
Γράφει ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ
Η Ανατολική Μεσόγειος υπήρξε παραδοσιακά κρίσιμος γεωπολιτικός χώρος για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Από τον Ψυχρό Πόλεμο έως τη μετά–Σοβιετική περίοδο, η περιοχή λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής, αλλά και ως σκηνικό όπου συμπυκνώνονται οι μεγάλες στρατηγικές αντιπαραθέσεις της εκάστοτε εποχής. Σε αυτό το 25ετές διάστημα, η αμερικανική πολιτική πέρασε από φάσεις στρατηγικής «αδράνειας» σε ενεργό επαναχάραξη ρόλου, υπό την πίεση τρομοκρατίας, ενεργειακών ανακαλύψεων, περιφερειακών συγκρούσεων και ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η προτεραιότητα της Ουάσιγκτον μετατοπίστηκε δραματικά προς τη Μέση Ανατολή και τον Περσικό Κόλπο μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Η Ανατολική Μεσόγειος αντιμετωπίστηκε περισσότερο ως πίσω αυλή υποστήριξης του «Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας», με βάσεις όπως η Σούδα, η Ιντσιρλίκ και υποδομές σε Κύπρο και Ισραήλ να λειτουργούν ως κόμβοι διέλευσης δυνάμεων και πληροφοριών για επιχειρήσεις σε Αφγανιστάν και Ιράκ. Η περίοδος 2000–2010 χαρακτηρίζεται από αυτό που ονομάζω «στρατηγική μεταβλητότητα»: οι ΗΠΑ διατηρούν κρίσιμες στρατιωτικές διευκολύνσεις, αλλά χωρίς συνεκτικό, περιφερειοκεντρικό όραμα για την Ανατολική Μεσόγειο ως αυτόνομο στρατηγικό χώρο.
Παράλληλα, η σχέση με την Τουρκία εισέρχεται σε μία ασταθή φάση. Το 2003, η τουρκική εθνοσυνέλευση αρνείται τη διέλευση αμερικανικών στρατευμάτων προς το βόρειο Ιράκ, κλονίζοντας το παραδοσιακό πλαίσιο συνεργασίας. Η Ουάσιγκτον αντιλαμβάνεται ότι η Άγκυρα επιδιώκει μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία, διαπραγματευόμενη τη θέση της μεταξύ ΝΑΤΟ, Ρωσίας και περιφερειακών φιλοδοξιών. Αυτή η «ημι-αποσύνδεση» θα εξελιχθεί σε βαθύτερη στρατηγική απόκλιση την επόμενη δεκαετία, με αποκορύφωμα την κρίση των S-400.
Η πραγματική τομή έρχεται στη δεκαετία 2010–2020, όταν η Ανατολική Μεσόγειος μετατρέπεται από «στρατηγική διάβαση» σε ενεργειακό επίκεντρο. Οι ανακαλύψεις φυσικού αερίου στα κοιτάσματα Leviathan (Ισραήλ), Aphrodite (Κύπρος) και Zohr (Αίγυπτος) αναβαθμίζουν τη σημασία της περιοχής για την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια. Η Ανατολική Μεσόγειος παύει να είναι απλώς μια «πλατφόρμα βάσεων» και γίνεται εργαστήριο ενεργειακής διπλωματίας, όπου οι ΗΠΑ επιδιώκουν να υποστηρίξουν την ευρωπαϊκή διαφοροποίηση από το ρωσικό αέριο, ενισχύοντας ταυτόχρονα συμμάχους όπως η Ελλάδα, η Κύπρος και το Ισραήλ.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ουάσιγκτον στηρίζει θεσμούς όπως το EastMed Gas Forum και το σχήμα 3+1 (Ελλάδα–Κύπρος–Ισραήλ με συμμετοχή ΗΠΑ), το οποίο στην εργασία μου αναλύεται ως πρότυπο «δομημένου μίνι-πολυμερούς» (structured minilateralism). Μέσα από τέτοια σχήματα, οι ΗΠΑ δεν περιορίζονται στην κλασική διμερή διπλωματία, αλλά επενδύουν σε θεσμοθετημένες πλατφόρμες συνεργασίας που συνδυάζουν ασφάλεια, ενέργεια και οικονομία. Η Ανατολική Μεσόγειος αναδεικνύεται έτσι σε μικρογραφία της ευρύτερης στρατηγικής μετάβασης από τον μονοπολικό ηγεμονισμό της δεκαετίας του 1990 σε μια πιο σύνθετη, δικτυακή ηγεμονία με πολλαπλά κέντρα συνεργασίας.
Ταυτόχρονα, η ένταση με την Τουρκία κλιμακώνεται. Η προμήθεια των ρωσικών S-400, οι γεωτρήσεις σε αμφισβητούμενες θαλάσσιες ζώνες και το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» απομακρύνουν την Άγκυρα από τη λογική του «προβλέψιμου συμμάχου». Στη μελέτη μου υποστηρίζω ότι την περίοδο 2015–2020 διαμορφώνεται ένα είδος «στρατηγικού διαζυγίου υπό αναβολή» μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας: η Ουάσιγκτον αναγνωρίζει την επιχειρησιακή σημασία της Τουρκίας, αλλά ταυτόχρονα επενδύει όλο και περισσότερο στην Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ ως αξιόπιστους πυλώνες του νοτιοανατολικού ΝΑΤΟϊκού τόξου.
Η Ελλάδα, ειδικότερα, αναβαθμίζεται σε «στρατηγικό περιστροφικό κόμβο» (strategic pivot). Οι συμφωνίες MDCA, οι επενδύσεις σε Σούδα, Αλεξανδρούπολη, Λάρισα και Στεφανοβίκειο, αλλά και η αξιοποίηση της χώρας ως εναλλακτικού διαδρόμου προς τη Μαύρη Θάλασσα μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, επιβεβαιώνουν αυτή τη μετατόπιση. Η Αλεξανδρούπολη μετατρέπεται σε κόμβο διπλής χρήσης: ενεργειακό (LNG, διασυνδετήριοι αγωγοί προς Βαλκάνια) και στρατιωτικό (logistics για ΝΑΤΟϊκές δυνάμεις προς Ανατολική Ευρώπη). Η Ελλάδα εμφανίζεται στις αμερικανικές στρατηγικές εκθέσεις ως «προβλέψιμος σύμμαχος» με αυξανόμενη προστιθέμενη αξία, όχι μόνο ως μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, αλλά και ως φορέας περιφερειακής σταθερότητας.
Η περίοδος 2020–2025, υπό την κυβέρνηση Μπάιντεν, σηματοδοτεί αυτό που ορίζω ως «στρατηγική επαναστοίχιση» (strategic realignment). Η αναζωπύρωση του ανταγωνισμού με τη Ρωσία και η διαρκής άνοδος της Κίνας υποχρεώνουν τις ΗΠΑ να επανεξετάσουν το νότιο και ανατολικό τους μέτωπο. Ο πόλεμος στην Ουκρανία αναδεικνύει τη σημασία της Ανατολικής Μεσογείου ως κρίσιμου διαδρόμου για την ενίσχυση της Ανατολικής Ευρώπης, αλλά και ως εναλλακτικής πηγής και οδού προμήθειας ενέργειας για την ΕΕ. Σε αυτή τη φάση, η αμερικανική πολιτική στην περιοχή αποκτά τρία εμφανή χαρακτηριστικά: ενίσχυση των δεσμών με Ελλάδα–Κύπρο–Ισραήλ, προσεκτική αλλά ψυχρότερη διαχείριση της Τουρκίας και μεγαλύτερη ευαισθησία στις κινήσεις Κίνας και Ρωσίας σε υποδομές, λιμάνια και αμυντικά προγράμματα.
Η Ανατολική Μεσόγειος λειτουργεί έτσι ως «στρατηγικό εργαστήριο» της αμερικανικής πολιτικής στον 21ο αιώνα. Συναντώνται εδώ οι βασικές τάσεις της εποχής: η σύγκλιση ενεργειακής και στρατιωτικής ασφάλειας, η χρήση μίνι-πολυμερών σχημάτων (όπως 3+1) για την υπέρβαση της αδράνειας μεγάλων οργανισμών (ΝΑΤΟ, ΕΕ), η παράλληλη παρουσία Ρωσίας και Κίνας που ακυρώνει τις βεβαιότητες του μονοπολικού κόσμου. Στη μελέτη μου υποστηρίζω ότι η περιοχή αποτελεί μικρογραφία της μετάβασης από μια σχετικά σταθερή «ηγεμονική τάξη» σε ένα πιο ρευστό σύστημα ανταγωνιστικής πολυπολικότητας.
Ταυτόχρονα, οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν μια σειρά από διλήμματα. Πώς ισορροποτείς ανάμεσα σε συμμάχους που συγκρούονται μεταξύ τους (Ελλάδα–Τουρκία) χωρίς να υπονομεύσεις τη συνοχή του ΝΑΤΟ; Πώς συνδυάζεις την υποστήριξη προς το Ισραήλ με τη διατήρηση στοιχειώδους επιρροής σε αραβικά καθεστώτα; Πώς προσαρμόζεις την παραδοσιακή «διπλωματία των βάσεων» στη νέα πραγματικότητα υβριδικών απειλών, drones, κυβερνοεπιθέσεων και ενεργειακών εκβιασμών; Στο Κεφάλαιο 7 της εργασίας τονίζω ότι η αμερικανική πολιτική παγιδεύεται συχνά ανάμεσα σε δύο ανταγωνιστικές επιταγές: τη ρητορική υπέρ της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την πραγματιστική ανάγκη συνεργασίας με αυταρχικά καθεστώτα για λόγους σταθερότητας.
Ειδική θέση στην ανάλυση κατέχει η ενεργειακή μετάβαση. Καθώς η Ευρώπη επιταχύνει την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, τίθεται το ερώτημα αν το «παράθυρο ευκαιρίας» για το φυσικό αέριο της Ανατολικής Μεσογείου είναι χρονικά περιορισμένο. Στη μελέτη υποστηρίζω ότι η αμερικανική στρατηγική τείνει να μετατοπίζεται από τη λογική των μακροχρόνιων αγωγών (όπως ο EastMed, που τελικά δεν έτυχε πλήρους στήριξης) προς μια πιο ευέλικτη προσέγγιση LNG και συνδυασμένων διαδρομών. Αυτό εξηγεί και τη στροφή προς ελληνικά και κυπριακά λιμάνια LNG, αλλά και την ενσωμάτωση της ενεργειακής ασφάλειας στο ευρύτερο πλαίσιο αποτροπής της ρωσικής επιρροής.
Στο τελικό τμήμα της εργασίας εξετάζω τέσσερα πιθανά σενάρια για το μέλλον της αμερικανικής παρουσίας στην περιοχή: εμβάθυνση πολυμερούς εμπλοκής, πραγματιστική στροφή σε διμερείς σχέσεις, μερική αποχώρηση/αναδίπλωση και αναγκαστική κλιμάκωση σε περίπτωση μεγάλης κρίσης. Κανένα από αυτά δεν είναι βέβαιο· η πορεία θα καθοριστεί από την εξέλιξη του πολέμου στην Ουκρανία, τις σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας, τις εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον και την ικανότητα των περιφερειακών δρώντων να αναλαμβάνουν μεγαλύτερη ευθύνη για τη δική τους ασφάλεια. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η Ανατολική Μεσόγειος, ως κόμβος θαλάσσιων οδών, ενέργειας και στρατιωτικής πρόσβασης, δεν πρόκειται να βγει από την αμερικανική στρατηγική ατζέντα στο ορατό μέλλον.
Για την Ελλάδα, η εικόνα είναι διττή. Από τη μια πλευρά, η αναβάθμιση σε βασικό εταίρο των ΗΠΑ στην περιοχή δημιουργεί ευκαιρίες: ενίσχυση αποτρεπτικής ισχύος, πρόσβαση σε τεχνογνωσία και επενδύσεις, ενδυνάμωση του ρόλου της χώρας σε ΕΕ και ΝΑΤΟ. Από την άλλη, αυξάνει και τις ευθύνες: η Ελλάδα καλείται να ισορροπήσει μεταξύ θεσμικής ευθυγράμμισης με τους δυτικούς της εταίρους και ανάγκης διαχείρισης δύσκολων γειτόνων, να επενδύσει σε ανθεκτικές υποδομές και να διαμορφώσει μακροπρόθεσμη στρατηγική πέρα από κυβερνητικούς κύκλους. Η αμερικανική πολιτική μπορεί να προσφέρει ασπίδα, αλλά δεν υποκαθιστά την ανάγκη για εθνικό στρατηγικό σχεδιασμό.
Συνολικά, η περίοδος 2000–2025 δείχνει ότι η αμερικανική πολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο πέρασε από φάσεις υπερβολικής εμπιστοσύνης στην «αυτοματοποίηση» των συμμαχιών σε μια πιο σύνθετη, προσαρμοστική προσέγγιση, όπου κάθε βάση, κάθε ενεργειακό έργο και κάθε διπλωματική πρωτοβουλία αποκτούν πολλαπλές, διασταυρούμενες σημασίες. Η Ανατολική Μεσόγειος δεν είναι πια απλώς θεατής των μεγάλων σχεδίων· είναι ο ίδιος ο καμβάς πάνω στον οποίο δοκιμάζεται η ικανότητα των ΗΠΑ να παραμείνουν σχετικές σε έναν κόσμο όπου η ισχύς διαχέεται, οι συμμαχίες δοκιμάζονται και η γεωπολιτική σταθερότητα δεν είναι ποτέ δεδομένη.
Την επόμενη Κυριακή θα μιλήσω για το λεγόμενο «Δόγμα Μονρόε του Τραμπ» και τι πραγματικά σημαίνει στη σύγχρονη διεθνή πολιτική. Θα εξετάσω πώς μια ιστορική αμερικανική αρχή επανερμηνεύεται μέσα από την πολιτική«AmericaFirst»και ποιεςείναι οι συνέπειές της για τις διεθνείς σχέσεις.
Πηγή: militaire.gr
.png)
