
Η ανακοίνωση του Αμερικανού προέδρου και τι μπορεί να σημαίνει για το Ισραήλ και τις σχέσεις του με τις Ηνωμένες Πολιτείες
Σε μια αιφνιδιαστική κίνηση, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την Τρίτη ότι η Ουάσιγκτον δεν θα παρέχει πλέον στρατιωτική βοήθεια, ύψους 4 δισ. δολαρίων, στο Ισραήλ μετά το τέλος του έτους.
Το timing της ανακοίνωσης είναι σίγουρα αξιοσημείωτο καθώς έγινε την ημέρα διεξαγωγής των ενδιάμεσων εκλογών στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ένα δεύτερο σημείο που αξίζει προσοχής είναι ότι ο Τραμπ παρουσίασε την ανακοίνωσή του ως αποτέλεσμα συμφωνίας με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό.
Στην πραγματικότητα, ο Μπεναμίν Νετανιάχου ήταν εκείνος που «έθεσε το θέμα», δήλωσε, υποστηρίζοντας ότι η βοήθεια προς το Ισραήλ, την οποία οι Ισραηλινοί αξιωματούχοι «δεν χρειάζονται πλέον», προσέφερε στους αριστερούς πολιτικούς ένα επιχείρημα για να ασκήσουν κριτική στους Ρεπουμπλικανούς.
Από την πλευρά του, ο Νετανιάχου δεν έχει κάνει ακόμα κάποιο σχόλιο, αν και αξιωματούχοι του ισραηλινού υπουργείου Οικονομικών δήλωσαν ότι αιφνιδιάστηκαν από την ανακοίνωση του Αμερικανού προέδρου.
Αν και ο Νετανιάχου έχει μιλήσει κατά τους προηγούμενους μήνες για τον τερματισμό της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ, έχει αναφερθεί σε μια σταδιακή διαδικασία κατά τη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας.
Σε κάθε περίπτωση, η διακοπή της αμερικανικής βοήθειας από τον Τραμπ στο τέλος του έτους έρχεται πολύ νωρίτερα απ’ ό,τι ανέμεναν οι περισσότεροι παρατηρητές.
Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η ανακοίνωση λειτουργεί επιβαρυντικά για τον Νετανιάχου, τονίζουν αναλυτές θεωρώντας ότι θα μπορούσε να γυρίσει το παιχνίδι και να παρουσιάσει την εξέλιξη ως νίκη για τις πολιτικές του επιδιώξεις.
«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η (αμερικανική) βοήθεια έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ασφάλεια του Ισραήλ», δήλωσε στο Newsweek η Βικτόρια Κόατς του Ινστιτούτου Εθνικής Ασφάλειας και Εξωτερικής Πολιτικής του Heritage Foundation.
Όμως, το σημερινό Ισραήλ δεν είναι το ίδιο που ήταν πριν από 30 ή 40 χρόνια, συνέχισε, σημειώνοντας ότι έχει εξελιχθεί σε μια σημαντική στρατιωτική, οικονομική και τεχνολογική δύναμη, ενώ οι αμυντικές του δαπάνες έχουν επίσης αυξηθεί σημαντικά.
Το αποτέλεσμα, υποστήριξε, είναι ένα success story και όχι μια ιστορία περί αμερικανικής εγκατάλειψης.
Η αμερικανική βοήθεια στο Ισραήλ
Οι ΗΠΑ παρέχουν βοήθεια στο Ισραήλ από την ίδρυση της χώρας το 1948. Αρχικά, κατά την περίοδο αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η βοήθεια ήταν κυρίως οικονομικού και ανθρωπιστικού χαρακτήρα, ενώ στη συνέχεια εξελίχθηκε σε ευρύτερα πακέτα ενίσχυσης της ασφάλειας, εν μέσω της κλιμακούμενης γεωπολιτικής σύγκρουσης και του ανταγωνισμού της εποχής του Ψυχρού Πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Η αμερικανική οικονομική βοήθεια προς το Ισραήλ είχε αρχίσει να μειώνεται ήδη από τη δεκαετία του 1990 καθώς η εγχώρια βιομηχανική βάση της χώρας αναπτυσσόταν ραγδαία. Ωστόσο, η τακτική στρατιωτική χρηματοδότηση συνέχισε να αυξάνεται μέσω διαδοχικών συμφωνιών που έκλεισαν επί των προέδρων Μπιλ Κλίντον, Τζορτζ Μπους του νεότερου και Μπαράκ Ομπάμα —με τον τελευταίο, μάλιστα, ο Νετανιάχου κατέληξε το 2016 σε μνημόνιο συνεννόησης που προέβλεπε ετήσια ενίσχυση ύψους 3,8 δισ. δολαρίων.
Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του ποσού, περίπου 3,3 δισ. δολάρια, διατίθεται κατά κύριο λόγο για τη χρηματοδότηση της αγοράς αμερικανικού στρατιωτικού εξοπλισμού από το Ισραήλ. Τα υπόλοιπα περίπου 500 εκατ. δολάρια στηρίζουν κοινά προγράμματα αντιπυραυλικής άμυνας.
Ο Τζο Μπάιντεν αύξησε και άλλο τη βοήθεια προς το Ισραήλ μετά το ξέσπασμα του πολέμου στη Γάζα τον Οκτώβριο του 2023. Ωστόσο, έως τον Μάιο του 2024, η αμερικανική κυβέρνηση ανέστειλε την πώληση συγκεκριμένων βαρέων πυρομαχικών, επικαλούμενη ανθρωπιστικές ανησυχίες.
Οι ενδιάμεσες εκλογές και το Ισράηλ
Η εξέλιξη της αμερικανικής βοήθειας που φτάνει στο Ισραήλ υποδεικνύει ότι η Ουάσιγκτον έχει την ευελιξία να συνδράμει το Ισραήλ αλλά ταυτόχρονα η σχέση αυτή δεν είναι άνευ όρων και υπόκειται σε περιορισμούς.
Αυτές οι πιέσεις έγιναν εμφανείς κατά τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ την Τρίτη, καθώς η κριτική κατά του Νετανιάχου αποτέλεσε κεντρικό στοιχείο των προεκλογικών εκστρατειών αρκετών προοδευτικών υποψηφίων. Ανάμεσά τους ο και ο Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ, ο οποίος εξελέγη στο Μίσιγκαν και γίνεται ο πρώτος μουσουλμάνος Γερουσιαστής. Ο Ελ-Σαγιέντ εξέφρασε μια αμφίσημη επιδοκιμασία για τη στροφή του Τραμπ όσον αφορά τη βοήθεια προς το Ισραήλ, δηλώνοντας πως «ακόμη και ένα χαλασμένο ρολόι δείχνει σωστά την ώρα δύο φορές την ημέρα».
Εάν, επομένως, η αμυντική σχέση ΗΠΑ και Ισραήλ φτάσει στο σημείο όπου δεν υφίσταται πλέον ανάγκη για βοήθεια, το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι μια μετατόπιση που θα προσφέρει στον Νετανιάχου μεγαλύτερη ελευθερία, απαλλάσσοντάς τον από τέτοιου είδους περιορισμούς.
«Θα μπορούσε να περιορίσει μια σημαντική πηγή πολιτικής επιρροής», δήλωσε η Κόατς. «Η σχέση θα πρέπει να τεθεί σε μια πιο ισότιμη βάση, ώστε οι διαφωνίες μεταξύ Ουάσιγκτον και Ιερουσαλήμ να μην επιτρέπουν στη βοήθεια για θέματα ασφαλείας να μετατρέπεται σε μέσο άσκησης πολιτικής πίεσης».
«Η διαφορά έγκειται στο ότι η σχέση θα βασίζεται λιγότερο στη λογική δότη και αποδέκτη, και περισσότερο σε δύο συμμάχους… Αυτό καθιστά τη συνεργασία πιο ανθεκτική και συμβάλλει στη θωράκισή της απέναντι στις πολιτικές διακυμάνσεις που μπορεί να επιφέρει μια συγκεκριμένη κυβέρνηση», εξήγησε.
Πώς ο Νετανιάχου μπορεί να βγει κερδισμένος
Αντίστοιχα, ο Μάικλ Κόπλοου των Israel Policy Forum και Shalom Hartman Institute of North America’s Kogod Research Center, εντόπισε δύο πιθανούς τρόπους με τους οποίους ο Νετανιάχου θα μπορούσε να αποκομίσει οφέλη από αυτή την απώλεια πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων.
«Πρώτον, θα παρουσιάσει την οικονομία του Ισραήλ ως αρκετά ισχυρή, υπό τη δική του διοίκηση, ώστε να μην εξαρτάται πλέον από την αμερικανική βοήθεια στον τομέα της ασφάλειας· και δεύτερον, θα παρουσιάσει αυτή την κίνηση ως κάτι που θα προσδώσει στο Ισραήλ μεγαλύτερη ανεξαρτησία και ελευθερία δράσης, θα το απαλλάξει από τους αμερικανικούς περιορισμούς που συνοδεύονται από απειλές για εξάρτηση της βοήθειας ασφαλείας από τις ισραηλινές πολιτικές», εξήγησε.
Το ρίσκο για το Ισραήλ
Παράλληλα, ο ίδιος διακρίνει και «πολιτικό ρίσκο». Ενώ ο Νετανιάχου έχει ταχθεί υπέρ του τερματισμού της εξάρτησης του Ισραήλ από την αμερικανική βοήθεια, ο Τραμπ φαίνεται να έφτιαξε και εφάρμοσε τη δική του εκδοχή, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε έλλειμμα της τάξης του 15% στον στρατιωτικό προϋπολογισμό του Ισραήλ, που επί του παρόντος καλύπτεται από το μνημόνιο συνεννόησης που ισχύει εδώ και μία δεκαετία.
«Η αντιπολίτευση στο Ισραήλ παρουσιάζει ήδη το ζήτημα αυτό ως ένα τιμωρητικό μέτρο που δεν ελήφθη σε συντονισμό με τη χώρα και ενέχει τον κίνδυνο να υπονομεύσει σταδιακά τις διμερείς σχέσεις με τις ΗΠΑ, ιδίως αν ληφθεί υπόψη η προσέγγιση του Τραμπ, σύμφωνα με την οποία, η παροχή βοήθειας προς το Ισραήλ έχει καταστεί πολιτικό βάρος στην εσωτερική πολιτική σκηνή των ΗΠΑ», ανέφερε.
Τι θέλουν οι Αμερικανοί
Οι δημοσκοπήσεις πάντως στις ΗΠΑ δείχνουν ότι η υποστήριξη για τη μείωση ή τον τερματισμό της αμερικανικής βοήθειας προς το Ισραήλ έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Έρευνα που δημοσιεύθηκε τον περασμένο μήνα από το Chicago Council on Global Affairs διαπίστωσε ότι το 35% των ερωτηθέντων δήλωσε πως θα πρέπει να διακοπεί εντελώς η στρατιωτική βοήθεια των ΗΠΑ προς το Ισραήλ. Πρόκειται για ποσοστό σχεδόν διπλάσιο σε σχέση με το 18% που είχε εκφράσει την ίδια άποψη το 2014. Το ποσοστό όσων τάχθηκαν υπέρ της μείωσης της στήριξης αυξήθηκε από το 19% στο 21% κατά το ίδιο διάστημα.
Στην ίδια έρευνα, το ποσοστό όσων τάσσονται υπέρ της διεύρυνσης της στρατιωτικής βοήθειας μειώθηκε από 13% σε 8%, ενώ το ποσοστό όσων που υποστηρίζουν τη διατήρηση του τρέχοντος επιπέδου βοήθειας υποχώρησε από 46% σε 35%, κατά το διάστημα μεταξύ 2014 και 2026.
Η συνολική θετική στάση απέναντι στο Ισραήλ υποχώρησε επίσης κατακόρυφα στο 44% φέτος, το χαμηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί από το Chicago Council.
Με βάση αυτά τα στοχεία, η απόφαση του Τραμπ είναι ένα κατάλληλο μέσο για την αντιμετώπιση της πραγματικότητας της σχέσης ΗΠΑ και Ισραήλ, καθώς και των αντιλήψεων που διαμορφώνονται γύρω από αυτήν, σύμφωνα με τον Ντάνιελ Σάμετ του American Enterprise Institute.
«Το Ισραήλ συγκαταλέγεται στις πλουσιότερες χώρες του κόσμου και έχει την οικονομική δυνατότητα να αγοράζει αμερικανικά όπλα με δικά του έξοδα. Ενώ κάποτε ήταν απαραίτητη, η βοήθεια αυτή πλέον δεν εξυπηρετεί τα βέλτιστα συμφέροντα των δύο χωρών», συμπλήρωσε. «Για να ευδοκιμήσουν οι διμερείς σχέσεις τα επόμενα χρόνια, η βοήθεια αυτή πρέπει να καταργηθεί», υποστήριξε.
Κατά τον ίδιο, η απόφαση αυτή θα ικανοποιήσει όσους υποστηρίζουν ότι η βοήθεια περιορίζει την ελευθερία δράσης του Ισραήλ. Παράλληλα, όπως τόνισεμ, πλέον έχει καταστεί, επίσης, πολιτική αναγκαιότητα.
«Η βοήθεια τροφοδοτεί τα αντι-ισραηλινά αισθήματα στο εσωτερικό των ΗΠΑ, όπου ένα σημαντικό τμήμα των Αμερικανών δυσαρεστείται από το γεγονός ότι το Ισραήλ φέρεται να ”εκμεταλλεύεται” την Ουάσιγκτον. Η παροχή βοήθειας συνεπάγεται πλέον υπερβολικά υψηλό κόστος, τόσο για το ίδιο το Ισραήλ όσο και για τις σχέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ», κατέληξε.
Πηγή: naftemporiki.gr
.png)
