Επιμέλεια iEpikaira
Η επιστροφή Τραμπ στην Κίνα με φόντο μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα
Η επίσκεψη του Τραμπ στο Πεκίνο σε αντίθεση με το 2017 –όταν η αμερικανική πλευρά εμφανιζόταν οικονομικά και στρατηγικά κυρίαρχη– το σημερινό διεθνές περιβάλλον είναι πολύ πιο σύνθετο. Η Κίνα εμφανίζεται πλέον πιο αυτάρκης τεχνολογικά, περισσότερο στρατιωτικά προετοιμασμένη και αποφασισμένη να αμφισβητήσει ανοιχτά την αμερικανική ισχύ. Το Πεκίνο αξιοποίησε την επίσκεψη για να προβάλει εικόνα αυτοπεποίθησης και σταθερότητας, τη στιγμή που οι ΗΠΑ βρίσκονται αντιμέτωπες με ταυτόχρονες κρίσεις σε Ουκρανία, Μέση Ανατολή και παγκόσμιες αγορές.
Η τελετουργική υποδοχή και το μήνυμα ισχύος του Πεκίνου
Ο Σι Τζινπίνγκ επέλεξε να δώσει στην επίσκεψη χαρακτήρα υπερδύναμης, οργανώνοντας εντυπωσιακή τελετή στο Μέγαρο του Λαού με στρατιωτικές τιμές, παιδικές χορωδίες και συμβολισμούς «ισότιμης σχέσης». Τα κινεζικά κρατικά μέσα πρόβαλαν εικόνες θερμής προσωπικής χημείας ανάμεσα στους δύο ηγέτες, ωστόσο πίσω από τη δημόσια ευγένεια η στρατηγική δυσπιστία είναι αδιαμφισβήτητη. Ο Τραμπ επαίνεσε δημόσια τον Σι και έκανε λόγο για «μεγάλη ηγεσία», ενώ ο Κινέζος πρόεδρος προειδοποίησε έμμεσα ότι η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο χωρών θα μπορούσε να οδηγήσει σε «επικίνδυνη σύγκρουση» αν δεν υπάρξει αμοιβαίος σεβασμός. Η Κίνα προσπάθησε έτσι να εμφανιστεί ως δύναμη υπευθυνότητας απέναντι στην κατά γενική ομολογία απρόβλεπτη στάση του Τραμπ ο οποίος ψάχνει αφήγημα νίκης πριν τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Το Ιράν κυριάρχησε στις συνομιλίες
Αν και επισήμως η ατζέντα αφορούσε εμπόριο, τεχνολογία και επενδύσεις, στην πραγματικότητα ο πόλεμος με το Ιράν κυριάρχησε στις συνομιλίες. Η Ουάσιγκτον –αφού αποκεφάλισε το ιρανικό καθεστώς και πλέον αδυνατεί να βρει συνομιλητές από την απέναντι πλευρά– πιέζει εδώ και εβδομάδες το Πεκίνο να χρησιμοποιήσει την επιρροή του στην Τεχεράνη, ώστε να επιτευχθεί αποκλιμάκωση και να προστατευθεί η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ. Η Κίνα, ως βασικός εισαγωγέας ιρανικού πετρελαίου, έχει τεράστιο συμφέρον να αποτραπεί μια παρατεταμένη κρίση, αλλά ταυτόχρονα δεν επιθυμεί να φανεί ότι λειτουργεί υπό αμερικανικές πιέσεις. Σύμφωνα με αναλύσεις διεθνών μέσων, η αμερικανική πλευρά συνέδεσε εμμέσως ακόμη και το ζήτημα των δασμών με τη στάση του Πεκίνου απέναντι στο Ιράν.
Η Ταϊβάν παραμένει το πιο επικίνδυνο σημείο τριβής
Παρά την ήπια δημόσια γλώσσα, το ζήτημα της Ταϊβάν παρέμεινε η μεγαλύτερη στρατηγική διαφωνία. Η κινεζική ηγεσία απαίτησε περιορισμό των αμερικανικών εξοπλισμών προς την Ταϊπέι και επανέλαβε ότι θεωρεί την Ταϊβάν «αναπόσπαστο μέρος της Κίνας». Από την πλευρά του, ο Τραμπ απέφυγε ακραίες δηλώσεις, γεγονός που ερμηνεύτηκε από ορισμένους ως προσπάθεια αποφυγής νέας έντασης στον Ειρηνικό την ώρα που οι ΗΠΑ είναι ήδη στρατιωτικά πιεσμένες στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, πίσω από τις δημόσιες τοποθετήσεις, το Πεντάγωνο και οι αμερικανικές υπηρεσίες ασφαλείας εξακολουθούν να θεωρούν πιθανό ένα σοβαρό επεισόδιο στην περιοχή τα επόμενα χρόνια.
Η οικονομική διάσταση
Μαζί με τον Τραμπ ταξίδεψαν δεκάδες κορυφαίοι Αμερικανοί επιχειρηματίες, μεταξύ των οποίων οι Έλον Μασκ, Τιμ Κουκ και Τζένσεν Χουάνγκ (Nvidia). Η παρουσία τους δεν ήταν συμβολική. Μεγάλες αμερικανικές εταιρείες επιδιώκουν πρόσβαση στην κινεζική αγορά, άρση ρυθμιστικών εμποδίων και νέες συμφωνίες σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα και τους ημιαγωγούς. Ταυτόχρονα, η Ουάσιγκτον προσπαθεί να διατηρήσει περιορισμούς στις εξαγωγές προηγμένων chip προς την Κίνα, θεωρώντας ότι η τεχνολογική υπεροχή είναι κρίσιμο στοιχείο της εθνικής ασφάλειας. Η επίσκεψη κατέδειξε το εν πολλοίς γνωστό γεγονός ότι ο ανταγωνισμός ΗΠΑ-Κίνας δεν είναι μόνο στρατιωτικός αλλά τεχνολογικός και βιομηχανικός.
Οι μεγάλες συμφωνίες που δεν έκλεισαν
Παρά τις υψηλές προσδοκίες και τη διεθνή προσοχή, η σύνοδος δεν κατέληξε σε ιστορική εμπορική συμφωνία ούτε σε θεαματική διπλωματική πρόοδο. Αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι οι δύο πλευρές μάλλον επιδιώκουν διαχείριση της αντιπαράθεσης και όχι ουσιαστικά την επίλυσή της. Η Ουάσιγκτον θέλει να αποτρέψει ταυτόχρονη κρίση σε Μέση Ανατολή και Ασία, ενώ το Πεκίνο επιδιώκει να κερδίσει χρόνο για την οικονομία του και να εμφανιστεί ως δύναμη σταθερότητας. Η συνάντηση μάλλον λειτούργησε ως μηχανισμός αποκλιμάκωσης και λιγότερο ως πραγματική επανεκκίνηση των σχέσεων.
Η βαθύτερη εικόνα πίσω από τη διπλωματία
Η επίσκεψη Τραμπ αποκάλυψε ότι ο κόσμος εισέρχεται σε μια νέα περίοδο ψυχρού ανταγωνισμού μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, όπου η οικονομία, η τεχνολογία, οι ενεργειακές ροές και οι στρατιωτικές ισορροπίες αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία. Η Κίνα αισθάνεται ότι διαθέτει μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ σε σχέση με το παρελθόν, ενώ οι ΗΠΑ προσπαθούν να διαχειριστούν πολλαπλά μέτωπα ταυτόχρονα. Παρά τις δημόσιες εικόνες συνεργασίας και τις φιλοφρονήσεις ανάμεσα στους δύο ηγέτες, οι βασικές αιτίες της σύγκρουσης –η τεχνολογική κυριαρχία, η Ταϊβάν, ο έλεγχος των παγκόσμιων αγορών και η γεωπολιτική επιρροή– όχι μόνο παραμένουν άλυτες αλλά πιθανότατα θα ενταθούν, ειδικά εάν υπάρξει κλιμάκωση και διάχυση της κρίσης στο Ιράν. Τελικά η «διπλωματία των πυροτεχνημάτων» αν μη τη άλλο επιβεβαιώνει ότι οι ΗΠΑ μάλλον έχουν αποδεχτεί την νέα κανονικότητα του αναδυόμενου πολυπολικού συστήματος ισχύος στο οποίο οι πρωτοκαθεδρίες αποτελούν παρελθόν.
[Περισσότερα και ΕΔΩ!]

.png)
