Μιλώντας στον 98.4 ο κ. Μελετόπουλος με αφορμή την μαύρη επέτειο για την Κύπρο, σημειώνει ότι οποιαδήποτε άλλη συζήτηση πέραν της απελευθέρωσης των Κατεχόμενων εδαφών συνιστά πράξη νέας ήττας και ακρωτηριασμού της Κύπρου ως κρατική οντότητα.
Ο αναλυτής των εθνικών θεμάτων και διδάκτορας οικονομικών και κοινωνικών σπουδών του Πανεπιστημίου της Γενεύης, Μελέτης Μελετόπουλος , μιλώντας στο ραδιοφωνικό σταθμό 98.4 αναλύει γιατί η μόνη υποχώρηση που μπορεί να γίνει με την Τουρκία είναι στις διευθετήσεις με βάση το διεθνές δίκαιο και το δίκαιο της θάλασσας, είναι ως προς την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας/αοζ, την μόνη και μάλιστα νομικού χαρακτήρα διαφορά που έχουμε με την Τουρκία.
Καμία ελληνική κυβέρνηση και κανένα πολιτικό κόμμα δεν μπορεί να δεχθεί υποχώρηση σε θέματα κυριαρχίας, αυτό θα συνιστούσε συνδιοίκηση του Ελληνικού κράτους από άλλη κρατική οντότητα.
Επειδή δε εκτιμά ότι η Τουρκία θα επιμείνει στο να θέσει και θέματα κυριαρχίας μας, ο διάλογος είναι πολύ πιθανόν να μη αρχίσει επί της ουσίας ποτέ, ούτε όπως επισημαίνει βλέπει συμμάχους της χώρας όπως οι ΗΠΑ ή η Γαλλία να πιέζουν την Ελλάδα για υποχωρήσεις σε θέματα κυριαρχίας της , τη στιγμή που έχουν σοβαρότατες πλέον επιφυλάξεις για τον πραγματικό ρόλο της Τουρκίας έναντι της Δύσης.
Ο κ. Μελετόπουλος με αφορμή την μαύρη επέτειο για την Κύπρο, σημειώνει ότι οποιαδήποτε άλλη συζήτηση πέραν της απελευθέρωσης των Κατεχόμενων εδαφών της Κύπρου από την Τουρκία, συνιστά πράξη νέας ήττας και ακρωτηριασμού της Κύπρου ως κρατική οντότητα.
Προτρέπει μάλιστα την Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας αντί για εορτασμούς για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα, να μετατρέψει την ημέρα σε ημέρα εθνικής μνήμης και αυτογνωσίας που οδήγησε η προδοσία στη Κύπρο και διεκδίκησης αποκατάστασης της νομιμότητας με την αποχώρηση των Τουρκικών στρατευμάτων από το νησί.
Η επέτειος της Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως στις 29 Μαΐου 1453 δεν είναι μόνον το τέλος του ελληνορθόδοξου Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους ούτε μόνον η αρχή της ζοφερής Τουρκοκρατίας. Αποτελεί ταυτόχρονα την κορύφωση μίας διαχρονικής υπαρξιακής απειλής για τον Ελληνισμό.
Μετά την μάχη του Μαντζικέρτ το 1071 και την (οφειλόμενη σε προσεκτικά σχεδιασμένη προδοσία) καταστροφή του βυζαντινού στρατού, εισήλασαν στην Μικρά Ασία οι εξισλαμισμένοι Σελτζούκοι Τούρκοι συνοδευόμενοι από δερβίσηδες και χιλιάδες τουρκομάνους νομάδες και αποδύθηκαν σε μείζονα επιχείρηση αφομοίωσης διά της βίας ή εξάλειψης του ελληνικού πληθυσμού.
Αποτέλεσμα της μακραίωνης αυτής επιχείρησης εθνοκάθαρσης, που περιγράφει ο καθηγητής του Harvard Σπύρος Βρυώνης στο εμβληματικό του έργο “Η παρακμή του μεσαιωνικού Ελληνισμού και ο εξισλαμισμός της Μικράς Ασίας”, είναι η εντυπωσιακά μεγάλη παρουσία ελληνικού γονιδιώματος στους σημερινούς κατοίκους της Τουρκίας.
Ο Αλέξιος Κομνηνός (1081-1118) έκανε αυτό που καλείται στο αγγλοσαξονικό managment “damage control”. Στο Φιλομήλιον το 1116 συνέτριψε τους Σελτζούκους και τους περιόρισε στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας.
Ο εγγονός του Μανουήλ επεχείρησε να τους εξοβελίσει τελείως από την Μικρά Ασία, αλλά ο στρατός του καταστράφηκε στο Μυριοκέφαλον το 1169 και έκτοτε οι Τούρκοι μονιμοποιήθηκαν στην περιοχή. Στις αρχές του 14ου αιώνος ένα άλλο τουρκομογγολικό φύλο, οι Οθωμανοί Τούρκοι, εισέβαλαν στην Μικρά Ασία, εγκαταστάθηκαν στην Βιθυνία και το 1361 πέρασαν στην Θράκη, εκμεταλλευόμενοι εμφύλιο πόλεμο μεταξύ των Βυζαντινών Ελλήνων.Το 1401 η Κωνσταντινούπολη απειλείται για πρώτη φορά και τελικώς καταλαμβάνεται το 1453. Ακολουθεί μακρά περίοδος Τουρκοκρατίας, διακοπτόμενη από συνεχή ελληνικά επαναστατικά κινήματα.
Το 1770 πραγματοποιείται η μεγάλη επανάσταση των Ορλωφικών, το 1821 η Ελληνική Επανάσταση και το 1830 η Απελευθέρωση, απαρχή της διάλυσης του οθωμανικού κράτους.
Το 1854 ο Κριμαϊκός πόλεμος, κατά τον οποίον επιχειρήθηκε (ανεπιτυχώς λόγω παρέμβασης των Αγγλογάλλων) η ολοκλήρωση του ανολοκλήρωτου 1821, το 1897 ο «ατυχής» ελληνοτουρκικός πόλεμος (που ευτυχώς διεκόπη λόγω σωτήριας παρέμβασης των Συμμάχων), το 1912-3 οι Βαλκανικοί πόλεμοι κατά τους οποίους η Ελλάς συνέτριψε την Οθωμανική αυτοκρατορία και απελευθέρωσε την Μακεδονία, την Θράκη, την Ήπειρο, την Κρήτη και το Αιγαίο.
Το 1919-22 επιχειρήθηκε η ολοκλήρωση της Μεγάλης Ιδέας με την ενσωμάτωση της Μικράς Ασίας, αλλά το εγχείρημα για πολλούς λόγους (εθνικός διχασμός, φιλοτουρκική στάση των Μεγάλων Δυνάμεων) κατέληξε στην Μικρασιατική Καταστροφή.
Μετά το 1922 εγκαθιδρύθηκε μία σχετική ισορροπία δυνάμεων με επιδιαιτητή την Δύση, την οποία οι Τούρκοι παραβίασαν συστηματικά προκαλώντας σοβαρά πλήγματα στον Ελληνισμό, καταστρέφοντας το 1955 την Ελληνική Κοινότητα της Κωνσταντινούπολης και εισβάλλοντας το 1974 στην βόρεια Κύπρο.
Από το 1976 οι Τούρκοι αποδύθηκαν σε κλιμακωτή αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας στην Δυτική Θράκη και στο Αιγαίο. Το 2020 Ελλάς και Τουρκία έφθασαν στα όρια του πολέμου, τον οποίον απέτρεψαν οι σεισμοί στην Τουρκία στις αρχές του 2023.Συμπέρασμα: η ελληνοτουρκική διαμάχη μαίνεται αδιάκοπη επί χίλια χρόνια, οι δε Τούρκοι επιδιώκουν σταθερά την εξάλειψη του ελληνικού έθνους από το ιστορικό προσκήνιο. Το εγχείρημα αυτό ακυρώθηκε λόγω της διαρκούς αντίστασης των Ελλήνων επί Τουρκοκρατίας.
Η μόνη στάση η οποία απέτρεψε την ολική εξαφάνιση των Ελλήνων από το ιστορικό προσκήνιο υπήρξε η αδιάλλακτη άρνηση «διαπραγμάτευσης» για την ελευθερία και την ανεξαρτησία, όπως αυτή αποτυπώνεται στο “Μολών Λαβέ” των Θερμοπυλών, στην “Προς Μαρδόνιον Αθηναίων Απάντησιν”, στο “Την Πόλιν σοι δούναι ουκ εμόν εστίν” του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, στο “Ελευθερία ή Θάνατος” του 1821, στο “Έλληνες σήμερα γεννηθήκαμε και σήμερα θα πεθάνουμε για την Πατρίδα” του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στα Δερβενάκια και στο “Λόρδε μου εμείς συμβιβασμόν δεν κάνουμε” επίσης του Κολοκοτρώνη στον Λόρδο Χάμιλτον, στο ΟΧΙ του Ιωάννη Μεταξά και ολόκληρου του ελληνικού λαού το 1940.
Η μετακίνηση από την γραμμή της αδιαλλαξίας στην γραμμή του κατευνασμού, του φοβικού συνδρόμου, των διαπραγματεύσεων για τα ίδια τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, των υποχωρήσεων στο Αιγαίο με το σκεπτικό ότι «η Τουρκία έχει μεγάλη ακτογραμμή» κλπ. κλπ. υπηρετεί την εξάλειψη του ελληνικού έθνους και την μετακίνησή του στον κάδο απορριμμάτων της παγκόσμιας ιστορίας.
*Μελέτης Η. Μελετόπουλος. Διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Γενεύης – Από τις εκδόσεις Παπαζήση κυκλοφορεί το βιβλίο του ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΥ. Hellas Journal προσπελάστηκε anixneuseis.gr
Η όλη σύλληψη της εκστρατείας από τον Βενιζέλο αμφισβητήθηκε και αμφισβητείται από τους αντιπάλους του, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μικράς Ασίας ήδη εξοντώνονταν συστηματικά από τους Τούρκους
Μελέτης Μελετόπουλος
Οι μεγάλες ήττες του Ελληνισμού κατά κανόνα οφείλονται όχι τόσο στην ισχύ ή στην ευφυΐα των αντιπάλων του όσο στις δικές του εσωτερικές αυτοκαταστροφικές ροπές. Η ρωμαϊκή κατάκτηση της Ελλάδας ήταν αποτέλεσμα των λυσσαλέων πολέμων μεταξύ των ελληνιστικών βασιλείων, τα οποία καλούσαν τη Ρώμη ως επιδιαιτητή και σύμμαχο του ενός εναντίον του άλλου. Η Τέταρτη «Σταυροφορία», δηλαδή η οργανωμένη ληστρική επιχείρηση των Ενετών, των πειναλέων Φράγκων και του Πάπα εις βάρος του Βυζαντίου, επιστέγασε μια μακρά περίοδο βυζαντινής πολιτικής αποσύνθεσης και εμφύλιας διαμάχης. Ενώ η Αλωση του 1453 διευκολύνθηκε καθοριστικά από το εσωτερικό σχίσμα της υστεροβυζαντινής κοινωνίας σε ενωτικούς και ανθενωτικούς. Το 1922, αντίστοιχα, ήταν σε μεγάλο βαθμό προϊόν του εθνικού διχασμού και της κομματικής εμπάθειας, που οδήγησαν την Ελλάδα στη Μικρά Ασία διχασμένη και αμφίβουλη.
Η απουσία εθνικής ενότητας, στρατηγικού σχεδιασμού και ψυχραιμίας οδήγησε σε παρερμηνεία των προθέσεων και των κινήτρων των Συμμάχων και σε λανθασμένες διπλωματικές εκτιμήσεις. Κορυφαίοι ιστορικοί (Μαρκεζίνης, Ψυρούκης, Σακελλαρόπουλος, αλλά και ξένοι) έχουν επισημάνει ότι η Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε από τη Δύση ως μοχλός εκβιασμού του Κεμάλ, προκειμένου αυτός να αφήσει εκτός των ορίων του υπό διαμόρφωσιν τουρκικού κράτους την πετρελαιοφόρο περιοχή της Μοσσούλης, που διεκδικούσαν οι Σύμμαχοι. Ο ελληνικός στρατός προωθήθηκε μέχρι την Αγκυρα και παρέμεινε εκεί μέχρις ότου ο Κεμάλ συμφώνησε με τις μεγάλες δυνάμεις να περιοριστεί εδαφικά στα όρια του Ευφράτη.
Ταυτόχρονα, δεν ερμηνεύθηκε από την ελληνική πλευρά ορθά η πρώιμη γεωπολιτική αποστασιοποίηση των ΗΠΑ και η αντίδραση της Γαλλίας και της Ιταλίας στο ενδεχόμενο ανασύστασης ενός νεοβυζαντινού κράτους, δηλαδή μιας ελληνικής περιφερειακής υπερδύναμης, στο οποίο οδηγούσε ενδεχόμενη εδραίωση της Ελλάδας στη Μικρά Ασία. Επίσης δεν προβλέφθηκε σε όλο της το εύρος η αντίδραση της νεοπαγούς Σοβιετικής Ενώσεως στη συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας. Η αρωγή του Τρότσκι στον Κεμάλ πιθανόν υπήρξε ο σοβαρότερος παράγων ενίσχυσης των εθνικιστών Τούρκων.
Η όλη σύλληψη της εκστρατείας από τον Βενιζέλο αμφισβητήθηκε και αμφισβητείται από τους αντιπάλους του, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μικράς Ασίας ήδη εξοντώνονταν συστηματικά από τους Τούρκους. Η απόβαση στη Σμύρνη τον Μάιο του 1919 ήταν μονόδρομος, τη στιγμή μάλιστα που η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέρρεε και εμφανιζόταν γεωπολιτικό κενό. Μετά την πτώση του Βενιζέλου, οι κυβερνήσεις της διετίας 1920-1922 διέπραξαν σειρά ολέθριων διπλωματικών και στρατιωτικών σφαλμάτων, με κορυφαίο την προέλαση μέχρι την Αγκυρα. Η προέλαση αυτή πραγματοποιήθηκε με ασύλληπτο σθένος και ηρωισμό, αλλά εξασθένισε τις ελληνικές δυνάμεις, προκάλεσε μεγάλες απώλειες και εξάντλησε τα ψυχικά αποθέματα.
Παρά ταύτα, η Μικρασιατική Εκστρατεία, παρά το δραματικό τέλος της, υπήρξε μια συγκλονιστική στρατιωτική εποποιία. Ο ελληνικός στρατός κατόρθωσε σε μία διετία να απελευθερώσει ολόκληρη τη δυτική Μικρά Ασία, στην οποία κατοικούσαν εκατομμύρια Ελληνες από την αρχαιότητα. Κανένας άλλος στρατός παγκοσμίως, ούτε ο ρωσικός ούτε ο αγγλικός ούτε ο γαλλικός ούτε ο γερμανικός, δεν είχε καταφέρει μέχρι τότε να εισβάλει μέχρι το κέντρο της Μικράς Ασίας. Εκατό χρόνια μετά την Ελληνική Επανάσταση, το ελληνικό έθνος είχε καταφέρει να εξαερώσει ολοκληρωτικά την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Η ευθύνη της Δύσης είναι βέβαια τεράστια. Αντί για την επίλυση του Ανατολικού Ζητήματος με τον μόνο ιστορικά και πολιτιστικά αρμόζοντα τρόπο, δηλαδή την ανασυγκρότηση μεγάλου ελληνικού και χριστιανικού κράτους στις δύο όχθες του Αιγαίου με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης αφέθηκαν να εξοντωθούν ή να προσφυγοποιηθούν. Οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν αντιλήφθηκαν ότι η παγκόσμια κυριαρχία αυτού που καλείται Δυτικός Πολιτισμός προϋπέθετε μια Ανατολική Μεσόγειο χριστιανική και ελληνική, δηλαδή δυτική, στη θέση του τουρκομογγολικής προελεύσεως οθωμανικού χαλιφάτου. Η Ιστορία εκδικείται τους κοντόφθαλμους και σήμερα η Ευρώπη βιώνει τις γεωπολιτικές συνέπειες και των τότε επιλογών της.
Ο Μελέτης Η. Μελετόπουλος είναι διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Γενεύης
Από τις εκδόσεις Καπόν κυκλοφορεί το συλλεκτικό τεύχος 47 της επιθεώρησης «Νέα Κοινωνιολογία» για την Ελληνική Επανάσταση. in.gr
Οι οξύτερες ελληνοτουρκικές κρίσεις (1964, 1967, 1974, 1987, 1996) προκλήθηκαν από κεμαλικές κυβερνήσεις. Κεμαλιστής ήταν ο τούρκος πρωθυπουργός που εισέβαλε στην Κύπρο το 1974
Μελέτης Μελετόπουλος*
Οταν ο Ερντογάν ανήλθε στην εξουσία το 2003, κάποιοι ημέτεροι σχολιαστές θεώρησαν ότι μια νέα εποχή χαράζει στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Κύμα ενθουσιασμού κατέλαβε όσους διάβασαν επιφανειακά τις εξελίξεις. Με τον «φιλέλληνα» (ή και «κρυπτοέλληνα» διότι καταγόμενο από την Ποταμιά του Πόντου….) Ερντογάν, περίοδος μέλιτος θα ερχόταν στις δύο όχθες του πολύπαθου Αιγαίου. Τη συνέχεια την είδαμε.
Τώρα που η κυριαρχία του Ερντογάν (μοιάζει να αλλά δεν είναι βέβαιον ότι) κλυδωνίζεται, αντίστροφες ελπίδες αναδύονται στους αθεράπευτα αισιόδοξους. Οτι μαζί με τον Ερντογάν θα εξαερωθεί και το νεοοθωμανικό όραμα, οι απειλές και η ακραία ένταση που εκπέμπει η Αγκυρα.
Σταθερά, από ελληνικής πλευράς, η καθημερινή «σφυγμομέτρηση» της τουρκικής πολιτικής, οικονομίας, κοινωνίας κ.λπ. προκαλεί διαρκώς νέα συμπεράσματα σχετικά με την ελληνοτουρκική διελκυστίνδα. Αν στην Τουρκία ο πληθωρισμός ανεβαίνει, τότε ο κίνδυνος είναι να αυξηθεί και η ένταση στο Αιγαίο. Αν αυξάνεται η δυσαρέσκεια εναντίον του Ερντογάν, τότε μήπως ο τούρκος πρόεδρος προκαλέσει θερμό επεισόδιο για να κάνει «εξαγωγή» της εσωτερικής δυσθυμίας. Αν οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι χάνει τις εκλογές, ενδεχομένως να επιχειρήσει να ανακτήσει το χαμένο έδαφος με μια κίνηση στην ελληνική υφαλοκρηπίδα. Ανατέλλει αντιθέτως το άστρο του δημάρχου της Πόλης Ιμάμογλου, πάλι αρχίζουν να εκπέμπονται φρούδες ελπίδες ότι βρέθηκε επιτέλους «ο καλός ο άνθρωπος».
Αυτά όλα βεβαίως προδίδουν άγνοια, γενικότερα, της λειτουργίας των διεθνών σχέσεων και ειδικότερα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Τα μεν κράτη γενικώς και διαχρονικώς λειτουργούν με βάση πάγιες, διαχρονικές σταθερές, που προκύπτουν από τα γεωστρατηγικά δεδομένα και ελάχιστα επηρεάζονται από τις συγκυριακές εσωτερικές πολιτικές μεταβολές. Η δε Τουρκία ειδικότερα έχει μακροχρόνιους στρατηγικούς στόχους επεκτατικού χαρακτήρα, τους οποίους υπηρέτησαν πιστά όλες οι κυβερνήσεις, οθωμανικές, κεμαλικές ή ισλαμικές.
Οι οξύτερες ελληνοτουρκικές κρίσεις (1964, 1967, 1974, 1987, 1996) προκλήθηκαν από κεμαλικές κυβερνήσεις. Κεμαλιστής ήταν ο τούρκος πρωθυπουργός που εισέβαλε στην Κύπρο το 1974. Ο παντουρανισμός και ο παντουρκισμός αναπτύχθηκαν κατά τη δεκαετία του ΄90, όταν την Τουρκία κυβερνούσε ακόμα το κεμαλικό κατεστημένο, ο δε Ερντογάν απλώς ακολούθησε, διηύρυνε και μεγιστοποίησε το πάγιο τουρκικό επεκτατικό σχέδιο, προσδίδοντάς του μια νεοοθωμανική χροιά που δεν μεταβάλλει σε τίποτα τη διαρκή απειλή προς την Ελλάδα.
Αντιθέτως η Ελλάδα (που «δεν διεκδικεί τίποτα») χαρακτηρίζεται όχι μόνον από έλλειψη αυτοπεποίθησης, αλλά και από σοβαρή αναλυτική ανεπάρκεια. Η κατανόηση της διαχρονικής τουρκικής πολιτικής και των στόχων της πρέπει να αντικαταστήσει τα θεωρήματα της ουτοπικής προσέγγισης, του ατέρμονου διαλόγου (αποκλειστικά για δικά μας κυριαρχικά δικαιώματα ή και νησιά), της «κατανόησης της άλλης πλευράς», της ατελέσφορης επίκλησης του διεθνούς δικαίου, της έκκλησης σε διεθνείς οργανισμούς κ.λπ. Η μόνη σοβαρή στάση είναι ο γεωπολιτικός ρεαλισμός, η συνειδητοποίηση της απειλής, η έγκυρη ανάλυση των διεθνών συσχετισμών, οι συμμαχίες, αλλά προπαντός η δραστική αύξηση της αμυντικής ισχύος. Διότι, όπως ελέχθη για τον κορυφαίο ρήτορα της αρχαιότητος, «εἴπερ ρώμην ἴσην γνώμῃ ἔσχες Δημόσθενες, οὐκ ἄν ἦρξεν Ἑλλήνων Ἄρης Μακεδών».
*διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Γενεύης. Από τις εκδόσεις Καπόν κυκλοφορεί το βιβλίο του «Παναγιώτης Κανελλόπουλος: ο πολιτικός, ο διανοούμενος και η εποχή του» in.gr
Η παγκοσμίως μοναδική χρονική διάρκεια ζωής του Βυζαντίου, που μόνον με την Κίνα μπορεί να παραβληθεί, εντυπωσιάζει τους ιστορικούς και τους γεωπολιτικούς επιστήμονες και αναλύεται εμβριθώς στα αμερικανικά, ρωσικά κλπ. πανεπιστήμια, που αναζητούν το μυστικό της επιτυχίας του. Διότι με το Βυζάντιο δεν είναι μόνον η ισχύς, η επιρροή και η διάρκεια, αλλά και η ανάδειξη σπουδαίου πολιτισμού που συνόδευσε την μεσαιωνική ελληνική αυτοκρατορία σε όλη την μακρά πορεία της.
Μετά την μάχη του Γιαρμούκ (636 μ.Χ.) και την επέλαση του αραβικού στρατού, το Βυζάντιο απώλεσε την Μέση Ανατολή και την βόρειο Αφρική και κυκλώθηκε από τους Άραβες, ενώ το Χαλιφάτο εκτινάχθηκε μέχρι την νότιο Γαλλία. Η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε δύο φορές, το 674 και το 717 μ.Χ. Αλλά με ένα μείγμα θρησκευτικής πίστης, εθνικής αυτοπεποίθησης, γενναιότητας, στρατηγικής σοφίας και τεχνολογίας (υγρόν πυρ), το Βυζάντιο αντιμετώπισε τον θανάσιμο κίνδυνο.
Στην συνέχεια το βυζαντινό κράτος ανασυγκροτήθηκε, θεσπίζοντας μία στρατιωτικού τύπου διοικητική διάρθρωση (τα Θέματα) και ένα πρωτότυπο μεθοριακό σύστημα άμυνας (τους Ακρίτες). Σφυρηλάτησε πατριωτικό ήθος, που αποτυπώνεται στα συγκλονιστικά Ακριτικά Έπη. Διαμόρφωσε μία προωθημένη κοινωνική πολιτική, που διασφάλισε την κοινωνική συνοχή. Και κυρίως ανέδειξε ικανούς και γενναίους ηγέτες, που αντιμετώπισαν με επιτυχία τις απειλές.
Το δόγμα που χρειάζεται η Ελλάδα
Η Ιστορία διδάσκει έμμεσα, υπό την έννοια ότι ανάλογα φαινόμενα επαναλαμβάνονται υπό διαφορετικές συνθήκες. Η αναλογία σήμερα είναι η τουρκική απειλή με την κυκλωτική της διάσταση. Οι διαφορετικές συνθήκες είναι η παγκόσμια γεωστρατηγική αρχιτεκτονική, ο πολυπολικός κόσμος, οι διεθνείς ισορροπίες. Σε έναν νέο, πιο πολύπλοκο κόσμο, η Ελλάδα καλείται να αντιμετωπίσει μία παλαιά απειλή. Το μέτωπο είναι μεν στα ανατολικά, αλλά και στα βόρεια σύνορά μας δεν κατοικούν ακριβώς φίλοι μας. Οι δε συμμαχίες είναι αναγκαία, αλλά όχι ικανή συνθήκη στην εθνική άμυνα. Μόνον όταν συνοδεύουν την δική μας αμυντική επάρκεια γίνονται λειτουργικές.
Δεν υπάρχει καμία περίπτωση, παρά τα όσα κατά καιρούς επιπόλαια γράφονται, να εμπλακούν σε έστω και έμμεση πολεμική σύγκρουση οι ΗΠΑ και η Ρωσία. Οι δύο αυτές μεγάλες, υπερβολικά μεγάλες δυνάμεις (οι ΗΠΑ εκτείνονται από τον Ατλαντικό έως τον Ειρηνικό Ωκεανό και η Ρωσία από τη Βαλτική Θάλασσα μέχρι τον Βερίγγειο Πορθμό) γνωρίζουν ότι νίκη της μιας επί της άλλης είναι αδύνατη. Εξάλλου, ούτε και επιθυμούν μία τέτοια σύγκρουση. Η οποία δεν επήλθε ούτε καν όταν στον Ψυχρό Πόλεμο, επί τρεις δεκαετίες, οι δύο χώρες βρέθηκαν απέναντι. Τέλος, ας μην υποτιμάται το γεγονός ότι σε δύο παγκοσμίους πολέμους ΗΠΑ και Ρωσία συμπολέμησαν εναντίον του γερμανικού μιλιταρισμού. Αυτό καλό θα ήταν να μην το ξεχνά και η Γερμανία, που ισορροπεί στο τεντωμένο σχοινί Ουάσιγκτον – Μόσχα.
Η υπόθεση της Ουκρανίας, όπως και η υπόθεση της Κριμαίας, έδειξε ότι οι ΗΠΑ δεν σκοπεύουν να προκαλέσουν παγκόσμιο πόλεμο για μία διένεξη εντός της ρωσικής σφαίρας επιρροής. Η Ουκρανία ανήκει στη λεγόμενη «υγειονομική ζώνη» της Ρωσίας, η οποία υφίσταται από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου, ανανεώθηκε από τον Στάλιν, αποτυπώθηκε στο δόγμα περιορισμένης κυριαρχίας των κρατών της Ανατολικής Ευρώπης του Μπρέζνιεφ και ανασυγκροτήθηκε πλήρως από τον Πούτιν, ο οποίος επεξέτεινε την «υγειονομική ζώνη» μέχρι τον Καύκασο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Ταυτόχρονα, η υπόθεση της Ουκρανίας έδειξε τα όρια των ιμπεριαλιστικών και νεο-οθωμανικών αυτοσχεδιασμών της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Η Τουρκία αρχικά προσέγγισε τη ρωσική πλευρά, αλλά στην ουκρανική κρίση έθεσε ζήτημα Τατάρων της Κριμαίας, προσφερόμενη με αυτόν τον τρόπο να προσεγγίσει τις ΗΠΑ. Η εκτόνωση της κρίσης κατέστησε την Τουρκία εκτεθειμένη έναντι της Ρωσίας, αλλά και την τουρκική «προσφορά» αχρείαστη στις ΗΠΑ. Το χειρότερο για τη μετέωρη πλέον Τουρκία είναι ότι ακολουθεί η αποβολή της από το αμερικανικό εξοπλιστικό πρόγραμμα των F-35 και ο κόλαφος της αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Αρμενίων από τις ΗΠΑ.
Η Ελλάδα ορθώς δεν αμφισβητεί τη γεωπολιτική της θέση στο δυτικό στρατόπεδο (διατηρώντας ταυτόχρονα και μία φιλική σχέση με τη Ρωσία). Το στοίχημα για την ελληνική εξωτερική πολιτική είναι να λειτουργήσει ως σταθερός πυλώνας του δυτικού συστήματος ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο, στο άνυσμα Ελλάδα – Κύπρος – Ισραήλ. Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι η παράδοση της Κύπρου σε μία διζωνική ομοσπονδία ή μία συνομοσπονδία με εναλλασσόμενο τούρκο πρόεδρο θα τινάξει στον αέρα αυτή την αναγκαία για την ασφάλεια του δυτικού κόσμου προοπτική.
*διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Γενεύης in.gr
Η αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης, που θέτει πλέον και επισήμως η Τουρκία, είναι νομικά ανυπόσταστη και πολιτικά αδύνατη. Δεν πρόκειται για διμερές ελληνοτουρκικό σύμφωνο, αλλά για πολυμερή συνθήκη. Η Συνθήκη υπεγράφη στις 24 Ιουλίου 1923 από την Μεγάλη Βρετανία, την Γαλλία, την Ιταλία, την Ιαπωνία, την Ελλάδα, την Τουρκία, την Ρουμανία και την Γιουγκοσλαβία. Επίσης η Συνθήκη δεν ρυθμίζει μόνον το καθεστώς μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, αλλά και άλλα άσχετα με την Ελλάδα ζητήματα, όπως τα σύνορα Τουρκίας-Συρίας και Τουρκίας-Ιράκ (άρθρο 3). Ορίζει την παραίτηση της Τουρκίας υπέρ της Ιταλίας από την κυριότητα και παντός δικαιώματος στα Δωδεκάνησα «και των νησίδων των εξ αυτών εξαρτωμένων, ως και της νήσου Καστελλορίζου» (άρθρο 15). Την επιβεβαίωση της παραιτήσεως της Τουρκίας «από παντός δικαιώματος και τίτλου αυτής επί της Αιγύπτου και επί του Σουδάν» (άρθρο 17). Την αναγνώριση της προσάρτησης της Κύπρου από την Μεγάλη Βρετανία (άρθρο 20). Την οριστική απεμπόληση των δικαιωμάτων της Τουρκίας στην Λιβύη (άρθρο 22). Το δημόσιο οθωμανικό χρέος (άρθρα 36 κ.ε.). Επίσης ορίζει ότι «Αι νήσοι Ίμβρος και Τένεδος, παραμένουσαι υπό την τουρκικήν κυριαρχίαν, θα απολαύωσιν ειδικής διοικητικής οργανώσεως, αποτελουμένης εκ τοπικών στοιχείων και παρεχούσης πάσαν εγγύησιν εις τον μη μουσουλμανικόν ιθαγενή πληθυσμόν……Η διατήρησις της τάξεως θα εξασφαλίζηται εν αυταίς δι’αστυνομίας στρατολογουμένης μεταξύ του ιθαγενούς πληθυσμού» κλπ. (άρθρο 14). [Λέσχη των Νέων Ελλήνων, Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΛΩΖΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙΣ ΤΗΣ, εκδόσεις Παπαζήση, 1991, πρόλογος Μελέτη Η. Μελετόπουλου].
Επομένως, οιαδήποτε συζήτηση περί αναθεώρησης της Συνθήκης ανοίγει άμεσα τους ασκούς του Αιόλου για όλη την Ανατολική Μεσόγειο. Δεν θα τεθεί επί μηδενικής βάσεως μόνον η εδαφική υπόσταση της Ελλάδος, αλλά και πολλών άλλων κρατών, μεγάλων και ισχυρών, όπως η Αίγυπτος. Ίσως αυτό ακριβώς επιδιώκει ο Ερντογάν. Αλλά συμβαίνει ενίοτε οι ηγέτες μεσαίων περιφερειακών κρατών να φαντασιώνονται περασμένα μεγαλεία.
Όλα αυτά θα φάνταζαν γραφικά αν δεν ήταν εξαιρετικά επικίνδυνα. Η γραμμή της ελληνικής διπλωματίας πρέπει επομένως να βασιστεί όχι μόνον στην άρνηση οιασδήποτε συζήτησης για την ελληνική εθνική κυριαρχία, αλλά στην διεύρυνση της συζήτησης με την συμπερίληψη της διεθνούς αναταραχής που θα προκαλέσει τυχόν παρόμοια συζήτηση. Να σχηματίσει εναντίον της τουρκικής αναθεωρητικής παράνοιας μέτωπο, μαζί με τα άλλα κράτη της Ανατολικής Μεσογείου, που θίγονται από την παραφιλολογία περί αναθεώρησης της Λωζάννης που εκπέμπει η Τουρκία. Ώστε η συζήτηση να τελειώσει πριν καν αρχίσει.
Εάν η Τουρκία επιλέξει εναλλακτικά την μέθοδο της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας, που αποδύθηκε σε επιχείρηση αλλαγής της Συνθήκης των Βερσαλλιών με στρατιωτικά μέσα (μικρή αλλά υπαρκτή πιθανότητα), τότε δεν θα βρεθεί μόνον απέναντι στην σθεναρή ελληνική απάντηση αλλά και απέναντι στην διεθνή κοινότητα, που δεν πρόκειται ασφαλώς να επιτρέψει ένα ντόμινο χάους.
Η Τουρκία ουσιαστικά έχει θέσει την Ελλάδα μπροστά σε ένα σαφές δίλημμα: ή να δεχθεί την εκούσια de jure φινλανδοποίησή της και την εκχώρηση μέρους της κυριαρχίας της ή να υποστεί έναν de facto ακρωτηριασμό μέσα από ένα μείγμα ωμών παραβιάσεων, μονομερών ή διμερών και νομικά ανυπόστατων ανακηρύξεων.
Ο Πρωθυπουργός κ. Κ. Μητσοτάκης εδώ και λίγες μέρες έχει αντικαταστήσει τη νομικά και εθνικά σωστή φράση «το μόνο που έχουμε να συζητήσουμε με τους Τούρκους είναι η υφαλοκρηπίδα» με τη νέα φράση «το μόνο που έχουμε να συζητήσουμε με τους Τούρκους είναι η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών». Ασφαλώς ο Πρωθυπουργός εννοεί το σύνολο υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, εφόσον μάλιστα για την τελευταία έχουν ήδη υπογραφεί διμερείς συμφωνίες με άλλες όμορες χώρες πλην της Τουρκίας. Παρά ταύτα, η έννοια «θαλάσσιες ζώνες» διευρύνει τη συζήτηση κατά τρόπο που η τουρκική κακοπιστία ασφαλώς θα αξιοποιήσει.
Σύμφωνα με τις συμβάσεις της Γενεύης (1058, 1960) και τη σύμβαση του Montego Bay της Jamaica (1982), που επικύρωσε η Ελλάδα το 1995 αλλά όχι η Τουρκία, στις θαλάσσιες ζώνες συμπεριλαμβάνονται (α) η αιγιαλίτιδα ζώνη ή χωρικά ύδατα, (β) η συνορεύουσα ζώνη, (γ) η υφαλοκρηπίδα και (δ) η αποκλειστική οικονομική ζώνη (ΑΟΖ).
Το πρόβλημα λοιπόν είναι ότι, εάν η Ελλάδα δεχθεί να επεκταθεί η συζήτηση σε όλο το εύρος των θαλασσίων ζωνών πέραν της υφαλοκρηπίδας-ΑΟΖ, οι Τούρκοι θα θέσουν θέματα κυριαρχίας και θα επιχειρήσουν να συμπεριλάβουν στην ευρύτερη έννοια «θαλάσσιες ζώνες» και θέματα βραχονησίδων, νησίδων κ.λπ. Στην πραγματικότητα, η Τουρκία επιδιώκει τη συνολική αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης και όχι μία ορθολογική και πολιτισμένη συνεννόηση για την νομική διαρρύθμιση συνοριακών εκκρεμοτήτων. Αυτό είναι κάτι που πιθανώς δεν έχει αφομοιωθεί από το ελληνικό πολιτικό σύστημα, που εδώ και δεκαετίες έχει υιοθετήσει (και ορθώς) τον ευρωπαϊκό πολιτικό πολιτισμό. Αυτός όμως δεν είναι κατάλληλο εργαλείο ανάλυσης του τουρκικού αναθεωρητισμού. Το ίδιο συμβαίνει και με τις τρίτες χώρες, που δεν έχουν συλλάβει τον βαθύτερο μεσαιωνικό και φονταμενταλιστικό χαρακτήρα του τουρκικού εγχειρήματος ανασύστασης της οθωμανικής αυτοκρατορίας και του χαλιφάτου. Η Ιστορία είναι περισσότερο κατάλληλο εργαλείο από το διεθνές δίκαιο για να κατανοήσει κάποιος την τουρκική λογική και να αντιμετωπίσει την τουρκική παραβατικότητα.
Η Τουρκία ουσιαστικά έχει θέσει την Ελλάδα μπροστά σε ένα σαφές δίλημμα: ή να δεχθεί την εκούσια de jure φινλανδοποίησή της και την εκχώρηση μέρους της κυριαρχίας της ή να υποστεί έναν de facto ακρωτηριασμό μέσα από ένα μείγμα ωμών παραβιάσεων, μονομερών ή διμερών και νομικά ανυπόστατων ανακηρύξεων όπως το τουρκολιβυκό «σύμφωνο» και μετατροπής του Αιγαίου σε αμφισβητούμενη περιοχή και τελικώς τουρκική επικράτεια. Στο βάθος η Τουρκία σείει τη στρατιωτική αντιπαράθεση, εάν η Ελλάδα αντισταθεί στις τουρκικές επιδιώξεις.
Ασφαλώς στο πλευρό της Ελλάδας θα στοιχηθεί αργά ή γρήγορα η διεθνής κοινότητα, γιατί κανένα κράτος στον κόσμο δεν επιθυμεί την καταρράκωση του διεθνούς δικαίου και κανένα κράτος δεν επιθυμεί την αλλαγή του συνοριακού καθεστώτος (ας φαντασθεί κανείς πόσο εξωπραγματικό θα φάνταζε σήμερα να ανοίξουν ξανά αναχρονιστικές ιστορικές εκκρεμότητες μεταξύ ευρωπαϊκών κρατών, π.χ. Αλσατία – Λωραίννη, που προκάλεσαν δύο αιματηρούς παγκοσμίους πολέμους).
Η στάση της Ελλάδας, όπως επιτάσσει το Σύνταγμα αλλά και η λογική επιβίωσης που ισχύει για όλα τα κράτη, πρέπει να είναι η νομικά θεμελιωμένη βασική διαχρονική θέση «το μόνο που έχουμε να συζητήσουμε με τους Τούρκους είναι η υφαλοκρηπίδα». Και αυτή βάσει του διεθνούς δικαίου και όχι υπό το κράτος απειλής χρήσης βίας, την οποία ως κράτος απορρίπτουμε χωρίς συζήτηση.
*Ο Μελέτης Η. Μελετόπουλος είναι διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Γενεύης. in.gr