7day crisis monitor

48h World Events: #0

Scanning open sources...

24h Aegean Report

STATUS: STABLE
Update:
Loading...

7day Greece-Turkey: #0

SEARCHING: Crisis Events!

Gatestone Institute: Η Συμφωνία της Μέκκας - Απειλή για την περιφερειακή ασφάλεια;

του Χάλεντ Αμπού Τοάμεχ • 17 Αυγούστου 2026, 5:00 π.μ.

-Παρότι ορισμένοι παρουσιάζουν τη Συμφωνία της Μέκκας ως ένδειξη ότι οι χώρες αναλαμβάνουν επιτέλους την ευθύνη για την άμυνά τους, αντί να βασίζονται αποκλειστικά στις Ηνωμένες Πολιτείες —όπως κάνει σήμερα η Σαουδική Αραβία—, η συγκεκριμένη διευθέτηση φαίνεται πιθανό να προκαλέσει «ακούσιες συνέπειες».

-Οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να ξεχνούν ότι, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το τελευταίο πράγμα που επιθυμούσαν ήταν να διαθέτουν η Ευρώπη και άλλες περιοχές ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις. Πολλοί στη Δύση κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η Γερμανία είχε ουσιαστικά προκαλέσει δύο παγκόσμιους πολέμους μέσα σε έναν αιώνα και ότι, γενικότερα, δυσκολευόταν να συνυπάρξει ειρηνικά με τους άλλους. Η προστασία των συμμάχων μπορεί να είναι δαπανηρή για τις ΗΠΑ, αλλά η μη προστασία τους θα μπορούσε να κοστίσει πολύ περισσότερο.

-Το ίδιο ισχύει και για μια συμμαχία όπως η Συμφωνία της Μέκκας. Εκ πρώτης όψεως, η συμμαχία Σαουδικής Αραβίας, Πακιστάν και Τουρκίας θα μπορούσε να βοηθήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες να μοιραστούν το αμυντικό βάρος. Μακροπρόθεσμα, όμως, το σύμφωνο ενδέχεται να καταλήξει να δημιουργήσει ένα πολύ μεγαλύτερο βάρος για την άμυνα.

-Οι χώρες που συμμετέχουν στη Συμφωνία της Μέκκας δεν μετατρέπονται κατ’ ανάγκην σε εχθρούς της Αμερικής. Θα μπορούσαν, ωστόσο, να ενεργήσουν εναντίον των συμφερόντων των ΗΠΑ και της Δύσης.

-Η Σαουδική Αραβία, η οποία ενδεχομένως εξέταζε την ένταξή της στις Συμφωνίες του Αβραάμ, αλλά πάντοτε προέβαλλε κάποιον όρο που καθιστούσε μια συμφωνία πρακτικά απαράδεκτη, και στην οποία μόλις επετράπη από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να εμπλουτίζει ουράνιο για πυρηνικούς αντιδραστήρες, επέλεξε να συνάψει αμυντική συνεργασία με την Τουρκία και το Πακιστάν — δύο χώρες των οποίων οι κυβερνήσεις τηρούν έντονα αντιισραηλινές θέσεις.

-Η ανησυχία, επομένως, είναι ότι μια ολοένα ισχυρότερη Τουρκία επιδιώκει να μετατρέψει τη διεύρυνση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της σε περιφερειακή ηγεμονία, υιοθετώντας ταυτόχρονα επιθετική στάση απέναντι στο Ισραήλ, την Κύπρο και την Ελλάδα.

-Εάν, για παράδειγμα, η Τουρκία παραλάβει από τις Ηνωμένες Πολιτείες τα μαχητικά αεροσκάφη τεχνολογίας stealth F-35 που επιδιώκει να αποκτήσει και στη συνέχεια επιτεθεί στο Ισραήλ, με το Ισραήλ να ανταποδίδει, θα ισχυριστεί τότε το Πακιστάν ότι η Τουρκία «δέχθηκε επίθεση» και θα εξαπολύσει πυρηνικά όπλα εναντίον του Ισραήλ; Μήπως μια τέτοια μακροπρόθεσμη επιδίωξη βρίσκεται στην πραγματικότητα στον πυρήνα του «αμυντικού συμφώνου»;

-Επιπλέον, η Τουρκία διευρύνει ταχύτατα την επιρροή της στη Συρία. Τόσο η Τουρκία όσο και το Κατάρ αποτελούν σημαντικούς συμμάχους της κυβέρνησης του Σύρου προέδρου Αχμέντ αλ-Σάρα, ενώ η Άγκυρα έχει εμπλακεί σε μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξη των νέων ενόπλων δυνάμεων της Συρίας.

-Η Τουρκία τοποθετεί τον εαυτό της ως ηγετική δύναμη ενός ολοένα πιο διεκδικητικού, σουνιτικού και ισλαμιστικού προσανατολισμού συνασπισμού. Το Πακιστάν επιχειρεί να μετατρέψει το καθεστώς του ως πυρηνικής δύναμης σε μεγαλύτερη πολιτική επιρροή, ενώ η Σαουδική Αραβία αποτελεί τον χρηματοδότη τους και έναν δυνητικό εταίρο στον τομέα των πυρηνικών όπλων.

-Ο πραγματικός κίνδυνος βρίσκεται στη στρατηγική κατεύθυνση που αντιπροσωπεύει η συμφωνία: αποτελεί απάντηση στην εκλαμβανόμενη υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής, στην αυξανόμενη ισχύ της Τουρκίας και στην αποδυνάμωση των προοπτικών για μια ειρηνική Μέση Ανατολή. Παράλληλα, σηματοδοτεί την ανάδυση ενός νέου περιφερειακού συνασπισμού, τα ηγετικά μέλη του οποίου αντιμετωπίζουν ολοένα περισσότερο το Ισραήλ, την Κύπρο, την Ελλάδα και γενικότερα τη Δύση όχι ως δυνητικούς εταίρους, αλλά ως αντιπάλους.

Η Κοινή Συμφωνία Άμυνας της Μέκκας, την οποία υπέγραψαν η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν στις 7 Αυγούστου, θα πρέπει να σημάνει συναγερμό για τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Παρότι ορισμένοι την παρουσιάζουν ως ένδειξη ότι οι χώρες αναλαμβάνουν επιτέλους την ευθύνη για την άμυνά τους, αντί να βασίζονται αποκλειστικά στις Ηνωμένες Πολιτείες —όπως κάνει σήμερα η Σαουδική Αραβία—, η συγκεκριμένη διευθέτηση φαίνεται πιθανό να προκαλέσει «ακούσιες συνέπειες».

Η Κοινή Συμφωνία Άμυνας της Μέκκας, την οποία υπέγραψαν η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν στις 7 Αυγούστου, θα πρέπει να αποτελέσει προειδοποιητικό μήνυμα για τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Η συμφωνία προβλέπει ότι μια ένοπλη επίθεση εναντίον οποιασδήποτε από τις τρεις χώρες θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων και έχει παρουσιαστεί από τα συμβαλλόμενα μέρη ως αμιγώς αμυντική. Πακιστανοί και Τούρκοι αξιωματούχοι επιμένουν ότι δεν στρέφεται εναντίον κάποιας συγκεκριμένης χώρας.

Αυτό, ωστόσο, ενδέχεται να μην είναι απολύτως ακριβές — και αποτελεί μόνο μία πτυχή του ζητήματος.

Παρότι ορισμένοι παρουσιάζουν τη Συμφωνία της Μέκκας ως ένδειξη ότι οι χώρες αναλαμβάνουν επιτέλους την ευθύνη για την άμυνά τους, αντί να βασίζονται αποκλειστικά στις Ηνωμένες Πολιτείες —όπως κάνει σήμερα η Σαουδική Αραβία—, η συγκεκριμένη διευθέτηση φαίνεται πιθανό να προκαλέσει «ακούσιες συνέπειες».

Οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να ξεχνούν ότι, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το τελευταίο πράγμα που επιθυμούσαν ήταν να διαθέτουν η Ευρώπη και άλλες περιοχές ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις. Πολλοί στη Δύση κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η Γερμανία είχε ουσιαστικά προκαλέσει δύο παγκόσμιους πολέμους μέσα σε έναν αιώνα και ότι, γενικότερα, δυσκολευόταν να συνυπάρξει ειρηνικά με τους άλλους. Η προστασία των συμμάχων μπορεί να είναι δαπανηρή για τις ΗΠΑ, αλλά η μη προστασία τους θα μπορούσε να κοστίσει πολύ περισσότερο.

Το ίδιο ισχύει και για μια συμμαχία όπως η Συμφωνία της Μέκκας. Εκ πρώτης όψεως, η συμμαχία Σαουδικής Αραβίας, Πακιστάν και Τουρκίας θα μπορούσε να βοηθήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες να μοιραστούν το αμυντικό βάρος. Μακροπρόθεσμα, όμως, το σύμφωνο ενδέχεται να καταλήξει να δημιουργήσει ένα πολύ μεγαλύτερο βάρος για την αμερικανική άμυνα.

Εδώ και σχεδόν έναν αιώνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες προσφέρουν γενναιόδωρα προστασία έναντι χωρών που απειλούν τη Δύση και τα δυτικά συμφέροντα. Τώρα, μέσω της Συμφωνίας της Μέκκας, τρεις σημαντικές μουσουλμανικές χώρες —δύο μακροχρόνιοι εταίροι των Ηνωμένων Πολιτειών και μία χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ— οικοδομούν ένα περιφερειακό πλαίσιο ασφάλειας που δεν εξαρτάται από την Ουάσιγκτον.

Επί δεκαετίες, η Σαουδική Αραβία θεωρούσε τις Ηνωμένες Πολιτείες κύριο εγγυητή της ασφάλειάς της. Η Τουρκία παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ. Το Πακιστάν διατηρεί μια μακρά και περίπλοκη σχέση ασφαλείας με την Ουάσιγκτον. Τώρα, αυτές οι τρεις χώρες δημιουργούν τον δικό τους μηχανισμό συλλογικής άμυνας.

Ορισμένοι από τους παραδοσιακούς εταίρους της Αμερικής προφανώς δεν εμπιστεύονται πλέον τις Ηνωμένες Πολιτείες ως προστάτη τους. Η Σαουδική Αραβία δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν επιθυμεί πλέον να τοποθετεί όλα τα «αβγά» της ασφάλειάς της στο αμερικανικό καλάθι.

Οι χώρες που συμμετέχουν στη Συμφωνία της Μέκκας δεν μετατρέπονται κατ’ ανάγκην σε εχθρούς της Αμερικής. Θα μπορούσαν, ωστόσο, να ενεργήσουν εναντίον των συμφερόντων των Ηνωμένων Πολιτειών και της Δύσης.

Οι σπόροι της σαουδαραβικής δυσπιστίας φυτεύτηκαν πριν από χρόνια. Το 2019, το Ιράν θεωρήθηκε υπεύθυνο για την καταστροφική επίθεση στις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις Αμπκάικ και Χουράις της Σαουδικής Αραβίας, η οποία έθεσε προσωρινά εκτός λειτουργίας ένα τεράστιο μέρος της σαουδαραβικής παραγωγής πετρελαίου.

Ωστόσο, η Ουάσιγκτον δεν προχώρησε στη στρατιωτική απάντηση που, όπως φαίνεται, ανέμεναν πολλοί Σαουδάραβες. Σύμφωνα με σχετικές αναφορές, το περιστατικό «κλόνισε την εμπιστοσύνη της Σαουδικής Αραβίας στις Ηνωμένες Πολιτείες». Το Middle East Institute έγραψε ότι η ιρανική επίθεση του 2019 και η απουσία αμερικανικής αντίδρασης «εξάλειψαν ουσιαστικά κάθε εμπιστοσύνη της Σαουδικής Αραβίας στην αμερικανική δέσμευση για την ασφάλειά της».

Η Συμφωνία της Μέκκας φαίνεται να αποτελεί ακόμη μία συνέπεια αυτής της απώλειας εμπιστοσύνης.

Η Σαουδική Αραβία εισφέρει στη νέα συνεργασία τεράστιους οικονομικούς πόρους. Το Πακιστάν προσφέρει στρατιωτική εμπειρία και, κυρίως, είναι η μοναδική χώρα με μουσουλμανική πλειονότητα που διαθέτει πυρηνικά όπλα. Η Τουρκία συνεισφέρει έναν από τους μεγαλύτερους στρατούς του ΝΑΤΟ και μια ταχύτατα αναπτυσσόμενη εγχώρια αμυντική βιομηχανία.

Αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι η πυρηνική ομπρέλα του Πακιστάν έχει επεκταθεί ώστε να καλύπτει τη Σαουδική Αραβία ή την Τουρκία. Ούτε σημαίνει ότι οι τρεις χώρες θα εμπλέκονται αυτομάτως σε πόλεμο κάθε φορά που μία από αυτές δέχεται επίθεση. Πράγματι, οι επιχειρησιακές λεπτομέρειες της συμφωνίας παραμένουν ασαφείς.

Ωστόσο, ο πολιτικός συμβολισμός δεν πρέπει να υποτιμηθεί.

Για το Ισραήλ, η εξέλιξη είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, καθώς σημειώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι ελπίδες για εξομάλυνση των σχέσεων με τη Σαουδική Αραβία φαίνονται περιορισμένες.

Η Σαουδική Αραβία, η οποία ενδεχομένως εξέταζε το ενδεχόμενο να ενταχθεί στις Συμφωνίες του Αβραάμ, αλλά πάντοτε προέβαλλε κάποιον όρο που καθιστούσε μια συμφωνία απαράδεκτη, και στην οποία μόλις επετράπη από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να εμπλουτίζει ουράνιο για πυρηνικούς αντιδραστήρες, επέλεξε να συνάψει αμυντική συνεργασία με την Τουρκία και το Πακιστάν — δύο χώρες των οποίων οι κυβερνήσεις τηρούν έντονα αντιισραηλινές θέσεις.

Ο Τζόναθαν Σπάιερ, διευθυντής ερευνών του Middle East Forum, έγραψε ότι πριν από την εισβολή της Χαμάς στο Ισραήλ, στις 7 Οκτωβρίου 2023, ο Σαουδάραβας διάδοχος του θρόνου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν θεωρούνταν συχνά, μαζί με τους ηγέτες των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και του Μπαχρέιν, μέρος μιας αναδυόμενης ηγεσίας του Κόλπου, η οποία επιδίωκε να υπερβεί τους παραδοσιακούς περιφερειακούς ανταγωνισμούς και να στραφεί προς την οικονομική και τεχνολογική συνεργασία, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης στενότερων σχέσεων με το Ισραήλ.

«Δεν θα πρέπει να θεωρηθεί δεδομένο ότι το Ριάντ έχει εγκαταλείψει οριστικά αυτόν τον προσανατολισμό», προειδοποίησε ο Σπάιερ. Παρατήρησε, ωστόσο, ότι στη Μέση Ανατολή μετά την 7η Οκτωβρίου οι στρατιωτικές παράμετροι και οι «θρησκευτικές και πολιτισμικές συμβολικές αφοσιώσεις» έχουν επιστρέψει στο προσκήνιο.

Η Συμφωνία της Μέκκας προσφέρει στη Σαουδική Αραβία το ακριβώς αντίθετο στρατηγικό πλαίσιο, τη στιγμή που η Ουάσιγκτον ήλπιζε ότι η εμβάθυνση της συνεργασίας ΗΠΑ–Σαουδικής Αραβίας στον τομέα της ασφάλειας θα μπορούσε να διευκολύνει την εξομάλυνση των σχέσεων του Ριάντ με το Ισραήλ.

Ο ρόλος της Τουρκίας είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος.

Υπό τον πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η Τουρκία έχει τοποθετήσει εδώ και χρόνια τον εαυτό της μεταξύ των πλέον εχθρικών αντιπάλων του Ισραήλ. Η Άγκυρα διατηρεί στενές σχέσεις με τη Χαμάς και έχει επανειλημμένα προσφέρει πολιτική υποστήριξη στην τρομοκρατική οργάνωση — όπως τεκμηριώνεται εδώ, εδώ, εδώ και εδώ.

Η ανησυχία, επομένως, είναι ότι μια ολοένα ισχυρότερη Τουρκία επιδιώκει να μετατρέψει τη διεύρυνση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της σε περιφερειακή ηγεμονία, υιοθετώντας ταυτόχρονα επιθετική στάση απέναντι στο Ισραήλ, την Κύπρο και την Ελλάδα.

Εάν, για παράδειγμα, η Τουρκία παραλάβει από τις Ηνωμένες Πολιτείες τα μαχητικά αεροσκάφη τεχνολογίας stealth F-35 που επιδιώκει να αποκτήσει και στη συνέχεια επιτεθεί στο Ισραήλ, με το Ισραήλ να ανταποδίδει, θα ισχυριστεί τότε το Πακιστάν ότι η Τουρκία «δέχθηκε επίθεση» και θα εξαπολύσει πυρηνικά όπλα εναντίον του Ισραήλ; Μήπως μια τέτοια μακροπρόθεσμη επιδίωξη βρίσκεται στην πραγματικότητα στον πυρήνα του «αμυντικού συμφώνου»;

Ο Σπάιερ προειδοποιεί ότι η αναδυόμενη σύμπραξη Τουρκίας, Πακιστάν και Σαουδικής Αραβίας είναι, σε επίπεδο ρητορικής, «από κοινού και ακραία αντιισραηλινή». Επισημαίνει την πρόσφατη έκκληση του Πακιστανού υπουργού Άμυνας Χαουάτζα Ασίφ για τη συγκρότηση ενός ενιαίου ισλαμικού μετώπου εναντίον του Ισραήλ, καθώς και τον ισχυρισμό του Ερντογάν ότι ο σιωνισμός απειλεί τους πάντες. Το σημαντικότερο, σύμφωνα με τον Σπάιερ, είναι ότι η Τουρκία και το Κατάρ συγκαταλέγονται στους «έμπρακτους υποστηρικτές» της Χαμάς.

Επομένως, η Συμφωνία της Μέκκας δεν μπορεί να εξεταστεί απομονωμένα.

Η Τουρκία, επιπλέον, διευρύνει ταχύτατα την επιρροή της στη Συρία. Τόσο η Τουρκία όσο και το Κατάρ αποτελούν σημαντικούς συμμάχους της κυβέρνησης του Σύρου προέδρου Αχμέντ αλ-Σάρα, ενώ η Άγκυρα έχει εμπλακεί σε μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξη των νέων ενόπλων δυνάμεων της Συρίας. Ως εκ τούτου, το Ισραήλ, η Κύπρος και η Ελλάδα βρίσκονται αντιμέτωπα με το ενδεχόμενο μιας διευρυνόμενης τουρκικής στρατηγικής παρουσίας, η οποία θα εκτείνεται μέσω της Συρίας στον ευρύτερο σουνιτικό μουσουλμανικό κόσμο και θα υποστηρίζεται από στενότερη στρατιωτική συνεργασία με το πυρηνικά εξοπλισμένο Πακιστάν και από την οικονομική ισχύ της Σαουδικής Αραβίας.

Παράλληλα, η Τουρκία προσθέτει στην εξίσωση προηγμένη στρατιωτική τεχνολογία. Η Άγκυρα και το Ισλαμαμπάντ διευρύνουν σταθερά τη συνεργασία τους στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας, μεταξύ άλλων στην κατασκευή αεροσκαφών, μη επανδρωμένων αεροχημάτων και άλλων στρατιωτικών συστημάτων. Η σαουδαραβική χρηματοδότηση θα μπορούσε να επιταχύνει σημαντικά αυτά τα προγράμματα.

Η Τουρκία τοποθετεί τον εαυτό της ως ηγετική δύναμη ενός ολοένα πιο διεκδικητικού συνασπισμού με σουνιτικό ισλαμιστικό προσανατολισμό. Το Πακιστάν επιχειρεί να μετατρέψει το καθεστώς του ως πυρηνικής δύναμης σε μεγαλύτερη πολιτική επιρροή, ενώ η Σαουδική Αραβία αποτελεί τον χρηματοδότη τους και έναν δυνητικό εταίρο στον τομέα των πυρηνικών όπλων.

Ακόμη και εάν η Συμφωνία της Μέκκας δεν εξελιχθεί ποτέ σε ένα πραγματικό «ισλαμικό ΝΑΤΟ» και παραμείνει εν μέρει συμβολική, αυτό δεν την καθιστά ακίνδυνη.

Ο πραγματικός κίνδυνος βρίσκεται στη στρατηγική κατεύθυνση που αντιπροσωπεύει: αποτελεί απάντηση στην εκλαμβανόμενη υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής, στην αυξανόμενη ισχύ της Τουρκίας και στην αποδυνάμωση των προοπτικών για μια ειρηνική Μέση Ανατολή. Παράλληλα, σηματοδοτεί την ανάδυση ενός νέου περιφερειακού συνασπισμού, τα ηγετικά μέλη του οποίου αντιμετωπίζουν ολοένα περισσότερο το Ισραήλ, την Κύπρο, την Ελλάδα και γενικότερα τη Δύση όχι ως δυνητικούς εταίρους, αλλά ως αντιπάλους.

Ο Χάλεντ Αμπού Τοάμεχ είναι βραβευμένος δημοσιογράφος με έδρα την Ιερουσαλήμ.

Πηγή: gatestoneinstitute.org απόδοση anixneuseis.gr
×
×
Kρίσιμα γεγονότα 7 ημερών