Κουτσουρεμένος και ο νέος χάρτης του ΥΠΕΞ για τα θαλάσσια οικόπεδα στο Αρχιπέλαγος – Υπολογισμοί με 6 μίλια χωρικά ύδατα – Μέχρι τα Δωδεκάνησσα το καλώδιο, παρελθόν η Κύπρος
Υποχωρούμε σε όλα τα επίπεδα. Η Ελλάδα γνωρίζει μια πρωτοφανή υποβάθμιση της θέσεώς της στην διεθνή σκηνή, αλλά το χειρότερο, υφίσταται απώλειες. Εθνικές απώλειες.
Του Ευθ. Π. Πέτρου
Γινόμαστε το τελευταίο διάστημα μάρτυρες μιας ανομολογήτου συρρικνώσεως της εθνικής μας κυριαρχίας. Καθοριστικής σημασίας ήταν η υποχώρηση της Κάσου, όπου επί της ουσίας εγκαταλείψαμε την πόντιση του καλωδίου ηλεκτρικής διασυνδέσεως Ελλάδος-Κύπρου-Ισραήλ μόλις η Τουρκία αντέδρασε. Και αυτή δεν είναι παρά μόνον η αρχή.
Αφού την αφήσαμε να «αλωνίζει» σε θάλασσες που είναι δικές μας, η Τουρκία διεκδικεί πλέον και τα νησιά μας, επιβουλευόμενη την εδαφική ακεραιότητα της χώρας. Δραματική προειδοποίηση απευθύνει μέσω της πλατφόρμας «Χ» ο πρώην υφυπουργός Εξωτερικών κ. Γιάννης Βαληνάκης, ο οποίος τονίζει: «Οι άλλες διεκδικήσεις της Τουρκίας ωχριούν ως πρόβλημα σε σύγκριση με την αμφισβήτηση των νησιών και της εδαφικής μας ακεραιότητας! Αυτήν πρέπει να ακυρώσουμε ως πρώτη μας επιδίωξη!»
Απαριθμεί εν συνεχεία ο Δωδεκανήσιος πολιτικός τις τέσσερεις διεκδικήσεις της Τουρκίας, οι οποίες συνιστούν αμφισβήτηση της εθνικής κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων μας: «Αποτελεί δυστυχώς τον πυρήνα της «Γαλάζιας Πατρίδας» και σε αυτήν στηρίζονται οι 4 νέες διεκδικήσεις της του τελευταίου έτους:
-τα αιολικά πάρκα που αποσύρθηκαν από την ανοιχτή θάλασσα περιοριζόμενα εντός των χωρικών υδάτων μας,
-το θαλάσσιο πάρκο στο Ανατολικό. Αιγαίο που συρρικνώνεται και αναβάλλεται συνεχώς,
-η ηλεκτρική διασύνδεση με την Κύπρο (GSI )
-και τέλος η νέα αντιπαράθεση για τη θαλάσσια χωροταξία.
Και στις 4 περιπτώσεις δεν διδαχθήκαμε τίποτα από την έλλειψη στοιχειώδους γεωπολιτικού σχεδιασμού σε σχέση με τον αγωγό EastMed που ναυάγησε.
Ο μόνος “σχεδιασμός” μας περιορίζεται σταθερά στο ότι η έρευνα είναι νόμιμη κατά το διεθνές δίκαιο.
Δεν προβλέπονται δηλαδή οι τουρκικές αντιδράσεις, ούτε καταστρώνονται σχέδια αντιμετώπισής τους -με συνέπεια τον αιφνιδιασμό, “παζάρια” υπό πίεση, και τελικά -προσώρας τουλάχιστον- αρνητικές συνέπειες».
Το τραγικό είναι ότι η ελληνική Κυβέρνηση υποχωρεί κατά κράτος χωρίς να δείχνει ότι αντιλαμβάνεται την σοβαρότητα της καταστάσεως. Αντί να προετοιμάζεται ώστε να αντιμετωπίσει επιτυχώς την επομένη κρίση (που νομοτελειακώς θα ξεσπάσει) και να θέσει φραγμό στα επεκτατικά σχέδια της Τουρκίας προσπαθεί να αποκρύψει την θλιβερή πραγματικότητα τροφοδοτώντας την επικαιρότητα με διάφορα επικοινωνιακά «αφηγήματα», μεταξύ των οποίων και οι ισχυρισμοί της, περί ισχυράς ελληνικής παρουσίας στην διεθνή σκηνή. Στο πλαίσιο αυτό, απλές διπλωματικές επαφές παρουσιάζονται σαν επιτυχίες.
Τονίζει σε άλλη ανάρτησή του ο κ. Βαληνάκης: «Η χώρα μας αεροβατεί με την ψευδαίσθηση περί “ισχυρού διπλωματικού της αποτυπώματος” επειδή ως μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας οργανώνουμε… συζητήσεις για “Διάλογο, Δημοκρατία και Δημοκρατία”. Το “άσφαιρο” ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου παρουσιάζεται ως “πολλαπλό χαστούκι” στον Ερντογάν κλπ. Γενικότερα, οι ελληνικές αντιδράσεις στον τουρκικό “καλπασμό” περιορίζονται σε απλές επαφές και “Στρατηγικά Συμβούλια”, χωρίς απτά αποτελέσματα: η ολοκλήρωση της οριοθέτησης ΑΟΖ με την Αίγυπτο έχει πλήρως λησμονηθεί, τον έλεγχο της Λιβύης μοιράζονται η Τουρκία με τη Ρωσία, όλα σχεδόν τα δυτικά εμπάργκο όπλων που είχαν επιβληθεί στην Άγκυρα αίρονται κλπ.»
Κρατάμε την επισήμανση του κ. Βαληνάκη για την οριοθέτηση ΑΟΖ με την Αίγυπτο, που έχει λησμονηθεί, διότι προσφάτως ανεκοινώθησαν σε διθυραμβικό μάλιστα τόνο οι προθέσεις της αμερικανικής Chevron να αρχίσει έρευνες νοτίως της Κρήτης. Υπάρχουν πληροφορίες συμφώνως προς τις οποίες η αμερικανική εταιρεία δεν ανέλαβε πρωτοβουλία, αλλά κινήθηκε έναντι αδρής αμοιβής, από την ελληνική κυβέρνηση.
Η περιοχή μάλιστα στην οποία θα κινηθεί καλύπτεται από το τουρκο-λιβυκο μνημόνιο, αλλά ευρίσκεται στην πλευρά της λιβυκής δικαιοδοσίας. Ελπίζουν έτσι κάποιοι στην Αθήνα, ότι δεν θα προκληθεί τουρκική αντίδρασις. Φοβούμεθα διότι και πάλι δεν πρόκειται να επιμείνουν. Θα υποχωρήσουν, αν αντιδράσει η Τουρκία, όπως υπεχώρησαν και στην Κάσο. Αποδεχόμενοι και πάλι συρρίκνωση της κυριαρχίας μας. Και θα έχουν χάσει και τα ποσά που πληρώνουν στην Chevron…
Και ενώ στην Ελλάδα εθελοτυφλούμε, η Τουρκία αναβαθμίζει πράγματι την θέση και την επιρροή της. Τις τελευταίες ημέρες η Τουρκία βελτίωσε πολλαπλώς την θέση της. Μπορεί οι συνομιλίες για την Ουκρανία να μην ολοκληρώθηκαν, αλλά μόνον το γεγονός ότι η Κωνσταντινούπολη ήταν ο επιλεγμένος τόπος διεξαγωγής τους, αναδεικνύει την Τουρκία σε παράγοντα του παγκοσμίου διπλωματικού παιχνιδιού.
Την ίδια στιγμή, ο Ερντογάν ανεγνωρίσθη από τον ίδιο τον Πρόεδρο Τραμπ, ως παράγοντας των εξελίξεων στην Μέση Ανατολή, αφού μετέσχε δια τηλεδιασκέψεως στην συνάντηση για την Συρία στο Ριάντ, κατά την οποία ήρθησαν οι κυρώσεις για την Συρία και ο εκλεκτός της Αγκύρας Πρόεδρος Αλ Σάρα (πρώην τρομοκράτης Αλ Γκολάνι) αποκαταστάθηκε ως διεθνώς αναγνωριζόμενος ηγέτης (και ας ελέγχει το καθεστώς του, μόλις το ένα τρίτο της συριακής επικρατείας).
Αντιθέτως η Ελλάδα βυθίζεται σε γεωπολιτική ανυπαρξία. Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, δεν έχει κατορθώσει ακόμη να εξασφαλίσει την πρόσκληση για συνάντηση με τον Ντόναλντ Τραμπ, για την οποία εκλιπαρεί τους τελευταίους μήνες. Το χειρότερο είναι ότι αυτή η πρόσκλησις θα μπορούσε να οδηγήσει σε χειρότερες περιπέτειες την χώρα.
Σε μια συνάντηση με τον Αμερικανό Πρόεδρο, το πιθανότερο είναι ότι ο Έλληνας Πρωθυπουργός θα γινόταν αποδέκτης «συστάσεων» να αποδεχθεί την συνδιαλλαγή με την Τουρκία. Να δεχθεί δηλαδή περαιτέρω συρρίκνωση της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας.
Διακυβεύονται όλα τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας έξω από τα 6 νμ, το κύρος της χώρας και οι συμμαχίες της
Του ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΛΗΝΑΚΗ
Η αρνητική εξέλιξη των «σχεδιασμών» περί το καλώδιο διαφαινόταν δυστυχώς εξ αρχής, από την άδοξη τύχη που είχε ο πρόγονός του, ο αγωγός EastMed. Τότε, και τώρα εκ νέου, τα σχέδια βασίστηκαν αποκλειστικά στις διαβεβαιώσεις των νομικών, με πρώτο τον ίδιο τον Υπουργό Εξωτερικών, ότι ο δρόμος είναι ορθάνοιχτος, αφού είναι …σύμφωνος με το Δίκαιο της Θάλασσας και δεν απαιτείται οποιαδήποτε άδεια της Τουρκίας.
Δυστυχώς, κάθε φορά αποδεικνύεται η κακοδαιμονία της χώρας να στηρίζεται αποκλειστικά στο Διεθνές Δίκαιο (ο σημερινός ΥΠΕΞ κ. Γεραπετρίτης έχει προσθέσει και τη «διεθνή ηθική»!), και να βαδίζει με στρατηγική τύφλωση, χωρίς σοβαρά σχέδια αντιμετώπισης των προβλέψιμων τουρκικών αντιδράσεων. Κατά τον κ. Γεραπετρίτη, «αφού όλη η Μεσόγειος είναι κατεσπαρμένη με καλώδια, το έργο δεν μπορεί να εμποδιστεί» (!).
Ακόμη όμως και ο νομικός «σχεδιασμός» αποδεικνύεται άστοχος. Και αυτό διότι κατ᾽ ουσίαν ο EastMed βασίστηκε εξαρχής στην παραδοχή ότι, αφού κατά τον (ανεπίσημο) Χάρτη της Σεβίλης οι ΑΟΖ Ελλάδας και Κύπρου εφάπτονται, δεν παρεμβάλλεται γεωγραφικά κάποια τουρκική ζώνη, και άρα, σε κάθε περίπτωση, η γείτων δεν δικαιούται να παρέμβει.
Η Άγκυρα όμως, είχε εξαρχής αντιδράσει (πχ. η κρίση του 2020, η παρεμπόδιση των ερευνητικών σκαφών Atalante, κλπ) και υποχωρώντας η χώρα μας επίσημα αποκήρυξε με επιστολή στον ΟΗΕ τον Χάρτη ως ιδιωτικό (!) και μαζί του αναγκαστικά το μόνο δυνατό γεωγραφικό σημείο επαφής ανάμεσα στην ελλαδική και την κυπριακή ΑΟΖ (βλ. αναλυτικά το βιβλίο μου «Για μια νέα στρατηγική απέναντι στην Τουρκία»).
Το πάθημα που δεν έγινε μάθημα – Η στρατηγική τύφλωση καλά κρατεί
Ο στρατηγικά τυφλός νομικός σχεδιασμός, χωρίς δηλαδή συμπερίληψη της ελληνικής αποκήρυξης του Χάρτη και του πραγματικού κόσμου (του βέβαιου τουρκικού bullying στο πεδίο), μοιραία οδήγησε στο ναυάγιο του EastMed. Αυτή τη φορά, σχεδιάζοντας καλώδια και όχι αγωγούς, οι νομικοί ήταν κατηγορηματικά θετικοί.
Έτσι, ξεκίνησαν φιλόδοξοι «σχεδιασμοί» (επί τη βάσει μάλιστα και διεθνών επενδύσεων και ευρωπαϊκής χρηματοδότησης) για καλώδια – ηλεκτρικά και δεδομένων – με Ισραήλ (GSI), Αίγυπτος, Σαουδική Αραβία, IMEC, κ.ά. Μόνον που, δυστυχώς, όλα διέρχονται αναγκαστικά και από τη ζώνη του «τουρκολιβυκού» μνημονίου.
Δεν φαίνεται να απασχόλησε κανένα σχεδιαστή το πώς θα υπερπηδηθεί το εμπόδιο αυτό και η αναμενόμενη τουρκική πρόθεση να υπερασπιστεί την άποψή της στρατιωτικά στο πεδίο. Και αυτό αντίθετα από εμάς που, ναι μεν οριοθετήσαμε απόλυτα νόμιμα ΑΟΖ το 2020 με την Αίγυπτο, αλλά έκτοτε δεν προχωρήσαμε επ᾽ αυτής ούτε σε χάραξη θαλασσοτεμαχίων, ούτε την υπερασπιστήκαμε στοιχειωδώς έναντι των τουρκικών φρεγατών.
Παραβλέπω, χάριν συντομίας, τα καταθλιπτικά ναυάγια των «αιολικών πάρκων» σε –κατά την Τουρκία– «γκρίζες ζώνες» ή στα ανοιχτά του Αιγαίου, των «θαλάσσιων πάρκων» στις ίδιες περιοχές, και τις πρόσφατες τουρκικές επιδιώξεις να παρεμποδιστούν ακόμη και τα καλώδια που σχεδιάζονται για διασύνδεση της ηπειρωτικής χώρας με τα νησιά στο ανατολικό Αιγαίο!
Ερχόμαστε έτσι, στο επεισόδιο της Κάσου, όπου η χώρα γνώρισε νέα ταπεινωτική αποτυχία: μπροστά στα τουρκικά πολεμικά πλοία τα ναυλωμένα ερευνητικά σκάφη δεν προχώρησαν ανατολικότερα πέρα από τα 6 ναυτικά μίλια – δηλαδή στην ελληνική ΑΟΖ, την οριοθετημένη επίσημα με την Αίγυπτο.
Ζητήθηκε τότε από την Άγκυρα, και δόθηκε («συγκεκαλυμμένα» από την εταιρεία Nexans, κατά την πιθανότερη εκδοχή) τουρκική αδειοδότηση για να προχωρήσουν οι έρευνες!
Τα σκάφη αποτράπηκαν από τις τουρκικές φρεγάτες, το έργο δεν προχώρησε, αλλά παρόλα αυτά ο κ. Υπουργός των Εξωτερικών διαβεβαίωνε για την απρόσκοπτη συνέχιση των ερευνών. Αντ᾽ αυτών, μετά από πολύμηνη παραμονή εντός κρητικών λιμένων, τα σκάφη εγκατέλειψαν τη χώρα μετά από καταβολή αποζημίωσης πολλών εκατομμυρίων ευρώ για την αδράνειά τους.
Και να που πρόσφατα οι ελληνικές αρχές πιεζόμενες από επαπειλούμενες νέες τσουχτερές αποζημιώσεις, ανακοινώνουν την επανεκκίνηση των ερευνών ανατολικά της Κάσου προς την Κύπρο.
Ημιεπίσημες διαρροές υπονοούσαν και μια ισχυρή γαλλική και ισραηλινή στήριξη. Το Παρίσι αρκέστηκε σε ένα απλό πέρασμα, και ασκήσεις ρουτίνας σε ακίνδυνες περιοχές, του αεροπλανοφόρου Charles De Gaulle, που όμως πανηγυρίζεται ως …έμπρακτη στήριξη. Το Ισραήλ (υπονοήθηκε) ως «αποφασιστικότερο» αφού, σύμφωνα με τις διαρροές, ο Πρωθυπουργός ζήτησε από τον Ισραηλινό ομόλογό του να εξασφαλίσει επιπλέον και την αμερικανική στήριξη.
Εδώ αρχίζουν οι ψυχρολουσίες. Δεν προλαβαίνουν να ειπωθούν τα παραπάνω και βγαίνει πλέον απροκάλυπτα με ημιεπίσημες απειλητικές αντιδράσεις η μέχρι τότε ελαφρώς συγκρατημένη Άγκυρα:
«Θα συνεχίσουμε να κάνουμε ό,τι και πριν. Δεν έχει νόημα η Ελλάδα να επιμένει σε αυτό το θέμα». Κι έρχεται, παρά τις νέες διαβεβαιώσεις του κυρίου Γεραπετρίτη, η ανατροπή των «σχεδίων» με ένα νέο «στρίβειν δια της αναβολής».
Οι συνέπειες και τα ερωτήματα είναι αμείλικτα
Τελικά, οι στηρίξεις δεν ήταν αρκετά σοβαρές; Ιδίως αν η κυβέρνηση στήριζε τις ελπίδες της στο Ισραήλ, το οποίο αιφνιδιάστηκε από τις δηλώσεις Τραμπ περί «φίλου Ερντογάν»; Ή μήπως, αντίθετα, ο Νετανιάχου μας έσπρωχνε σε ισχυρότερη αποφασιστικότητα από όση μπορούσε να αντέξει το επιτελικό κράτος;
Διότι η πρωτοφανής επίσημη ανακοίνωσή του «χρειάζεται ένα κοινό μέτωπο κατά της Τουρκίας που είναι πλέον ο κοινός αντίπαλος για τις δύο χώρες» σίγουρα σόκαρε την Αθήνα.
Θεωρήθηκε σοβαρά ότι το απλό πέρασμα του γαλλικού αεροπλανοφόρου θα απέτρεπε την Άγκυρα; Σε μια κρισιμότατη αναμέτρηση, εναποθέτουμε τις ελπίδες μας σε επικοινωνιακές παραστάσεις;
Μέχρι εκεί μόνο φθάνει η γαλλική αμυντική συνδρομή; Πώς γίνεται να θεωρείται αρχικά το εγχείρημα γενικώς υποστηριζόμενο, αρκετά απλό και νόμιμο, και μετά την τουρκική αντίδραση να αναγνωρίζεται – κατά τη νέα δήλωση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Εξωτερικών – ως «δύσκολο» και να αναβάλλεται για τον «κατάλληλο χρόνο»; Τί είδους εθνικοί «σχεδιασμοί» είναι αυτοί;
Είναι προφανές, αν επιβεβαιωθεί η αναβολή, ότι για μια ακόμη φορά επελέγη η επικοινωνιακά βολικότερη, αλλά και εθνικά επικίνδυνη, ταπεινωτική και λίαν κοστοβόρα αναβολή.
Το κόστος της νέας αναβολής
Αν ούτε τώρα πραγματοποιηθεί η έξοδος των ερευνητικών σκαφών στην ελληνική ΑΟΖ, οι συνέπειες για τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα και το κύρος της χώρας θα είναι βαριές:
Ακυρώνεται πρακτικά, όχι το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο, αλλά η νόμιμη Συμφωνία μας του 2020 με την Αίγυπτο («φωνάζει ο κλέφτης …αποχωρεί ο νοικοκύρης»).
Εξαλείφεται έτσι, κάθε διεκδίκηση και ελπίδα οποιωνδήποτε κυριαρχικών δικαιωμάτων σε θαλάσσιες ζώνες πέραν των 6 ναυτικών μιλίων.
Δημιουργείται επικίνδυνο προηγούμενο και για τα εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα νοτίως της Κρήτης, αφού η Τουρκία θα ενθαρρυνθεί να επαναλάβει τα ίδια και εκεί.
Άμεσες θα είναι και οι συνέπειες στο Αιγαίο:
Όλα τα κρίσιμης σημασίας ηλεκτρικά καλώδια που ο ΑΔΜΗΕ σχεδιάζει να ποντίσει τα επόμενα χρόνια για να συνδέσει την ηπειρωτική χώρα με τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, καθώς και μεταξύ τους, θα αντιμετωπίσουν το ίδιο σενάριο του τουρκικού στρατιωτικού εκφοβισμού.
Η Άγκυρα θα ερμηνεύσει τη νέα ελληνική υπαναχώρηση ως αποδοχή οιασδήποτε διεκδίκησής της, και μάλιστα, δίχως μια ντουφεκιά.
Οι («)σύμμαχοι(») θα θεωρήσουν τη χώρα μας ως άβουλη και οριστικά φινλανδοποιημένη. Το Ισραήλ θα δει μια χώρα φοβισμένη, η Γαλλία θα διευρύνει ανεμπόδιστα τη φιλοτουρκική στροφή της, και ούτω καθεξής. Οι δύο χώρες, άλλωστε, βρίσκονται ήδη σε πολιτική αντιπαλότητα μεταξύ τους.
Η μοιραία προσφυγή σε αμερικανική διαιτησία, την οποία θα αναζητήσει το «επιτελικό κράτος» μπροστά στο αδιέξοδο, εμπεριέχει το πρόσθετο ρίσκο – λόγω του απρόβλεπτου Τραμπ – να φθάσει μέχρι την απροκάλυπτη στήριξη των τουρκικών απόψεων.
Το οικονομικό κόστος της τυχόν ματαίωσης του έργου θα είναι μεγάλο, με ορατό τον κίνδυνο να συμπαρασυρθούν όλα τα άλλα σχέδια καλωδίων, και θα πληγούν καίρια εθνικά προγράμματα προσέλκυσης ξένων ενεργειακών επενδυτών.
Η Ελλάδα πρέπει να στείλει μήνυμα αποφασιστικότητας στην Τουρκία
Κι όμως, το συγκεκριμένο ζήτημα είναι το συγκριτικά καταλληλότερο για να στείλει η Ελλάδα μήνυμα αποφασιστικότητας στην Τουρκία. Μεταξύ της ταπεινωτικής υποχώρησης και της σύγκρουσης υπάρχει η συνετή μέση οδός της έξυπνης επικερδούς διαχείρισης. Γιατί το θέμα του καλωδίου προσφέρεται ώστε να δοθεί επ᾽ αυτού η αναγκαία διπλωματική «μάχη»;
Θα αιφνιδιάσει την Άγκυρα, η οποία εκλαμβάνει πλέον ως δεδομένη την ελληνική υποχωρητικότητα σε κάθε απαίτησή της.
Θα αποδείξει ότι η χώρα μας μπορεί και θέλει να επιδείξει αποφασιστικότητα, αυξάνοντας την αξιοπιστία της αποτρεπτικής στρατηγικής της. Δίχως επίδειξη αποφασιστικότητας όσοι εξοπλισμοί και αν αποκτηθούν δεν αποτρέπουν τον αντίπαλο.
Από πλευράς διεθνούς δικαίου η θέση μας είναι πολύ ισχυρότερη από άλλα θέματα.
Το bullying δια των κανονιοφόρων για ένα ηλεκτρικό καλώδιο θεωρείται γενικά καταχρηστικό διεθνώς.
Το βάρος μιας επιθετικής ενέργειας κατά των ερευνητικών σκαφών πέφτει στην τουρκική πλευρά που πρέπει να αντιδράσει, σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις (πχ. κρίση Ορούτς Ρέις) όταν η χώρα μας ήταν εκείνη που καλείτο να δράσει.
Τα σκάφη είναι ιταλικά, μισθωμένα από γαλλική εταιρία, και δεν είναι απλό και εύκολο να μείνουν αδιάφορες και οι δυο ευρωπαϊκές χώρες, όταν αυτά κινδυνεύσουν ή εμπλακούν.
Η χρονική περίοδος προσφέρεται εθνικά για διπλωματικό «στρίμωγμα» της Τουρκίας από πλευράς μας. Επικαλούμενη τώρα, πέρα από την αυταρχική στροφή του Ερντογάν στο εσωτερικό, και την πρόκληση μεγάλης έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο, η Αθήνα έχει την ευκαιρία να αποτρέψει την εξαιρετικά επικίνδυνη αλλά και προϊούσα είσοδο της Τουρκίας στην αμυντική συνεργασία των 27.
Εν γένει, η Άγκυρα επιδιώκει προσέγγιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου Αθήνα και Λευκωσία διαθέτουν (για λίγο καιρό ακόμη;) σημαντικά διπλωματικά όπλα.
Ναι, υπήρξαν και καλύτερες ευκαιρίες πλήρους απομόνωσης της Άγκυρας στο πρόσφατο παρελθόν. Όμως χάθηκαν ανοήτως με τη Διακήρυξη των Αθηνών που λειτουργεί ετεροβαρώς υπέρ της γείτονος: της χάρισε έναντι «πινακίου φακής» ένα συγκεκριμένο «συγχωροχάρτι», με την ελληνική παραίτηση από οποιαδήποτε αντίσταση, στην ανεμπόδιστη άντληση από μέρους της των πάμπολλων στρατηγικών οφελημάτων που επιδιώκει από τη Δύση.
Η επιτυχής και χωρίς εθνικές αβαρίες υλοποίηση του έργου GSI είναι εφικτή και εθνικά αναγκαία. Απαιτεί όμως περισσότερη σοβαρότητα ολιστικού και φιλόδοξου σχεδιασμού αλλά και συνετή προετοιμασία δια παν ενδεχόμενο.
* Γιάννης Βαληνάκης, Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, πρώην Υφυπουργός Εξωτερικών, hellasjournal.com
[iEpikaira: Σε συνέχεια του σχόλιού μας ΕΔΩ το παρόν άρθρο επιβεβαιώνει την προβλέψιμη νέα κυβίστηση Μητσοτάκη και την όψιμη μετάλλαξή του σε "τραμπάκι"...]
Πώς ο πρωθυπουργός άλλαξε άρον άρον γραμμή μετά την εκλογή Τραμπ - Από την διακήρυξη του στον ΟΗΕ το 2021 ότι οι υδρογονάνθρακες είναι «ένα αγαθό που χάνει την αξία του» έως τις έρευνες της Chevron
Μπορεί η αμερικανική Chevron να εκδήλωσε ενδιαφέρον θαλάσσια περιοχή νοτιοδυτικά της Πελοποννήσου έως τα δυτικά της Κρήτης, ωστόσο η Ελλάδα μπορεί να πληρώσει την ολιγωρία ετών στην ανακήρυξη ΑΟΖ και να συρθεί σε μια πενταμερή χωρίς κανένα διαπραγματευτικό χαρτί!
Της Μύρνας Νικολαΐδου,
Την άμεση ενεργοποίηση του Χάρτη της Σεβίλης που απεικονίζει την ΑΟΖ που δικαιούται η Ελλάδα επιτάσσουν οι ραγδαίες ανακατατάξεις στον ενεργειακό πεδίο που έφερε η ανάληψη της προεδρίας των ΗΠΑ από τον Ντόναλντ Τραμπ αλλά και οι νέες απειλές της Τουρκίας για γεωτρήσεις νοτίως της Κρήτης. Σε μια τεράστια κυβίστηση, αλλά και μετά από ολιγωρία ετών, το Υπουργείο Ενέργειας έκανε δεκτό –σχεδόν ταυτόχρονα με το σύνθημα του Τραμπ για φουλ εξορύξεις-, το αίτημα του αμερικανικού κολοσσού Chevron για έρευνες στην θαλάσσια περιοχή νοτιοδυτικά της Πελοποννήσου και έως τα δυτικά της Κρήτης, που συνορεύει με τα θαλάσσια οικόπεδα που παραχωρήθηκαν στην κοινοπραξία των ExxonMobil / HELLENiQ ENERGY.
Και αυτό παρά το γεγονός ότι μόλις πριν από δύο χρόνια –τον Ιανουάριο του 2023- ο ίδιος ο πρωθυπουργός απέρριπτε κατηγορηματικώς την έναρξη νέου γύρου παραχωρήσεων δικαιωμάτων έρευνας και εκμεταλλεύσεως υδρογονανθράκων, ενώ σε ομιλία του στον ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο του 2021 είχε χαρακτηρίσει τους υδρογονάνθρακες «ένα αγαθό που χάνει την αξία του» την ώρα που όλοι οι εμπειρογνώμονες συμφωνούν ότι είναι αναγκαία η χρήση του φυσικού αερίου ως καύσιμου μεταβάσεως για τα επόμενα τουλάχιστον 30 χρόνια.
Αποχωρήσεις κολοσσών τα προηγούμενα χρόνια
Η μεγάλη αυτή καθυστέρηση οφείλεται στην ταύτιση της κυβερνήσεως Μητσοτάκη με τους Δημοκρατικούς του Μπάιντεν, που πρόκριναν την εγκατάλειψη των υδρογονανθράκων και την αποκλειστική ενασχόληση με τις ΑΠΕ και τις ανεμογεννήτριες. Με αποτέλεσμα να χαθεί πολύτιμος χρόνος στην αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου της Ελλάδος αλλά και την αποχώρηση μεγάλων παικτών όπως της γαλλικής Total πέρυσι και της ισπανικής Repsol το 2021 λόγω των ατερμόνων γραφειοκρατικών διαδικασιών, των δικαστικών κωλυμάτων από προσφυγές περιβαλλοντικών οργανώσεων αλλά και της προφανούς ελλείψεως πολιτικής βουλήσεως.
Κάτι που μπορεί να έχει ολέθριες συνέπειες για την χώρα μας και η Ελλάδα να αναγκαστεί -μη έχοντας κανένα διαπραγματευτικό χαρτί- να συμμετάσχει σε μια πενταμερή για την αξιοποίηση των ενεργειακών κοιτασμάτων στην ανατολική Μεσόγειο, ικανοποιώντας έτσι τον πρωταρχικό στόχο της Άγκυρας με την παράλληλη «αναγνώριση» του ψευδοκράτους, όπως έχει γράψει παλαιότερα η «ΕτΚ».
Είναι χαρακτηριστικό ότι η Τουρκία δήλωσε προ ολίγων ημερών «έτοιμη να ξεκινήσει γεωτρήσεις στην ΑΟΖ της Λιβύης» που όλως τυχαίως βρίσκονται νότια της Κρήτης, προκαλώντας νέο πονοκέφαλο στην κυβέρνηση, που αρνείται πεισματικά να κατοχυρώσει τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα για χάρη των -υποτίθεται- «ήρεμων νερών» στο Αιγαίο. Την ώρα μάλιστα που οι φωνές για άμεση κατοχύρωση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων είναι πιο επίμονες από πότε.
Καραμανλής: Aνακήρυξη της ΑΟΖ με βάση τη μέση γραμμή, σύμφωνα με τον νόμο Μανιάτη
Ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής έκανε δύο τοποθετήσεις επί του θέματος μέσα σε ένα μήνα. Σε ομιλία του σε εκδήλωση για την 80η Επέτειο Απελευθέρωσης της Καρπάθου στο Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής στις 8 Δεκεμβρίου ο κ. Καραμανλής ανέφερε «η επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια είναι ένα μονομερές και αναφαίρετο δικαίωμά μας, κατοχυρωμένο από το Διεθνές Δίκαιο, που δεν υπόκειται σε διαπραγμάτευση με την Τουρκία. Οποιαδήποτε διευθέτηση θα πρέπει να διασφαλίζει αυτό το δικαίωμα. Και, σε κάθε περίπτωση, οποιαδήποτε οριοθέτηση είτε προσφυγή στη Χάγη θα πρέπει να διασφαλίζει ότι αυτό το δικαίωμα θα ληφθεί υπόψη και δεν θα οδηγηθούμε σε μια οριοθέτηση που θα ακυρώνει τη δυνατότητα μελλοντικής επέκτασης εκ μέρους της Ελλάδας».
Επίσης ο πρώην πρωθυπουργός τάχθηκε αναφανδόν υπέρ της καταθέσεως στην Ευρωπαϊκή Ένωση του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού της χώρας, συμμορφούμενοι με την αντίστοιχη κοινοτική οδηγία. «Είμαστε υποχρεωμένοι να το κάνουμε αυτό και είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να αποτυπωθούν τα δικαιώματά μας με τη σφραγίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης», ανέφερε χαρακτηριστικά και προσέθεσε: «Στο πλαίσιο αυτό, μπορεί επίσης κάλλιστα να ενταχθεί η ενεργοποίηση της ανακήρυξης της ΑΟΖ με βάση τη μέση γραμμή, κατά τον Ν. 4001/2011 και τους όρους και τις προϋποθέσεις του Διεθνούς Δικαίου της θάλασσας. Είναι απολύτως σύμφωνη με το Διεθνές Δίκαιο και δεν εμποδίζει την όποια διαπραγμάτευση».
Υπενθυμίζεται ότι ο νόμος ΥΠ’ ΑΡΙΘ. Ν. 4001/2011 του πρώην υφυπουργού Ενέργειας κ. Γιάννη Μανιάτη αναφέρει τα εξής:
«Η παράγραφος 1 του άρθρου 2 του ν. 2289/1995 αντικαθίσταται ως εξής:
1. Το δικαίωμα αναζήτησης, έρευνας και εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων που υπάρχουν στις χερσαίες, στις υπολίμνιες και υποθαλάσσιες περιοχές στις οποίες η Ελληνική ∆ημοκρατία ασκεί αντιστοίχως κυριαρχία ή κυριαρχικά δικαιώματα σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το ∆ίκαιο της Θάλασσας, όπως κυρώθηκε με το ν. 2321/1995 ανήκει αποκλειστικά στο ∆ημόσιο και η άσκηση του αφορά πάντοτε τη δημόσια ωφέλεια. Η διαχείριση για λογαριασμό του ∆ημοσίου των δικαιωμάτων της παραγράφου αυτής ασκείται από την Ε∆ΕΥ ΑΕ.
Ως “υποθαλάσσιες περιοχές” νοούνται ο βυθός και το υπέδαφος των εσωτερικών υδάτων,της αιγιαλίτιδας ζώνης, της υφαλοκρηπίδας και της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (αφ’ ης κηρυχθεί) μέχρι την απόσταση των 200 ν.μ. από τις γραμμές βάσης από τις οποίες μετράται το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης.
Ελλείψει συμφωνίας οριοθέτησης με γειτονικά κράτη των οποίων οι ακτές είναι παρακείμενες ή αντικείμενες με τις ελληνικές ακτές, το εξωτερικό όριο της υφαλοκρηπίδας και της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (αφ’ ης κηρυχθεί) είναι η μέση γραμμή, κάθε σημείο της οποίας απέχει ίση απόσταση από τα εγγύτερα σημεία των γραμμών βάσης (τόσο ηπειρωτικών όσο και νησιωτικών)από τις οποίες μετράται το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης».
Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι η Ελλάς μπορεί να ανακηρύξει ΑΟΖ χωρίς να υπάρχει συμφωνία με την Τουρκία. Και παρότι είναι νόμος του κράτους από το 2011, έχουν περάσει 14 χρόνια και η Ελλάς ακόμη να τον ενεργοποιήσει λόγω του φοβικού συνδρόμου απέναντι στην Τουρκία και παρ’ ότι έχει όλα τα εργαλεία να το πράξει και μάλιστα με τις ευλογίες της ΕΕ. Συγκεκριμένα ο κ. Καραμανλής ανέφερε: «Ο Χάρτης της Σεβίλλης που απεικονίζει ακριβώς την ΑΟΖ που δικαιούται η Ελλάδα χρησιμοποιείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και πρέπει να τον αξιοποιούμε. Πρέπει να προχωρήσει το κλείσιμο των κόλπων και η χάραξη ευθειών γραμμών βάσης που θα επεκτείνουν το χώρο που δικαιούται η Ελλάδα. Και ένα ακόμη πολύ βασικό. Οφείλουμε να διαφυλάξουμε και να ενισχύσουμε την οικονομική δραστηριότητα σε κάθε νησί και βραχονησίδα».
Ένα μήνα μετά, την περασμένη Δευτέρα κατά την παρουσίαση του βιβλίου του κ. Γιάννη Βαληνάκη «Για μία νέα στρατηγική απέναντι στην Τουρκία-Πώς θα ακυρώσουμε τη “Γαλάζια Πατρίδα”», ο κ. Καραμανλής επανήλθε στο θέμα, τονίζοντας ότι ακόμη και αν ετίθετο θέμα συνεκμεταλλεύσεως με την Τουρκία, αυτό πρέπει να γίνει υπό την προϋπόθεση ότι όλα είναι σαφώς οριοθετημένα. «Κάποιοι πάλι λένε για συνεκμετάλλευση. Αλλά συνεκμετάλλευση πού; Σε όλο το Αιγαίο; Ή συνεκμετάλλευση, εφόσον θα είναι όλα σαφώς οριοθετημένα με βάση το Διεθνές Δίκαιο, εκεί και μόνον εκεί που ενδεχομένως συμπίπτουν τα όριά μας, αν και εφόσον επιβάλλεται από τα ευρήματα, και με βάση τα αντίστοιχα ποσοστά;», ανέφερε ενδεικτικώς ο κ. Καραμανλής.
Βαληνάκης: «Σιωπηρά παραιτηθήκαμε από θέσπιση ΑΟΖ»
Στο ίδιο πνεύμα, ο πρώην υφυπουργός Εξωτερικών κ. Γιάννης Βαληνάκης τόνισε: «Παραμένουμε αποκλειστικά προσκολλημένοι στα 12νμ. —ενώ μάλιστα ούτε εκτός Αιγαίου αποτολμήσαμε τη διεύρυνση των χ.υ.— και αδιαφορούμε για την απείρως μεγαλύτερη και επωφελέστερη ΑΟΖ μας που θα μπορούσε να εκτείνεται σε 500.000 χλμ2, 4 φορές η έκταση της χώρας μας — όπως αναλύω στο προηγούμενο βιβλίο μου “Η Ελλάς των 4 θαλασσών”».
Ενώ προσέθεσε με νόημα: «Παρά τον λεγόμενο διεμβολισμό του τουρκολιβυκού μνημονίου, φαίνεται ότι τη Συμφωνία με την Αίγυπτο απλώς την κορνιζάραμε και σιωπηρά παραιτηθήκαμε από θέσπιση ΑΟΖ εκεί όπου εμπλέκεται η Τουρκία:
—οι διαπραγματεύσεις με Λιβύη, Αίγυπτο και Αλβανία πάγωσαν, ο αγωγός EastMed κατέρρευσε.
—θαλασσοτεμάχια για αναζήτηση υδρογονανθράκων δεν χαράσσονται —προκρίθηκαν αντίθετα τα θαλασσοπούλια
—ακόμη και οι προκαταρκτικές έρευνες για το ηλεκτρικό καλώδιο «κόλλησαν» στην Κάσο, κ.ά.»
Ο πρώην ΥΦΥΠΕΞ κατέστησε σαφές ότι αυτό που απαιτείται είναι «α) ο διάλογος να εκκινεί από ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση για τη διασφάλιση επικερδούς έκβασης, αρχής γενομένης
—από την κοινοποίηση στην ΕΕ ενός (κοινού με την ΚΔ) θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού με βάση τον Χάρτη της Σεβίλλης και
—από την αναγόρευση της ΑΟΖ σε σημαντικότερη επιδίωξη σε σχέση με τα 12 νμ.
β) Να έχει προηγηθεί των συνομιλιών με την Τουρκία η ανά ζεύγη διμερής οριοθέτηση ΑΟΖ με κάθε ένα από τους γείτονες. Καθυστερούμε, αλλά κι όταν οριοθετούμε δεν αξιοποιούμε τον γεωοικονομικό και γεωστρατηγικό πλούτο της ΑΟΖ».
Σαμαράς: «Παίζουμε φοβικά το παιχνίδι της καθυστέρησης»
Αρκετά πιο οξύς ο πρώην Πρωθυπουργός κ. Αντώνης Σαμαράς στην πρώτη δημόσια παρέμβασή του μετά την διαγραφή του κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι παίζει «φοβικά» «το παιχνίδι της καθυστέρησης».
«Σήμερα που η Κομισιόν καλεί την Ελλάδα να υιοθετήσει το Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό, που περιλαμβάνει τα θαλάσσια πάρκα, όπως τον προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, δηλαδή με τα νησιά μας να έχουν πλήρη επήρεια, η Τουρκία διαμαρτύρεται έντονα. Και η Ελλάδα… αρνείται αμήχανα να προχωρήσει! Αντί να κάνουμε “σημαία” μας τον Χάρτη που μας κατοχυρώνει πλήρως, κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε, για να μην “ερεθίσουμε” την Τουρκία… Η οποία ζητάει συνεκμετάλλευση, κι εμείς απλώς παίζουμε φοβικά το παιχνίδι της καθυστέρησης», ανέφερε κατά τη διάρκεια ομιλίας του στο συνέδριο «Μεταπολίτευση 1974-2024: 50 Χρόνια Ελληνική Εξωτερική Πολιτική» στις 12 Δεκεμβρίου.
Σταμπολής: H ΑΟΖ της Ελλάδος και της Κύπρου έξι φορές μεγαλύτερη!
Υπενθυμίζεται ότι ο χάρτης της Ελληνικής ΑΟΖ που δημοσιεύθηκε στην αντίστοιχη ιστοσελίδα της Κομισιόν στο πλαίσιο της διαμόρφωσης του Ευρωπαϊκού Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού τον περασμένο Νοέμβριο, προκάλεσε την σφοδρή αντίδραση της Τουρκίας και την σιωπή της Ελλάδος. Παρά ταύτα τα δεδομένα δεν μπορούν επ ουδενί να αγνοηθούν: Σε απόλυτους αριθμούς, η Ελλάδα μαζί με την Κύπρο διαθέτουν 6.3 φορές μεγαλύτερη θαλάσσια έκταση (ΑΟΖ).
Αυτό επισημαίνει στο νέο του βιβλίο «Η Ελλάδα στη νέα ενεργειακή εποχή – Η έξοδος από την ενεργειακή κρίση και οι προοπτικές στο νέο διεθνές περιβάλλον» ο πρόεδρος του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιoανατολικής Ευρώπης κ. Κωστής Σταμπολής. «Tόσο η ισχυρή Ελληνική παρουσία στα διεθνή πράγματα (μέσω της ναυτιλίας και του πολιτιστικού της στίγματος) και η εκτενέστατη θαλάσσια περιοχή της –αν ασφαλώς συνυπολογίσουμε, όπως και πρέπει, την θαλάσσια ζώνη γύρω από την Κύπρο– που εκτείνεται από την νότια πλευρά της Πάφου μέχρι τις Διαπόντιους νήσους της Κέρκυρας, εξασφαλίζουν το ελληνικό “ισοδύναμο” βάρος απέναντι στην μόνιμη Τουρκική απειλή», τονίζει ο έμπειρος ενεργειακός αναλυτής και ιδρυτής του energia.gr.
«Προς αυτή την κατεύθυνση, δηλαδή της ανάπτυξης του ελληνικού εκτοπίσματος, κομβικό ρόλο έχει η ανακήρυξη και χωροθέτηση AOZ ανατολικά της Κρήτης και η ολοκλήρωση της κολοβής χάραξης που έγινε με την Αίγυπτο το καλοκαίρι του 2021. Εξυπακούεται ότι με την κατοχύρωση της ΑΟΖ, όπως προβλέπεται από τον χάρτη της Σεβίλλης (βλ κεφάλαιο 18)οι έρευνες για υδρογονάνθρακες αλλά και συστηματική εκμετάλλευση της παράκτιας αιολικής ενέργειας θα αποκτήσουν νέα δυναμική. Έχοντας απέναντί μας μια αναθεωρητική Τουρκία, η κίνηση αυτή θα στείλει ένα ηχηρό μήνυμα περί της ενότητας του ελληνικού θαλάσσιου χώρου», καταλήγει ο ίδιος.
Επενδύσεις δισεκατομμυρίων υπόσχονται οι Τούρκοι στη Λιβύη
Μήνυμα που η Άγκυρα επ ουδενί έχει λάβει. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα «Türkiye Today», η Τουρκία «είναι έτοιμη να ξεκινήσει γεωτρήσεις στην ΑΟΖ της Λιβύης» που τελείως τυχαία βρίσκονται νότια της Κρήτης και ειδικά στη νοτιοδυτική Κρήτη, όπου ετοιμάζεται και η Ελλάδα να προχωρήσει σε γεωτρήσεις.
Μιλώντας στην Ενεργειακή και Οικονομική Σύνοδο Κορυφής της Λιβύης που πραγματοποιήθηκε την περασμένο Σαββατοκύριακο στην Τρίπολη, ο γενικός διευθυντής της κρατικής ενεργειακής εταιρείας, Turkish Petroleum (TPAO) Αχμέτ Τούρκογλου ανέφερε ότι «ως TPAO, πιστέψαμε και εμείς σε αυτό και επενδύσαμε στις καλύτερες ευκαιρίες στο παρελθόν, αλλά δυστυχώς, έπρεπε να φύγουμε. Τώρα, σχεδιάζουμε να ξαναχτίσουμε τις σχέσεις μας και είμαστε έτοιμοι να επενδύσουμε δισεκατομμύρια δολάρια σε αυτό το τεράστιο δυναμικό». «Είμαστε έτοιμοι να επενδύσουμε σε αυτό το δυναμικό – είτε μέσω της εξερεύνησης νέων μπλοκ, είτε μέσω της βελτίωσης της απόδοσης και της αποδοτικότητας των σημερινών πεδίων», είπε επίσης ο Τούρκογλου.
Πλειοδοτικός διαγωνισμός για την ΑΟΖ Ρόδου-Καστελορίζου!
«Η Τουρκία προσφέρει στην Αίγυπτο μεγαλύτερη έκταση από εμάς !»- «Χαμένη η Ελλάς από το ήπιο κλίμα» - «Στρατηγική ήττα μας η συμμετοχή της Τουρκίας στην Ευρωπαική Αμυντική Συνεργασία»
«Η νηνεμία παράγει ασύμμετρα οφέλη» διαπιστώνει ο πρώην υφυπουργός Εξωτερικών και πρόεδρος του Ευρωπαικού Κέντρου Αριστείας στο ΕΚΠΑ όσον αφορά τα «ήρεμα νερά» τα οποία υποτίθεται ότι χαρακτηρίζουν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Εκτιμά ότι η ελληνική πολιτική του κατευνασμού είναι εσφαλμένη και προκρίνει έναν διάλογο διεκδικητικής εξομάλυνσης με βασική θέση αρχής ότι δεν χαρίζουμε τίποτα, ενώ επιμένει ότι μια σοβαρή χώρα πρέπει πάντα να εκκινεί από την προετοιμασία για το χειρότερο δυνατό σενάριο.
Από την Μύρνα Νικολαΐδου
«Το διεθνές δίκαιο δεν είναι Αι Βασίλης που μοιράζει δώρα χωρίς να κάνεις τίποτα», λέει χαρακτηριστικά στην «ΕτΚ». Πηγαίνοντας δε ένα βήμα παραπέρα, ξεδιπλώνει τις προτάσεις του για μια νέα στρατηγική με ορόσημο τα 200 χρόνια από την ανακήρυξη του ελληνικού κράτους με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του βιβλίου «Για μία νέα στρατηγική απέναντι στην Τουρκία-Πώς θα ακυρώσουμε τη «Γαλάζια Πατρίδα», το οποίο παρουσιάζεται αύριο στις 6.30 στο Πολεμικό Μουσείο.
Προ ολίγων ημερών ο κ. Μπαχσελί με αφορμή τη φερόμενη ανάπτυξη πυραύλων στα νησιά του Αιγαίου, αμφισβήτησε την κυριαρχία των Δωδεκανήσων. Είναι ξεκάθαρο ότι το δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας δεν πρόκειται να εγκαταλειφθεί από την Άγκυρα. Ποια πρέπει να είναι η ελληνική αντίδραση, διότι οι άνευρες ομολογουμένως απαντήσεις του ΥΠΕΞ στις διαρκείς τουρκικές προκλήσεις δεν φαίνεται να έχουν βάλει κανένα φρένο στον τουρκικό ιμπεριαλισμό.
Να ξεκαθαρίσουμε πρώτα-πρώτα ότι η αμφισβήτηση της ελληνικότητας των Δωδεκανήσων δεν αποτελεί μια «πάγια» επιδίωξη της Τουρκίας, όπως ακούμε από διάφορες πλευρές. Είναι αντίθετα μια πολύ πρόσφατη εξέλιξη, των τελευταίων λίγων ετών. Διότι ναι μεν υπήρξαν ακραίες κραυγές Τούρκων που αμφισβητούσαν την ελληνική κυριαρχία στο παρελθόν, όμως επρόκειτο για μεμονωμένους εξτρεμιστές. Είναι θλιβερό ότι μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης αλλά και του πολιτικού συστήματος επιδεικνύει άγνοια κινδύνου: αγνοεί πχ. ότι οι τουρκικές δικεδικήσεις έχουν διευρυνθεί εντυπωσιακά. Αυτές δεν αφορούν πλέον μόνο θαλάσσιο, εναέριο ή υποθαλάσσιο χώρο αλλά και το ίδιο το ελληνικό έδαφος, αποβλέποντας τελικά σε αλλαγή των ανατολικών συνόρων της χώρας μας. Η ιστορία ξεκίνησε δυστυχώς με την εθνική ήττα στα Ίμια, όταν η Τουρκία άρχισε να αμφισβητεί μέσω της θεωρίας των «γκρίζων ζωνών» την ελληνικότητα όλων σχεδόν των μικρών κατοικημένων νησιών και βραχονησίδων του Αν. Αιγαίου. Από το 2020 και μετά, με τρεις επιστολές του Μόνιμου Αντιπροσώπου της στον ΟΗΕ, η Άγκυρα πέρασε σε υψηλότερο στάδιο προκλητικότητας. «Ή αποστρατιωτικοποιείτε τα ανατολικά νησιά σας» —επειδή, όπως ισχυρίζεται, παραβιάζουν τις Συνθήκες Λωζάνης και Παρισίων —« ή αμφισβητώ την ελληνική κυριαρχία επ’αυτών». Επισημαίνω εδώ και την ψευδαίσθηση που καλλιεργείται από πολλούς στη χώρα μας, ότι δήθεν η Γαλάζια Πατρίδα αφορά μόνο σε θαλάσσιο χώρο. Δυστυχώς, η Τουρκία σχεδιάζει να αμφισβητήσει ακόμη πιο ανοιχτά την ελληνικότητα όλων των ανατολικών νησιών μας – και αυτόν ακριβώς τον σχεδιασμό υπηρετεί ο κ. Μπαχτσελί.
Πριν λίγα μόλις χρόνια ακούγονταν οι γνωστές ιταμότατες απειλές «θ’ αρθω μια νύχτα ξαφνικά» κλπ. Πιστή στη στρατηγική της του «μακροπρόθεσμου σχεδιασμού και των μικρών κάθε φορά βημάτων» τώρα η Άγκυρα πάει ένα βήμα πιο μακρυά. Η απειλή από τον κυβερνητικό εταίρο του Ρ.Τ.Ερντογάν είναι πλέον ευθεία και ωμότατη και ενισχύεται με ομοβροντία καθοδηγούμενων δημοσιευμάτων περί αύξησης της στρατιωτικοποίησης των νησιών μας. Η Ελλάδα έχει κάθε δικαίωμα -υποχρέωση θα έλεγα- να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα άμυνας για τα νησιά της. Προσωπικά θα προτιμούσα πάντως, πρώτα να υλοποιούνται οι εξαγγελίες για ευαίσθητα θέματα και μετά να ανακοινώνονται ως τετελεσμένα γεγονότα. Μάλιστα πολλά κράτη προτιμούν να αφήνουν να πλανάται μια σκόπιμη ασάφεια ως προς τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις τους ώστε να μην διευκολύνεται ο αντίπαλος.
Είναι ενδιαφέρον ότι οι νέες προκλήσεις ήταν τόσο εξωφρενικές, που έκαναν ακόμη και το -τα τελευταία χρόνια σχεδόν άφωνο- ΥΠΕΞ να διαμαρτυρηθεί, έστω και χλιαρά. Όπως εξηγώ αναλυτικά στο νέο μου βιβλίο, από το 2019 και μετά η χώρα μας κινείται ιδεοληπτικά με την εσφαλμένη -όπως αποδεικνύεται- πεποίθηση ότι τις λύσεις τις φέρνει αποκλειστικά η απόλυτη προσήλωση στο διεθνές δίκαιο και από εκεί και πέρα δεν χρειάζεται να κάνουμε οτιδήποτε. Αυτή η εμμονική υπεραπλούστευση των εξελίξεων εγκυμονεί όμως μεγάλους κινδύνους γιατί οδηγεί σε εφησυχασμό και απώλεια ευκαιριών. Το διεθνές δίκαιο δεν είναι Αι Βασίλης που μοιράζει δώρα χωρίς να κάνεις τίποτα.
Η παγκόσμια πρωτοτυπία με την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών
Στο βιβλίο σας, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στον διάλογο διεκδικητικής εξομάλυνσης με βασική θέση αρχής ότι δεν χαρίζουμε τίποτα. Συνεπώς πάμε κατευθείαν στην κήρυξη ΑΟΖ με την Κύπρο και την υποβολή των περίφημων χαρτών του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού; Και αν το πράξουμε είμαστε έτοιμοι για το worst case scenario που αναφέρεται και στο βιβλίο σας ή εκτιμάτε ότι δεν θα φτάσουμε μέχρι εκεί;
Μια σοβαρή χώρα πρέπει πάντα να εκκινεί από την προετοιμασία για το χειρότερο δυνατό σενάριο. Με την Τουρκία ως γείτονα, οι εντάσεις, κρίσεις και συγκρούσεις πρέπει να θεωρούνται πιθανότατες. Παρ’όλα αυτά η «μικρή» Κυπριακή Δημοκρατία ήδη κατέθεσε στην ΕΕ τον θαλάσσιο χωροταξικό της σχεδιασμό, δηλ. αποτύπωσε -ως όφειλε- σε χάρτη με τις σχετικές συντεταγμένες τις θαλάσσιες ζώνες της. Η Ελλάδα αντί -όπως θα περίμενε κανείς- να σπεύσει να αδράξει την ευκαιρία, «αμέλησε». Προτίμησε μάλιστα να παραπεμφθεί στο Δικαστήριο της ΕΕ, παρά να ασκήσει τα δικαιώματά της και μάλιστα στο φιλικότερο δυνατό διπλωματικό περιβάλλον, την Ένωση. Στην ευρωπαϊκή αυτή πρωτοτυπία ας προσθέσουμε και μια παγκόσμια: να επιδιώκουμε δηλ. οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών χωρίς να έχουμε ποτέ καταθέσει χάρτη ως προς την έκτασή τους. Κατά την διαδικασία των οριοθετήσεων κάθε κράτος καταθέτει τις απόψεις του (συχνά και στον ΟΗΕ, όπως έκανε η Τουρκία) αποτυπωμένες με γεωγραφικές συντεταγμένες, έτσι ώστε αυτές στη συνέχεια να αποτελέσουν αντικείμενο συμφωνίας, είτε μετά από Απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου, είτε μέσω διμερών διαπραγματεύσεων. Δεν γνωρίζω περιπτώσεις παγκοσμίως που να μην κατατέθηκαν εκατέρωθεν θέσεις και χάρτες. Βεβαίως πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι η κατάθεση συντεταγμένων δεν συνεπάγεται ότι θα γίνει αυτόματα αποδεκτή από την άλλη πλευρά. Το τελικό αποτέλεσμα συνήθως διαφέρει από τις αρχικές θέσεις των μερών και εξαρτάται από την (όχι πάντα απόλυτα νομική) κρίση του Δικαστηρίου αλλά συχνά και από τη δεινότητα των διαπραγματευτών.
Χάνονται ιστορικές ευκαιρίες για σημαντικά ανταλλάγματα
Παρατηρούμε το τελευταίο διάστημα μία επαναπροσέγγιση Ευρώπης-Τουρκίας -είδαμε και το πρόσφατο ταξίδι της φον ντερ Λάυεν την Άγκυρα που συνοδεύτηκε με την χορήγηση ενός δις για το προσφυγικό-. Ενώ ουδείς μπορεί να πει με βεβαιότητα αν η κυβέρνηση Τραμπ θα ξαναβάλει την Άγκυρα στο παιχνίδι. Πιστεύετε ότι μια ενδεχόμενη επιστροφή του ασώτου στην Δύση μπορεί να αποβεί εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων;
Εδώ και καιρό επιμένω ότι το ήπιο κλίμα στην σχέσεις μας με την Τουρκία δεν είναι άμοιρο δυσμενών συνεπειών σε βάρος μας. Προβάλλεται -κατά τη γνώμη μου καθ’υπερβολή- ως μέγιστο εθνικό όφελος ότι διακόπηκαν οι παραβιάσεις του εθνικού εναερίου χώρου. Παραβλέπονται όμως σημαντικές παρενέργειες του ήπιου κλίματος που πρέπει να αντιμετωπισθούν γιατί η νηνεμία παράγει ασύμμετρα οφέλη. Κι αυτό γιατί η Διακήρυξη των Αθηνών φαίνεται να οδηγεί την Ελλάδα σε αυτοσυγκράτηση, ενώ την Τουρκία σε φρενήρη και πολύπλευρη. προετοιμασία. Το κλίμα των εναγκαλισμών εμποδίζει συγκεκριμένα τη χώρα μας να αξιοποιήσει διαπραγματευτικά προς όφελός της τα σημαντικότατα κέρδη που η Άγκυρα αντλεί ανεμπόδιστα στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Η γείτων ενδιαφέρεται διακαώς για τον εκσυγχρονισμό της Τελωνειακής Ένωσης ΕΕ- Τουρκίας με τεράστια οικονομικά οφέλη για την ίδια, για την απόκτηση τεχνολογίας και μάλιστα στρατιωτικής για την πολεμική της βιομηχανία, αλλά και για την είσοδό της από την πίσω πόρτα στην ευρωπαϊκή αμυντική συνεργασία. Σε αυτόν τον τελευταίο τομέα θα συνιστά στρατηγική ήττα για τη χώρα μας εάν τελικά η Άγκυρα πετύχει – και φαίνεται ότι θα το πετύχει — να συμμετάσχει και η ίδια, ενώ βέβαια δεν αποτελεί κράτος-μέλος της Ευρωπαΐκής Ένωσης. Είναι πραγματικά απορίας άξιο πως τόσο σοβαρές εξελίξεις περνούν απαρατήρητες από το ΥΠΕΞ, πολλά ΜΜΕ και την κοινή γνώμη την ώρα που συνιστούν ιστορικές χαμένες ευκαιρίες για τη χώρα μας. Η Ελλάδα μπορεί συγκεκριμένα να παρεμποδίσει την γιγάντωση της τουρκικής στρατιωτικής μηχανής με Δυτική τεχνολογία και τα άλλα κέρδη της γείτονος, ή τελικά να άρει τις αντιρρήσεις της, αφού όμως εξασφαλίσει πολύ σημαντικά ανταλλάγματα. Αντ’ αυτού προτιμά να παρακολουθεί συγκαταβατικά σαν να πρόκειται για σχέσεις Σουηδίας-Δανίας. Στην καλύτερη μάλιστα περίπτωση η Αθήνα ανταλλάσσει τη σιωπή της με «ήσυχα καλοκαίρια» και την πολιτική ηρεμία της, μεταθέτοντας για το μέλλον δύσκολες αποφάσεις υπό χειρότερους όμως διαπραγματευτικούς όρους. Κινδυνεύουμε συνεπώς να βρεθούμε μπροστά στην χειρότερη δυνατή εξέλιξη: η Τουρκία να έχει ισχυροποιηθεί ακόμη περισσότερο και να εξαντλήσει σε μερικά χρόνια όλη την διπλωματική, οικονομική, τεχνολογική και άλλη υποστήριξη που χρειάζεται από τη Δύση, χωρίς η Ελλάδα να έχει εντωμεταξύ πετύχει τον κρίσιμο στρατηγικό της στόχο — που δεν είναι άλλος από την άρση των τουρκικών διεκδικήσεων επί των ελληνικών νησιών.
«Σε όλες αυτές τις κρίσεις μετρηθήκαμε από εχθρούς και φίλους και βρεθήκαμε λιποβαρείς»!
Η Ελλάδα φαίνεται να επενδύει πολλά στις καλές σχέσεις με την Αίγυπτο όπως διαπιστώσαμε και στην πρόσφατη τριμερή Σύνοδο Κορυφής Ελλάδος-Αιγύπτου- Κύπρου. Ωστόσο η οριοθέτηση της ΑΟΖ με την Αίγυπτο παραμένει μερική και η Αθήνα δεν έκανε τίποτα για την υπερασπίσει. Μήπως η τακτική αυτή στέλνει λάθος μηνύματα σε γείτονες και συμμάχους; Και οδηγεί εν τέλει σε επικίνδυνα τετελεσμένα στην περιοχή;
Η Αίγυπτος θα μπορούσε να αποτελεί έναν πράγματι στρατηγικό σύμμαχο της χώρας μας. Όμως οι ουσιαστικές συμμαχίες δεν εξασφαλίζονται με χειραψίες και γενικότητες αλλά με σχέδιο, σκληρή δουλειά και κυρίως με κοινή αντίληψη συμφερόντων και απειλών που οδηγούν και στην ανάληψη υποχρεώσεων αμοιβαίας υποστήριξης και κοινών δράσεων προετοιμασίας. Η Ελλάδα όμως βρίσκεται ουσιαστικά σε ένα άτυπο πλειοδοτικό διαγωνισμό με την Τουρκία για το ποιος θα οριοθετήσει μαζί της την υπόλοιπη ΑΟΖ μεταξύ Ρόδου και Καστελορίζου. Η γείτων προσφέρει στο Κάιρο μια πολύ μεγαλύτερη έκταση από ό,τι η Ελλάδα. Η χώρα μας όμως απεχθάνεται κατά τα λεγόμενα του ΥΠΕΞ της τη «συναλλακτική πολιτική» και αφελώς πιστεύει ότι η Αίγυπτος θα συμφωνήσει μαζί μας «από αντιτουρκικό πνεύμα» και μόνο. Κι ενώ θα έπρεπε να πιέζουμε για ολοκλήρωση της οριοθέτησης, την ίδια ώρα εντυπωσιάζει η αδιαφορία μας απέναντι στην έστω και μισή ΑΟΖ (στη γραμμή Κρήτης-Ρόδου) που ορθά, έστω και με αβαρίες, οριοθετήσαμε το 2020. Από την μια πλευρά δεν την αξιοποιήσαμε αφού δεν προχωρήσαμε ούτε καν στην χάραξη θαλασσοτεμαχίων ώστε να προκαλέσει το ενδιαφέρον για έρευνες και γεώτρησης. Από την άλλη, κάθε φορά που αυτή η νόμιμα οριοθετημένη ΑΟΖ μας αμφισβητήθηκε έμπρακτα στο πεδίο από τις τουρκικές φρεγάτες που παρενοχλούσαν φιλικά ερευνητικά σκάφη, η Ελλάδα υποχώρησε. Μέχρι σήμερα κανένα από τα τέσσερα σκάφη που παρενοχλήθηκαν τα τελευταία χρόνια δεν ολοκλήρωσε την ερευνητική του αποστολή παρά τα αντιθέτως λεγόμενα από την κυβέρνηση. Δυστυχώς, σε όλες αυτές τις κρίσεις μετρηθήκαμε από εχθρούς και φίλους και βρεθήκαμε λιποβαρείς. Κι αυτό είναι ανησυχητικό.
Το στρατηγικό όραμα 2032
Θα μας πείτε συνοπτικά για το στρατηγικό όραμα 2032 που αναφέρεται στο βιβλίο σας, το οποίο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την κερδοφόρα εξομάλυνση της αντιπαράθεσης με την Τουρκία, την διασφάλιση του κυπριακού ελληνισμού και την ανάδειξη της Ελλάδας σε γεωπολιτικό και γεωοικονομικό κόμβο διασυνδεσιμότητας Βορρά-Νότου, Ανατ. Αφρικής προς Ευρώπη και Μέσης Ανατολής προς Ευρώπη;
Κάθε σοβαρός παίκτης στη διεθνή σκηνή βαδίζει βάσει σχεδίου και καθοδηγείται από ένα εθνικό όραμα. Η χώρα μας χρειάζεται όσο ποτέ ένα τέτοιο στρατηγικό στόχο προσβλέποντας προς τον οποίο θα συντονίσει τις εθνικές προσπάθειες για να αναδειχθεί πράγματι -και όχι κατά φαντασία- σε ισχυρό παράγοντα σταθερότητας στην περιοχή της. Η πρόταση μου είναι να επιλέξουμε πρώτα-πρώτα ως ορόσημο τα 200 χρόνια από την ανακήρυξη το 1832 του ελληνικού κράτους. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να θέσουμε φιλόδοξους στόχους και να σχεδιάσουμε μια σειρά από δράσεις ώστε να τους υλοποιήσουμε το 2032. Η επικερδής εξομάλυνση της αντιπαράθεσης με την Τουρκία μαζί με την επίλυση του Κυπριακού είναι προφανώς ένας στρατηγικός στόχος που θα επιτρέψει στην χώρα μας μια ασφαλέστερη και ομαλότερη αναπτυξιακή πορεία.
Στο πλαίσιο αυτό παραθέτω στο βιβλίο μου μια σειρά από νέες προσεγγίσεις που μπορούν να μας οδηγήσουν σε ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση απέναντι στην Τουρκία και τελικά σε άρση των εδαφικών διεκδικήσεών της. Παράλληλα θεωρώ σημαντικό οραματικό στόχο να καταστεί η χώρα μας γεωοικονομικός και γεωστρατηγικός κόμβος διασυνδεσιμότητάς των μεγάλων διαδρόμων μεταφορών, ενέργειας και δικτύων που σχεδιάζονται από την Ασία, την Αν.Αφρική και τον Κόλπο, προς την Δυτική αλλά και Ανατολική Ευρώπη. Στα σχέδια αυτά βρίσκουμε ήδη μπροστά μας πολλούς ανταγωνιστές και κυρίως την Τουρκία, η οποία κινείται δραστήρια για να καταστεί ενεργειακός και μεταφορικός κόμβος, αντιστρέφοντας τα ελληνικά σχέδια που άρχισαν να εκπονούνται κατά το παρελθόν από την κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή. Στον αγώνα δρόμου αυτόν πρέπει να εγκαταλειφθούν οι αμφιταλαντεύσεις (όπως ανάμεσα σε υδρογονάνθρακες και θαλάσσια πάρκα) και να κινηθούμε δραστήρια από τώρα, δεδομένου ότι αν επικρατήσουμε, το βραβείο θα είναι στρατηγικά σημαντικό.
Ένα ακόμη στοιχείο του πόσο επιζήμιοι για την Ελλάδα είναι οι χειρισμοί της κυβέρνησης Μητσοτάκη στα ελληνοτουρκικά φέρνει στο «φως» της δημοσιότητας ο Γιάννης Βαληνάκης, καθώς καταγγέλλει πως το Υπουργείο Εξωτερικών διαπραγματεύεται με την Τουρκία χωρίς χάρτη διεκδίκησης!
«Παρά τις πιέσεις του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, το Υπουργείο Εξωτερικών δεν δίνει στην Ευρωπαϊκή Ένωση χάρτη θαλασσίων ζωνών. Απηυδισμένη η ΕΕ, παραπέμπει την Ελλάδα σε Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και αναρτά ΜΟΝΗ ΤΗΣ τον Χάρτη της Σεβίλης (βάσει UNCLOS), τον οποίο η Ελλάδα αποκήρυξε το 2021 ως “ιδιωτικό”!», αναφέρει σε σημερινή ανάρτησή του ο καθηγητής πανεπιστημίου στον τομέα των διεθνών σχέσεων και πρώην Υφυπουργός Εξωτερικών με τη Νέα Δημοκρατία και προσθέτει πως ο… φίλος Φιντάν «αντιδρά».
Παρά πιέσεις ΥΠΕΝ, ΥΠΕΞ δεν δίνει σε 🇪🇺 χάρτη 🇬🇷θαλ.ζωνών (χωροταξ.).Απηυδισμένη η 🇪🇺 παραπέμπει 🇬🇷 σε Ευρ.Δικαστ. + αναρτά ΜΌΝΗ ΤΗΣ Χάρτη Σεβίλης (βάσει UNCLOS) που η 🇬🇷 αποκήρυξε το 2021 ως «ιδιωτικό»! Αντιδρά ο «φίλος» #Φιντάν. Ναι, χωρίς χάρτη διεκδίκησης διαπραγματευόμαστε με 🇹🇷! pic.twitter.com/QaCrYferaJ — Γιάννης Βαληνάκης (@ivalinakis) November 17, 2024
Ο καθηγητής διεθνών σχέσεων και πρώην Υφυπουργός Εξωτερικών (2004-2009) Γιάννης Βαληνάκης μίλησε στην εκπομπή Viewpoint και τη δημοσιογράφο Ιρένα Αργύρη για τις πρόσφατες εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά, το κυπριακό και τις κινήσεις που θα έπρεπε να γίνουν από τα δύο κράτη του ελληνισμού για την ενίσχυση της θέσης μας διεθνώς και τη διασφάλιση των εθνικών μας συμφερόντων.
«Το αναθεωρητικό αφήγημα της Τουρκίας είναι επικίνδυνο και πρέπει να γίνει αντιληπτό»
Ο καθηγητής άσκησε δριμεία κριτική στις πρόσφατες επιλογές του Υπουργείου Εξωτερικών, εξηγώντας πώς αυτό ερμηνεύεται από τους γείτονές μας και διεθνώς. Ο ίδιος δήλωσε πως «έχουμε αναγάγει το διεθνές δίκαιο σε Αη-Βασίλη που θα φέρει λύσεις σε όλα τα προβλήματα». Όσον αφορά στα επίπεδα διαλόγου που επιχειρούνται από τις κυβερνήσεις Ελλάδος και Τουρκίας τον τελευταίο χρόνο, σημείωσε ότι «πολιτικός διάλογος, ΜΟΕ και εμπορική συνεργασία έχουν δοκιμαστεί και στο παρελθόν με άλλες ονομασίες και απέτυχαν.»
«Υπάρχουν στρατηγικά σχέδια με μεγάλα κέρδη για την Ελλάδα, όμως θέλουν προετοιμασία»
Σχετικά με τη δυνατότητα της Ελλάδος και της Κύπρου να μετατραπούν σε κόμβο διασύνδεσης για την ευρύτερη περιοχή όπως διαμορφώνεται σήμερα το γεωπολιτικό σκηνικό, ο κ. Βαληνάκης τόνισε ότι «Ελλάδα και Κύπρος καλούνται να δώσουν απαντήσεις στην ενεργειακή «δίψα» της Ευρώπης», κάτι για το οποίο υπάρχουν προοπτικές, αλλά απαιτείται σχεδιασμός από πλευράς μας.
«Δεν υπάρχει σχέδιο, πηγαίνουμε όπως πάει ο άνεμος»
«Φοβάμαι ότι έχουμε παραιτηθεί από την πιθανότητα να έχουμε ΑΟΖ μέχρι το Καστελόριζο» δήλωσε ο καθηγητής, τονίζοντας ότι ο ίδιος είναι «100% αντίθετος σε διαπραγματεύσεις Ελλάδος – Τουρκίας» χωρίς τη συμμετοχή των συμμάχων μας σε ΕΕ και ΝΑΤΟ. Όσον αφορά στη συμφωνία για ΑΟΖ που η χώρα μας έχει υπογράψει με την Αίγυπτο, σημείωσε ότι «δεν κάνουμε συμφωνίες για ΑΟΖ για να τις καμαρώνουμε, αλλά να τις εκμεταλλευτούμε».
«Πρέπει με κάθε τρόπο να αποφύγουμε το ελεύθερο τμήμα της Κύπρου να υποταχθεί στην Τουρκία»
Ο πρώην υφυπουργός αναφέρθηκε και στο κυπριακό, τονίζοντας ότι «Η Τουρκία θέλει να υποτάξει και το ελεύθερο τμήμα της Κύπρου». Όσον αφορά στην πρόσφατη παρουσία Φιντάν στο συμβούλιο Υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ, σημείωσε πως «Εξευτελίζεται ΕΕ, Ελλάδα και Κύπρος όταν οι όροι που τέθηκαν δεν τηρούνται αλλά το ξεχνάμε».
«Ελληνισμός σημαίνει την Ελληνική και την Κυπριακή Δημοκρατία, είμαστε ένα Έθνος»
Πίσω από το «ήπιο κλίμα» αυξάνεται σταθερά, αντί να μειώνεται, η εύφλεκτη ύλη, η οποία μπορεί να οδηγήσει ξανά σε εκρηκτική ένταση και μάλιστα υπό χειρότερους όρους για τον Ελληνισμό.
Οι περίτεχνες ενημερώσεις των ΜΜΕ, όπως η πρόσφατη μετά την ελληνοτουρκική συνάντηση κορυφής στην Αγκυρα, υπεραπλουστεύουν με αποστειρωμένη μορφή τις τεράστιες διαφωνίες οι οποίες λογικά διαπιστώνονται στις κατ’ ιδίαν συναντήσεις.
Πίσω από το «ήπιο κλίμα» αυξάνεται σταθερά, αντί να μειώνεται, η εύφλεκτη ύλη, η οποία μπορεί να οδηγήσει ξανά σε εκρηκτική ένταση και μάλιστα υπό χειρότερους όρους για τον Ελληνισμό.
Στην εθνική στρατηγική των τελευταίων ετών διαφαίνονται έντονα στοιχεία «ειρηνιστικού ρομαντισμού», με τις διμερείς σχέσεις να εκλαμβάνονται περίπου ως Δανίας – Σουηδίας. Ενδεικτικά, κατά την Αθήνα, «μπορούμε να διαφωνούμε (για θέματα κυριαρχίας, συνόρων κ.λπ.!) χωρίς να οδηγούμαστε σε εντάσεις» ή, «δεν χρειάζεται να δαπανούμε πολλούς πόρους για εξοπλισμούς».
Υποστηρίζεται συναφώς ότι ξεκινώντας με τα απλά (θετική ατζέντα, π.χ. εμπόριο, νέα γέφυρα στον Εβρο) θα δημιουργηθεί εμπιστοσύνη (ΜΟΕ, π.χ. με ποδοσφαιρικούς αγώνες μεταξύ στρατιωτικών), θα αρθούν οι «εκατέρωθεν παρεξηγήσεις», η Τουρκία θα άρει τις διεκδικήσεις της επί των ελληνικών νησιών και του δικαιώματος άμυνάς τους, κι έτσι τελικά θα αχθεί στη Χάγη μόνο η οριοθέτηση ΑΟΖ…
Οι παραπάνω ευσεβοποθικές αναλύσεις βοηθούν επικοινωνιακά (εν απουσία μάλιστα σοβαρής αντιπολίτευσης). Ομως δυστυχώς όχι μόνο δεν λύνουν τα μεγάλα προβλήματα, αλλά και ενθαρρύνουν διά της παρατηρούμενης αδράνειας τα τουρκικά αναθεωρητικά οράματα.
Η στρατηγική της Αγκυρας αξιοποιεί αντίθετα το ήπιο κλίμα προκειμένου να κερδίσει χρόνο ισχυροποίησής της, αδρανοποιώντας παράλληλα τυχόν μοχλούς πίεσης εναντίον της από την Ελλάδα. Ετοιμάζεται π.χ. να αντλήσει εκ νέου από ΕΕ και ΗΠΑ καίρια πολλαπλασιαστικά πλεονεκτήματα: κονδύλια, Τελωνειακή Ενωση, είσοδο στην ευρωπαϊκή άμυνα από την πίσω πόρτα, άρση εμπάργκο όπλων (F-16 κ.λπ.), πρόσβαση σε ευαίσθητες στρατιωτικές τεχνολογίες – και όλα αυτά με αναγνώριση της στρατηγικής αυτονομίας της.
Σχεδιάζει σταθερά τη «γιγάντωσή» της προκειμένου, πάνοπλη σε μερικά χρόνια, να υλοποιήσει μεταξύ άλλων τη «Γαλάζια Πατρίδα».
Χαρακτηριστικά, στην πρόσφατη συνέντευξή του στην «Καθημερινή», ο Ερντογάν περίτεχνα διευκρίνισε ότι «ήρεμα νερά» θα υπάρχουν όσο «συνεχίζεται ο σεβασμός στις τουρκικές ευαισθησίες».
Εμμεσα απειλεί εξάλλου με ημερομηνία λήξης για να αποτρέψει τις συνεχείς (ελληνικές) αναβολές της «πακετοποιημένης» συζήτησης/προσφυγής στη Χάγη όλων μαζί των διεκδικήσεών του. Ανερυθρίαστα θεωρεί ότι «δεν βλάπτει τον διάλογο» ακόμη και η διαπραγμάτευση της κυριαρχίας των νησιών (και κατοικημένων). Ανοιχτά εξάλλου απειλεί ότι θα αντιδράσει σε οποιαδήποτε τετελεσμένα επιχειρήσει η Αθήνα (ενδεικτικά: 12 ν.μ., θαλάσσια πάρκα, άμυνα νησιών κ.λπ.).
Η Ελλάδα αεροβατεί όταν παραγνωρίζει τις διαμετρικά αντίθετες επιδιώξεις των δύο γειτόνων: μια μεσαία, φιλειρηνική, ευρωπαϊκή και υπέρ του status quo δύναμη αντιμετωπίζει τη γιγάντωση ενός επιθετικού, αναθεωρητικού και πολεμοχαρούς γείτονα.
Οφείλει γι’ αυτό να αποδεχθεί ότι το πρόβλημα είναι εκρηκτικό, δεν ξορκίζεται με φρούδες ελπίδες και δεν αντιμετωπίζεται με ιδέες στο πόδι. Επιπλέον, η συνήθης προσπάθεια να μετατεθεί η «καυτή πατάτα» στον επόμενο χειριστή εξαγοράζοντας «ήσυχα καλοκαίρια» αντιμετωπίζει μια πιεστικότατη Τουρκία η οποία πλέον βιάζεται για τη «λύση-πακέτο».
*καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και πρώην υφυπουργός Εξωτερικών. tovima.gr δημοσιεύτηκε υπό τον τίτλο "Ανυπόμονη για «λύση-πακέτο» η Τουρκία"
Εμπειρότατος στις διεθνείς σχέσεις ο πρώην βουλευτής και υπουργός της ΝΔ, Γιάννης Βαληνάκης, προχώρησε σε σχόλιο για την πορεία της εξωτερικής μας πολιτική, λέγοντας πάρα πολλά με λίγες μόνο λέξεις.
Άλλωστε ακόμη και η καταγωγή του, από τη Χάλκη και την Κάλυμνο, αποτελούν ισχυρά εχέγγυα για την ευαισθησία του στην εξωτερική πολιτική και τα εθνικά μας θέματα.
Με αφορμή λοιπόν την σημερινή μετάβαση στην Κύπρο αντιπροσωπείας του Υπουργείου Μεταφορών του Ισραήλ, για να εξετάσει το ενδεχόμενο κατασκευής λιμανιού στην Λάρνακα, ώστε να λειτουργήσει ως εναλλακτική για το Ισραήλ, σε περίπτωση που το λιμάνι της Χάιφα δεν μπορεί να ανταπεξέλθει λόγω του πολέμου, ο Γιάννης Βαληνάκης έγραψε:
«Το Ισραήλ ψάχνεται για στρατιωτική βάση στην Κύπρο. Ελλάδα και Κύπρος θα αδράξουν τη μοναδική ευκαιρία ενίσχυσης της κυπριακής ασφάλειας; Ή θ’ αδιαφορήσουν όπως με διεύρυνση ΝΑΤΟ και τη μη αίτηση ένταξης της Κύπρου που θα εξασφάλιζε στενότερη αμυντική σχέση με Δύση; Είπαμε, οι κρίσεις έχουν (έξυπνους) νικητές+(απαθείς) ηττημένους»!
Το #Ισραήλ ψάχνεται για στρατ.βάση σε #Κύπρος.🇬🇷+🇨🇾θα αδράξουν τη μοναδική ευκαιρία ενίσχυσης🇨🇾ασφάλειας; Ή θ’αδιαφορήσουν όπως με διεύρυνση #ΝΑΤΟ +μη-αίτηση ένταξης🇨🇾 που θα εξασφάλιζε στενότερη αμυντ.σχέση με Δύση; Είπαμε,οι κρίσεις έχουν(έξυπνους) νικητές+(απαθείς) ηττημένους! https://t.co/U8DZgTtipU
ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΚΕΨΗΣ ΕΡΝΤΟΓΑΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ
Του καθηγητή Διεθνών Σχέσεων, Γιάννη Βαληνάκη
Το ζητούμενο είναι αν οι διαφορετικές επιδιώξεις των δύο μερών (διατήρηση ή αναθεώρηση του status quo) εξυπηρετούνται συμμετρικά από το άτυπο μορατόριουμ («πάγωμα») που έχει συμφωνηθεί κι αν ο νέος διάλογος «καζάν-καζάν» (με ή χωρίς Χάγη) που έχει κατά νου ο κ. Ερντογάν θα είναι τελικά κερδοφόρος για τη χώρα μας.
Υπάρχουν δύο τρόποι προσέγγισης της πρόσφατης επίσκεψης Ερντογάν στη χώρα μας και του νέου διαλόγου που επανεκκίνησε. Η επικοινωνιακή/αποσπασματική που εκλαμβάνει τις επιδιώξεις των δύο χωρών ως παρόμοιες (ειρήνη, σταθερότητα κλπ) και εστιάζει «ευχολογικά» στις άμεσες εντυπώσεις, και η πολιτική/στρατηγική ανάλυση που συν-αξιολογεί τις μεταξύ τους δομικές ασυμμετρίες και όλα τα σχετικά δεδομένα και επικεντρώνεται στην ουσία. Σε κάθε περίπτωση το ζητούμενο είναι αν οι διαφορετικές επιδιώξεις των δύο μερών (διατήρηση ή αναθεώρηση του status quo) εξυπηρετούνται συμμετρικά από το άτυπο μορατόριουμ («πάγωμα») που έχει συμφωνηθεί κι αν ο νέος διάλογος «καζάν-καζάν» (με ή χωρίς Χάγη) που έχει κατά νου ο κ. Ερντογάν θα είναι τελικά κερδοφόρος για τη χώρα μας.
Η πρώτη, εν τάχει και χωρίς εμβάθυνση, χαρακτηρίζει μια επιμελώς αποστειρωμένη επίσκεψη ως «ιστορική», με αναφορές μέχρι και στον Ελευθέριο Βενιζέλο. Στέκεται στις εκατέρωθεν δηλώσεις κατά την επίσκεψη, τεκμαίροντας ότι «αναδεικνύουν όσα μας ενώνουν» και καθιστούν το Αιγαίο «γέφυρα», ενώ εμπιστεύεται ξαφνικά τον «φίλο» Ερντογάν επειδή αυτή τη φορά μας αποκάλεσε «αδέρφια» και υπέγραψε τη «Διακήρυξη Φιλίας» με τον «φίλο Κυριάκο», υπογραμμίζοντας υπαινικτικά και ότι μια τέτοια Διακήρυξη επιδιωκόταν ανεπιτυχώς επί δεκαετίες από ελληνικές κυβερνήσεις. Όλα αυτά διανθίζονται με τα απαραίτητα «σύγχρονα παραπολιτικά» (το πρωθυπουργικό σκυλάκι, η αναφορά του Τούρκου προπονητή του Παναθηναϊκού σε πιθανή συμμετοχή των δύο ηγετών σε αγώνα μπάσκετ κατά την επόμενη συνάντησή τους στην Άγκυρα, κλπ).
Ανεξάρτητα όμως από υπερβολές, ο δημόσιος διάλογος περιορίστηκε στη σημασία των 15 συμφωνιών «θετικής ατζέντας» που υπογράφηκαν και αφορούν στην ανάπτυξη της εμπορικής, τουριστικής, ενεργειακής και άλλης συνεργασίας. Η πολυδιαφημισθείσα θετική ατζέντα πολλών συμφωνιών και η έλευση εκατοντάδων επιχειρηματιών δεν φαίνεται να απέδωσαν προσώρας τα αναμενόμενα. Τεχνικές συμφωνίες διεύρυνσης της διασυνοριακής συνεργασίας μεταξύ γειτόνων είναι μεταξύ ευρωπαικών κρατών μια συνηθισμένη πρακτική που περνά σχεδόν απαρατήρητη ως αυτονόητα θετική. Αυτονόητα, η ενίσχυση μιάς συνοριακής διάβασης όπως η 2η γέφυρα των Κήπων ή η ηλεκτρική διασύνδεση και η εκατέρωθεν αναγνώριση πτυχίων επαγγελματικής εκπαίδευσης ασφαλώς κινούνται σε θετική κατευύθυνση. Όμως οι περισσότερες συμφωνίες, προσώρας δευτερεύουσας πολιτικής σημασίας, είναι ακόμη στο στάδιο των Κοινών Δηλώσεων/διακήρυξης προθέσεων και όχι απτών αποτελεσμάτων.
Παράλληλα προβάλλεται στις περισσότερες αναλύσεις της σχολής αυτής ως σημαντικότερο επίτευγμα της επίσκεψης η εμπέδωση του ήπιου κλίματος μέσα από την επίτευξη ενός διμερούς μορατόριουμ. Ο κύριος στόχος είναι δηλ. κατά τα φαινόμενα ένα προσωρινό πάγωμα των θερμών και επικίνδυνων ζητημάτων, γεγονός που υποστηρίζεται ότι εξασφαλίζει στην Ελλάδα «ήρεμα νερά», «ήσυχα καλοκαίρια», «αποφυγή εξέλιξης κάθε κρίσης σε ένταση και σύγκρουση» κοκ. Ωστόσο, η συγκεκριμένη σχολή φαίνεται να εκλαμβάνει αβασάνιστα ως δεδομένο ότι και η Τουρκία επιθυμεί οπωσδήποτε τη σταθερότητα και μια σχέση δίχως εντάσεις. Η παραδοχή αυτή προφανώς οδηγεί όμως σε λογικά αδιέξοδα όταν πανελληνίως αναγνωρίζεται ότι η γείτων επιδιώκει αναθεώρηση του status quo σε θάλασσα, αέρα, έδαφος κλπ. Όπως επίσης πανελληνίως αναγνωρίζεται ότι με εργαλείο καινοφανείς θεωρίες και τη χρήση απειλών, είναι εκείνη ακριβώς που συστηματικά προκαλεί τις κρίσεις προσπαθώντας να εξωθήσει σε υποχωρήσεις την Ελλάδα και την Κύπρο και σε διλήμματα του τύπου: «είτε προσχωρείτε στις απόψεις μου στο τραπέζι» (έτσι εννοεί κι όχι ως συμβιβασμό ο κ. Ερντογάν το γνωστό «καζάν-καζάν»), είτε «θα έρθω μια νύχτα ξαφνικά».
Τον έτερο τρόπο προσέγγισης θα επιχειρήσουμε εν προκειμένω, με βάση μια πολυπαραγοντική ανάλυση συμπερίληψης όλων των σχετικών δεδομένων: δηλ. της Διακήρυξης των Αθηνών, των συμφωνιών που υπογράφηκαν, των επίσημων δηλώσεων κατά (και μετά) τις συναντήσεις αλλά και της προηγηθείσας σημαντικότατης συνέντευξης του κ. Ερντογάν στην Καθημερινή. Θα ήταν εξάλλου λάθος να μη συσχετιστούν και συν-αξιολογηθούν όλα τα παραπάνω με τα γεγονότα και τις δηλώσεις των τελευταίων ετών, ακόμη και με όσα συνέβησαν κατά την α’ φάση (10 μήνες) του ήπιου κλίματος/μορατόριουμ μετά τον σεισμό στην Τουρκία.
Με τη Διακήρυξη των Αθηνών προς ένα νέο Πολιτικό Διάλογο
Κατά την ανάλυση του ίδιου του κειμένου της Διακήρυξης οφείλουμε εξαρχής να σημειώσουμε ότι αποτελεί ουσιαστικά ένα πολιτικό πλαίσιο γενικών αρχών της διμερούς σχέσης, αφού με ειδική έμφαση ξεκαθαρίζει ότι «δεν αποτελεί διεθνή συμφωνία, δεσμευτική για τα Μέρη κατά το διεθνές δίκαιο. Καμία πρόνοια της Διακήρυξης αυτής δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι παράγει νομικά δικαιώματα ή υποχρεώσεις για τα Μέρη». Υπό την έννοια αυτή, δηλ. ως αμοιβαία αποδεκτό πλαίσιο βασικών κανόνων ειρηνικής συνύπαρξης και επίλυσης διαφορών με μια Τουρκία που καταπατά καθημερινά πλείστους τέτοιους κανόνες, προφανώς η Διακήρυξη έχει την αξία της. Λόγω όμως της σοβαρότητας του θέματος απαιτείται μια βαθύτερη ανάλυση.
Στο σκεπτικό της Διακήρυξης των Αθηνών τονίζεται πχ. «ότι, προκειμένου να ενισχυθούν οι σχέσεις καλής γειτονίας, αμφότερα τα Μέρη, χωρίς να θίγονται οι εκατέρωθεν νομικές θέσεις τους, θα καλλιεργούν πνεύμα αλληλεγγύης απέναντι στις τρέχουσες και μελλοντικές προκλήσεις» (παρ. PP5). Εκ πρώτης όψεως φαίνεται αυτονόητο να απαιτείται συμμετρικά και από τις δύο πλευρές η αναφορά στην ανάγκη «καλής γειτονίας». Όμως ισχύει ακόμη το Διαπραγματευτικό Πλαίσιο που επιβλήθηκε το 2005 στην Τουρκία από Ελλάδα, Κύπρο και ΕΕ και το οποίο δεν ήταν συμμετρικό: η Άγκυρα ήταν εκείνη που αναλάμβανε να συμμορφωθεί με τους κανόνες της καλής γειτονίας και να άρει συγκεκριμένες απειλές, ενώ η Ελλάδα και Κύπρος αναλάμβαναν ρόλο κριτή (με δικαίωμα βέτο) της συμμόρφωσης αυτής. Εξάλλου, μόνο απορία μπορεί να προκαλέσει το ότι οι δύο χώρες θα αντιμετωπίζουν πλέον τις διεθνείς προκλήσεις (πχ. Μεσανατολικό, Ουκρανία κλπ) «με αλληλεγγύη»…
Στην Διακήρυξη, ουδόλως τυχαία, υπογραμμίζεται σε διάφορα σημεία (PP6, OP1) ότι στόχος της προσέγγισης είναι η «επίτευξη αποτελεσμάτων» γι’ αυτό οι διαβουλεύσεις των Μερών πρέπει να είναι «συνεχείς, εποικοδομητικές και ουσιαστικές». Η διατύπωση αυτή -φαινομενικά θετική και συμμετρική – είναι πιθανότατα τουρκικής έμπνευσης αφού αντιτίθεται στις μύχιες αλλά και δημόσιες επιθυμίες της Αθήνας που ευελπιστεί να παγώσει για αρκετά ακόμη χρόνια τα «φλέγοντα» διμερή προβλήματα (οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών κλπ), ενώ βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με την καταγεγραμμένη επιδίωξη της Άγκυρας για άμεσα και μετρήσιμα αποτελέσματα.
Ως προς τις πάντα χρήσιμες αναφορές στο διεθνές δίκαιο, αυτές εμφανίζονται πάντως ως εξαιρετικά γενικόλογες αφού τα Μέρη απλώς υπενθυμίζουν (PP7) ότι «μεταξύ των θεμελιωδών σκοπών του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και των παγκοσμίως αναγνωρισμένων αρχών του διεθνούς δικαίου, είναι η διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και η φιλική συνεργασία μεταξύ των κρατών». Χρήσιμη και θετική είναι αναμφίβολα στο ίδιο τμήμα των γενικών αναφορών (PP8) και η διατύπωση:« Έχοντας αποφασίσει να καλλιεργούν φιλικές σχέσεις, αμοιβαίο σεβασμό, ειρηνική συνύπαρξη και κατανόηση και να επιλύουν κάθε διαφορά μεταξύ τους με ειρηνικά μέσα και σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο». Ωστόσο, στα χέρια ενός πολυπρόσωπου Ερντογάν, μια γενικόλογη αναφορά στο διεθνές δίκαιο χωρίς πχ. τη συμπληρωματική επίκληση του Δικαίου της Θάλασσας ή της σχετικής Σύμβασης UNCLOS μειώνει αισθητά την αξία της, αφού κάλλιστα επιτρέπει στην Άγκυρα να συνεχίσει να επικαλείται (όπως ήδη κάνει) το διεθνές δίκαιο, παραπέμποντας μάλιστα, συνήθως διαστρεβλωτικά, στις εξαιρέσεις διεθνών κανόνων και συμφωνιών. Στην ίδια λογική ευθεία των αξιοπερίεργων παραλείψεων της Διακήρυξης θα πρέπει να επισημανθεί η έλλειψη οποιασδήποτε- έστω και γενικόλογης- αναφοράς στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στις αρχές και τις αξίες της, δεδομένης της (έστω και υποκριτικής αλλά πάντως διακηρυσσόμενης) επιθυμίας του Τούρκου Προέδρου να επανεκκινήσουν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις.
Αντίθετα με τα παραπάνω, η παράγραφος PP9 εντάχθηκε προφανώς με ελληνική επιμονή αφού περιγράφει τις δικές της (εκ πείρας) ανησυχίες, εκ διαμέτρου αντίθετες από τις τουρκικές πρακτικές και επιδιώξεις. Σ’ αυτήν υπογραμμίζεται «η σημασία των αποτελεσματικών διαύλων και μηχανισμών επικοινωνίας σε κάθε επίπεδο για την επιτυχή διαχείριση των διμερών σχέσεων, με ιδιαίτερη έμφαση στην αποφυγή συγκρουσιακών καταστάσεων και δυνητικής κλιμάκωσης».
Πέρα όμως από το πρώτο τμήμα με τις γενικές αρχές της Διακήρυξης, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το δεύτερο που απαριθμεί τί ακριβώς συμφώνησαν τα Μέρη (το «δια ταύτα» δηλ.) και το οποίο περιλαμβάνει τη συμμετοχή τους (OP1) «σε συνεχείς εποικοδομητικές και ουσιαστικές διαβουλεύσεις» με βασικό πυλώνα (πέραν της θετικής ατζέντας και των ΜΟΕ) τον «Πολιτικό Διάλογο» «σε θέματα αμοιβαίου συμφέροντος» και σε «Διερευνητικές/ Διαβουλευτικές συνομιλίες».
Αναφορά γίνεται εδώ στον πυρήνα των ε/τ προβλημάτων και συμφωνείται όχι απλά να συμμετέχουν τα μέρη στις συνομιλίες, αλλά αυτές να είναι «συνεχείς», «εποικοδομητικές» και «ουσιαστικές». Με λίγα λόγια, η Τουρκία «εγκλωβίζει» τη χώρα μας στο τραπέζι των συνομιλιών, παρεμποδίζοντας οποιαδήποτε ελληνική προσπάθεια να αναβάλει τα «καυτά» θέματα της διαπραγμάτευσης ή να επιλέξει μια άλλη, πιο συμφέρουσα, διαδικασία. Στον όρο «διερευνητικές» που προτιμά η Αθήνα, η Άγκυρα πρόσθεσε και τον όρο «διαβουλευτικές» (όπως τις αποκαλούσε τον τελευταίο καιρό) για να τονίσει ότι εισερχόμαστε σε ένα επίπεδο διαλόγου ουσίας. Την εικόνα συμπληρώνουν υπαινικτικά και οι επόμενες παράγραφοι (OP2 και 3) κατά τις οποίες τα Μέρη «δεσμεύονται να απέχουν από κάθε δήλωση, πρωτοβουλία, ή ενέργεια που θα μπορούσε να υπονομεύσει ή να απαξιώσει το γράμμα και το πνεύμα αυτής της Διακήρυξης ή να θέσει σε κίνδυνο τη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή τους. Τα Μέρη θα προσπαθήσουν να επιλύσουν οποιαδήποτε διαφορά προκύψει μεταξύ τους με φιλικό τρόπο, μέσω απευθείας διαβουλεύσεων μεταξύ τους ή με άλλα μέσα αμοιβαίας επιλογής, όπως προβλέπεται στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών».
Τέτοιες δεσμεύσεις ηχούν συνήθως ως λογικές και αμφοτεροβαρείς μεταξύ Ευρωπαίων γειτόνων. Όμως όταν διατυπώνονται από μια Τουρκία που δεν έχει παραιτηθεί από οποιαδήποτε διεκδίκηση, ούτε κάν «ως φίλη» από το casus belli, αντιλαμβάνεται κανείς ότι διανοίγεται ένα τεράστιο πεδίο σκόπιμων παρερμηνειών. Δεδομένων των συγκεκριμένων διατυπώσεων η Άγκυρα προσδοκά να ματαιώσει αφενός την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 νμ, αλλά και να αποτρέψει οποιαδήποτε ελληνική κίνηση θεωρήσει ότι στρέφεται εναντίον των συμφερόντων της (ακόμη και lobbying προς τρίτες χώρες ή στο πλαίσιο πχ. της ΕΕ).
Από την άλλη, με βάση την πρόνοια αυτή, η χώρα μας (θεωρητικά όμως, γιατί δεν διαφαίνεται τέτοια πρόθεση) μπορεί και πρέπει να αξιώσει τον τερματισμό κάθε προσβλητικής, αναθεωρητικής ή πολεμοχαρούς ενέργειας ή δήλωσης εκ μέρους της γείτονος. Πχ. να απαιτήσει την άρση του casus belli, την απαγόρευση εξόδου ερευνητικών ή άλλων σκαφών της Τουρκίας σε Αιγαίο, Αν. Μεσόγειο κλπ.
Στον νέο Πολιτικό Διάλογο που ξεκινά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Ρ.Τ. Ερντογάν εννοεί να πιέσει για «αποτελέσματα» με τον δικό του τρόπο. Χαρακτηριστικό δείγμα το μειονοτικό. Επαινέθηκε η σπάνια «αυτοσυγκράτησή» του να μην ανταπαντήσει κατά τις δημόσιες δηλώσεις αφού ο Κ. Μητσοτάκης τον διόρθωσε σε σχέση με την επίσημη ονομασία της μειονότητας (μουσουλμανικής αντί τουρκικής). Παραβλέπεται όμως ότι στη συνέχεια ο Τούρκος Πρόεδρος «ανταπάντησε» με μια σχεδόν αποσιωπηθείσα δίωρη συνάντησή του στην τουρκική πρεσβεία με τη μειονοτική ηγεσία: απαξιώνοντας την ελληνική Πολιτεία συναντήθηκε με τους ψευδομουφτήδες, την οικογένεια του εκλιπόντος σκληρού μειονοτικού ηγέτη Α. Σαδίκ και άλλα ακραία στοιχεία. Άλλωστε στη δημόσια τοποθέτησή του ο κ. Ερντογάν ζήτησε επιπλέον μέτρα υπέρ της μειονότητας, τα οποία έμμεσα φάνηκε να μην αποκλείει και ο Κ. Μητσοτάκης.
Εντύπωση προκάλεσε και η απαράδεκτη τουρκική αναφορά στο κλείσιμο του «στρατοπέδου τρομοκρατών» του Λαυρίου που επιχειρείται να μοχλευτεί με στόχο μια ευρύτερη συνεργασία κατά του PKK και άλλων «τρομοκρατών». Δυστυχώς το (μονομερώς) προσφερθέν δώρο στους Τούρκους λίγες μέρες πριν τη Σύνοδο στο Βίλνιους, τους άνοιξε την όρεξη: το κλείσιμο του Λαυρίου, ενός απλού προσφυγικού καταυλισμού, πραγματοποιήθηκε τόσο αδέξια που φάνηκε έμμεσα να δικαιώνει την τουρκική προπαγάνδα όταν, πριν την εκκένωση, τα τηλεοπτικά πλάνα έδειχναν τη σημαία του PKK κρεμασμένη σε μπαλκόνια της δομής…
Τα ασύμμετρα κέρδη από το επιχειρούμενο μορατόριουμ
Πολλοί εγχώριοι και ξένοι αναλυτές θεωρούν ότι η επίσκεψη και η σχετική Διακήρυξη εμπεδώνουν ένα μορατόριουμ με πάγωμα των θερμών και δύσκολων θεμάτων, μέχρι να εξευρεθεί μια «ευνοϊκότερη συγκυρία» στο μέλλον. Δείγμα θετικό του μορατόριουμ αποτελεί αναμφίβολα η τουρκική αποχή από πτητική δραστηριότητα στο Αιγαίο ως αποτέλεσμα του σεισμού του Φεβρουαρίου 2023 στην Τουρκία – εφόσον βέβαια δεν οδηγεί σε συμμετρία δικαιωμάτων των δύο χωρών στην περιοχή. Η πτητική νηνεμία παρουσιάζεται ως προάγγελος των μεγάλων δυνατοτήτων προόδου που θα απορρέουν από το ήπιο κλίμα.
Όμως η ερμηνεία περί συμφωνημένης αναβολής των «καυτών» φακέλων για το μέλλον είναι εμφανής κυρίως στην ελληνική πλευρά («η προσφυγή στη Χάγη θα συζητηθεί όταν ωριμάσουν οι συνθήκες», ή «προοπτικά θα το πράξουμε»). Κι αυτό γιατί, τόσο το κείμενο της Διακήρυξης, όσο και οι συνομιλίες που διεξήχθησαν, εκπέμπουν την αδημονία του κ. Ερντογάν για «αποτελέσματα», μετά από πολυετείς προσπάθειές του να εγκλωβίσει την Ελλάδα σε τραπέζι διαπραγματεύσεων «επί της ουσίας», από το οποίο η Αθήνα κάθε φορά επιτυγχάνει να «ξεγλιστρήσει» δια της συνεχούς αναβολής.
Στο πλαίσιο αυτό τίθεται το κεντρικό ερώτημα : ποιόν ευνοεί η πάροδος του χρόνου και η επιχειρούμενη για μια ακόμη φορά αναβολή των καυτών ζητημάτων; Προφανώς η ορθότερη απάντηση είναι: όποιον αξιοποιεί περισσότερο τον παράγοντα χρόνο για να ισχυροποιήσει αποφασιστικά τη διαπραγματευτική και γενικότερη θέση του.
Ερευνητέο, στο πλαίσιο αυτό, τί ακριβώς αναμένεται να αποκομίσει κάθε μέρος από το εν λόγω μορατόριουμ. Ποιόν δηλ. συμφέρει περισσότερο;
Κέρδη Ελλάδας:
α. Γενικά, ως μεγαλύτερο κέρδος για μια χώρα φιλειρηνική και υπέρ της σταθερότητας, νοείται η εξάλειψη των εντάσεων προκειμένου «να μην επιστρέψουμε στις κρίσεις του 2019-2022» («Οι διαφωνίες δεν θα παράγουν κρίσεις»).
β. Κατά κόρον προβάλλεται επίσης ως μεγάλο κέρδος η εξοικονόμηση πόρων από το πάγωμα των αναχαιτίσεων και αερομαχιών στο Αιγαίο που αποτελεί και το μόνο απτό αποτέλεσμα των «ήρεμων νερών». Σύμφωνα με τον υπολογισμό του δημοσιογράφου Β. Νέδου, ο οποίος σύγκρινε το κόστος των αναχαιτίσεων τους πρώτους δέκα μήνες του 2022 με αυτό των αντίστοιχων του 2023, η Ελλάδα εξοικονόμησε 22,5 εκ.€ («Καθημερινή»,3.10.2023).
γ. Διαφαίνεται γενικότερα μια (ακόμη) διστακτική προσπάθεια να περικοπούν αποφασισθέντα ή προετοιμαζόμενα εξοπλιστικά προγράμματα ως «υπερβολικά», με «δεδομένο το ήπιο κλίμα» ως «μέρισμα της ειρήνης». Υπενθυμίζεται όμως ότι ιστορικά η χώρα μας συνηθίζει να ανακοινώνει μεγάλες στρατιωτικές προμήθειες μετά από κάθε ε/τ κρίση, να τις περικόπτει στη συνέχεια όταν γίνεται επανεκκίνηση του διαλόγου, αλλά τελικά στην επόμενη κρίση να συλλαμβάνεται εκ νέου με ανεπαρκή εφόδια και προετοιμασία.
δ. Ως έμπρακτο πρώτο βήμα προς μια «νέα εποχή» παρουσιάζονται εξάλλου η θετική ατζέντα και οι συναφείς 15 συμφωνίες συνεργασίας. Ειδικά το πολυδιαφημισμένο πρόγραμμα για «εύκολη» βίζα διάρκειας ενός έτους με συνοπτικούς ελέγχους στα νησιωτικά λιμάνια «εισόδου- εξόδου», ενθαρρύνει Τούρκους τουρίστες να κατακλύζουν τα ανατολικότερα νησιά μας όλο τον χρόνο. Υπενθυμίζεται ότι ανάλογα αλλά συντομότερα προγράμματα έχουν υλοποιηθεί και στο παρελθόν (πχ.13.000 τέτοιοι τουρίστες το 2019). Για την οικονομία των μικρότερων ή λιγότερο τουριστικών νησιών η ένεση αυτή μπορεί να αποδειχθεί σημαντική, ιδίως αν παράλληλα λυθούν σημαντικά τεχνικά θέματα υποδομής και διερευνηθούν τυχόν «δυσδιάκριτες» εθνικές παρενέργειες.
Κέρδη Τουρκίας:
α. Με την ε/τ φιλία η Άγκυρα εξοικονομεί χρόνο προκειμένου ενδεικτικά:
– να εξαλείψει τη σημερινή υστέρηση της στην Πολεμική Αεροπορία έναντι των μαχητικών 5ης γενιάς που ήδη αποκτά η Ελλάδα,
– να αναπτύξει ταχύτατα την πολεμική της βιομηχανία, ιδίως για την παραγωγή του δικού της μαχητικού αεροσκάφους, των πυραυλικών της συστημάτων και τη μαζική ενίσχυσή της με μη επανδρωμένα συστήματα σε αέρα, θάλασσα και υποθαλάσσια, ώστε να μην εξαρτάται στο μέλλον από τη Δύση,
-να αξιοποιήσει την πιθανολογούμενη διαδοχή του «αντι-Τούρκου» Τ. Μπάιντεν από τον πολύ φιλικότερο (ενδεχόμενο) νέο Πρόεδρο Ντ. Τραμπ,
-να διαπραγματευθεί ευκολότερα τα F16 με το Κογκρέσο αφού η Ελλάδα είναι πλέον «φίλη» και δεν θα την εμποδίσει,
-να πιέσει τη Γερμανία με το ίδιο επιχείρημα ώστε να άρει κι αυτή τις αντιρρήσεις της ως προς το Eurofighter αλλά και τα υποβρύχια που φαίνεται ότι καθυστερεί να της παραδώσει για να μην ανατρέψει την ισορροπία στο υποθαλάσσιο ισοζύγιο ισχύος,
-να δυσχεράνει την στενότερη σχέση ΗΠΑ με Ελλάδα και Κύπρο και να εμποδίσει διαφαινόμενα σχέδια διεύρυνσης/μεταφοράς και άλλων αμερικανικών βάσεων (πχ. Ιντζιρλίκ) από την Τουρκία στην Ελλάδα
-να ακυρώσει τη δυνατότητα Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας να αξιοποιήσουν το ισχυρότερο όπλο τους δηλ. το βέτο και την επιβολή κυρώσεων από την ΕΕ εναντίον της
-να επιτύχει ανεμπόδιστα και χωρίς ανταλλάγματα την αναβάθμιση της συμφωνίας Τελωνειακής Ένωσης με ΕΕ, που είναι καθοριστικής σημασίας για την οικονομία της,
-να λάβει οικονομική βοήθεια πολλών δις ευρώ από την ΕΕ για το μεταναστευτικό,
-να συμπεριληφθεί «από την πίσω πόρτα» στην ενωσιακή αμυντική συνεργασία της ΕΕ και να λάβει σύγχρονη και ευαίσθητη αμυντική τεχνολογία από τη Δύση,
-να μην της επιβάλλονται φανερά ή σιωπηρά εμπάργκο όπλων
-να αναγνωριστεί πολιτικά ως Μεγάλη Δύναμη ισομεγέθης με Γερμανία και Γαλλία- με πολιτικό διάλογο του επιπέδου της- κι όχι να αντιμετωπίζεται ως μικροκράτος τύπου Μάλτας,
-να εξαναγκάσει τη «φίλη» Ελλάδα να συγκατανεύσει στην τουρκικής έμπνευσης Διάσκεψη της Αν. Μεσογείου και συναφώς να την αποδεχθεί ως μέλος στο EastMed Gas Forum.
β. Πέραν όμως της ΕΕ και των ΗΠΑ όπου Αθήνα και Λευκωσία θα μπορούσαν να της δημιουργήσουν προβλήματα ή να απαιτήσουν ανταλλάγματα, η Άγκυρα προτιμά να στρέψει όλες τις δυνάμεις της στις αιφνιδίως ανακύψασες στον περίγυρό της νέες ευκαιρίες προτεραιότητας. Επιλέγει λοιπόν να εστιάσει :
-στην τρέχουσα κρίση της Γάζας και στις κυοφορούμενες ρυθμίσεις για τους Παλαιστίνιους, λόγω των τεράστιων προοπτικών που διανοίγονται για την ίδια να πρωτοστατήσει στον μουσουλμανικό κόσμο και ειδικά στη Μ. Ανατολή,
-στη διάσπαση της «συμμαχίας» 3+1 (Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ +ΗΠΑ), στη ματαίωση των σχεδίων τους για EastMed και ηλεκτρικές συνδέσεις (Interconnectors), και γενικότερα στην αποτροπή μιας ουσιαστικής σύμπραξης/συμμαχίας του Ελληνισμού με το Ισραήλ,
-στην αξιοποίηση της μεσολάβησης της μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, όπου ορθά διέβλεψε ότι θα επικρατήσει η πρώτη και πως θα απαιτηθεί ένας αποδεκτός εγγυητής για την Ουκρανία της επόμενης μέρας,
-στη διεύρυνση της στρατιωτικής και άλλης παρουσίας της εκτός των συνόρων της και δη σε γειτονικές χώρες, ώστε να εξουδετερώσει τα κουρδικά ημικρατικά μορφώματα σε Συρία και Ιράκ,
-στην καθοδήγηση του Αζερμπαϊτζάν για παραπέρα συμπίεση της Αρμενίας και κοινό άνοιγμα στρατηγικού διαδρόμου, μέχρι την τουρκογενή Κεντρική Ασία και τον Καύκασο,
-στην επέκταση του ελέγχου της επί της Λιβύης και σε πιθανή προσέγγιση και συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ με την Αίγυπτο.
Με βάση την παραπάνω απαρίθμηση το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα: το μορατόριουμ δημιουργεί ευκαιρίες και θα προσπορίσει κέρδη σε αυτόν που αξιοποιεί τον παράγοντα χρόνο προκειμένου να καταστεί ισχυρότερος. Αντίστροφα, λειτουργεί σε βάρος όποιου αδρανήσει και μεταθέσει κρίσιμες αποφάσεις και κινήσεις στο μέλλον υπό όμως επιδεινωμένες συνθήκες συσχετισμού δυνάμεων.
«Όλα στη Χάγη», «όλα στο τραπέζι»
Στο πλαίσιο του τουρκικού σχεδιασμού, το μορατόριουμ λειτουργεί ως χρόνος προετοιμασίας για την σταδιακή κάμψη των ελληνικών αντιστάσεων στις τουρκικές διεκδικήσεις. Η συνέντευξη μάλιστα του Ρ.Τ Ερντογάν στην Καθημερινή την παραμονή της επίσκεψής του, αποτελεί πολύτιμο εργαλείο αποκρυπτογράφησης των τουρκικών σχεδίων. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά το γεγονός πως συντάχθηκε και «χτενίστηκε» από ανώτατα στελέχη του τουρκικού προεδρικού μηχανισμού εξουσίας, όπως και ότι αποτελεί προφανώς την πιο ήπια δημόσια εκδοχή διατύπωσης των τουρκικών αξιώσεων και διεκδικήσεων.
Στη σημαντικότατη αυτή συνέντευξη δεν καταγράφηκε βέβαια οποιαδήποτε -έστω και φραστική- υποχώρηση στις αυξανόμενες διεκδικήσεις της Τουρκίας. Αντίθετα διευρύνθηκαν οι απαιτήσεις της, με κορυφαία την επίσημη πλέον τοποθέτησή της με το «Όλα στη Χάγη» και τις συναφείς συγκεκαλυμμένες προειδοποιήσεις «μη μας απειλείτε για να μη σας απειλούμε», να κοιτάτε τις «πραγματικότητες, όχι το διεθνές δίκαιο». Φυσικά επαναλήφθηκαν ενίοτε ωμά οι τουρκικές θέσεις για «δύο κράτη» στην Κύπρο, για το «Πατριαρχείο του Φενέρ», το «τζαμί Αγία Σοφία Καμπίρ» και τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης που «πρέπει να υπαχθεί σε τουρκικό Πανεπιστήμιο».
Το «όλα στη Χάγη» ήταν η επεξεργασμένη πλέον τουρκική θέση ότι είτε θα συζητηθούν/επιλυθούν όλα τα ζητήματα που θέτει σε αυστηρά διμερείς ε/τ συνομιλίες, είτε το συνυποσχετικό προσφυγής στη Χάγη θα πρέπει να αφορά σε «όλα τα διμερή θέματα».Επιβεβαιώθηκαν έτσι επίσημα – όπως συνήθως εφαρμόζεται στην τουρκική τακτική – ανάλογες παλαιότερες αναγνωριστικές βολές σφυγμομέτρησης ελληνικών αντιδράσεων (οι οποίες συνήθως υποτιμώνται). Κατά τον Ερντογάν τα προβλήματα είναι «αλληλένδετα» οπότε «δεν είναι λογικό» να επιλέγει η Ελλάδα μόνο ένα και να αρνείται να υπαγάγει στην κρίση του ΔΔΧ όλα τα άλλα.
Με τη νέα αυτή επίσημη θέση της Τουρκίας, η χώρα μας περιέρχεται σε δύσκολη θέση ενώπιον τρίτων που θα σπεύσουν να την θεωρήσουν λογική: «Χάγη ζητούσατε, ορίστε, την αποδέχεται. Σπεύσατε!». Και η Άγκυρα θα επιμένει: «αφού δεν θέλετε τη Χάγη, απομένουν μόνο οι διμερείς διαπραγματεύσεις». Επιπλέον, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει ήδη συρθεί στη συζήτηση ορισμένων θεμάτων-ταμπού μέσω ανταλλαγής επιστολών στον ΟΗΕ (όπως οι τρεις τουρκικές επιστολές για το ζήτημα της αποστρατικοποίησης με την τρίτη ελληνική ανταπάντηση να εκκρεμεί ήδη εδώ και πολλούς μήνες).
Κατ’ ουσίαν η πρόταση Ερντογάν υποδεικνύει ένα δήθεν «δίκαιο» («καζάν-καζάν») συνυποσχετικό των δύο πλευρών με το οποίο, μέσω μιας χαλαρής (και ανώδυνης για τους μη γνωρίζοντες) διατύπωσης (παρόμοιας ενδεχομένως με την απόφαση της ΕΕ στο Ελσίνκι το 1999), θα παραπέμπονταν στην κρίση διεθνών δικαστών «η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών και των συναφών ζητημάτων», δηλ. όλες οι τουρκικές διεκδικήσεις.
Μια τέτοια συμφωνία θα άνοιγε (με προϋπόθεση την ελληνική συναίνεση) τον δρόμο σε διεθνείς δικαστές να κρίνουν
—αν οι «γκρίζες ζώνες» (δηλ. 152 ελληνικά νησιά και βραχονησίδες του Αιγαίου) είναι πράγματι ελληνικά,
—το δικαίωμα άμυνας και εξοπλισμών των ανατολικών νησιών μας,
—το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων μας μέχρι τα 12 νμ,
—αν η έκταση 10 νμ. του εναέριου χώρου μας πρέπει να «ταυτιστεί με τα χωρικά ύδατα»
—αν τα ελληνικά νησιά έχουν πλήρη δικαιώματα για υφαλοκρηπίδα, ΑΟΖ και θαλάσσιες ζώνες.
Όσο κι αν από επίσημης ελληνικής πλευράς επαναλαμβάνεται η στερεότυπη θέση πως η χώρα μας θα προσφύγει μόνο για την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, είναι φανερό ότι υπάρχει μια υπόγεια κινητικότητα. Χαρακτηριστική είναι εν προκειμένω η νέα έλξη που αισθάνονται πολλοί κύκλοι (και αρκετά κόμματα) προς το λεγόμενο «Ελσίνκι». Η απόφαση αυτή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τον Δεκέμβριο 1999 είχε ως αφετηρία την εθνική ήττα στα Ίμια το 1996 και τη Συμφωνία της Μαδρίτης το 1997 με την οποία η κυβέρνηση Σημίτη είχε αποδεχθεί την ύπαρξη «νόμιμων και ζωτικών δικαιωμάτων της Τουρκίας στο Αιγαίο».
Στη Σύνοδο κορυφής της ΕΕ στο Ελσίνκι το 1999 η κυβέρνηση Σημίτη ήρε τις ελληνικές αντιρρήσεις για να καταστεί η Τουρκία υποψήφια προς ένταξη, εξασφαλίζοντας ως ανταλλάγματα α) την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας (αργότερα αποδείχθηκε με το Σχέδιο Ανάν ότι επρόκειτο για το δικέφαλο εξάμβλωμα «Κύπρος») χωρίς η επίλυση του Κυπριακού να αποτελεί προϋπόθεση, και β) μια διατύπωση που πανηγυρίστηκε ως οδηγούσα την Άγκυρα στη Χάγη. Ακόμη και σήμερα πολλοί λανθασμένα ισχυρίζονται ότι διασφαλίστηκε τότε και δρομολογήθηκε («κλείδωσε») για τον Δεκέμβριο 2004 ο εξαναγκασμός της Τουρκίας για παραπομπή του ζητήματος της υφαλοκρηπίδας στη Χάγη.
Η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Η Συμφωνία αναφερόταν σε «εκκρεμείς συνοριακές διαφορές και συναφή ζητήματα» μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, τις οποίες καλείτο («πρέπει») από μόνη της η Τουρκία να υπαγάγει προς κρίση στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και μάλιστα χωρίς συνυποσχετικό. Ουσιαστικά για πρώτη φορά η Ελλάδα (και μάλιστα στο φόρουμ όπου διαθέτει βέτο) αναγνώριζε την ύπαρξη «εκκρεμών συνοριακών διαφορών και άλλων συναφών θεμάτων» (outstanding border disputes and other related issues) και όχι μιας και μόνης διαφοράς, δηλ. της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας. Η αναφορά σε «συναφή θέματα» άνοιγε τον δρόμο στο υποψήφιο προς ένταξη κράτος, με παρότρυνση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (και άρα με συναίνεση της Ελλάδας), να φέρει την διαφορά στο ΔΔΧ. Σημειώνεται ότι η Ελλάδα είχε τότε αποδεχθεί την γενική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου χωρίς εξαιρέσεις για θέματα κυριαρχίας. Η ΕΕ δήλωνε στην ίδια απόφαση της ότι «στο τέλος του 2004 θα επανεξετάσει την κατάσταση σχετικά με τις επιπτώσεις κάθε διαφοράς στην ενταξιακή διαδικασία, προκειμένου να προαγάγει την επίλυση τους μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου». Με άλλα λόγια το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το οποίο δεν έχει τη δυνατότητα να παραπέμψει μια διαφορά μεταξύ δυο κρατών στη Χάγη, υποδείκνυε ως υποχρεωτική διαδικασία στην Τουρκία να προσφύγει μονομερώς στο ΔΔΧ και μάλιστα για όλα όσα εκείνη θα θεωρούσε «συνοριακές διαφορές και συναφή θέματα», προκειμένου να διευκολύνει τη μελλοντική της ένταξη.
Απαιτήθηκε μεγάλη κινητοποίηση της κυβέρνησης Κ. Καραμανλή το 2004 για να αποδυναμωθεί η διατύπωση αυτή που, ως κλειδωμένη κοινή θέση της ΕΕ, προϋπέθετε τη συναίνεση όλων για να αλλάξει. Τελικά αντικαταστάθηκε η φράση «εκκρεμείς συνοριακές διαφορές και συναφή θέματα» με τη διατύπωση «εκκρεμής συνοριακή διαφορά» (δηλ. η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ) και αποδυναμώθηκε η υποχρεωτικότητα της προσφυγής στη Χάγη («εφόσον είναι αναγκαίο» και όχι «πρέπει» όπως αναφέρεται στη συμφωνία του Ελσίνκι).
Η πορεία επί των ε/τ ουσιαστικών θεμάτων δεν αναμένεται εύκολη στο προσεχές μέλλον, ιδίως μετά τις αμερικανικές εκλογές. Σε σχέση με τον αρχικά καλπάζοντα ενθουσιασμό της νέας ελληνικής κυβέρνησης ως αποτέλεσμα της συνάντησης στο Βίλνιους τον Ιούνιο 2023 έχουν ήδη καταγραφεί καθυστερήσεις και πιο ώριμες σκέψεις. Μπροστά στις νέες παλινωδίες του συστήματος Ερντογάν («Γαλάζια πατρίδα», F16, Κυπριακό, Γάζα κλπ) η διεξαγωγή του πολιτικού διαλόγου από τους Υπουργούς φαίνεται να μετακυλήθηκε στους υφυπουργούς, απτά αποτελέσματα ουσιαστικά δεν ανακοινώθηκαν, το όλο χρονοδιάγραμμα σημειώνει καθυστέρηση και ο διεθνής ορίζοντας χειροτερεύει. Η σύνοδος του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας, κι αυτή περικομμένη και αποστειρωμένη μέσω εντατικής προετοιμασίας, προφανώς αποφασίστηκε για να δοθεί ένα «φιλί της ζωής» σε μια διαδικασία που δεν παύει να γεννά εύλογες επιφυλάξεις ακόμη και μεταξύ των υποστηρικτών της. Η Διακήρυξη και οι συμφωνίες/διακηρύξεις προθέσεων ήλθαν για να αμβλύνουν με την βοήθεια ενός στιγμιαία αρκετά διαφορετικού Ερντογάν και της κατάλληλης επικοινωνιακής σάρωσης τις αναμενόμενες αντιδράσεις όσων ανησυχούν για όσα πιθανότατα θα επακολουθήσουν.
Συμπερασματικά, το ήπιο κλίμα είναι πάντα ευπρόσδεκτο και οι δίαυλοι επαφής αναγκαίοι. Όμως μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας υφίστανται θεμελιώδεις δομικές ασυμμετρίες που ασκούν καταλυτική επίδραση στις εκατέρωθεν προσεγγίσεις των «φλεγόντων» ζητημάτων που χωρίζουν τους δύο γείτονες. Εκκινώντας από διαφορετικές αφετηρίες προσβλέπουν σε διαφορετικούς στόχους: η Τουρκία επιδιώκει την αναθεώρηση του status quo στην περιοχή ακόμη και με τη βία, η Ελλάδα αμύνεται για την διατήρησή του με βάση το διεθνές δίκαιο. Οποιαδήποτε Διακήρυξη, επίσκεψη ή διαδικασία εξομάλυνσης που δεν λαμβάνει υπόψη της την διαμετρική αυτή διαφορά, δεν είναι ρεαλιστική και καταλήγει να εξυπηρετεί περισσότερο την Άγκυρα και όχι την Αθήνα.