Μελετάω την Τουρκία πολλά χρόνια και αυτό που θα πω μπορεί να μην είναι καινούργιο, δεν έχουν γίνει όμως κατανοητές όλες οι προεκτάσεις του: η Τουρκία επιχειρεί τον διαμοιρασμό του ελέγχου του Αιγαίου, παρά την ύπαρξη των ελληνικών νησιών εκεί, και, εφ’ όσον αυτό δεν καταστεί εφικτό, επιχειρεί τη συνδιαχείριση του Αιγαίου με την Ελλάδα.
Πολλοί θα πούν ότι αυτό είναι κινδυνολογία και ότι αυτά τα πράγματα δεν γίνονται, αφού το Αιγαίο είναι κατάσπαρτο από ελληνικά νησιά.
Της Μαρίνας Σκορδέλη*
Όμως γι’ αυτό ακριβώς η Τουρκία δεν περιορίζεται μόνο στην αμφισβήτηση της κυριαρχίας κάποιων από τα νησιά, αλλά πολύ τεχνηέντως κάνει κάτι που θεωρεί ότι έχει περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας: αμφισβητεί τη δυνατότητα όλων των νησιών να παράγουν κυριαρχικά δικαιώματα, δηλαδή ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα. Ακυρώνοντας τα δικαιώματα των νησιών, ζητά να μοιραστεί η ΑΟΖ και η υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου στη μέση, σαν να μην υπήρχαν τα νησιά.
Αν γινόταν αυτό, θα συμπαρέσυρε πιθανώτατα και τον εναέριο έλεγχο στο μισό Αιγαίο, την αρμοδιότητα για έρευνα και διάσωση, τα δικαιώματα αλιείας κ.ο.κ., χωρίς να έχει αποκτήσει η Τουρκία την κυριαρχία στα ελληνικά νησιά εκεί. Απλώς εγκλωβίζοντάς τα μέσα σε τουρκική ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα.
Καθώς, όμως, η γεωγραφία είναι αμείλικτη και είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί αυτό με βάση το Διεθνές Δίκαιο, η Τουρκία επιχειρεί, με το φόβητρο του πολέμου, να μας οδηγήσει σε μια τέτοια λύση ή σε μια λύση όσο γίνεται πιο κοντά σε αυτήν μέσω διαπραγματεύσεων.
Αυτό είναι το πρώτο σκέλος του σχεδιασμού της, αυτό δηλαδή που αφορά τον διαμοιρασμό του Αιγαίου. Η δεύτερη επιδίωξη της Τουρκίας, εάν δεν επιτευχθεί αυτή του διαμοιρασμού του Αιγαίου, είναι η συνδιαχείρισή του με την Ελλάδα.
Δηλαδή, αφού η Τουρκία θεωρεί ότι της ανήκει η μισή ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου, θα πρέπει η θέση της αυτή να γίνεται σεβαστή και η Ελλάδα να απέχει από οποιαδήποτε άσκηση δικαιωμάτων στο μισό Αιγαίο ή, στην καλύτερη περίπτωση, να ζητείται η άδεια της Τουρκίας για οτιδήποτε αφορά την περιοχή αυτή. Η πιο οφθαλμοφανής απόδειξη αυτών των σχεδιασμών, πέρα από τη διαχρονική και διακομματική πολιτική της Τουρκίας, είναι το δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας που τείνει να υιοθετηθεί ως επίσημη κρατική πολιτική.
Η περίπτωση του καλωδίου είναι κρίσιμης σημασίας, γιατί αναδεικνύει αυτόν τον παραλογισμό στο έπακρο, αλλά και γιατί οι συνέπειες από μια ατυχή έκβασή της θα μας φέρουν πολύ κοντά σε αυτήν την συνδιαχείριση. Και μπορεί θεωρητικά η Τουρκία να επικαλείται το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου για την απαίτησή της να της ζητηθεί η άδεια για το καλώδιο, αλλά το επόμενο βήμα, εφ’ όσον οι απαιτήσεις της ικανοποιηθούν, θα είναι να επεκταθούν παρόμοιοι ισχυρισμοί στο μισό Αιγαίο, με βάση τους παραπάνω σχεδιασμούς της.
Άλλως τε, ήδη έχουν σημειωθεί παρόμοιες παρεμποδίσεις διασυνδέσεων στην καρδιά του Αιγαίου, μεταξύ ελληνικών νησιών. Και δεν μιλάμε πλέον μόνο για θαλάσσιες έρευνες για την ύπαρξη ενεργειακών πόρων, αλλά η Τουρκία έχει φτάσει να παρεμποδίζει την απλή ηλεκτρική διασύνδεση, για την οποία το Διεθνές Δίκαιο δεν προβλέπει καμμία έκδοση άδειας. Που σημαίνει ότι στο τέλος η Ελλάδα δεν θα μπορεί να προβαίνει σε διαφόρων ειδών έργα διασύνδεσης και υποδομής μεταξύ των νησιών της, χωρίς την άδεια της Τουρκίας. Εξ ου και η συνδιαχείριση.
Συνεπώς, ο απώτατος σκοπός της Άγκυρας, για τον οποίο εργάζεται συστηματικά και μακροπρόθεσμα, είναι είτε ο διαμοιρασμός είτε η συνδιαχείριση του Αιγαίου. Στην δε Ανατολική Μεσόγειο, πλήρης επικράτηση της Τουρκίας, εκτός από χωρικά ύδατα μόνο 6 ν.μ. για τα ελληνικά νησιά.
Παρ’ όλο που η ίδια έχει επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ν.μ. στην περιοχή αυτή. Εφ’ όσον αυτά δεν της αποδοθούν με διαπραγματεύσεις, επιχειρεί να ακυρώσει de facto την άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας και να εδραιώσει τον δικό της έλεγχο. Βήμα-βήμα και μεθοδικά η Ελλάδα θα πρέπει να εθίζεται στην αποχή ακόμη και από το παραμικρό και εύλογο δικαίωμά της σε αυτές τις περιοχές και, στην καλύτερη περίπτωση, να εθίζεται στην αποδοχή του ελέγχου της Τουρκίας εκεί.
Πως το κάνει αυτό η Τουρκία; Επιδεικνύει διαχρονικά μια κυνική επιμονή τόσο απέναντί μας όσο και απέναντι στις όποιες πιέσεις της διεθνούς κοινότητας και καμμία ευελιξία σε αυτά που προβάλλει ως αδιαπραγμάτευτα δικαιώματα και συμφέροντά της. Απεναντίας, η Ελλάδα έχει κατά καιρούς επιδείξει μικρότερη αποφασιστικότητα και μια ευελιξία απέναντι σε «δημιουργικές» ιδέες, προκειμένου να μείνει η Τουρκία ικανοποιημένη.
Αυτό εύλογα μετατοπίζει τις πιέσεις προς τη μεριά της Ελλάδας και κλονίζει την αξιοπιστία και τη δύναμη των δικών μας επιχειρημάτων, δικαιωμάτων και συμφερόντων, τα οποία εδράζονται μάλιστα στο Διεθνές Δίκαιο. Γι’ αυτό και οι όποιες «δημιουργικές λύσεις» έχουν ενδεχομένως εξεταστεί για το θέμα του καλωδίου, ώστε να ικανοποιηθεί η Τουρκία, έστω και η απλή ενημέρωση, είναι μια απολύτως λανθασμένη τακτική, που αναγνωρίζει δικαιώματα της Άγκυρας ακόμα και ανάμεσα στα νησιά μας, ακόμα και εντός των δυνητικών χωρικών μας υδάτων των 12 ν.μ., την ενθαρρύνει στις πρακτικές της αυτές και δημιουργεί στη διεθνή κοινότητα την εντύπωση ενός θολού τοπίου συνδιαχείρισης και ακαθόριστων δικαιωμάτων στην περιοχή.
Ακόμα και αν αυτές οι «λύσεις» δεν αφορούν την αίτηση άδειας ή την ενημέρωση από την ίδια την Ελλάδα, αλλά από μια τρίτη χώρα, όπως, για παράδειγμα, θα ήταν η Γαλλία στην προκειμένη περίπτωση. Μάλιστα, θα ήταν απαράδεκτο να επιτρέψουμε να τηρήσει πολιτική ίσων αποστάσεων και να ζητήσει άδεια από την Τουρκία η πιο συμμαχική χώρα απέναντί μας, η Γαλλία, της οποίας επί πλέον η εταιρεία εργάζεται για εμάς.
Πέρα από την επιμονή της, η Τουρκία χρησιμοποιεί ως εργαλείο την ετοιμότητά της να στρατιωτικοποιεί τις απαιτήσεις της. Εδώ, εάν η Ελλάδα δεν απαντά, με τρόπο βεβαίως αναλογικό και χωρίς η ίδια να κλιμακώνει, κλονίζει την αποτρεπτική αξιοπιστία της.
Πολύ δε περισσότερο στην περίπτωση ενός καλωδίου για το οποίο δεν απαιτείται η άδεια κανενός και η οποιαδήποτε επιθετική κίνηση από την πλευρά της Τουρκίας θα την εξέθετε καταφανώς στη διεθνή κοινότητα. Απεναντίας, η δική μας αδράνεια θα περνούσε ένα μήνυμα αδυναμίας και αναποφασιστικότητας σε αντιπάλους και σε συμμάχους, των οποίων τη συνδρομή επιζητούμε.
Τέλος, η περίπτωση του καλωδίου καταδεικνύει για άλλη μια φορά ένα ακόμη καίριο ζήτημα. Η ενότητα του νησιωτικού μας χώρου, δηλαδή των νησιών μεταξύ τους, αλλά και με τον εθνικό κορμό, είναι ζωτικής σημασίας για την Ελλάδα.
Δεν νοείται τα έργα διασύνδεσης και υποδομής των νησιών μας να υπόκεινται κάθε φορά στη βούληση και τις απαιτήσεις της Τουρκίας. Η ύπαρξη χιλιάδων ελληνικών νησιών και νησίδων στην περιοχή επιβάλλει την όσο μεγαλύτερη δυνατή διασύνδεσή τους τόσο μεταξύ τους όσο και με την ηπειρωτική Ελλάδα, για λόγους ασφάλειας, οικονομίας και ευλόγως λειτουργικότητας.
Γι’ αυτό τον λόγο, η επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα 12 ν.μ. παντού, στον κατάλληλο χρόνο, προκειμένου να μειωθούν κατά το δυνατόν τα «κενά» εντός της επικράτειάς μας, είναι ζωτικής σημασίας για την Ελλάδα και αυτό πρέπει να καταστεί κατανοητό από όλους.
*Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Αθηνών, σύμβουλος του πρώην Πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή και μέλος του Ακαδημαικού Συμβουλίου του Wilfried Martens Centre for European Studies. estianews.gr

.png)
