Η Ευρώπη «ξυπνά» και... κλείνει την πόρτα στο πολιτικό Ισλάμ
Το «κατηγορώ» της Κεντρικής Ευρώπης προς την Δυτική: «Εσείς ανοίξατε την πόρτα στην ισλαμιστική διείσδυση»
Στο Ευρωπαικό Κοινοβούλιο, η συζήτηση για την ισλαμιστική διείσδυση και την επιρροή των δικτύων που συνδέονται με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους οδήγησε σε μια ασυνήθιστη αντιπαράθεση χωρίς τις γνωστές λεκτικές υπεκφυγές και έφερε στο προσκήνιο μια ανοιχτή πολιτική σύγκρουση.
Της ΜΑΡΙΑΣ ΔΕΝΑΞΑ
Ο Μίλαν Μάζουρεκ, Σλοβάκος ευρωβουλευτής της κοινοβουλευτικής ομάδας «Ευρώπη των Κυρίαρχων Εθνών (ΕΚΕ)», αντιπαρέβαλε την κατάσταση της Πολωνίας και της Σλοβακίας με εκείνη αρκετών χωρών της Δυτικής Ευρώπης, οι οποίες αντιμετωπίζουν εδώ και χρόνια ισλαμιστικές επιθέσεις, αστική βία και αυξανόμενες εντάσεις εξ αιτίας της μετανάστευσης. Η τοποθέτησή του ήταν κατηγορηματική: εάν η Βαρσοβία και η Μπρατισλάβα βιώνουν μια διαφορετική κατάσταση, αυτό συμβαίνει επειδή αρνήθηκαν να ακολουθήσουν τις μεταναστευτικές πολιτικές που υποστηρίχθηκαν αλλού στην Ευρώπη.
«Γιατί δεν τα ζούμε αυτά στην Σλοβακία; Γιατί όχι στην Πολωνία; Ποια είναι η διαφορά; Δεν ακολουθήσαμε τις παράλογες μεταναστευτικές πολιτικές σας» δήλωσε. Τα λεγόμενα του Σλοβάκου ευρωβουλευτή προκαλούν, αλλά κυρίως θέτουν, ένα ερώτημα που δεν μπορεί να απορριφθεί ως προιόν μιάς απλής ιδεολογικής αντιπαράθεσης: πως πρέπει να αντιμετωπιστούν οι αλλαγές που έχουν επιφέρει στις ευρωπαικές κοινωνίες τα διαδοχικά μεταναστευτικά κύματα;
Ωστόσο, τα στατιστικά στοιχεία των ευρωπαικών υπηρεσιών ασφαλείας για τους βιασμούς και τις σεξουαλικές επιθέσεις δεν προσφέρονται για άμεση σύγκριση μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαικής Ένωσης, ώστε να προκύψει μια ασφαλής, αξιόπιστη και αδιαμφισβήτητη ευρωπαική εικόνα. Η νομοθεσία, τα ποσοστά καταγγελιών και ο τρόπος καταγραφής των επιθέσεων διαφέρουν σημαντικά από την μια χώρα στην άλλη. Η ίδια η Eurostat έχει προειδοποιήσει ότι αυτές οι συγκρίσεις χρειάζονται προσοχή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορεί κάποιος να αγνοήσει τα σοβαρά περιστατικά εγκληματικότητας στις ευρωπαικές χώρες που αποδίδονται στην μετανάστευση. Σημαίνει πως απαιτείται προσεκτική ερμηνεία ανάμεσα σε όσα καταγράφουν πραγματικά τα στατιστικά στοιχεία και τα συμπεράσματα που εξάγονται από αυτά.
Αδιαμφισβήτητες δημογραφικές αλλαγές
Η μεταβολή της πληθυσμιακής σύνθεσης πανευρωπαικά είναι αδιαμφισβήτητη τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με την Eurostat, τα άτομα που γεννήθηκαν στο εξωτερικό αντιπροσώπευαν την 1η Ιανουαρίου του 2025 περίπου το 2,6% του πληθυσμού στην Πολωνία και το 4% στην Σλοβακία, έναντι 20,5% στην Γερμανία και 20,8% στην Σουηδία. Η επιφύλαξη σχετικά με τους Ουκρανούς πρόσφυγες υπό προσωρινή προστασία αποτελεί μια σημαντική παράμετρο που πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν στην περίπτωση της Πολωνίας και της Σλοβακίας. Δεν αναιρεί όμως την μεγάλη διαφορά στα ποσοστά ούτε το γεγονός ότι οι χώρες της Κεντρικής Ευρώπης ακολούθησαν διαφορετική δημογραφική πορεία από εκείνη της Δυτικής Ευρώπης, που είναι ανοιχτή στις μεταναστευτικές ροές.
Η θρησκευτική σύνθεση ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή την αντίθεση. Οι εκτιμήσεις του μη κερδοσκοπικού ερευνητικού κέντρου Pew Research Center, με έδρα την Ουάσιγκτων, δείχνουν πως οι μουσουλμάνοι αντιπροσωπεύουν λιγώτερο από το 1% του πληθυσμού στην Πολωνία και την Σλοβακία, έναντι περίπου 9,1% στην Γαλλία, 6,5% στην Γερμανία και 8% στην Σουηδία. Παράλληλα, εθνικές μελέτες καταγράφουν υπερεκπροσώπηση μεταναστών μεταξύ των υπόπτων για ορισμένα αδικήματα. Στην Σουηδία, το Εθνικό Συμβούλιο για την Πρόληψη του Εγκλήματος διαπιστώνει αυτό το φαινόμενο, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι η ηλικία, το φύλο και οι κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες εξηγούν ένα σημαντικό μέρος των αποκλίσεων.
Εδώ απαιτείται νηφάλια και τεκμηριωμένη προσέγγιση: Το γεγονός ότι μια ομάδα εμφανίζεται με μεγαλύτερη συχνότητα μεταξύ των υπόπτων σε παραβατικού χαρακτήρα περιστατικά σε σχέση με το ποσοστό της στον πληθυσμό δεν σημαίνει ότι η μετανάστευση, η εθνικότητα ή η θρησκεία επιτρέπουν την απόδοση της εγκληματικότητας σε έναν και μόνο παράγοντα. Στην Γαλλία, για παράδειγμα, η κρίση της δημόσιας ασφάλειας εκδηλώνεται με ιδιαίτερη ένταση και συνοδεύεται από σοβαρά περιστατικά βίας. Από τα τέλη Σεπτεμβρίου, οι αποκλεισμοί λυκείων οδήγησαν σε εμπρησμούς, βανδαλισμούς, λεηλασίες και επιθέσεις σε πολλές γαλλικές πόλεις.
Μόνο για την τελευταία ημέρα του μήνα, ο υπουργός Εσωτερικών, Λωράν Νουνιέζ (Laurent Nuñez), ανέφερε καταστροφές σε 356 εκπαιδευτικά ιδρύματα, 625 συλλήψεις και 83 τραυματίες αστυνομικούς ή χωροφύλακες. Τραυματίες αναφέρθηκαν επίσης και μεταξύ των μαθητών κατά την διάρκεια των συμπλοκών. Ωστόσο, όπως έχω αναφέρει σε προηγούμενο άρθρο μου, τίποτα δεν επιτρέπει να αποφανθεί κανείς ότι η σοβαρή εκπαιδευτική κρίση στην Γαλλία είναι συνέπεια της μετανάστευσης. Είναι όμως ακριβώς αυτό το είδος αναταραχής που χρησιμοποιεί ο Σλοβάκος ευρωβουλευτής, για να διατυπώσει το ενοχλητικό ερώτημα που προαναφέρθηκε και να δώσει μια απάντηση στο γιατί ορισμένες ευρωπαικές κοινωνίες βιώνουν αυτόν τον αναβρασμό, που άλλες δεν γνωρίζουν.
Μια σύγκρουση που αποκτά θεσμικές διαστάσεις
Την Πέμπτη 8 Οκτωβρίου, με 381 ψήφους υπέρ, 167 κατά και 15 αποχές, οι ευρωβουλευτές υιοθέτησαν ψήφισμα σχετικά με «την ανάγκη για μια στρατηγική της ΕΕ για την καταπολέμηση του ισλαμιστικού εισοδισμού (entrisme) και της επιρροής του δικτύου των Αδελφών Μουσουλμάνων». Το ψήφισμα καταδικάζει τις στρατηγικές του ισλαμιστικού εισοδισμού και ζητά από τα θεσμικά όργανα και τα κράτη μέλη της Ευρωπαικής Ένωσης αυστηρότερους ελέγχους στην χρηματοδότηση, στις συνεργασίες και στα διασυνοριακά δίκτυα που συνδέονται με το πολιτικό Ισλάμ. Με τον όρο «εισοδισμός» περιγράφεται η σταδιακή διείσδυση οργανωμένων δικτύων σε θεσμούς και φορείς με σκοπό την άσκηση επιρροής από το εσωτερικό τους.
Σύμφωνα με το ψήφισμα, οι στρατηγικές αυτές στρέφονται κατά των δημοκρατικών θεσμών, του κράτους δικαίου, της ισότητας ανδρών και γυναικών, των θεμελιωδών ελευθεριών και της κοινωνικής συνοχής. Οι ευρωβουλευτές σημειώνουν πως η Ευρώπη οφείλει να παραμείνει ελεύθερη, ανοικτή και πιστή στις αρχές της. Προειδοποιούν ωστόσο, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο κείμενο, ότι η Ένωση «δεν μπορεί πλέον να χρηματοδοτεί, να συμβουλεύεται ή να νομιμοποιεί δίκτυα που χρησιμοποιούν την γλώσσα, τις διαδικασίες και την χρηματοδότησή της, για να αποδυναμώσουν τις αξίες της εκ των έσω».
Το Κοινοβούλιο ζητά την θέσπιση κοινής ευρωπαικής μεθοδολογίας για τον εντοπισμό ενδείξεων εισοδισμού. Στα κριτήρια που προτείνει περιλαμβάνονται η αλληλεπικάλυψη θρησκευτικών και πολιτικών επιδιώξεων, η θεσμική αμφισημία, η αδιαφανής χρηματοδότηση, οι επαναλαμβανόμενες συνεργασίες και δεσμοί με δίκτυα και οργανώσεις που έχουν τεθεί στο στόχαστρο ερευνών. Προστίθενται επίσης οργανώσεις ή δίκτυα που επανεμφανίζονται με διαφορετική ονομασία ή νέα οργανωτική μορφή.
Παράλληλα, το ψήφισμα υπογραμμίζει ότι η προστασία των μουσουλμάνων πολιτών από τις διακρίσεις αποτελεί δημοκρατική υποχρέωση. Οι ευρωβουλευτές προειδοποιούν όμως ότι οι πολιτικές κατά των διακρίσεων δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για να προστατεύεται το Ισλάμ από την κριτική ή για να νομιμοποιούνται οργανωμένα ισλαμιστικά δίκτυα ως αντιπροσωπευτικοί συνομιλητές. Ζητούν, αντίθετα, στήριξη προς τους φορείς της κοινωνίας των πολιτών και τους μουσουλμάνους εκπροσώπους που υπερασπίζονται τις δημοκρατικές αξίες και αντιστέκονται στις ισλαμιστικές πιέσεις.
Το κείμενο καλεί τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να ενισχύσουν τους ελέγχους πριν από οποιαδήποτε συνεργασία με οργανώσεις που ενδέχεται να συμμετέχουν σε τέτοιες στρατηγικές. Ως παράδειγμα κατονομάζεται το Φόρουμ Ευρωπαικών Μουσουλμανικών Οργανώσεων Νεολαίας και Φοιτητών (FEMYSO), μαζί με άλλες δομές που συνδέονται με την Μουσουλμανική Αδελφότητα. Το Κοινοβούλιο τάσσεται επίσης υπέρ της λήψης μέτρων σε εθνικό επίπεδο που απαγορεύουν την δημόσια χρήση πλήρους καλύμματος προσώπου, όπως το νικάμπ και η μπούρκα. Σύμφωνα με το ψήφισμα, η απόκρυψη του προσώπου στον δημόσιο χώρο συνιστά απαράδεκτη πρόκληση για την δημόσια ασφάλεια και την επιβολή του νόμου, ενώ η απαγόρευσή της κρίνεται αναγκαία για την κοινωνική συνοχή και την προστασία των δικαιωμάτων των άλλων, ιδίως των γυναικών.
Η σχετική ψηφοφορία στο Ευρωπαικό Κοινοβούλιο δείχνει ότι η συζήτηση έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια των εθνικιστικών και ευρωσκεπτικιστικών πολιτικών δυνάμεων. Οι ευρωβουλευτές μπορεί να μην κατέταξαν τους Αδελφούς Μουσουλμάνους στις τρομοκρατικές οργανώσεις, αλλά το γεγονός και μόνο ότι μια πλειοψηφία ζητά πλέον μια συγκεκριμένη στρατηγική δείχνει πόσο έχει αλλάξει το πολιτικό κλίμα πανευρωπαικά.
Το χάσμα μεταξύ Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης
Θα πρέπει να επισημανθεί πως το χάσμα πάνω στο μεταναστευτικό μεταξύ της Κεντρικής και της Δυτικής Ευρώπης δεν είναι καινούργιο. Το 2015 και το 2016, η Πολωνία, η Ουγγαρία, η Τσεχία και η Σλοβακία είχαν αντισταθεί στους ευρωπαικούς μηχανισμούς μετεγκατάστασης των αιτούντων άσυλο. Οι Βρυξέλλες απάντησαν με νομικές ενέργειες κατά των κρατών που παραβίαζαν τους ευρωπαικούς κανόνες, με προσφυγές στο Δικαστήριο της ΕΕ και πολιτικές πιέσεις για αλλαγή στάσης μόνο και μόνο επειδή υπερασπίζονταν το δικαίωμά τους να αποφασίζουν τα ίδια ποιοί εισέρχονται στο έδαφός τους.
Δέκα χρόνια αργότερα, η αντιπαράθεση παραμένει έντονη. Οι σημερινές διαφωνίες στο Ευρωπαικό Συμβούλιο για τις νομιμοποιήσεις, τα κέντρα επιστροφής και την πολιτική ασύλου δείχνουν ότι το μεταναστευτικό εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις βασικές πηγές έντασης στο εσωτερικό της Ευρωπαικής Ένωσης. Όπως προαναφέρθηκε, η Πολωνία και η Σλοβακία ακολούθησαν διαφορετική μεταναστευτική πολιτική, διατήρησαν διαφορετική πληθυσμιακή σύνθεση και εμφανίζουν επίσης διαφορές στα στοιχεία για την ασφάλεια και την εγκληματικότητα. Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά δεν αποδεικνύουν ότι η μετανάστευση είναι η μοναδική αιτία της διαφοράς στα ποσοστά της εγκληματικότητας μεταξύ των χωρών της Κεντρικής και της υπόλοιπης Ευρώπης.
Είναι όμως αρκετά σημαντικά, ώστε να δικαιολογήσουν μια σοβαρή συζήτηση, την οποία οι Βρυξέλλες συχνά παρουσιάζουν ως αντιπαράθεση ανάμεσα σε όσους υποστηρίζουν μια πιο ανοιχτή μεταναστευτική πολιτική και σε όσους χαρακτηρίζονται ως λαικιστές. Το βασικό ερώτημα λοιπόν είναι ποιος πρέπει να έχει τον τελευταίο λόγο στις αποφάσεις για την μετανάστευση: πόσοι άνθρωποι θα γίνονται δεκτοί, από ποιες χώρες θα προέρχονται και πως θα αντιμετωπίζονται οι συνέπειες για την κοινωνία και την ασφάλεια. Θα αποφασίζουν κυρίως τα ευρωπαικά όργανα ή θα έχουν τον καθοριστικό λόγο τα κράτη μέλη και οι πολίτες τους, που βιώνουν άμεσα τις συνέπειες αυτών των αποφάσεων;
Πηγή: estianews.gr

.png)
