...especially if the vendor is a merchant based in Ankara!
The trouble with international diplomacy is not that it builds magnificent architectures of security upon shifting sands. It is the breathtaking arrogance of the architects, who genuinely expect that a signature on parchment, brokered in a historical city, will somehow be enough to intercept incoming ballistic missiles.
Είναι εντυπωσιακό το πώς η διεθνής διπλωματία επιμένει να κατασκευάζει μεγαλεπήβολες αρχιτεκτονικές ασφαλείας πάνω σε άμμο, με την προσδοκία ότι η υπογραφή μιας διακήρυξης σε «ιερούς» ή ιστορικούς τόπους αρκεί για να τρέψει σε φυγή τους πυραύλους του εχθρού.
-Pact treats armed attack on one member as attack on all, joint statement says
-Fidan says Erdogan wants alliance to expand, Egypt seen as potential member
-New alliance to form ministers' committee and Saudi-based general secretariat, Fidan says
ANKARA, Aug 8 (Reuters) - A defence pact signed between Turkey, Pakistan and Saudi Arabia is technically the same as NATO's Article 5 mutual defence agreement, Turkish Foreign Minister Hakan Fidan said on Saturday, adding the accord was not targeting Iran.
Fidan also said Turkish President Tayyip Erdogan wanted to see the alliance expand, and that Egypt was a potential candidate to join, among others.
The regional powers signed the "Mecca Joint Defence Agreement" on Friday, wedding Sunni Muslim U.S. allies alarmed at a regional conflagration that has brought Iranian missile fire onto Gulf oil exporters.
In a joint statement, they said the accord intended to strengthen collective deterrence against any act of aggression and stipulates that an armed attack against any of the three would be regarded as an attack on all.
Speaking to the state-run Anadolu news agency, Fidan said the new alliance was not directed against Iran or any other country, but rather served as a general pledge to support the three allies' security.
He added that the allies would decide through consultations what degree, form, and format of support they would ask for in the event of an attack, but that no country would be considered a threat as long as a member state is not attacked.
Turkey, which has NATO's second-largest army, has said the pact was open to expansion to other regional countries and did not seek to replace any existing alliances.
"NATO is a giant military alliance where there are 32 countries. We have started here as three countries and we have to take very humble but concrete steps," he said, adding efforts to finalise the pact had been underway for two years and eight months.
He added that a committee of ministers similar to that within NATO would be formed as part of the alliance, as well as a general secretariat based in Saudi Arabia, but that operational details would be set at the first committee meeting.
"Our president's vision is that we don't remain limited to three countries, that we grow and bring together all (regional) countries under this roof," he said, adding Egypt could potentially join the pact once certain technical matters are resolved.
In recent months, Turkey, Saudi Arabia, Pakistan and Egypt formed a group to address regional issues, namely the war on Iran. Turkey has said the group - dubbed the R4 - aims to solidify its partnership through concrete mechanisms.
Fidan also said Turkey should be involved in an international coalition to protect shipping in the Red Sea from Houthi attacks because shipping safety concerned Ankara's interests.
Το Mada Masr αποτελεί ένα από τα πλέον γνωστά ανεξάρτητα και ερευνητικά μέσα ενημέρωσης της Αιγύπτου και μία από τις ελάχιστες δημοσιογραφικές φωνές που εξακολουθούν να λειτουργούν εκτός του πλαισίου των κρατικά ελεγχόμενων ή φιλοκυβερνητικών αιγυπτιακών ΜΜΕ. Πολιτικά κινείται στον κοσμικό, προοδευτικό και ευρύτερα αριστερό-φιλελεύθερο χώρο, ασκώντας συστηματική και συχνά ιδιαίτερα οξεία κριτική στην κυβέρνηση του Προέδρου Αμπντέλ Φατάχ αλ-Σίσι, στις υπηρεσίες ασφαλείας και στον πολιτικό και οικονομικό ρόλο των αιγυπτιακών ενόπλων δυνάμεων.
Δεν θεωρείται, ωστόσο, μέσο προσκείμενο στη Μουσουλμανική Αδελφότητα. Η πολιτική και δημοσιογραφική του αφετηρία βρίσκεται περισσότερο στον κοσμικό και προοδευτικό χώρο που αναδείχθηκε μετά την εξέγερση του 2011. Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να αξιολογηθεί και η ανάλυσή του για το παρασκήνιο της αιγυπτιακής απόφασης να μη συμμετάσχει στη Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας: όχι ως αντανάκλαση της επίσημης θέσης του Καΐρου, αλλά ως κριτική ανάγνωση των διεργασιών στο εσωτερικό του αιγυπτιακού συστήματος εξουσίας.
Από την Τετραμερή στη Συμφωνία της Μέκκας
Η υπογραφή, στις 7 Αυγούστου στη Μέκκα, της Συμφωνίας Κοινής Άμυνας μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν σηματοδοτεί μια ποιοτική μεταβολή στις περιφερειακές ισορροπίες. Η συμφωνία προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων, ενώ προβλέπεται περαιτέρω συνεργασία στην αποτροπή, την αμυντική ετοιμότητα και την ενοποίηση επιμέρους στρατιωτικών δυνατοτήτων.
Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν συνέκρινε δημοσίως τον μηχανισμό με το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ. Η σύγκριση έχει ισχυρή πολιτική και συμβολική βαρύτητα, χωρίς ωστόσο να σημαίνει ότι η νέα συμφωνία διαθέτει ήδη τους θεσμούς, τις δομές διοίκησης, τις επιχειρησιακές διαδικασίες και τον βαθμό αυτόματης στρατιωτικής αλληλεγγύης μιας εδραιωμένης συμμαχίας.
Η Συμφωνία της Μέκκας δεν εμφανίστηκε αιφνιδίως. Προηγήθηκε μια περίοδος στενού τετραμερούς συντονισμού μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας, Πακιστάν και Αιγύπτου. Οι υπουργοί Εξωτερικών των τεσσάρων χωρών συναντήθηκαν στο Ριάντ τον Μάρτιο, ενώ ακολούθησαν νέες επαφές, μεταξύ άλλων στην Αττάλεια και στο Κάιρο, με επίκεντρο την κρίση Ιράν–ΗΠΑ και την αποκλιμάκωση των περιφερειακών εντάσεων.
Η συνεργασία αυτή είχε οδηγήσει αναλυτές του Al Jazeera Centre for Studies ήδη από τον Μάιο να μιλούν για την ανάδυση ενός νέου περιφερειακού πλαισίου ασφαλείας. Κατά την ανάλυσή τους, όμως, η βιωσιμότητά του εξαρτιόταν ακριβώς από τη διατήρηση του ευέλικτου χαρακτήρα του: συνεργασία κατά περίπτωση, ανταλλαγή πληροφοριών, διαμεσολάβηση και συντονισμός χωρίς υποχρεωτική στρατηγική ευθυγράμμιση.
Η μετάβαση από αυτή την ευέλικτη Τετραμερή σε δεσμευτικότερο τριμερές αμυντικό σχήμα φαίνεται ότι ήταν το σημείο στο οποίο το Κάιρο επέλεξε να σταματήσει.
Γιατί απουσίασε η Αίγυπτος
Σύμφωνα με το Mada Masr, η Αίγυπτος δεν αποκλείστηκε από τη συμφωνία. Αντιθέτως, της προτάθηκε να συμμετάσχει και επέλεξε να μην το πράξει. Η εκδοχή αυτή αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον μετά τις δηλώσεις Φιντάν ότι η Αίγυπτος αποτελεί «φυσικό εταίρο» των τριών χωρών και ότι θα μπορούσε σε επόμενο στάδιο να ενταχθεί στο νέο σχήμα.
Η αιγυπτιακή επιφύλαξη δεν φαίνεται επομένως να αφορά πρωτίστως τις σχέσεις του Καΐρου με τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία ή το Πακιστάν. Αντιθέτως, οι σχέσεις με την Άγκυρα παρουσιάζουν σαφή στρατιωτική αναβάθμιση. Τον τελευταίο μήνα πραγματοποιήθηκε κοινή αιγυπτοτουρκική αεροπορική άσκηση, ενώ η επίσκεψη του Αιγύπτιου υπουργού Άμυνας στην Τουρκία εντάσσεται σε μια διαδικασία επαναπροσέγγισης που έχει ήδη υπερβεί το επίπεδο της απλής διπλωματικής εξομάλυνσης.
Η βασική αιγυπτιακή ένσταση φαίνεται να αφορά περισσότερο τη φύση της συμμαχίας παρά τα κράτη που συμμετέχουν σε αυτήν.
Το Κάιρο επιδιώκει παραδοσιακά να διατηρεί τη δυνατότητα αυτόνομων περιφερειακών ελιγμών και αποφεύγει δεσμευτικές συμμαχίες που θα μπορούσαν να το υποχρεώσουν να ταυτιστεί με στρατηγικές επιλογές τρίτων χωρών. Η συμμετοχή σε έναν μηχανισμό διαβουλεύσεων είναι συμβατή με αυτή την προσέγγιση. Η συμμετοχή, όμως, σε ένα σύστημα συλλογικής άμυνας υπό σαουδαραβική πολιτική ηγεσία και με δύο ισχυρές μη αραβικές μουσουλμανικές δυνάμεις —Τουρκία και Πακιστάν— δημιουργεί διαφορετικά δεδομένα.
Η αιγυπτιακή στρατηγική κουλτούρα εξακολουθεί να αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην αραβική διάσταση της περιφερειακής ασφάλειας. Η Αίγυπτος μπορεί να συνεργάζεται στενά με μη αραβικές δυνάμεις, αλλά εμφανίζεται περισσότερο επιφυλακτική απέναντι στη θεσμοθέτηση ενός ευρύτερου «ισλαμικού» συστήματος ασφαλείας στο οποίο το Κάιρο δεν θα διαθέτει κατ’ ανάγκην πρωταγωνιστικό ρόλο.
Η στάση αυτή δεν είναι καινούργια. Ήδη κατά την επιχείρηση «Αποφασιστική Καταιγίδα» στην Υεμένη το 2015, αναλυτές είχαν επισημάνει το αιγυπτιακό δίλημμα απέναντι στη μετατροπή μιας αραβικής συμμαχίας σε ευρύτερο σουνιτικό ή ισλαμικό συνασπισμό με συμμετοχή Τουρκίας και Πακιστάν.
Το αμερικανικό στοιχείο και τα όρια της νέας συμμαχίας
Ένας δεύτερος παράγοντας είναι η εκτίμηση του Καΐρου ότι, παρά τη συζήτηση περί νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να αποτελούν τον τελικό εγγυητή της ασφάλειας των μοναρχιών του Κόλπου.
Υπό αυτή την έννοια, η Συμφωνία της Μέκκας μπορεί να αποτελεί περισσότερο μηχανισμό συμπληρωματικής αποτροπής και στρατηγικής διαφοροποίησης παρά υποκατάστατο της αμερικανικής ομπρέλας ασφαλείας.
Η προσέγγιση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι οι τρεις εταίροι δεν έχουν ταυτόσημες αντιλήψεις απειλής. Η Σαουδική Αραβία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το Ιράν ως κεντρικό παράγοντα ασφαλείας, ενώ Τουρκία και Πακιστάν έχουν ισχυρούς λόγους να διατηρούν λειτουργικές σχέσεις με την Τεχεράνη. Συνεπώς, η ρήτρα συλλογικής άμυνας θα δοκιμαζόταν σοβαρά εάν μία μελλοντική κρίση απαιτούσε πραγματική στρατιωτική αντιπαράθεση με το Ιράν.
Πιο ρεαλιστική βραχυπρόθεσμη προοπτική είναι η συνεργασία σε πληροφορίες, έγκαιρη προειδοποίηση, αντιαεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα, διασύνδεση ραντάρ, κοινές ασκήσεις, αμυντική βιομηχανία και στρατιωτική εκπαίδευση.
Ένα πολιτικό μήνυμα του Ριάντ
Η Συμφωνία της Μέκκας πρέπει επομένως να αναγνωσθεί και ως σαουδαραβικό πολιτικό μήνυμα στρατηγικής αυτονόμησης. Το Ριάντ επιχειρεί να δείξει ότι μπορεί να συγκροτήσει γύρω του ένα σύστημα περιφερειακών εταίρων χωρίς να εγκαταλείπει την αμερικανική σχέση ασφαλείας.
Η επιλογή Τουρκίας και Πακιστάν δεν είναι τυχαία. Η Τουρκία διαθέτει ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, συμμετέχει στο ΝΑΤΟ και έχει αναπτύξει σημαντική εγχώρια αμυντική βιομηχανία, ιδίως στα UAV, στα πυραυλικά συστήματα και στη ναυπηγική. Το Πακιστάν προσφέρει μεγάλη στρατιωτική εμπειρία και, κυρίως, το ειδικό στρατηγικό βάρος μιας πυρηνικής δύναμης. Η Σαουδική Αραβία εισφέρει οικονομική ισχύ, ενεργειακό βάρος και πολιτική επιρροή.
Η σύζευξη των τριών δημιουργεί έναν άξονα με γεωγραφικό βάθος από την Ανατολική Μεσόγειο έως την Αραβική Θάλασσα.
Η βαθύτερη γεωοικονομική διάσταση: IMEC και ανταγωνιστικοί άξονες
Η σημαντικότερη ίσως διάσταση της νέας συμφωνίας βρίσκεται πέρα από τη στενή στρατιωτική της λειτουργία.
Πηγές που επικαλείται το Mada Masr εντάσσουν τη Συμφωνία της Μέκκας σε ένα ευρύτερο περιβάλλον ανταγωνιστικών περιφερειακών αξόνων. Από τη μία πλευρά διαμορφώνεται το τρίγωνο Τουρκίας–Πακιστάν–Σαουδικής Αραβίας. Από την άλλη υπάρχει ένα πλέγμα αυξανόμενης συνεργασίας μεταξύ Ινδίας, Ισραήλ, ΗΑΕ, Ελλάδας και Κύπρου, χωρίς βεβαίως όλες αυτές οι σχέσεις να συνιστούν ενιαία στρατιωτική συμμαχία.
Στο υπόβαθρο βρίσκεται και ο Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC), ο οποίος σχεδιάστηκε ως δίκτυο θαλάσσιων και σιδηροδρομικών συνδέσεων από την Ινδία προς την Ευρώπη μέσω των κρατών του Κόλπου, της Αραβικής Χερσονήσου και της Ανατολικής Μεσογείου.
Εδώ εμφανίζεται μία από τις σημαντικότερες στρατηγικές αντιφάσεις της νέας κατάστασης: η ίδια η Σαουδική Αραβία αποτελεί κρίσιμο κρίκο του IMEC, ενώ ταυτόχρονα η νέα αμυντική της συνεργασία με Τουρκία και Πακιστάν μπορεί να λειτουργήσει ως πολιτικό αντίβαρο σε τμήματα της γεωπολιτικής αρχιτεκτονικής που έχουν διαμορφωθεί γύρω από Ινδία, Ισραήλ και ΗΑΕ.
Κατά συνέπεια, θα ήταν υπερβολικό να θεωρηθεί η Συμφωνία της Μέκκας ευθέως «αντι-IMEC». Είναι όμως εύλογο να θεωρηθεί μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας του Ριάντ να μην εγκλωβιστεί σε έναν μόνο γεωοικονομικό ή γεωπολιτικό άξονα.
Ελλάδα και Κύπρος στην αιγυπτιακή εξίσωση
Η συγκεκριμένη παράμετρος αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα.
Παρά την εντυπωσιακή βελτίωση των αιγυπτοτουρκικών σχέσεων, το Κάιρο δεν έχει εγκαταλείψει τις στρατηγικές σχέσεις που έχει οικοδομήσει με Αθήνα και Λευκωσία στην Ανατολική Μεσόγειο. Η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, η ενεργειακή συνεργασία, τα τριμερή σχήματα και η ευρύτερη σύγκλιση Ελλάδας–Κύπρου–Αιγύπτου αποτελούν στοιχεία μιας πολυετούς στρατηγικής επένδυσης.
Η ένταξη της Αιγύπτου σε δεσμευτική στρατιωτική συμμαχία με την Τουρκία θα δημιουργούσε, τουλάχιστον δυνητικά, ερωτήματα για τη στάση του Καΐρου σε περίπτωση ελληνοτουρκικής ή κυπροτουρκικής κρίσης. Η Αίγυπτος έχει κάθε λόγο να αποφεύγει μια τέτοια θεσμική παγίδευση.
Παράλληλα, το Κάιρο αναπτύσσει οικονομικές σχέσεις με την Ινδία και δεν έχει συμφέρον να ενταχθεί σε ένα σχήμα το οποίο θα μπορούσε στο μέλλον να προσλάβει αντι-ινδικά χαρακτηριστικά εξαιτίας της κεντρικής συμμετοχής του Πακιστάν.
Ο παράγοντας ΗΑΕ
Εξίσου κρίσιμη είναι η σχέση Σαουδικής Αραβίας–Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Οι δύο μοναρχίες εξακολουθούν να διατηρούν στενές σχέσεις, αλλά η σύγκλιση προηγούμενων ετών έχει δώσει τη θέση της σε έναν πιο σύνθετο συνδυασμό συνεργασίας και ανταγωνισμού σε οικονομικά, ενεργειακά και περιφερειακά ζητήματα.
Για την Αίγυπτο, η επιλογή στρατοπέδου θα είχε σημαντικό κόστος. Το Κάιρο χρειάζεται τη Σαουδική Αραβία ως πολιτικό και οικονομικό εταίρο, αλλά ταυτόχρονα τα ΗΑΕ αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους επενδυτές στην αιγυπτιακή οικονομία.
Η αιγυπτιακή επιλογή είναι συνεπώς η πολυευθυγράμμιση χωρίς αποκλειστική δέσμευση: συνεργασία με τη Σαουδική Αραβία χωρίς αντιπαράθεση με τα ΗΑΕ, εξομάλυνση με την Τουρκία χωρίς απομάκρυνση από Ελλάδα και Κύπρο, συνεργασία με το Πακιστάν χωρίς υπονόμευση των σχέσεων με την Ινδία και διατήρηση επαφών με το Ιράν χωρίς εγκατάλειψη των αραβικών εταίρων του Κόλπου.
Εκτίμηση
Η απουσία της Αιγύπτου από τη Μέκκα δεν πρέπει, στην παρούσα φάση, να ερμηνευθεί ως ρήξη με τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία ή το Πακιστάν. Αντιθέτως, το Κάιρο πιθανότατα θα συνεχίσει να συνεργάζεται στενά και με τις τρεις χώρες, ακόμη και σε ζητήματα άμυνας και ασφάλειας.
Η απόφαση όμως να μην υπογράψει τη συμφωνία αποκαλύπτει τα όρια της αιγυπτιακής στρατηγικής σύγκλισης.
Η Αίγυπτος φαίνεται να επιλέγει τον ρόλο του αυτόνομου περιφερειακού πόλου και όχι εκείνον του τέταρτου μέλους ενός νέου μπλοκ. Για το Κάιρο, το κόστος της θεσμικής ένταξης —απέναντι στις σχέσεις με Ελλάδα, Κύπρο, ΗΑΕ και Ινδία και απέναντι στην ίδια την αξίωση της Αιγύπτου να αποτελεί ανεξάρτητο κέντρο αραβικής ισχύος— φαίνεται προς το παρόν μεγαλύτερο από τα δυνητικά οφέλη.
Υπό αυτή την έννοια, η Συμφωνία της Μέκκας υπερβαίνει τη στρατιωτική της διάσταση. Αποτελεί ένδειξη μιας ευρύτερης αναδιάταξης της Μέσης Ανατολής σε επικαλυπτόμενα και ανταγωνιστικά δίκτυα ασφάλειας, οικονομίας και συνδεσιμότητας.
Δεν διαμορφώνονται ακόμη δύο συμπαγή και αντιπαρατιθέμενα στρατόπεδα. Διαμορφώνεται όμως ένα σύστημα μεταβαλλόμενων αξόνων: Τουρκία–Σαουδική Αραβία–Πακιστάν από τη μία πλευρά· Ινδία–ΗΑΕ–Ισραήλ και οι συνδέσεις τους προς την Ανατολική Μεσόγειο από την άλλη· και ανάμεσά τους κράτη, όπως η Αίγυπτος, που επιδιώκουν να συνομιλούν και με τα δύο συστήματα χωρίς να εντάσσονται πλήρως σε κανένα.
Ακριβώς αυτή η επιλογή του Καΐρου ενδέχεται να είναι το σημαντικότερο μήνυμα της απουσίας του από τη Μέκκα: η Αίγυπτος επιθυμεί να συμμετέχει στη διαμόρφωση της νέας περιφερειακής τάξης, αλλά όχι να δεσμεύεται από μια τάξη που σχεδιάζεται από άλλους.
Τα βασικά πραγματολογικά σημεία διασταυρώνονται με Reuters, Al Jazeera, Asharq και το Al Jazeera Centre for Studies: το Reuters επιβεβαιώνει τη σύγκριση Φιντάν με το Άρθρο 5, ενώ το Asharq καταγράφει τόσο την τριμερή συμφωνία όσο και τις προηγούμενες τετραμερείς συναντήσεις Αιγύπτου–Σαουδικής Αραβίας–Τουρκίας–Πακιστάν.
Ιδιαίτερα σημαντική για την ελληνική ανάγνωση είναι η εκτίμηση του Al Jazeera Centre for Studies ότι η αρχική τετραμερής συνεργασία δεν αποτελούσε ακόμη συμπαγή συμμαχία, αλλά περισσότερο ευέλικτο μηχανισμό στρατηγικής αυτονομίας και συνεργασίας κατά περίπτωση. Το ίδιο κέντρο είχε επισημάνει τις αποκλίσεις στις αντιλήψεις απειλής και είχε προειδοποιήσει ότι μια γρήγορη μετάβαση σε επίσημη συμμαχία θα μπορούσε να δημιουργήσει περισσότερες τριβές από όσες θα έλυνε.
Η τριμερής αμυντική συμφωνία που υπέγραψαν Σαουδική Αραβία, Τουρκία και Πακιστάν δεν είναι ένα «ισλαμικό ΝΑΤΟ» -όχι ακόμη, τουλάχιστον.
Είναι όμως ίσως το πιο καθαρό μέχρι σήμερα σημάδι ότι τρεις από τις σημαντικότερες δυνάμεις του μουσουλμανικού κόσμου επιχειρούν να δημιουργήσουν έναν δικό τους μηχανισμό συλλογικής αποτροπής, σε μια περιοχή όπου η εμπιστοσύνη στις παραδοσιακές εγγυήσεις ασφαλείας έχει αρχίσει να υποχωρεί.
Η συμφωνία, η οποία υπογράφηκε σήμερα στη Μέκκα, περιλαμβάνει μια εξαιρετικά σημαντική διατύπωση: οποιαδήποτε ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων. Πρόκειται για μία ρήτρα που παραπέμπει πολιτικά στη λογική συλλογικής άμυνας του ΝΑΤΟ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι νομικά ή επιχειρησιακά ισοδύναμη με το Άρθρο 5 της Συμμαχίας.
Η διαφορά είναι κρίσιμη. Το πλήρες κείμενο της νέας συμφωνίας δεν έχει δημοσιοποιηθεί και επομένως δεν είναι ακόμη γνωστό ποια ακριβώς στρατιωτική υποχρέωση αναλαμβάνει κάθε χώρα σε περίπτωση πολέμου. Δεν γνωρίζουμε αν προβλέπεται αυτόματη στρατιωτική συνδρομή, κοινός επιχειρησιακός σχεδιασμός, μόνιμες δομές διοίκησης ή συγκεκριμένη ανάπτυξη δυνάμεων. Αυτό που γνωρίζουμε, όμως, είναι ότι οι τρεις χώρες έχουν περάσει πλέον από τη γενική στρατιωτική συνεργασία στη δημόσια δέσμευση συλλογικής αποτροπής και αυτό αποτελεί δεδομένα σημαντική αλλαγή.
Μια συμφωνία που δεν γεννήθηκε μέσα σε μία νύχτα
Η σημερινή εξέλιξη δεν αποτελεί αποτέλεσμα μιας αιφνίδιας διπλωματικής κίνησης. Η βάση είχε ήδη δημιουργηθεί από το 2025, όταν Σαουδική Αραβία και Πακιστάν υπέγραψαν διμερή συμφωνία στρατηγικής αμοιβαίας άμυνας, επίσης με τη διατύπωση ότι επίθεση εναντίον της μίας χώρας θα θεωρείται επίθεση και εναντίον της άλλης. Η Τουρκία άρχισε στη συνέχεια να εντάσσεται σταδιακά σε αυτό το οικοδόμημα. Τον Ιανουάριο του 2026 Πακιστανός υπουργός είχε ήδη αποκαλύψει ότι Άγκυρα, Ριάντ και Ισλαμαμπάντ διαπραγματεύονταν επί σχεδόν έναν χρόνο ξεχωριστή τριμερή συμφωνία. Με άλλα λόγια, το σημερινό σύμφωνο δεν είναι μια σπασμωδική αντίδραση στην τελευταία κρίση. Είναι το αποτέλεσμα ενός σχεδιασμού που είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα και ο οποίος επιταχύνθηκε από τη δραματική επιδείνωση της ασφάλειας στη Μέση Ανατολή. Το σημαντικότερο μάλιστα είναι ότι πίσω από τις υπογραφές υπάρχει ήδη πραγματική στρατιωτική ισχύς.
Το Πακιστάν έχει αναπτύξει στη Σαουδική Αραβία περίπου 8.000 στρατιωτικούς, μαχητικά αεροσκάφη, drones και συστήματα αεράμυνας, σε μια δύναμη που δεν έχει απλώς εκπαιδευτικό χαρακτήρα αλλά διαθέτει επιχειρησιακή δυνατότητα. Αυτό σημαίνει ότι η συμφωνία δεν ξεκινά από το μηδέν. Αντιθέτως, μετατρέπει σε τριμερές ένα σύστημα ασφαλείας που είχε ήδη αρχίσει να αποκτά στρατιωτικό περιεχόμενο μεταξύ Ριάντ και Ισλαμαμπάντ.
Τρεις διαφορετικές δυνάμεις, τρία συμπληρωματικά πλεονεκτήματα
Η αξία του νέου άξονα βρίσκεται ακριβώς στη διαφορετικότητα των τριών εταίρων. Η Σαουδική Αραβία προσφέρει οικονομική ισχύ, ενεργειακό βάρος και τεράστια δυνατότητα χρηματοδότησης αμυντικών προγραμμάτων. Η Τουρκία προσθέτει έναν από τους μεγαλύτερους συμβατικούς στρατούς της ευρύτερης περιοχής, τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ, σημαντική επιχειρησιακή εμπειρία και μία αμυντική βιομηχανία που τα τελευταία χρόνια έχει εξελιχθεί σε κρίσιμο εξαγωγικό εργαλείο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.
Το Πακιστάν, τέλος, εισφέρει έναν πολύ μεγάλο στρατό, στενούς ιστορικούς δεσμούς με τις χώρες του Κόλπου και το στοιχείο που κανένας άλλος εταίρος δεν διαθέτει: πυρηνικά όπλα.
Η πυρηνική «σκιά» του Πακιστάν
Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει καμία δημόσια επιβεβαίωση ότι η νέα τριμερής συμφωνία παρέχει στη Σαουδική Αραβία ή την Τουρκία πυρηνική εγγύηση από το Πακιστάν. Θα ήταν επομένως βιαστικό να ειπωθεί ότι Ριάντ και Άγκυρα βρίσκονται πλέον κάτω από πακιστανική «πυρηνική ομπρέλα». Ωστόσο, η πυρηνική διάσταση δεν μπορεί να αγνοηθεί. Στην προηγούμενη συμφωνία Πακιστάν–Σαουδικής Αραβίας, Σαουδάραβες αξιωματούχοι είχαν μιλήσει για κάλυψη με «όλα τα στρατιωτικά μέσα», ενώ Πακιστανοί αξιωματούχοι είχαν αφήσει να εννοηθεί ότι το σύνολο των δυνατοτήτων της χώρας θα μπορούσε να τεθεί στη διάθεση της σαουδαραβικής άμυνας. Αυτό δεν ισοδυναμεί με επίσημη πυρηνική εγγύηση. Δημιουργεί όμως μια στρατηγική ασάφεια που από μόνη της μπορεί να λειτουργεί αποτρεπτικά. Η πραγματικότητα είναι πως όταν σε μια αμυντική συμμαχία συμμετέχει μία πυρηνική δύναμη, το πυρηνικό στοιχείο υπάρχει στην εξίσωση ακόμη και αν δεν αναφέρεται ρητά στο κείμενο της συμφωνίας.
Δεν είναι ούτε αντι-ιρανικό ούτε αντι-ισραηλινό σύμφωνο, ακόμη...Το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να επιχειρήσει κανείς να αποδώσει στη συμφωνία έναν και μοναδικό αντίπαλο. Για τη Σαουδική Αραβία, η απειλή έχει για χρόνια συνδεθεί με το Ιράν, τους Χούθι και φιλοϊρανικές οργανώσεις. Για την Τουρκία, η στρατηγική εξίσωση είναι διαφορετική: η Άγκυρα βρίσκεται σε βαθιά πολιτική αντιπαράθεση με το Ισραήλ, ενώ επιχειρεί ταυτόχρονα να διατηρήσει τον ρόλο της ως ανεξάρτητης περιφερειακής δύναμης. Για το Πακιστάν, ο βασικός στρατηγικός αντίπαλος παραμένει η Ινδία.
Αυτό ακριβώς δείχνει ότι ο νέος μηχανισμός δεν έχει σχεδιαστεί αποκλειστικά απέναντι σε μία συγκεκριμένη χώρα. Η φιλοσοφία του φαίνεται ευρύτερη: η δημιουργία ενός συστήματος μέσα στο οποίο τρεις μεγάλες μουσουλμανικές δυνάμεις δεσμεύονται να μην αφήσουν η μία την άλλη μόνη απέναντι σε μια σοβαρή εξωτερική απειλή. Είναι χαρακτηριστικό ότι Τούρκος αξιωματούχος υπογράμμισε πως η συμφωνία είναι αμυντική, δεν στρέφεται εναντίον συγκεκριμένου κράτους και παραμένει ανοικτή στη συμμετοχή και άλλων χωρών. Αυτή η τελευταία λεπτομέρεια μπορεί τελικά να αποδειχθεί σημαντικότερη ακόμη και από τη συμφωνία την ίδια.
Το μήνυμα προς την Ουάσιγκτον
Για δεκαετίες η αρχιτεκτονική ασφαλείας του Κόλπου στηριζόταν σε μία βασική παραδοχή: ότι σε περίπτωση μεγάλης απειλής οι Ηνωμένες Πολιτείες θα βρίσκονταν εκεί. Αυτή η βεβαιότητα δεν υπάρχει πλέον όχι τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό. Οι διαδοχικές κρίσεις της τελευταίας δεκαετίας, οι επιθέσεις σε σαουδαραβικές ενεργειακές εγκαταστάσεις, η αμερικανική μετατόπιση προτεραιοτήτων και η αυξανόμενη απροθυμία κάθε αμερικανικής κυβέρνησης να εμπλακεί σε νέες ανοικτές πολεμικές περιπέτειες έχουν ωθήσει τις χώρες της περιοχής να αναζητούν εναλλακτικές εγγυήσεις. Η νέα συμφωνία δεν σημαίνει ότι το Ριάντ εγκαταλείπει τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ούτε ότι η Τουρκία απομακρύνεται από το ΝΑΤΟ. Ούτε ότι το Πακιστάν κόβει τις στρατιωτικές του σχέσεις με τη Δύση. Σημαίνει όμως ότι και οι τρεις θέλουν περισσότερες επιλογές. Θέλουν ένα δεύτερο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
Και αυτό αποτελεί ίσως το πιο σημαντικό μήνυμα της συμφωνίας: η Μέση Ανατολή αρχίζει σταδιακά να οικοδομεί μηχανισμούς ασφαλείας που δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
«Ισλαμικό ΝΑΤΟ»;
Ο όρος είναι δελεαστικός, αλλά προς το παρόν υπερβολικός. Το ΝΑΤΟ δεν είναι απλώς μία ρήτρα που λέει ότι επίθεση εναντίον ενός θεωρείται επίθεση εναντίον όλων. Είναι ένας τεράστιος θεσμικός και στρατιωτικός μηχανισμός, με κοινή διοίκηση, επιχειρησιακά σχέδια, μόνιμες δομές, διαλειτουργικότητα και δεκαετίες κοινής στρατιωτικής κουλτούρας. Τίποτε από αυτά δεν έχει ακόμη αποδειχθεί ότι υπάρχει στη νέα τριμερή συμφωνία. Αλλά υπάρχει κάτι που μέχρι χθες δεν υπήρχε: μία επίσημη πολιτική δέσμευση ανάμεσα στη σημαντικότερη αραβική μοναρχία, στη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη του ΝΑΤΟ μετά τις ΗΠΑ και στη μοναδική πυρηνική δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου.
Εάν το σχήμα μείνει στους τρεις, θα πρόκειται για έναν εξαιρετικά σημαντικό περιφερειακό αμυντικό άξονα. Εάν όμως αρχίσει να διευρύνεται προς άλλα κράτη του Κόλπου ή του μουσουλμανικού κόσμου, τότε η συμφωνία της Μέκκας μπορεί εκ των υστέρων να θεωρηθεί η στιγμή κατά την οποία άρχισε να διαμορφώνεται κάτι πολύ μεγαλύτερο: μια νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας στη Μέση Ανατολή, σχεδιασμένη αυτή τη φορά όχι στην Ουάσιγκτον, αλλά από τις ίδιες τις δυνάμεις της περιοχής.
Η επίσκψη του Γάλλου προέδρου Ε.Μακρόν στην Ελλάδα και η απάντηση που έδωσε σε ερώτηση για το τι θα κάνει η χώρα του σε περίπτωση που η Ελλάδα απειληθεί στρατιωτικά από την Τουρκία, ανέδειξαν ξανά το σύνδρομο…
Δεν θα σχολιάσουμε εμείς όσα γράφτηκαν κι ακούστηκαν γι’ αυτή τη δήλωση. Θα αποφύγουμε αν σχολιάσουμε ότι κάποιοι ,μάλλον σκόπιμα, εξαφάνισαν από τη δήλωση Μακρόν τη φράση «να κάνετε εσείς ότι πρέπει» και συνέχισε λέγοντας ότι θα είναι -κάποια στιγμή- και η Γαλλία «στο πλευρό» μας.
Επίσημη επίσκεψη του προέδρου της Γαλλίας στην Ελλάδα.
Δύο σημεία από τις δηλώσεις του, που κατά την άποψη μου, ούτε κάτι καινούριο είπαν, ούτε δικαιολογούν τον ενθουσιασμό πού εκφράστηκε από μερικά ΜΜΕ, για την στήριξη της Γαλλίας στα εθνικά μας θέματα:
α. ” Αν απειληθεί η κυριαρχία της Ελλάδας, κάντε εσείς ότι πρέπει και εμείς είμαστε εδώ”.
Μετάφραση: δεν επεμβαίνουμε μαζί σε πιθανή απειλή της Ελλάδας, αλλά την αντιμετωπίζετε πρώτα εσείς και εμείς ερχόμαστε. Σε ποιο χρονικό σημείο, με τι είδους βοήθεια, και για πόσο χρόνο, άγνωστα.
β. ” Είδατε τι κάναμε για την Κύπρο” ( εννοεί την αποστολή γαλλικών πλοίων αφού πήγαν τα ελληνικά F 16 και οι δύο φρεγάτες στην Κύπρο)
Μετάφραση: αφού πάτε εσείς στην Κύπρο ή όπου αλλού απαιτηθεί, και αφού καθαρίσει η κατάσταση, ερχόμαστε και εμείς.
Συμπέρασμα: σε κάθε περίπτωση θα είμαστε μόνοι μας. Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε τι έγινε το 1922 στην μικρασιατική εκστρατεία. Και τότε σύμμαχοι είμασταν με τη Γαλλία.
Ελλάδα – Γαλλία: Επίσκεψη Μακρόν και νέα αμυντική συμφωνία
Πενταετής παράταση, στο πλαίσιο αμυντικής συνεργασίας Ελλάδας - Γαλλίας - Τον Απρίλιο οι υπογραφές με παρόντα τον Μακρόν
Βασίλης Νέδος
Λίγες ημέρες μετά το Πάσχα, παρόντος του προέδρου της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν, αναμένεται να υπογραφεί στην Αθήνα η ανανέωση της Συμφωνίας Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης για τη Συνεργασία στην Αμυνα και την Ασφάλεια, η οποία λήγει εντός του τρέχοντος έτους. Σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές, επικρατέστερες ημερομηνίες για την επίσκεψη του κ. Μακρόν στην Αθήνα είναι η 22α και η 23η Απριλίου, όταν και θα μπουν οι σχετικές υπογραφές, ενώ αναμένεται να προστεθεί ένα παράρτημα ή ένα ξεχωριστό μνημόνιο κατανόησης (MoU), το οποίο θα αφορά τη συνεργασία Ελλάδας και Γαλλίας σε επίπεδο καινοτομίας. Η συνεργασία στο συγκεκριμένο σκέλος θα αφορά τους φορείς αμυντικής καινοτομίας. Από την ελληνική πλευρά θα είναι συμβαλλόμενο το Ελληνικό Κέντρο Αμυντικής Καινοτομίας (ΕΛΚΑΚ) και από τη γαλλική το AID (Agence de l’innovation de défense), που ούτως ή άλλως αποτέλεσε ένα από τα πρότυπα που ακολουθήθηκαν για να δημιουργηθεί το ΕΛΚΑΚ.
Διατηρείται η ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής σε περίπτωση που υπάρξει παραβίαση της κυριαρχίας.
Δεδομένου ότι απομένουν ακόμη δύο μήνες μέχρι τις τελικές υπογραφές, η ελληνική πλευρά κάνει προσπάθειες προκειμένου η νέα συμφωνία να είναι περισσότερο δεσμευτική. Υπενθυμίζεται ότι η συμφωνία αυτή υπογράφηκε τον Σεπτέμβριο του 2021, αποτέλεσε ένα κείμενο ισχυρής δέσμευσης από την πλευρά της Γαλλικής Δημοκρατίας σε μια φάση πολύ υψηλών εντάσεων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και ετέθη σε ισχύ τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους.
Σύμφωνα πάντως με πληροφορίες τις οποίες είναι σε θέση να γνωρίζει η «Κ», η γαλλική πλευρά θεωρεί ότι η συμφωνία του 2021 παρέχει επαρκείς εγγυήσεις, περιλαμβανομένης της ενεργοποίησης της ρήτρας αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής σε περίπτωση που υπάρξει παραβίαση της κυριαρχίας, δηλαδή της εδαφικής ακεραιότητας της μιας ή της άλλης χώρας. Ως εκ τούτου, το Παρίσι προκρίνει την απλή ανανέωση του υφιστάμενου κειμένου χωρίς καμία τροποποίηση, για τη χρονική διάρκεια ακόμη πέντε ετών, δηλαδή έως το 2031. Φαίνεται ότι μια από τις βασικές ανησυχίες της γαλλικής πλευράς συνδέεται με τη ρευστή πολιτική κατάσταση εντός της Γαλλίας και την πιθανότητα μια ανανεωμένη συμφωνία να γίνει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής συζήτησης, κάτι που θα οδηγούσε σε ακόμη μεγαλύτερες καθυστερήσεις ανανέωσής της είτε λόγω γραφειοκρατικών εμποδίων είτε λόγω πιθανά διαφορετικής διαδικασίας κύρωσης στη Γαλλική Εθνοσυνέλευση.
Ηδη, πάντως, Αθήνα και Παρίσι συνεργάζονται στενά στον τομέα της άμυνας, κάτι που δεν περιορίζεται στις προμήθειες που έχουν γίνει τα προηγούμενα χρόνια, όπως τα 24 αεροσκάφη τύπου Rafale ή τις τέσσερις φρεγάτες FDI (έχει παραληφθεί ήδη η πρώτη, ο «Κίμων»), αλλά αφορά και ένα εύρος ασκήσεων σε πολλά επίπεδα, με τελευταίο εκείνο των χερσαίων επιχειρήσεων. Το προσεχές χρονικό διάστημα ο Στρατός Ξηράς θα συμμετάσχει με άρματα μάχης και στοιχεία μηχανοκίνητων μονάδων του πεζικού και ειδικών δυνάμεων στη μεγάλη πολυεθνική άσκηση «ORION ’26», που διεξάγεται στη Γαλλία από τις 8 Φεβρουαρίου και θα ολοκληρωθεί στις 30 Απριλίου.
Δεδομένης της χρονικής απόστασης μέχρι τον Απρίλιο, δεν είναι ακόμη γνωστό το πλήρες πρόγραμμα του κ. Μακρόν, ο οποίος τον Σεπτέμβριο του 2017, λίγους μήνες μετά την πρώτη εκλογή του στην Προεδρία της Γαλλίας, είχε μιλήσει από την Πνύκα για το μέλλον της Ευρώπης. Η προγραμματιζόμενη επίσκεψη για τον προσεχή Απρίλιο, εφόσον τελικά υλοποιηθεί, θα γίνει ένα χρόνο πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2027, στις οποίες εκ των πραγμάτων ο κ. Μακρόν δεν θα έχει τη δυνατότητα να λάβει μέρος. Επομένως, αρκετοί εκτιμούν ότι μια επίσκεψή του στην Αθήνα στην παρούσα κρίσιμη για το μέλλον της Ε.Ε. συγκυρία θα μπορούσε να αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης καμπάνιας του προέδρου της Γαλλίας για περισσότερη συνεργασία και συνοχή σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς για το κοινό ευρωπαϊκό εγχείρημα.
Οι φρεγάτες, όσο τεχνολογικά προηγμένες και αν είναι, παραμένουν απλώς εργαλεία. Η αξία ενός εργαλείου καθορίζεται από τη δεξιοτεχνία και τη σοφία αυτού που το χειρίζεται.
ΜΗΝΑΣ ΛΥΡΙΣΤΗΣ*
Στο σημερινό διεθνές και περιφερειακό υποσύστημα, το οποίο χαρακτηρίζεται από αυξανόμενη ρευστότητα, έντονο γεωπολιτικό ανταγωνισμό και ανάδυση αναθεωρητικών στρατηγικών, η απόφαση της Ελληνικής Δημοκρατίας για την απόκτηση των γαλλικών φρεγατών τύπου Belharra έχει προβληθεί από την κυβέρνηση και σημαντικό μέρος του εγχώριου δημόσιου λόγου ως μια κίνηση υψίστης στρατηγικής σημασίας. Η ένταξη των εν λόγω μονάδων επιφανείας στο οπλοστάσιο του Πολεμικού Ναυτικού εντάσσεται σε ένα κυρίαρχο αφήγημα εθνικής ισχύος, το οποίο εστιάζει στην ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας της χώρας, στη θωράκιση της εθνικής κυριαρχίας και στην προάσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων έναντι εξωτερικών απειλών. Κάθε σχετική εξέλιξη, από την υπογραφή των συμβάσεων έως την άφιξη των πλοίων, πλαισιώνεται από πανηγυρικές τελετές και δηλώσεις που αποσκοπούν στην εμπέδωση μιας εικόνας εθνικής ομοψυχίας, ασφάλειας και αποφασιστικότητας.
Ωστόσο, μια κριτική ακαδημαϊκή ανάλυση, αποστασιοποιημένη από την εκάστοτε κυβερνητική ρητορική, οφείλει να υπερβεί την επιφανειακή αποτίμηση των τεχνικών δυνατοτήτων ενός οπλικού συστήματος και να διερευνήσει τις βαθύτερες στρατηγικές, οικονομικές και πολιτικές παραμέτρους που διέπουν μια τέτοιας κλίμακας επένδυση. Υπό αυτό το πρίσμα, αναδύεται ένας ιστός κρίσιμων ερωτημάτων τα οποία συστηματικά παρακάμπτονται ή υποβαθμίζονται στη δημόσια σφαίρα. Τα ερωτήματα αυτά αφορούν το ιλιγγιώδες δημοσιονομικό βάρος, την απουσία ενός σαφώς αρθρωμένου και συνεκτικού εθνικού στρατηγικού δόγματος το οποίο οι εξοπλισμοί αυτοί καλούνται να υπηρετήσουν, την επισφαλή φύση των συγκυριακών συμμαχιών και, τελικά, την ίδια την αποτελεσματικότητα μιας προσέγγισης που φαίνεται να εξισώνει την εθνική ισχύ σχεδόν αποκλειστικά με την απόκτηση υλικού. Το κεντρικό ερευνητικό ερώτημα που προκύπτει, συνεπώς, είναι κατά πόσον η απόκτηση των φρεγατών Belharra συνιστά προϊόν μιας διορατικής και ολοκληρωμένης στρατηγικής σκέψης ή, αντιθέτως, αποτελεί το πλέον προβεβλημένο σύμπτωμα μιας βαθύτερης στρατηγικής ένδειας και μιας αντιδραστικής λογικής έναντι των περιφερειακών εξελίξεων.
Η οικονομική διάσταση
Η πρώτη και πλέον μετρήσιμη παράμετρος που χρήζει ανάλυσης είναι η οικονομική. Η αρχική συμφωνία για την προμήθεια των τριών πρώτων μονάδων, συμπεριλαμβανομένου του οπλισμού και της αρχικής υποστήριξής τους, υπερβαίνει το ποσό των 3 δισεκατομμυρίων ευρώ. Το μέγεθος αυτό, ιδίως για μια οικονομία που εξέρχεται από μια παρατεταμένη περίοδο δημοσιονομικής κρίσης και βρίσκεται αντιμέτωπη με σημαντικές διαρθρωτικές προκλήσεις, είναι από μόνο του εξαιρετικά υψηλό. Ωστόσο, η πραγματική δημοσιονομική επιβάρυνση εκτείνεται πολύ πέραν της αρχικής τιμής αγοράς. Στη σύγχρονη αμυντική οικονομία, η έννοια του «κόστους κύκλου ζωής» ενός οπλικού συστήματος είναι καθοριστική. Σε αυτό περιλαμβάνεται το κόστος της «εν συνεχεία υποστήριξης» (αγγλιστί: Follow-on Support), το οποίο αφορά τις μακροχρόνιες και δεσμευτικές συμβάσεις για τη συντήρηση, τις περιοδικές αναβαθμίσεις των ηλεκτρονικών συστημάτων και του λογισμικού, την προμήθεια ανταλλακτικών και την εκπαίδευση του προσωπικού. Για οπλικά συστήματα υψηλής τεχνολογίας, όπως οι φρεγάτες Belharra, το κόστος κύκλου ζωής συχνά ισούται ή και υπερβαίνει την αρχική τιμή αγοράς καθ’ όλη τη διάρκεια του επιχειρησιακού τους βίου, που εκτιμάται σε τρεις έως τέσσερις δεκαετίες. Πρόκειται, συνεπώς, για μια τεράστια, μακροχρόνια δημοσιονομική δέσμευση.
Το κρισιμότερο ερώτημα που προκύπτει από αυτή τη δέσμευση είναι αυτό του κόστους ευκαιρίας: ποια είναι η αξία των εναλλακτικών επενδύσεων στις οποίες θα μπορούσε να προβεί η Ελληνική Δημοκρατία με αυτό το κεφάλαιο, εάν δεν το διοχέτευε στο συγκεκριμένο εξοπλιστικό πρόγραμμα; Η στρατηγική εκτροπή πόρων τέτοιας κλίμακας προς τον αμυντικό τομέα έχει αναπόφευκτες επιπτώσεις σε άλλους, εξίσου κρίσιμους, τομείς της εθνικής ανθεκτικότητας και ισχύος. Το ποσό των 3 δισεκατομμυρίων ευρώ αντιστοιχεί σε σημαντικό ποσοστό του ετήσιου προϋπολογισμού για το σύνολο της δημόσιας Παιδείας ή είναι πολλαπλάσιο του αντίστοιχου προϋπολογισμού για την Έρευνα και την Τεχνολογία, τομείς που αποτελούν τη βάση για τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα και καινοτομία μιας χώρας. Θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει την πλήρη αναδιάρθρωση και στελέχωση του Εθνικού Συστήματος Υγείας στην περιφέρεια, την ανάπτυξη σύγχρονων ερευνητικών κέντρων, ή την ολοκλήρωση κρίσιμων έργων υποδομής, όπως η πλήρης αναβάθμιση και σηματοδότηση του εθνικού σιδηροδρομικού δικτύου. Η κυβερνητική απόφαση να δοθεί απόλυτη προτεραιότητα σε ένα μοναδικό οπλικό σύστημα έναντι αυτών των εναλλακτικών, αποκαλύπτει μια αντίληψη που ταυτίζει την εθνική ισχύ σχεδόν αποκλειστικά με τη στρατιωτική της διάσταση, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι παράγοντες όπως η κοινωνική συνοχή, η τεχνολογική αυτονομία, η εκπαιδευτική αναβάθμιση και η οικονομική ευρωστία αποτελούν εξίσου, αν όχι περισσότερο, θεμελιώδεις συντελεστές της συνολικής ισχύος ενός κράτους.
Επιπλέον, η σύμβαση προμήθειας των φρεγατών δεν φαίνεται να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια ουσιαστική αναζωογόνηση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, διαιωνίζοντας ένα μοντέλο τεχνολογικής εξάρτησης. Η προσέγγιση αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το στρατηγικό παράδειγμα που ακολουθεί με συνέπεια η Τουρκία, η οποία εδώ και δεκαετίες επενδύει συστηματικά στην ανάπτυξη μιας αυτόνομης αμυντικο-βιομηχανικής βάσης. Προϊόντα όπως τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη (UAVs) τύπου Bayraktar, οι κορβέτες κλάσης MILGEM, αλλά και μια ευρεία γκάμα ηλεκτρονικών συστημάτων και πυρομαχικών, αποτελούν το επιστέγασμα μιας μακρόπνοης στρατηγικής που δίνει έμφαση στην εγχώρια έρευνα και ανάπτυξη, στη μεταφορά τεχνογνωσίας και στην παραγωγή προϊόντων με εξαγωγικό προσανατολισμό. Αντιθέτως, η Ελλάδα, με τη συμφωνία για τις Belharra, περιορίζεται στον ρόλο του «καταναλωτή». Η όποια ελληνική συμμετοχή αφορά κυρίως υπεργολαβίες περιορισμένης εγχώριας προστιθέμενης αξίας και όχι ουσιαστική συμπαραγωγή ή μεταφορά κρίσιμης τεχνογνωσίας που θα επέτρεπε την ανάπτυξη μελλοντικών εγχώριων δυνατοτήτων. Κατά συνέπεια, ο κύκλος της εξάρτησης όχι μόνο δεν σπάει, αλλά ενισχύεται: η χώρα παραμένει δέσμια ακριβών εισαγωγών, χωρίς να αναπτύσσει την ικανότητα να σχεδιάζει, να κατασκευάζει και, τελικά, να διαμορφώνει αυτόνομα το αμυντικό της μέλλον.
Η απουσία στρατηγικού δόγματος
Πέραν, ωστόσο, της κρίσιμης οικονομικής παραμέτρου, η ουσιαστικότερη πρόκληση που αναδεικνύεται από την έμφαση στην προμήθεια των φρεγατών Belharra εντοπίζεται στο πεδίο του στρατηγικού σχεδιασμού. Μια εξοπλιστική επένδυση, ανεξαρτήτως του τεχνολογικού της επιπέδου, αποκτά πραγματική στρατηγική αξία μόνον όταν εντάσσεται και υπηρετεί ένα ευρύτερο, συνεκτικό και μακρόπνοο εθνικό στρατηγικό δόγμα. Η τρέχουσα προσέγγιση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, ωστόσο, δεν φαίνεται να διέπεται από μια τέτοια ολοκληρωμένη σύλληψη. Αντιθέτως, φανερώνει μια κατά βάση αντιδραστική λογική, η οποία εξαντλείται σε μεγάλο βαθμό στην τακτική απόκριση στις πρωτοβουλίες και τις προκλήσεις που θέτει η Τουρκία, αντί να επιδιώκει την πρόληψη, την πρόβλεψη και, εν τέλει, τη διαμόρφωση του περιφερειακού περιβάλλοντος σύμφωνα με τα εθνικά συμφέροντα.
Η κατάσταση αυτή έρχεται σε έντονη αντίθεση με προγενέστερες περιόδους, κατά τις οποίες η ελληνική εξωτερική πολιτική, παρά τις όποιες αστοχίες της, διέθετε μια κεντρική ιδέα και έναν σαφή στρατηγικό προσανατολισμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίοδος που ακολούθησε την κρίση των Ιμίων το 1996, κατά την οποία θεμελιώθηκε το Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου (εφεξής ΕΑΧ) μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου. Υπό την πολιτική ηγεσία του Ανδρέα Παπανδρέου και με την ακαδημαϊκή θεμελίωση διακεκριμένων Ακαδημαϊκών, όπως ο Καθηγητής Χριστόδουλος Γιαλλουρίδης, το ΕΑΧ δεν συνιστούσε μια απλή στρατιωτική συμμαχία, αλλά μια ολοκληρωμένη γεωπολιτική σύλληψη με σαφείς στρατηγικές προεκτάσεις. Θεμελιωνόταν στην αδιαπραγμάτευτη πολιτική θέση ότι οποιαδήποτε τουρκική στρατιωτική ενέργεια εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας θα αποτελούσε αιτία πολέμου (casus belli) για την Ελλάδα.
Το δόγμα αυτό δεν έμεινε σε επίπεδο διακηρύξεων. Υλοποιήθηκε μέσα από την εντατικοποίηση της στρατιωτικής συνεργασίας, τη διεξαγωγή κοινών ασκήσεων μεγάλης κλίμακας (όπως ο «Τοξότης»), την αναβάθμιση των αμυντικών υποδομών στην Κύπρο (π.χ. αεροναυτική βάση «Ανδρέας Παπανδρέου») και τον κοινό επιχειρησιακό σχεδιασμό. Η στρατηγική λογική του ΕΑΧ ήταν σαφής: δημιουργούσε στρατηγικό βάθος για τον Ελληνισμό, συνέδεε άρρηκτα την ασφάλεια των δύο κρατών, καθιστώντας τα ένα ενιαίο θέατρο επιχειρήσεων, και, το κυριότερο, έστελνε ένα σαφές και αξιόπιστο μήνυμα αποτροπής στην Άγκυρα, αυξάνοντας δραματικά το δυνητικό κόστος οποιασδήποτε επιθετικής ενέργειας. Ήταν ένα δόγμα με πολιτική βούληση, στρατιωτικό σχεδιασμό και γεωπολιτικό όραμα.
Η σταδιακή αποδυνάμωση και τελική εγκατάλειψη αυτού του δόγματος κατά τις επόμενες δεκαετίες, συχνά στο όνομα μιας πολιτικής κατευνασμού ή μιας προσέγγισης με την Τουρκία που δεν απέδωσε τα αναμενόμενα στρατηγικά οφέλη, δημιούργησε ένα κενό, το οποίο παραμένει έκτοτε ακάλυπτο. Η σημερινή ηγεσία επιχειρεί να καλύψει αυτό το στρατηγικό κενό όχι μέσω της διαμόρφωσης μιας νέας, αυτόνομης γεωπολιτικής σύλληψης, αλλά μέσω της επένδυσης σε ένα πλέγμα διμερών και πολυμερών σχέσεων, οι οποίες όμως είναι εκ φύσεως επισφαλείς και συγκυριακές.
Που οδηγεί η στρατηγική των συγκυριακών συμμαχιών
Η τρέχουσα εξωτερική πολιτική της Αθήνας φαίνεται να εδράζεται στην πεποίθηση ότι η ασφάλεια της χώρας μπορεί να διασφαλιστεί μέσω της οικοδόμησης ενός δικτύου συμμαχιών με περιφερειακές και διεθνείς δυνάμεις (Γαλλία, ΗΑΕ, Αίγυπτος, ΗΠΑ). Ωστόσο, μια ανάλυση υπό το πρίσμα του ρεαλισμού αποκαλύπτει τη θεμελιώδη αδυναμία αυτής της προσέγγισης: οι συμμαχίες διαμορφώνονται και διαλύονται με βάση τα εκάστοτε εθνικά συμφέροντα των εμπλεκόμενων μερών, τα οποία σπανίως ταυτίζονται πλήρως και μακροπρόθεσμα.
Η «στρατηγική εταιρική σχέση» με τη Γαλλία, στο πλαίσιο της οποίας εντάσσεται και η προμήθεια των Belharra, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το Παρίσι, αναμφίβολα, έχει τα δικά του γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο και επιδιώκει την ανάσχεση της τουρκικής επιρροής σε περιοχές όπως η Λιβύη και η υποσαχάρια Αφρική. Ωστόσο, η σύγκλιση αυτή είναι συγκυριακή και εργαλειακή. Για τη Γαλλία, η σχέση με την Ελλάδα είναι ταυτόχρονα και μια εξαιρετικά επικερδής εμπορική συμφωνία για την αμυντική της βιομηχανία. Η προσδοκία ότι το Παρίσι θα διακινδύνευε μια άμεση στρατιωτική σύγκρουση με την Τουρκία, σύμμαχο στο ΝΑΤΟ και σημαντικό οικονομικό εταίρο, για την υπεράσπιση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, συνιστά μια μάλλον αισιόδοξη, αν όχι αφελή, εκτίμηση.
Αντίστοιχα, η προσδοκία ουσιαστικής στήριξης από τις Ηνωμένες Πολιτείες σε περίπτωση κρίσης παραγνωρίζει τον θεμελιώδη ρόλο της Ουάσιγκτον ως εγγυητή της συνοχής της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Πρωταρχικό συμφέρον των ΗΠΑ είναι η αποφυγή μιας εσωτερικής ρήξης στο ΝΑΤΟ, ιδίως στη στρατηγικά κρίσιμη νοτιοανατολική του πτέρυγα. Κατά συνέπεια, σε μια ελληνοτουρκική κρίση, η αμερικανική παρέμβαση θα εστιάσει σχεδόν αναπόφευκτα στην «αποκλιμάκωση», στην άσκηση πιέσεων και στις δύο πλευρές για «ψυχραιμία» και στην προώθηση του διαλόγου, αποφεύγοντας συστηματικά να λάβει σαφή θέση υπέρ του ενός ή του άλλου συμμάχου. Η στρατηγική της «ίσων αποστάσεων» είναι σχεδόν δομικό χαρακτηριστικό της αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή.
Η ρευστότητα των περιφερειακών συσχετισμών και η αφέλεια μιας στρατηγικής που βασίζεται σε τρίτους αποδεικνύεται με τον πλέον εύγλωττο τρόπο από τις πρόσφατες εξελίξεις. Η ταχύτατη εξομάλυνση των σχέσεων της Τουρκίας με παραδοσιακούς συμμάχους της Ελλάδας, όπως η Αίγυπτος, το Ισραήλ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ανέτρεψε το αφήγημα της «περιφερειακής απομόνωσης» της Άγκυρας και κατέδειξε ότι τα εθνικά συμφέροντα (οικονομικά, ενεργειακά, ασφαλείας) υπερισχύουν των πρόσκαιρων διπλωματικών αντιπαραθέσεων. Η εγκατάλειψη του φιλόδοξου σχεδίου για τον αγωγό EastMed, ενός έργου που είχε προβληθεί ως γεωστρατηγική απάντηση στην Τουρκία αλλά αποδείχθηκε οικονομικά μη βιώσιμο, καθώς και η διαφαινόμενη αποτυχία της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας και Κύπρου, υπογραμμίζουν περαιτέρω τα όρια μιας εξωτερικής πολιτικής που στηρίζεται σε ευμετάβλητους περιφερειακούς συσχετισμούς και όχι σε μια αυτόνομη και εδραία εθνική στρατηγική.
Μελέτη περίπτωσης: Το λιβυκό ζήτημα
Η περίπτωση της Λιβύης αποτελεί, ίσως, το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα και τη μικρογραφία της στρατηγικής ανεπάρκειας που διέπει την τρέχουσα ελληνική εξωτερική πολιτική. Η διαχείριση της λιβυκής κρίσης από την Αθήνα αποκαλύπτει μια σειρά από δομικές αδυναμίες: την έλλειψη διορατικότητας, την απουσία πολυεπίπεδης διπλωματίας και την αποτυχία κατανόησης των περίπλοκων εσωτερικών και περιφερειακών δυναμικών που διαμορφώνουν το μετα-επαναστατικό τοπίο. Η ελληνική διπλωματία, έχοντας προβεί στην απόφαση να αναστείλει τη λειτουργία της πρεσβείας της στην Τρίπολη για παρατεταμένη χρονική περίοδο, αποστερήθηκε ενός κρίσιμου διαύλου επικοινωνίας, πληροφόρησης και άσκησης επιρροής. Παράλληλα, προέβη σε μια στρατηγική επιλογή υψηλού ρίσκου, επενδύοντας σχεδόν αποκλειστικά στην πολιτική και στρατιωτική υποστήριξη της μίας πλευράς του εμφυλίου, αυτής του Στρατάρχη Χαλίφα Χάφταρ και του Λιβυκού Εθνικού Στρατού (LNA) στην ανατολική Λιβύη.
Η στρατηγική αυτή αποδείχθηκε θεμελιωδώς εσφαλμένη. Η Αθήνα βρέθηκε στη «λάθος πλευρά της ιστορίας» όταν η διεθνώς αναγνωρισμένη Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας (GNA) στην Τρίπολη, με την καθοριστική στρατιωτική παρέμβαση και υποστήριξη της Τουρκίας το 2020, κατάφερε όχι μόνο να αποκρούσει την επίθεση του Χάφταρ κατά της πρωτεύουσας, αλλά και να σταθεροποιήσει την εξουσία της, ανατρέποντας τις στρατιωτικές ισορροπίες. Το παράνομο και ανυπόστατο από πλευράς διεθνούς δικαίου τουρκολιβυκό μνημόνιο για την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, το οποίο υπογράφηκε στα τέλη του 2019, αποτέλεσε ακριβώς το στρατηγικό αντάλλαγμα για αυτή τη σωτήρια τουρκική παρέμβαση. Η Ελλάδα, έχοντας αποξενωθεί από την κυβέρνηση της Τρίπολης, βρέθηκε εκ των υστέρων να αντιμετωπίζει ένα τετελεσμένο γεγονός, χωρίς να διαθέτει τους απαραίτητους μοχλούς πίεσης ή τους διαύλους επιρροής για να το αποτρέψει ή να το διαχειριστεί αποτελεσματικά.
Σήμερα, η ελληνική πολιτική έναντι της Λιβύης παραμένει εγκλωβισμένη σε μια σχεδόν μονοδιάστατη προσέγγιση, η οποία εστιάζει στην επιδίωξη της νομικής ακύρωσης του τουρκολιβυκού μνημονίου. Η θέση αυτή, αν και νομικά ορθή και σύμφωνη με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, αποδεικνύεται διπλωματικά αδιέξοδη, καθώς απευθύνεται σε μια κυβερνητική οντότητα στην Τρίπολη η οποία οφείλει την ίδια την πολιτική και στρατιωτική της επιβίωση στην Άγκυρα. Αντί η Ελλάδα να επιδιώξει να καταστεί ένας απαραίτητος και εποικοδομητικός παράγοντας για τη σταθεροποίηση και την ανασυγκρότηση της Λιβύης –προσφέροντας οικονομική, τεχνική και ανθρωπιστική βοήθεια, προωθώντας επενδύσεις και, κυρίως, χτίζοντας γέφυρες επικοινωνίας με όλες τις πολιτικές και φυλετικές συνιστώσες της λιβυκής κοινωνίας, από την Τριπολίτιδα μέχρι το Φεζάν και την Κυρηναϊκή– παραμένει ένας απόμακρος και καχύποπτος γείτονας. Χάθηκε έτσι μια πολύτιμη ευκαιρία για τη δημιουργία πραγματικών μοχλών επιρροής και η χώρα αυτοπεριορίστηκε στον ρόλο του απλού παρατηρητή των εξελίξεων που διαμορφώνονται από άλλους, πιο δραστήριους, περιφερειακούς παίκτες.
Αντί επιλόγου
Η ανάλυση που προηγήθηκε αποδεικνύει ότι η ασφάλεια και η προάσπιση των εθνικών συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο δεν θα κριθεί αποκλειστικά στις γέφυρες διοικήσεως των φρεγατών, αλλά πρωτίστως στα κέντρα λήψης στρατηγικών αποφάσεων. Στο επίπεδο της υψηλής στρατηγικής, η Κυβέρνηση απαιτείται να αποδείξει ότι υπάρχει και σχέδιο πίσω από την ικανότητα υπογραφής δαπανηρών εξοπλιστικών συμβάσεων. Η προσήλωση στην απόκτηση των φρεγατών Belharra, όταν εξετάζεται υπό ένα κριτικό πρίσμα, αποκαλύπτει μια σειρά από ενυπάρχουσες στρατηγικές παγίδες. Πρόκειται για την οικονομική παγίδα μιας διαρκούς δημοσιονομικής αιμορραγίας πόρων που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε άλλους τομείς εθνικής ισχύος· τη βιομηχανική παγίδα της διαιώνισης της τεχνολογικής εξάρτησης· τη στρατηγική παγίδα της ακούσιας εμπλοκής σε σχεδιασμούς και προτεραιότητες τρίτων δυνάμεων· και, τη χειρότερη όλων, την πολιτική παγίδα της αυτάρεσκης αδράνειας που μπορεί να προκαλέσει η ψευδαίσθηση της ασφάλειας που παρέχει η κατοχή υλικού.
Η Ελληνική Δημοκρατία έχει επιτακτική ανάγκη από μια αλλαγή παραδείγματος στην εξωτερική της πολιτική και την πολιτική ασφαλείας. Απαιτείται η μετάβαση από μια αντιδραστική στάση σε μια προορατική στρατηγική, η οποία δεν θα εξαντλείται στην τακτική διαχείριση κρίσεων, αλλά θα στοχεύει στη διαμόρφωση ενός ευνοϊκού περιφερειακού περιβάλλοντος. Αυτό προϋποθέτει την αναβίωση της στρατηγικής σκέψης, την επένδυση στην εγχώρια τεχνογνωσία και την οικοδόμηση μιας πολυδιάστατης εθνικής ισχύος που θα εδράζεται σε μια ανθεκτική οικονομία, μια καινοτόμο τεχνολογική βάση, μια ποιοτική παιδεία και μια συνεκτική κοινωνία.
Οι φρεγάτες, όσο τεχνολογικά προηγμένες και αν είναι, παραμένουν απλώς εργαλεία. Η αξία ενός εργαλείου καθορίζεται από τη δεξιοτεχνία και τη σοφία αυτού που το χειρίζεται. Χωρίς ένα ευφυές, διορατικό και αυτόνομο πολιτικό όραμα —ένα όραμα που σήμερα μοιάζει να εκλείπει— τα εν λόγω πλοία κινδυνεύουν να μετατραπούν σε δαπανηρά πλωτά μνημεία μιας μεγάλης, χαμένης στρατηγικής ευκαιρίας, ως σύμβολα της εποχής που η Ελλάδα επένδυσε στον χάλυβα, παραμελώντας τη σκέψη.
*υπ. Διδάκτωρ στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου και Ερευνητής στο Κέντρο Ανάλυσης Μεσανατολικής Πολιτικής – ΚΕΑΜΕΠ.
Από το πετρέλαιο που έσωσε το Ισλαμαμπάντ μετά τις πυρηνικές δοκιμές του 1998 έως τη νέα αμυντική συμφωνία εν μέσω ανατροπών στη Μέση Ανατολή
Όταν ο Ναουάζ Σαρίφ, πρωθυπουργός του Πακιστάν, τηλεφωνούσε στον τότε διάδοχο της Σαουδικής Αραβίας Αμπντάλα το 1998, ζητώντας στήριξη για μια επικίνδυνη πυρηνική απάντηση στην Ινδία, η απάντηση ήταν άμεση: δεκάδες χιλιάδες βαρέλια σαουδαραβικού πετρελαίου την ημέρα, δωρεάν.
Σήμερα, σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, το Ισλαμαμπάντ και το Ριάντ επισφραγίζουν μια νέα αμυντική συμφωνία, αυτή τη φορά υπό τη σκιά ενός αποσταθεροποιημένου περιφερειακού τοπίου, με Ισραήλ, Ιράν και ΗΠΑ να αναδιατάσσουν την τράπουλα. Οι Financial Times σε ένα αποκαλυπτικό ρεπορτάζ εξηγούν τι κρύβεται πίσω από αυτή τη συμμαχία.
Από τα πετροδολάρια στην «Ισλαμική βόμβα»
Η σχέση Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν δεν ξεκινά σήμερα. Από τη δεκαετία του 1970, μετά την πρώτη ινδική πυρηνική δοκιμή, το Ριάντ στήριξε οικονομικά την πακιστανική πορεία προς το πυρηνικό κλαμπ.
Η στήριξη δεν ήταν ποτέ επίσημα για το πρόγραμμα, αλλά η γενναία οικονομική βοήθεια έδωσε ανάσες σε ένα Ισλαμαμπάντ που βρισκόταν διαρκώς υπό διεθνείς κυρώσεις.
Το 1998, όταν το Πακιστάν πραγματοποίησε τις δικές του δοκιμές, οι κυρώσεις της Δύσης ήταν βέβαιες. Η Σαουδική Αραβία φρόντισε να ρίξει σωσίβιο με 50.000 βαρέλια πετρελαίου την ημέρα, ενώ στον μουσουλμανικό κόσμο πολλοί μίλησαν για την «Ισλαμική βόμβα».
Η διαχρονική στρατιωτική συνεργασία
Η συνεργασία δεν περιορίστηκε ποτέ στο οικονομικό πεδίο. Από τη δεκαετία του ’80, Πακιστανοί στρατιώτες φύλαξαν τα σύνορα της Σαουδικής Αραβίας στον πόλεμο Ιράν–Ιράκ, ενώ οι μυστικές υπηρεσίες του Ισλαμαμπάντ έγιναν ο αγωγός για σαουδαραβικά και αμερικανικά κονδύλια προς τους Αφγανούς μουτζαχεντίν, όπως θυμίζουν οι FT.
Σήμερα, Πακιστανοί σύμβουλοι εκπαιδεύουν τον σαουδαραβικό στρατό, ενώ ένας πρώην αρχηγός του πακιστανικού στρατού ηγείται δύναμης κατά της τρομοκρατίας με έδρα το Ριάντ.
Ένα αμυντικό σύμφωνο σε ρευστή εποχή
Η νέα κοινή δήλωση Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν έρχεται σε μια στιγμή που η Μέση Ανατολή βράζει: Ισραήλ που χτυπά Παλαιστίνιους μαχητές στο Κατάρ, Ιράν αποδυναμωμένο αλλά πάντα απειλητικό, και μια Ουάσινγκτον απρόβλεπτη.
«Δεν πρόκειται για μια συγκυριακή αντίδραση, αλλά για στρατηγική απάντηση στις τεκτονικές αλλαγές της περιοχής», σχολίασε αναλυτής του Brookings.
Η ισραηλινή πλευρά παρακολουθεί παραδοσιακά στενά τις εξελίξεις. Ήδη από τη δεκαετία του ’80, η Μοσάντ είχε στόχο να εμποδίζει κάθε αραβικό κράτος που επιχειρούσε να αποκτήσει πυρηνικά όπλα.
Όμως το Πακιστάν δεν ήταν ούτε αραβικό ούτε μεσανατολικό – κι επιπλέον αποτελούσε τότε κρίσιμο αμερικανικό σύμμαχο στο Αφγανιστάν. Έτσι, το Τελ Αβίβ ανέβαλε την «αντιμετώπισή» του, περιοριζόμενο σε παρακολούθηση της πυρηνικής διασποράς που το Ισλαμαμπάντ οργάνωνε σε Ιράν, Λιβύη και αλλού.
Γιατί τώρα;
Σαουδαραβικές και πακιστανικές πηγές μιλούν για συμφωνία που σχεδιαζόταν χρόνια. Ωστόσο, το timing, μετά την επίθεση στο Κατάρ και τη σιωπή της Ουάσινγκτον, δεν περνά απαρατήρητο, σχολιάζουν οι FT.
Το Ριάντ δείχνει να προετοιμάζεται για έναν κόσμο όπου οι αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας δεν είναι πλέον δεδομένες – και όπου μια «πυρηνική Τεχεράνη» ή ένα «αχαλίνωτο Ισραήλ» κάνουν την αμυντική ομπρέλα του Πακιστάν πιο πολύτιμη από ποτέ.
Άρθρο για τα φερόμενα ως σχέδια της Τουρκίας εναντίον των ελληνικών νήσων του Αιγαίου και τη Θράκη, φιλοξενεί ο γνωστός διαδικτυακός κόμβος «Nordic Monitor», του αντικαθεστωτικού δημοσιογράφου Αμπντουλάχ Μπόζκουρτ, με έδρα τη Σουηδία. Τα σχέδια αυτά φέρονται να ακυρώνονται στην πράξη, εξαιτίας της εκτεταμένης αμερικανικής και γαλλικής παρουσίας στα «αμυντικά δρώμενα» της Ελλάδας! Τα σχέδια αυτά, παρότι έχουν αναδυθεί, επικαιροποιηθεί και αναθεωρηθεί, αφήνουν χώρο για το συμπέρασμα ότι ο τουρκικός αντικειμενικός σκοπός παραμένει αναλλοίωτος και αναμένεται η κατάλληλη συγκυρία επιδίωξής του.
Το άρθρο ασφαλώς θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με ιδιαίτερο σκεπτικισμό όσον αφορά τα κίνητρά του, εξαιτίας του αντιπολιτευτικού χαρακτήρα του διαδικτυακού κόμβου, παρότι οι τουρκικές διεκδικήσεις είναι δεδομένες, όπως άλλωστε και η ύπαρξη επιθετικών επιχειρησιακών σχεδίων των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων εναντίον της Ελλάδας. Εξάλλου, τα σχέδια αυτά χρονολογούνται από το 2003. Υπενθυμίζεται, ότι το ισλαμιστικό AKP του Ερντογάν ανήλθε στην εξουσία το 2002, άρα τα σχέδια υπήρχαν από την «κεμαλική περίοδο».
Οι αναφορές αυτές μας επιστρέφουν σε μια εποχή που η συζήτηση επικεντρωνόταν στο περίφημο σχέδιο «Βαριά» (Balyoz), που αφορούσε τουρκική προβοκάτσια που θα έδινε το πρόσχημα επίθεσης εναντίον της Ελλάδας… Η αμερικανική και η γαλλική παρουσία είναι υπόθεση της τελευταίας πενταετίας, κυρίως, κάτι το οποίο προδίδει και την πολιτική στόχευση της δημοσίευσης.
Όμως, το δημοσίευμα αναφέρεται στις αποκαλύψεις που είχαν γίνει σε δίκη για την εν λόγω υπόθεση το 2010 στην Κωνσταντινούπολη. Αυτά τα πολεμικά σχέδια συζητήθηκαν κατά τη διάρκεια «στρατιωτικού σεμιναρίου» που πραγματοποιήθηκε 5-7 Μαρτίου 2003, υπό την ηγεσία του τότε διοικητή του 1ου Σώματος Στρατού, Στρατηγού Τσετίν Ντογκάν (Çetin Doğan), παρουσία 30 περίπου ανώτερων αξιωματικών.
Σε επιχειρησιακό επίπεδο, ενδιαφέρον έχει η αναφορά στα στοιχεία, ότι η όποια τουρκική ενέργεια στην περιοχή της Θράκης, στόχο δεν θα είχε την εδαφική κατάκτηση, αλλά την «πρόκληση μέγιστης ζημιάς στις εχθρικές δυνάμεις». Κύριος αντικειμενικός σκοπός θα ήταν η υποστήριξη της επιχείρησης που θα ξεκινούσε στο Αιγαίο… Η Τουρκία θα είχε ένα παράθυρο ευκαιρίας τριών – τεσσάρων ημερών, προ της παρέμβασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ.
Σε μια εποχή όπου η δημόσια συζήτηση επικεντρώνει στον χάρτη της Ελλάδας προς την ΕΕ για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό και την αντίδραση της Τουρκίας σε μια απλή αναφορά στο δικαίωμα επέκτασης των εθνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, η αξία της συγκεκριμένης αναφοράς είναι αυταπόδεικτη. Ας κρατήσουμε όμως την αναφορά στο δημοσίευμα, ότι «απώτερος στόχος ήταν η κατάληψη και ο έλεγχος νησιών του Αιγαίου».
Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει επίσης η αναφορά Μπόζκουρτ, ότι «ενώ ο Ερντογάν αρχικά συγκρούστηκε με αυτούς τους αξιωματικούς, τελικά σχημάτισε μια δεκαετή πολιτική συμμαχία με αυτούς και τους πολιτικούς υποστηρικτές τους, συλλογικά γνωστούς ως Ulusalcılar (νεοεθνικιστές), το 2014».
Το δημοσίευμα επικεντρώνει στη γνωστή τουρκική ρητορική αντίθεση στην παρουσία των Αμερικανών στην Ελλάδα με επίκεντρο την περιοχή της Αλεξανδρούπολης, καθώς επίσης και τη «συμφωνία αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής» που έχουν υπογράψει η Αθήνα και το Παρίσι. Αυτά, πάντα σύμφωνα με το δημοσίευμα, έχουν οδηγήσει σε ελληνικούς εξοπλισμούς με συστήματα τεχνολογίας αιχμής, ακυρώνοντας στην πράξη τους διαχρονικούς τουρκικούς σχεδιασμούς.
Καταληκτικά, να επισημανθεί ότι ο Αμπντουλάχ Μπόζκουρτ είναι γνωστός υποστηρικτής του εκλιπόντος ιμάμη Φετουλάχ Γκιουλέν, του πρώην πολιτικού εταίρου του Ερντογάν, ο οποίος όμως εξελίχθηκε σε θανάσιμο εχθρό. Στον Γκιουλέν χρεώθηκε το πραξικόπημα του 2016 και έλαβε τον «τίτλο» του τρομοκράτη, μαζί με τους ομοϊδεάτες του!
Αποτέλεσε δε, κορυφαίο θέμα της ατζέντας των τουρκοαμερικανικών συνομιλιών. Ο δημοσιογράφος είχε ζητήσει -και έλαβε- πολιτικό άσυλο στη Σουηδία. Υπενθυμίζεται, ότι η άρση των τουρκικών επιφυλάξεων για την είσοδο της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ είχε σκοντάψει επί μακρόν και στο ζήτημα της «υπόθαλψης Γκιουλενιστών»…
[iEpikaira: Έχουν περάσει πολλά χρόνια από το "σχέδιο Βαριοπούλα" και το ενδεχόμενο να υφίσταται αυτούσιο είναι ισχνό, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι δημοσιοποιήθηκε. Οι γενικές αρχές του όμως δεν αποκλείεται να παραμένουν ίδιες. Τα πολεμικά σχέδια της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας ανανεώνονται και επικαιροποιούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Η Τουρκία είναι πρόδηλο ότι εποφθαλμιά συγκεκριμένα ελληνικά νησιά και οποιαδήποτε άλλη ταυτόχρονη ενέργεια θα αποτελεί απλό αντιπερισπασμό. Σκοπός της όμως δεν είναι η διάχυση του πολέμου. Η Θράκη είναι προς το παρόν σχεδόν απροσπέλαστη -αν και η παρούσα κυβέρνηση κάνει ότι περνάει από το χέρι της για να αποδυναμώσει το Δ' Σώμα Στρατού- για τον επιπλέον λόγο ότι η αμερικανική παρουσία στην Αλεξανδρούπολη λειτουργεί ως αποτρεπτικός παράγοντας. Όσον αφορά στην αμυντική συνδρομή της Γαλλίας, πλέον μόνο ως όνειρο απατηλό μπορεί να αντιμετωπιστεί, και αυτό με υπαιτιότητα της κυβέρνησης Μητσοτάκη (περισσότερα ΕΔΩ) η οποία πέραν των εξοπλιστικών συμβολαίων, δεν επιδίωξε τίποτα περισσότερο μετά την αρχική υπογραφή τους. Το αποτέλεσμα είναι οι Τούρκοι να παζαρεύουν ακόμη και τους Meteor, ενώ οι Γάλλοι νίπτουν τας χείρας τους. Όσο για τους Αμερικανούς, μόνο θυμηδία προκαλεί η σκέψη ότι θα παρέμβουν για να υποστηρίξουν την Ελλάδα ΕΔΩ. Το μοντέλο των Ιμίων ΕΔΩ είναι αυτό που θα ακολουθηθεί σε οποιαδήποτε τουρκική εχθρική ενέργεια. Περισσότερα ΕΔΩ και ΕΔΩ!]
Turkey’s invasion plans for Greece thwarted by US, France, provoking angry outbursts from Erdogan
April 28, 2025
Abdullah Bozkurt/Stockholm
Turkey’s contingency war plans against Greece — particularly targeting Western Thrace and the Aegean islands — have suffered a serious setback due to the expanded military presence of the United States and France in support of Greek defense, prompting a wave of sharp criticism from Turkey’s increasingly frustrated leadership, including President Recep Tayyip Erdogan, in recent years.
Turkey’s military strategy for a potential incursion into Greek territory, particularly Western Thrace, was designed to exploit a narrow window of opportunity, which Turkish generals anticipated would close quickly with swift intervention from the US and Europe following any Turkish offensive.
These secret plans were first revealed during the 2010 “Sledgehammer” (Balyoz) trial in Istanbul, which exposed the mindset of hardline Turkish generals considering such contingencies. At the time the revelations drew little attention, likely because they were buried in the annexes of an extensive case file, whose primary focus was a domestic power struggle between influential military leaders and the civilian government.
However, the overwhelming evidence in the case file — including authenticated documents, voice recordings and General Staff reports — confirmed that detailed war plans were indeed discussed during a military seminar held March 5–7, 2003, under the leadership of then-commander of the 1st Army Corps, General Çetin Doğan. Approximately 30 senior officers took part in the seminar.
Excerpt from a PowerPoint presentation on Turkish military contingency planning regarding a potential military offensive against Greece:
Headquartered in Istanbul, the 1st Army Corps is tasked with defending Turkey’s Thrace region, which borders Greece, as well as securing the Bosporus Straits, Istanbul and the broader Marmara region. The seminar was also attended by representatives from the Turkish General Staff and other military units.
The central focus of the war plan was a military operation in the Aegean, with supplementary actions in the Thrace region of Greece to support the primary theatre. The planners emphasized that any military action in Thrace should focus not on territorial conquest, but on inflicting maximum damage to enemy forces. The objective was to punish rather than occupy.
“The measures to be taken in Thrace must support the operation in the Aegean,” stated the seminar’s final report. “The objective in this region should be less about territorial gains and more focused on destroying as many enemy forces as possible.”
A summary of the seminar’s classified report was presented to participants in a PowerPoint presentation, a copy of which was later obtained by Nordic Monitor.
The seminar also revealed the prevailing mindset among Turkish military planners at the time, particularly those with anti-American and anti-NATO views. While Erdogan initially clashed with these officers, he eventually formed a decade-long political alliance with them and their civilian supporters, collectively known as Ulusalcılar (neo-nationalists), in 2014.
According to the seminar report, Turkish strategists anticipated that NATO and the EU would quickly intervene if Turkey launched a military offensive in Greece’s Thrace region. Consequently, they concluded that Turkey would have only three to four days to achieve its objectives — enough to inflict significant damage on Greek forces, but not enough for long-term occupation. The ultimate goal, they argued, was to seize control of the Aegean islands.
In April 2025 Turkey’s standalone military force, including the Aegean Army Command, Amphibious Task Group Command and Amphibious Corps Command, conducted joint operations in the western province of Izmir, featuring both offshore and onshore exercises.
While these plans may have evolved, been revised and updated over time, their fundamental structure and overall objective are believed to have remained intact. However, the strategic landscape has changed dramatically, much to the dismay of Turkey’s war planners, making a military offensive against Greece more challenging than before.
Greece’s recent military cooperation agreements with the US and France — particularly those granting the US expanded access to Greek military and naval bases — have severely undermined Turkey’s invasion plans. The presence of US troops at these facilities makes it considerably riskier for Turkey to target Greek military assets since doing so could provoke a direct confrontation with the United States, something Ankara is eager to avoid.
This is undoubtedly a key factor behind Ankara’s increasingly hostile rhetoric toward Washington’s defense engagement in Greece and its vocal opposition to Greece’s strengthened defense ties with both the US and France.
During a joint press conference with Hungarian Prime Minister Viktor Orbán in Ankara on November 11, 2021, President Erdogan expressed his frustration publicly, stating, “Greece itself has now become a base for the United States. I couldn’t even count the number of US bases inside Greece, there are just that many. When you look at the map, Greece itself resembles an American military base. That’s the reality.
“Why are all these bases being established, and for what purpose? We’ve asked — my defense minister, my foreign minister, and I have asked President Biden and others — and we keep getting evasive answers. They’re not being honest. The neighbor they’ve chosen is the wrong one, and using Greece as a base in the Aegean is the wrong approach.”
Another photo showcasing joint operations in the western province of Izmir, featuring the landing of troops from the sea in April 2025.
Erdogan echoed similar criticism of the US, Greece and France at public rallies, while senior government and military leaders also reiterated the same talking points.
US officials have denied Turkey’s accusations, claiming that American engagement with Greece is not intended as a threat to Turkey, which remains a fellow NATO ally. On October 18, 2022, US Ambassador to Turkey Jeff Flake tweeted: “Our defense cooperation with Greece strengthens NATO’s eastern flank in support of Ukraine and our NATO allies in Central and Eastern Europe. Our shared objective with Türkiye and Greece is peace, security, and stability throughout the region.”
In recent years US-Greece defense collaboration has intensified, marked by expanded joint military exercises, updated agreements and increased military assistance, which helped elevate Greece’s role in regional and transatlantic security.
In 2019 and 2021 Greece and the US updated the 1990 Mutual Defense Cooperation Agreement (MDCA), granting American forces greater access to Greek bases, including Alexandroupolis, which is located near the Turkish border, and the crucial Souda Bay base on Crete.
The US has also sold billions of dollars in defense systems to Greece, helped modernize its F-16 fighter jets and is considering selling fifth-generation fighters to the Greek Air Force. US and Greek armed forces participate in more than 15 major joint military exercises annually.
In April 2019 the Turkish military stationed in the Thrace region of Turkey carried out drills to deploy troops and tanks over water.
The US presence at Alexandroupolis, a port just 40 kilometers from the Turkish border, has particularly alarmed Ankara. The base serves as a vital transit hub for US and NATO forces moving equipment to Eastern Europe, effectively bypassing the Turkish-controlled Bosporus Strait. Likewise, the potential stationing of US troops on Aegean islands has emerged as another significant irritant for Turkish leaders.
France, too, has bolstered Greece’s defense posture. In September 2021 Athens and Paris signed a landmark defense agreement committing mutual military support in the event of an armed attack on either nation. The agreement facilitated Greece’s procurement of advanced French weaponry, including Rafale fighter jets, missiles, frigates and helicopters.
These developments have severely limited Turkey’s military flexibility and undermined its contingency invasion plans for Greece. As a result, both Turkish civilian and military leaders have ramped up their criticism of the trilateral defense cooperation between Greece, the US and France, viewing it as a direct obstacle to Turkey’s strategic ambitions in the region.
The secret seminar report suggests that the hawkish rhetoric displayed by Turkish leadership is not merely intended for domestic consumption, such as distracting the public from internal issues like financial hardship, unemployment and rising consumer prices, or to garner votes during election campaigns, as some pundits suggest.
There is, in fact, real strategic thinking behind Turkey’s warmongering stance toward Greece, one that cannot be dismissed or brushed aside by Turkish diplomats and pro-Turkey pundits’ apologetic justifications, which aim to obscure the optics by claiming they were intended solely for domestic consumption.
Τηλεφωνική επικοινωνία με τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν είχε ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος δήλωσε ότι η ενίσχυση του διαλόγου μεταξύ Τουρκίας και Γαλλίας θα συμβάλει θετικά στις μεταξύ τους σχέσεις και ότι οι δύο χώρες έχουν δυνατότητες συνεργασίας σε πολλούς τομείς, ιδίως στην αμυντική βιομηχανία.
Σύμφωνα με ανακοίνωση της Διεύθυνσης Επικοινωνίας της τουρκικής προεδρίας, κατά τη διάρκεια της συνομιλίας τους οι δύο ηγέτες συζήτησαν για τις διμερείς σχέσεις μεταξύ Τουρκίας και Γαλλίας.
Ο Ταγίπ Ερντογάν διεμήνυσε ότι η κατάπαυση του πυρός μεταξύ της Χαμάς και του Ισραήλ πρέπει να διατηρηθεί και να αρχίσουν οι προσπάθειες για εγκαθίδρυση μιας μόνιμης λύσης.
Ο Τούρκος πρόεδρος είπε επίσης -σύμφωνα με την ανακοίνωση- ότι η αναστολή των κυρώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της Συρίας ήταν ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση και ότι είναι σημαντικό να αρθούν πλήρως στη νέα περίοδο και ότι η Τουρκία θα συνεχίσει αδιάλειπτα την υποστήριξή της προς τη Συρία.
Tουρκικά μέσα ενημέρωσης αναφέρουν ότι η γνωστή τουρκική εταιρεία Yıldırım Holding κατέχει ποσοστό 24% των μετοχών του Ομίλου CMA CGM, της γαλλικής εταιρείας ναυτιλιακών και logistics CMA CGM, η οποία, όπως έγινε γνωστό ανέλαβε τη λειτουργία του τερματικού σταθμού εμπορευματοκιβωτίων στο λιμάνι της Λαττάκειας στη Συρία.
[iEpikaira: Αρχίστε να ξεχνάτε την ελληνογαλλική αμυντική ρήτρα...]
Ήξεις - αφίξεις από Μακρόν για την πώληση των πυραύλων Meteor στην Τουρκία
Σε τετ α τετ ανάμεσα στον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και τον πρόεδρο της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν ετέθη την περασμένη Τρίτη το ζήτημα της πιθανής πώλησης πυραύλων αέρος αέρος Meteor από το πολυεθνικό ευρωπαϊκό κονσόρτσιουμ MBDA στην Τουρκία, αναφέρει δημοσίευμα της εφημερίδας Καθημερινή.
Οι δύο άνδρες είχαν συγκεκριμένα μια σύντομη συνάντηση ειδικά για αυτό το θέμα στο περιθώριο της άτυπης Συνόδου Κορυφής της Ε.Ε. στις Βρυξέλλες την περασμένη Τρίτη.
Ο κ. Μητσοτάκης ζήτησε να ενημερωθεί για το αν πράγματι προωθείται πώληση των πυραύλων Meteor στην Τουρκία, ενώ ο κ. Μακρόν επιβεβαίωσε ότι πράγματι υπάρχουν επαφές με την πρωτοβουλία του Λονδίνου (που αποτελεί εταίρο του κονσόρτσιουμ), είπε ωστόσο, στον Έλληνα πρωθυπουργό ότι η συμφωνία της Γαλλίας με την Τουρκία για την πώληση των Meteor δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη, αναφέρει το δημοσίευμα της Καθημερινής.
Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με δημοσιεύματα τουρκικών μέσων μαζικής ενημέρωσης και ειδικών περί την άμυνα ευρωπαϊκών μέσων ενημέρωσης, Άγκυρα και Λονδίνο εμφανίζονται να έχουν προχωρημένες συζητήσεις για την προμήθεια των αεριωθούμενων Eurofighter Typhoon που κατασκευάζονται από μια κοινοπραξία στην οποία μετέχουν η Γερμανία, η Βρετανία, η Ιταλία και η Ισπανία, οι οποίες εκπροσωπούνται από τις εταιρείες Airbus, BAE Systems και Leonardo. Για να προxωρήσει όμως η συμφωνία για τα μαχητικά αυτά, απαιτείται μια παράλληλη συμφωνία Τουρκίας – Γαλλίας για να τα εξοπλίσει με τους γαλλικούς πυραύλους Meteor, με τους οποίους είναι εξοπλισμένα τα ελληνικά Rafale.
Η Αθήνα σε ανώτατο επίπεδο παρακολουθεί κάθε εξέλιξη που αφορά το συγκεκριμένο θέμα, το οποίο στρατιωτικές πηγές χαρακτηρίζουν ως μείζον, διότι στην περίπτωση απόκτησης των Meteor από την Τουρκία, κατ’ ουσίαν χάνεται ένα κρίσιμο πλεονέκτημα που απολαμβάνει σήμερα η Πολεμική Αεροπορία.
Η όλη υπόθεση πήρε δημοσιότητα όταν έγιναν γνωστές οι προκαταρκτικές συζητήσεις ανάμεσα στο κατασκευαστικό κονσόρτσιουμ της γαλλικής MBDA (που αναπτύσσει τα βλήματα) και την Άγκυρα, αλλά και χάρη στη δημόσια παρέμβαση του υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια.
Πόλεμο Ελλάδας – Τουρκίας με αεροναυτική σύγκρουση στο Αιγαίο τον Φεβρουάριο του 2028 βλέπει γαλλικό στρατιωτικό σενάριο
Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, με την ένταση να κυριαρχεί στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, βρίσκονται συχνά στο επίκεντρο της διεθνούς διπλωματίας και των στρατιωτικών σχεδιασμών. Το βιβλίο της δημοσιογράφου Alexandra Saviana, “Les scénarios noirs de l’armée française“ (Τα σκοτεινά σενάρια του Γαλλικού Στρατού), περιγράφει 11 σενάρια βασισμένα σε πραγματικές γεωπολιτικές συνθήκες που θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε σοβαρές κρίσεις ή και συγκρούσεις.
Τα σενάρια που παρουσιάζονται βασίζονται σε πραγματικές στρατιωτικές και γεωπολιτικές αναλύσεις. Ο Γαλλικός Στρατός χρησιμοποιεί παρόμοια σενάρια για εκπαίδευση και προγραμματισμό μέσω εργαλείων όπως το wargaming και η “Red Team” που συστήθηκε από την Αμυντική Υπηρεσία Καινοτομίας (AID). Η συγγραφέας, έχοντας συμβουλευτεί 106 ειδικούς, εξετάζει το ενδεχόμενο μιας ένοπλης σύγκρουσης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας μέσα από το πρίσμα της γαλλικής στρατηγικής και άμυνας.
Στο σενάριο 8 του βιβλίου, η Γαλλία αναδεικνύεται σε βασικό σύμμαχο της Ελλάδας, αναλαμβάνοντας πρωταγωνιστικό ρόλο σε μια αεροναυτική σύγκρουση που εκτυλίσσεται τα επόμενα χρόνια.
Κρίση στο Αιγαίο: Σενάριο σύγκρουσης Ελλάδας-Τουρκίας από τη Γαλλία
Το σενάριο 8 για αεροναυτικές επιχειρήσεις στο Αιγαίο, εξελίσσεται τον Φεβρουάριο του 2028, σε μια περίοδο αυξημένων εντάσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Η στρατηγική ευπάθεια της περιοχής και η γεωπολιτική αντιπαλότητα οδηγούν σε μια κλιμάκωση που καταλήγει σε στρατιωτική σύγκρουση. Οι τουρκικές διεκδικήσεις στη Μεσόγειο, που βασίζονται στη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας», εντείνονται υπό την ηγεσία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος προχωρά σε εθνικιστικές ενέργειες κατά την τρίτη θητεία του.
Η κρίση ξεκινά όταν το τουρκικό αποβατικό πλοίο TCG Anadolu αποβιβάζει ειδικές δυνάμεις σε ακριτικό νησί, όπως οι βραχονησίδες Ίμια, ανεβάζοντας την τουρκική σημαία και συλλαμβάνοντας Έλληνες φρουρούς. Η Ελλάδα καταγγέλλει την επιθετική ενέργεια και επικαλείται το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, αλλά η συμμετοχή της Τουρκίας στη συμμαχία καθιστά την ενεργοποίησή του αδύνατη. Οι εντάσεις μεταξύ των δύο χωρών, που ήδη υποδαυλίζονται από συχνές παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου, οδηγούν σε στρατιωτική κινητοποίηση.
Η Γαλλία, στο πλαίσιο της διμερούς αμυντικής συμφωνίας με την Ελλάδα, αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο στην αντιμετώπιση της τουρκικής επιθετικότητας. Μαζί με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οργανώνει στρατιωτική επιχείρηση υποστήριξης, με τη συμμετοχή φρεγατών, υποβρυχίων και μαχητικών Rafale. Οι γαλλικές δυνάμεις συνδράμουν στη δημιουργία μιας ζώνης αποτροπής γύρω από το νησί, προλαμβάνοντας περαιτέρω κινήσεις από την Τουρκία και καταφέρνουν να ανακτήσουν τα Ίμια μετά από σφοδρές μάχες, αλλά οι απώλειες είναι σημαντικές: πάνω από 120 Γάλλοι, 130 Έλληνες και 250 Τούρκοι στρατιώτες σκοτώνονται.
Η κρίση κορυφώνεται με την παραίτηση του Ερντογάν, που παραδίδει την εξουσία στον αντιπρόεδρο Φουάτ Οκτάι. Ο νέος ηγέτης της Τουρκίας ενισχύει τη συνεργασία με τη Ρωσία και, σε μια δραματική κίνηση, αποσύρει την Τουρκία από το ΝΑΤΟ, καίγοντας το κείμενο της συνθήκης σε ζωντανή μετάδοση.
Η σύγκρουση αφήνει την Ευρώπη και τη Μεσόγειο σε βαθιά αποσταθεροποίηση. Η κατάρρευση του ΝΑΤΟ αναγκάζει την ΕΕ να αναζητήσει αυτόνομη αμυντική στρατηγική, ενώ η Ρωσία ενισχύει την επιρροή της. Η Ελλάδα παραμένει σε εγρήγορση, με τη Γαλλία να αναδεικνύεται ως βασικός πυλώνας της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Η σύγκρουση στο Αιγαίο αναδιαμορφώνει τη γεωπολιτική σκακιέρα, επισημαίνοντας την ανάγκη για σταθερότητα και συνεργασία στην περιοχή.
Το διεθνές πλαίσιο και ο ρόλος άλλων χωρών
Η ελληνοτουρκική κρίση, όπως περιγράφεται στο σενάριο, αναδεικνύει τις διχαστικές δυναμικές εντός του ΝΑΤΟ. Ενώ η Ελλάδα υποστηρίζεται ενεργά από τη Γαλλία, άλλες χώρες της Συμμαχίας, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, επιδιώκουν να διατηρήσουν ουδέτερη στάση.
Η διπλωματική πίεση αυξάνεται, ενώ η ΕΕ αποδεικνύεται ανεπαρκής στην ανάληψη συλλογικής δράσης. Η Γερμανία περιορίζεται σε διπλωματικές κινήσεις, ενώ οι υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, αν και καταδικάζουν την τουρκική ενέργεια, δεν προχωρούν σε ουσιαστικές ενέργειες.
Η Γαλλία, μέσω της στρατιωτικής αμυντικής συμφωνίας με την Ελλάδα, προωθεί τη φιλοδοξία της για ευρωπαϊκή αμυντική αυτονομία, ενώ επιδιώκει να διατηρήσει την επιρροή της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η σημασία για την Ελλάδα
Για την Ελλάδα, η γαλλική υποστήριξη αποτελεί κρίσιμο παράγοντα σε αυτή την κρίση. Το διμερές αμυντικό σύμφωνο αποκτά πρακτική αξία, ενώ η στρατιωτική εμπλοκή της Γαλλίας προσφέρει ουσιαστική αποτροπή απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα. Η συνεργασία αυτή ενισχύει την ελληνική θέση στο Αιγαίο, ενώ παράλληλα εδραιώνει τη Γαλλία ως στρατηγικό εταίρο.
Το σενάριο αυτό, όπως περιγράφεται στο “Les scénarios noirs de l’armée française“, αποτελεί ένα προσεκτικά σχεδιασμένο στρατιωτικό αφήγημα που βασίζεται σε υπαρκτές γεωπολιτικές εντάσεις. Αναδεικνύει τη σημασία της στρατιωτικής συνεργασίας, την ευθύνη της διεθνούς κοινότητας και την ανάγκη προληπτικού σχεδιασμού. Στην περίπτωση μιας ελληνοτουρκικής σύγκρουσης, η Γαλλία εμφανίζεται ως βασικός σύμμαχος, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του εγγυητή της σταθερότητας και της ασφάλειας στην περιοχή.
Η Alexandra Saviana είναι Γαλλίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας, με πολυετή εμπειρία σε θέματα γεωπολιτικής και άμυνας. Έχει συνεργαστεί με σημαντικά μέσα ενημέρωσης, ενώ ειδικεύεται στην ανάλυση στρατηγικών και διεθνών σχέσεων. Το βιβλίο της “Les scénarios noirs de l’armée française” αποτελεί καρπό ενδελεχούς έρευνας με τη συμβολή 106 ειδικών.
[iEpikaira: Αρκετά αισιόδοξο -για να μην πούμε κάτι άλλο- το σενάριο εμπλοκής γαλλικών ενόπλων δυνάμεων σε πιθανή ελληνοτουρκική διένεξη... Το σενάριο ίσως γράφηκε υπό μορφή προειδοποίησης/psyop των Γάλλων και τίποτα παραπάνω. Τα Ίμια είναι ο μικρότερος των πιθανών τουρκικών στόχων και σίγουρα όχι ο κύριος ΑΝΣΚ της όποιας επιθετικής ενέργειας.]