
EPA/ABEDIN TAHERKENAREH
Ήθελε να αποφύγει έναν «αιώνιο πόλεμο». Βρέθηκε όμως εγκλωβισμένος σε ένα αδιέξοδο χωρίς καθαρή νίκη
Ο Ντόναλντ Τραμπ πέρασε χρόνια καταγγέλλοντας τους προκατόχους του για τους «αιώνιους πολέμους» των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.
Υποσχόταν ότι εκείνος δεν θα έπεφτε ποτέ στην ίδια παγίδα. Όμως σήμερα, όπως επισημαίνουν αναλυτές του Foreign Affairs, η Ουάσιγκτον βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα διαφορετικό αλλά εξίσου επικίνδυνο αδιέξοδο: έναν πόλεμο που δεν μπορεί να κερδίσει καθαρά, αλλά ούτε και να εγκαταλείψει εύκολα χωρίς πολιτικό κόστος.
Και το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον Τραμπ είναι ότι οι Αμερικανοί μοιάζουν να έχουν ήδη κουραστεί από τη σύγκρουση — χωρίς καν να πιστεύουν ότι θα οδηγήσει κάπου.
Η αυταπάτη της «γρήγορης νίκης»
Η βασική στρατηγική της Ουάσιγκτον στηρίχθηκε σε μια γνώριμη αμερικανική λογική: ότι η συντριπτική στρατιωτική ισχύς, οι αεροπορικές επιδρομές, οι πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς και τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσαν να παραλύσουν γρήγορα το Ιράν και να το οδηγήσουν σε συνθηκολόγηση.
Η λογική αυτή αποδείχθηκε εσφαλμένη.
Η αμερικανοϊσραηλινή επιχείρηση κατέστρεψε στρατιωτικούς στόχους, υποδομές και κέντρα διοίκησης, αλλά δεν πέτυχε τον βασικό πολιτικό της στόχο: το ιρανικό καθεστώς όχι μόνο δεν κατέρρευσε, αλλά χρησιμοποίησε τον πόλεμο για να συσπειρωθεί και να ενισχύσει τους σκληροπυρηνικούς των Φρουρών της Επανάστασης.
Ταυτόχρονα, η Τεχεράνη κατάφερε να μεταφέρει το κόστος του πολέμου στην παγκόσμια οικονομία μέσω των Στενών του Ορμούζ, προκαλώντας νέα αναταραχή στις αγορές ενέργειας και επαναφέροντας τον φόβο ενός παγκόσμιου πληθωριστικού σοκ.
Το Ιράν δεν νίκησε — αλλά δεν λύγισε
Το στρατηγικό πρόβλημα για τις ΗΠΑ είναι ότι το Ιράν δεν χρειάζεται να πετύχει στρατιωτική νίκη με τη δυτική έννοια. Αρκεί να επιβιώσει πολιτικά.
Και μέχρι στιγμής αυτό ακριβώς συμβαίνει. Παρά τις τεράστιες καταστροφές και την οικονομική ασφυξία, το καθεστώς συνεχίζει να λειτουργεί, να διατηρεί την εσωτερική του συνοχή και να διαπραγματεύεται χωρίς να εμφανίζεται έτοιμο για άνευ όρων υποχώρηση.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη παγίδα για τον Τραμπ.
Οι ΗΠΑ μπήκαν στον πόλεμο θεωρώντας ότι η απειλή της ισχύος θα αρκούσε για να εξαναγκάσει την Τεχεράνη σε άμεσες παραχωρήσεις. Όμως το Ιράν αντιμετωπίζει τη σύγκρουση ως υπαρξιακή μάχη. Για την Ουάσιγκτον, αντίθετα, ο πόλεμος είναι κυρίως πολιτικό και γεωστρατηγικό πρόβλημα.
Αυτό δίνει στην Τεχεράνη μεγαλύτερη αντοχή απ’ ό,τι είχαν υπολογίσει οι Αμερικανοί σχεδιαστές.
Τα Στενά του Ορμούζ έγιναν το νέο όπλο της Τεχεράνης
Πριν από τον πόλεμο, το βασικό διαπραγματευτικό χαρτί του Ιράν ήταν το πυρηνικό του πρόγραμμα.
Σήμερα, το σημαντικότερο χαρτί του είναι άλλο: η δυνατότητα να απειλεί τη διεθνή αγορά ενέργειας μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Η Ουάσιγκτον πίστευε ότι η στρατιωτική πίεση θα αφαιρούσε διαπραγματευτική ισχύ από την Τεχεράνη. Στην πράξη, όμως, ο πόλεμος έδωσε στο Ιράν ένα ακόμη ισχυρότερο μέσο πίεσης απέναντι στη Δύση και στις αγορές.
Και αυτό είναι το μεγάλο στρατηγικό παράδοξο της σύγκρουσης: όσο περισσότερο προσπαθεί η Ουάσιγκτον να πιέσει το Ιράν στρατιωτικά, τόσο αυξάνεται το οικονομικό κόστος για την ίδια και τους συμμάχους της.
Οι Αμερικανοί θέλουν να τελειώσει ο πόλεμος
Το ακόμη πιο ανησυχητικό για τον Λευκό Οίκο είναι ότι η αμερικανική κοινή γνώμη δεν φαίνεται να πιστεύει ούτε στον πόλεμο ούτε στη στρατηγική εξόδου.
Οι περισσότερες δημοσκοπήσεις των τελευταίων εβδομάδων δείχνουν μια κοινωνία κουρασμένη, δύσπιστη και ολοένα πιο απαισιόδοξη.
Δημοσκόπηση του Fox News έδειξε ότι μόλις το 39% των ψηφοφόρων θέλει οι στρατιωτικές επιχειρήσεις να συνεχιστούν «όσο χρειαστεί» για να επιτευχθούν οι αμερικανικοί στόχοι. Το 61% προτιμά περιορισμένη χρονικά εμπλοκή.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν δημοσκόπηση των The New York Times και Siena College, σύμφωνα με την οποία το 52% των ψηφοφόρων πιστεύει ότι οι ΗΠΑ πρέπει να τερματίσουν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις ακόμη κι αν δεν υπάρξει συμφωνία με το Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα.
Μόλις το 37% τάσσεται υπέρ συνέχισης ή επανέναρξης των επιχειρήσεων αν οι διαπραγματεύσεις αποτύχουν.
Η εμπιστοσύνη στον Τραμπ καταρρέει
Το μεγαλύτερο πολιτικό πρόβλημα για τον Τραμπ είναι ότι οι Αμερικανοί δεν εμπιστεύονται πλέον ότι έχει σχέδιο.
Δημοσκόπηση του CNN δείχνει ότι μόλις το 20% των πολιτών έχει «μεγάλη εμπιστοσύνη» στις αποφάσεις του προέδρου για το Ιράν. Αντίθετα, το 59% δηλώνει ότι έχει «ελάχιστη» ή καθόλου εμπιστοσύνη.
Παράλληλα, η εικόνα επιτυχίας του πολέμου παραμένει εξαιρετικά αδύναμη.
Μόλις το 22% των Αμερικανών πιστεύει ότι η σύγκρουση θα καταφέρει να εξαλείψει αποτελεσματικά το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, σύμφωνα με τη δημοσκόπηση των New York Times/Siena. Οι μισοί σχεδόν θεωρούν ότι τελικά ο πόλεμος δεν θα πετύχει τον βασικό του στόχο.
Αντίστοιχα, έρευνα των ABC News και Washington Post δείχνει ότι το 65% των Αμερικανών δεν αισθάνεται σιγουριά πως οποιαδήποτε συμφωνία θα αποτρέψει τελικά το Ιράν από την απόκτηση πυρηνικών όπλων.
Ο Τραμπ εγκλωβίστηκε στις ίδιες του τις υποσχέσεις
Το πιο δύσκολο για τον Αμερικανό πρόεδρο είναι ότι ο ίδιος ανέβασε τον πήχη τόσο ψηλά ώστε τώρα δυσκολεύεται να εμφανίσει οποιοδήποτε αποτέλεσμα ως επιτυχία.
Μιλούσε για «άνευ όρων παράδοση». Υποσχόταν ότι θα εξαλείψει πλήρως το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και θα σταματήσει οριστικά τη χρηματοδότηση οργανώσεων όπως η Χαμάς και η Χεζμπολάχ.
Σήμερα, όμως, οι διαπραγματεύσεις μοιάζουν να κινούνται προς πολύ πιο περιορισμένους και ασαφείς στόχους.
Και αυτό δημιουργεί ένα πολιτικό αδιέξοδο: αν ο Τραμπ δεχθεί μια συμφωνία που μοιάζει με συμβιβασμό, θα κατηγορηθεί ότι επέστρεψε ουσιαστικά σε κάτι παρόμοιο με τη συμφωνία που ο ίδιος κατήγγειλε το 2018 ως «τη χειρότερη στην ιστορία».
Αν συνεχίσει την κλιμάκωση, κινδυνεύει να βαθύνει έναν πόλεμο που οι Αμερικανοί δεν θέλουν πλέον να στηρίξουν.
Η στρατηγική παγίδα
Αυτό είναι το πραγματικό συμπέρασμα της κρίσης: η Ουάσιγκτον δεν παγιδεύτηκε σε έναν «αιώνιο πόλεμο» τύπου Ιράκ ή Αφγανιστάν.
Παγιδεύτηκε σε κάτι διαφορετικό — αλλά ίσως εξίσου επικίνδυνο.
Σε μια σύγκρουση όπου η στρατιωτική υπεροχή δεν αρκεί για να επιβάλει πολιτική λύση, όπου ο αντίπαλος αντέχει περισσότερο απ’ όσο υπολογιζόταν και όπου κάθε επόμενο βήμα μοιάζει χειρότερο από το προηγούμενο.
Και όσο ο Τραμπ αναζητά μια έξοδο που να μοιάζει με νίκη, η αμερικανική κοινή γνώμη φαίνεται να έχει ήδη καταλήξει στο δικό της συμπέρασμα:
Ότι ο πόλεμος αυτός δεν είχε ποτέ πραγματικά καλό τέλος.
Πηγή: naftemporiki.gr
.png)
