάσσιες εμπορικές οδούς που συνδέουν την Ασία με τη Μεσόγειο. Εάν το Σουέζ και η Ερυθρά Θάλασσα παραμείνουν προβληματικά, η Ευρώπη θα αντιμετωπίσει υψηλότερο κόστος εισαγωγών και μεγαλύτερους χρόνους παράδοσης.
Για τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες αυτό σημαίνει μειωμένη ανταγωνιστικότητα. Για τους καταναλωτές σημαίνει ακριβότερα προϊόντα. Για τις κυβερνήσεις σημαίνει μεγαλύτερη πίεση για επιδοτήσεις καυσίμων και κοινωνική προστασία. Ενώ και Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα έχει δυσχέρεια να πολεμήσει τον πληθωρισμό την ώρα που η οικονομία χρειάζεται χαμηλότερο κόστος χρήματος.
Ούτε όμως η Ασία μπορεί να θεωρεί ότι βρίσκεται μακριά από την κρίση. Κίνα, Ινδία, Ιαπωνία και Νότια Κορέα εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές ενεργειακών προϊόντων και από ασφαλείς θαλάσσιες οδούς. Επομένως, η διατάραξη των θαλάσσιων δρόμων δεν είναι απλώς πρόβλημα των πετρελαιοπαραγωγών χωρών. Είναι πρόβλημα των μεγάλων βιομηχανικών οικονομιών του πλανήτη.
Είναι όμως και οι αγορές χρήματος και τα ομόλογα. Η άνοδος του πληθωρισμού μπορεί να περιορίσει τη δυνατότητα των κεντρικών τραπεζών να μειώσουν τα επιτόκια. Αυτό σημαίνει υψηλότερο κόστος δανεισμού για κράτη, επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Το βασανιστικό ερώτημα
Τι πολιτικό και οικονομικό σύστημα θα υπάρχει όταν τελειώσει ο πόλεμος; Γιατί η στρατιωτική ισχύς μπορεί να καταστρέψει στόχους. Δεν μπορεί όμως από μόνη της να αποκαταστήσει τις εφοδιαστικές αλυσίδες, να μειώσει το κόστος ενέργειας, να ξανανοίξει τα chokepoints και να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στις διεθνείς αγορές.
Και αν ο πόλεμος συνεχιστεί, ο λογαριασμός δεν θα πληρώνεται μόνο από το Ιράν. Θα πληρώνεται από τη Σαουδική Αραβία, την Ευρώπη, την Ασία, τις επιχειρήσεις, τους καταναλωτές και τελικά ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία.
Διαπιστώσεις – Συμπεράσματα
Η πραγματική δοκιμασία μιας συμμαχίας δεν είναι όταν όλα πηγαίνουν καλά. Είναι όταν ο σύμμαχος βρίσκεται υπό επίθεση. Και αυτή ακριβώς είναι η στιγμή που η Σαουδική Αραβία αναρωτιέται πόσο αξιόπιστη είναι τελικά η αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας.
Ο Τραμπ ξεκίνησε έναν πόλεμο για να αποδυναμώσει το Ιράν. Αλλά ο πόλεμος αποσταθεροποιεί τη Σαουδική Αραβία όπως και όλες τις πετρελαϊκές Μοναρχίες του Κόλπου! Ξεκίνησε για να ενισχύσει την αμερικανική ισχύ. Αλλά τώρα η Αμερική διστάζει να υπερασπιστεί τον σημαντικότερο σύμμαχό της στον Κόλπο.
Επεδίωξε να επιβάλει τάξη στη Μέση Ανατολή. Σήμερα δύο από τα σημαντικότερα θαλάσσια chokepoints του πλανήτη απειλούνται ταυτόχρονα.
Αυτό δεν είναι απλώς το κόστος ενός πολέμου. Είναι το κόστος μιας στρατηγικής που μπέρδεψε τη στρατιωτική ισχύ με τη στρατηγική επίλυση.
Και η Σαουδική Αραβία αναρωτιέται αν μπορεί να εμπιστεύεται μια υπερδύναμη για την προστασία σου όταν η ίδια υπερδύναμη είναι εκείνη που, με τις επιλογές της, διευρύνει το περιβάλλον απειλών γύρω σου;
Ο «λογαριασμός» όμως του πολέμου φθάνει στην παγκόσμια οικονομία με τις τεράστιες αρνητικές συνέπειες να είναι πλέον ορατές. Η Σαουδική Αραβία χάνει εξαγωγικές δυνατότητες, οι τιμές πετρελαίου αυξάνονται, η παγκόσμια ναυτιλία επιβαρύνεται, η Ευρώπη αντιμετωπίζει πληθωριστικές πιέσεις, οι ασιατικές οικονομίες αντιμετωπίζουν ενεργειακή αβεβαιότητα και οι κεντρικές τράπεζες θα δυσκολεύονται πλέον να στηρίξουν την ανάπτυξη.
Έχουμε το θεμελιώδες στρατηγικό παράδοξο. Εδώ χάνεται η οικονομική σταθερότητα του συστήματος που υποτίθεται ότι ο Τραμπ ήθελε να προστατεύσει. Και αυτή είναι ίσως η πιο σοβαρή κριτική που μπορεί να ασκηθεί σήμερα στη στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ.
*Ο Αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Λουκόπουλος είναι Γεωστρατηγικός Αναλυτής. militaire.gr
.png)
