
Του Δρα Δημ. Σταθακόπουλου
Η ιστορία σπανίως επαναλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο. Συχνά όμως επαναλαμβάνει τους ίδιους μηχανισμούς. Ένας από αυτούς είναι η προσπάθεια των εμπλεκομένων σε μια σύγκρουση να νομιμοποιήσουν τις πράξεις τους όχι μόνο με τη δύναμη των όπλων, αλλά και με τη δύναμη των λέξεων.
Περίπου δυόμισι χιλιάδες χρόνια πριν, ο Θουκυδίδης, περιγράφοντας τον εμφύλιο πόλεμο στην Κέρκυρα, κατέγραψε μια από τις πιο διαχρονικές παρατηρήσεις για τη φύση της πολιτικής και του πολέμου:
«καὶ τὴν εἰωθυῖαν ἀξίωσιν τῶν ὀνομάτων ἐς τὰ ἔργα ἀντήλλαξαν τῇ δικαιώσει».
Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι άρχισαν να αλλάζουν το νόημα των λέξεων, ώστε να δικαιολογούν τις πράξεις τους.
Δεν πρόκειται απλώς για μια φιλολογική παρατήρηση. Πρόκειται για έναν από τους θεμελιώδεις νόμους της πολιτικής ισχύος. Όταν οι κοινωνίες και τα κράτη εισέρχονται σε συνθήκες οξείας σύγκρουσης, η μάχη μεταφέρεται και στο πεδίο της γλώσσας. Οι λέξεις παύουν να περιγράφουν την πραγματικότητα και αρχίζουν να την κατασκευάζουν.
Αυτό ακριβώς παρατηρείται σήμερα στον ευρύτερο χώρο του Περσικού Κόλπου και της Μέσης Ανατολής, όπου η αντιπαράθεση μεταξύ Ιράν, Ισραήλ και Ηνωμένων Πολιτειών εξελίσσεται σε μία από τις πιο επικίνδυνες γεωπολιτικές κρίσεις του 21ου αιώνα.
Κάθε πλευρά χρησιμοποιεί διαφορετικό λεξιλόγιο για να περιγράψει τις ίδιες πράξεις.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η στρατιωτική παρουσία στον Περσικό Κόλπο αποτελεί εγγύηση της «ελευθερίας της ναυσιπλοΐας», της «περιφερειακής σταθερότητας» και της «αποτροπής».
Η προβολή ισχύος παρουσιάζεται ως παράγοντας ασφάλειας.
Για το Ισραήλ, οι επιχειρήσεις εναντίον ιρανικών στόχων ή δικτύων που συνδέονται με την Τεχεράνη εντάσσονται στο δόγμα της «προληπτικής αυτοάμυνας».
Η επιθετική ενέργεια παρουσιάζεται ως αναγκαία αποτροπή μιας μελλοντικής απειλής.
Από την άλλη πλευρά, η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν μιλά για «άξονα της αντίστασης», για «αγώνα κατά της ηγεμονίας» και για «νόμιμη αποτρεπτική ισχύ». Οι ίδιες ενέργειες που η Δύση χαρακτηρίζει αποσταθεροποιητικές, παρουσιάζονται από την Τεχεράνη ως πράξεις άμυνας απέναντι σε μια μακροχρόνια στρατηγική περικύκλωσης.
Έτσι, η ίδια πραγματικότητα αποκτά διαφορετικά ονόματα.
Ο πύραυλος του ενός γίνεται «νόμιμη απάντηση». Ο πύραυλος του άλλου γίνεται «παράνομη επίθεση».
Η στρατιωτική επιχείρηση του ενός χαρακτηρίζεται «αυτοάμυνα». Η αντίστοιχη επιχείρηση του αντιπάλου βαφτίζεται «επιθετικότητα».
Η ανάπτυξη ναυτικών δυνάμεων ερμηνεύεται είτε ως «διασφάλιση σταθερότητας» είτε ως «επίδειξη ισχύος», ανάλογα με το ποιος κρατά το μικρόφωνο της διεθνούς επικοινωνίας.
Ακριβώς αυτό είχε παρατηρήσει ο Θουκυδίδης στην Κέρκυρα. Όταν η αντιπαράθεση γίνεται υπαρξιακή, οι έννοιες μετακινούνται. Η γλώσσα παύει να λειτουργεί ως κοινό σημείο αναφοράς και μετατρέπεται σε πεδίο μάχης.
Στη σημερινή εποχή, μάλιστα, η σημασία αυτής της παρατήρησης είναι ακόμη μεγαλύτερη. Τα κοινωνικά δίκτυα, τα διεθνή μέσα ενημέρωσης, οι κυβερνητικοί μηχανισμοί στρατηγικής επικοινωνίας και οι μηχανισμοί επιρροής της κοινής γνώμης έχουν αναβαθμίσει τη γλώσσα σε όπλο πρώτης γραμμής.
Ο σύγχρονος πόλεμος δεν διεξάγεται μόνο με drones, βαλλιστικούς πυραύλους, δορυφόρους και αεροπλανοφόρα. Διεξάγεται και με αφηγήματα.
Η μάχη για την παγκόσμια κοινή γνώμη προηγείται συχνά της μάχης στο πεδίο.
Δεν είναι τυχαίο ότι πριν από κάθε στρατιωτική κίνηση προηγείται σχεδόν πάντοτε μια επικοινωνιακή επιχείρηση νομιμοποίησης.
Κανένα κράτος δεν επιθυμεί να εμφανίζεται ως επιτιθέμενο. Όλοι επικαλούνται την πρόληψη, την άμυνα, την ασφάλεια, τη σταθερότητα ή το διεθνές δίκαιο.
Ο Θουκυδίδης θα αναγνώριζε αμέσως αυτή τη διαδικασία.
Θα αναγνώριζε επίσης κάτι ακόμη βαθύτερο:
ότι πίσω από τις λέξεις παραμένει πάντα το ζήτημα της ισχύος.
Στον περίφημο Διάλογο Αθηναίων και Μηλίων, ο μεγάλος ιστορικός καταγράφει τη σκληρή πραγματικότητα των διεθνών σχέσεων:
«οἱ δυνατοὶ πράσσουσιν ἃ τῇ δυνάμει ἐξουσιάζουσιν, καὶ οἱ ἀσθενεῖς ξυγχωροῦσιν».
Οι ισχυροί πράττουν όσα τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύναμοι υποχωρούν όσο τους επιβάλλει η αδυναμία τους.
Στην περίπτωση του Περσικού Κόλπου, η σύγκρουση των αφηγημάτων δεν αναιρεί τη σύγκρουση των συμφερόντων. Αντιθέτως, τη συνοδεύει.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει τη διατήρηση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας στην περιοχή. Το Ισραήλ επιδιώκει την εξουδετέρωση στρατηγικών απειλών που θεωρεί υπαρξιακές. Το Ιράν επιδιώκει την αναβάθμιση του ρόλου του ως περιφερειακής δύναμης και τη δημιουργία στρατηγικού βάθους από τον Περσικό Κόλπο έως την Ανατολική Μεσόγειο.
Οι στόχοι αυτοί παραμένουν σταθεροί.
Εκείνο που αλλάζει είναι οι λέξεις με τις οποίες παρουσιάζονται.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η διαχρονική αξία του Θουκυδίδη.
Μας υπενθυμίζει ότι σε περιόδους κρίσης δεν αρκεί να παρακολουθούμε τι λέγεται. Πρέπει να εξετάζουμε ποιος το λέει, γιατί το λέει και ποιο συμφέρον εξυπηρετεί.
Διότι όταν οι λέξεις αρχίζουν να αλλάζουν νόημα για να δικαιολογούν τις πράξεις, τότε η σύγκρουση έχει ήδη περάσει από το πεδίο των όπλων στο πεδίο των συνειδήσεων.
Και όπως απέδειξε η ιστορία από την Κέρκυρα του Πελοποννησιακού Πολέμου μέχρι τον σημερινό Περσικό Κόλπο, η μάχη για τον έλεγχο των λέξεων είναι συχνά εξίσου σημαντική με τη μάχη για τον έλεγχο των θαλασσών, των εδαφών και των στρατηγικών διαύλων.
Πηγή: militaire.gr
.png)
