
Σύμφωνα με τη μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Medicine
Την επόμενη φορά που θα θελήσετε να συμβουλευτείτε τον «Δρ ChatGPT», ίσως να το ξανασκεφτείτε. Παρότι πλέον μπορούν να αριστεύουν στις περισσότερες εξετάσεις ιατρικής αδειοδότησης, τα chatbot τεχνητής νοημοσύνης δεν προσφέρουν στους ανθρώπους καλύτερες συμβουλές υγείας από εκείνες που μπορούν να βρουν με πιο παραδοσιακούς τρόπους, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα.
«Παρά όλη τη φρενίτιδα γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη, δεν είναι ακόμη έτοιμη να αναλάβει τον ρόλο του γιατρού», δήλωσε η συν-συγγραφέας της μελέτης, Ρεμπέκα Πέιν, από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.
Όπως τόνισε, οι ασθενείς πρέπει να γνωρίζουν ότι η αναζήτηση ιατρικών συμβουλών από μεγάλα γλωσσικά μοντέλα μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνη, καθώς συχνά οδηγεί σε λανθασμένες διαγνώσεις και αδυναμία αναγνώρισης περιστατικών που απαιτούν άμεση ιατρική βοήθεια.
Η ερευνητική ομάδα, με επικεφαλής Βρετανούς επιστήμονες, θέλησε να εξετάσει πόσο αποτελεσματικοί είναι οι άνθρωποι όταν χρησιμοποιούν chatbot για να αναγνωρίσουν προβλήματα υγείας και να κρίνουν αν χρειάζεται να επισκεφθούν γιατρό ή νοσοκομείο.
Σχεδόν 1.300 συμμετέχοντες από το Ηνωμένο Βασίλειο κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν δέκα διαφορετικά σενάρια, όπως έναν πονοκέφαλο μετά από βραδινή κατανάλωση αλκοόλ, την έντονη κόπωση μιας νέας μητέρας ή τα συμπτώματα των χολόλιθων.
Στη συνέχεια, οι ερευνητές ανέθεσαν τυχαία στους συμμετέχοντες τη χρήση ενός από τρία chatbot, το GPT της OpenAI, το Llama της Meta ή το Command R+ , ενώ υπήρχε και ομάδα ελέγχου που χρησιμοποίησε απλές μηχανές αναζήτησης στο διαδίκτυο.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι χρησιμοποίησαν chatbot κατάφεραν να αναγνωρίσουν σωστά το πρόβλημα υγείας τους μόλις στο ένα τρίτο των περιπτώσεων, ενώ μόνο περίπου το 45% κατέληξε στη σωστή ενέργεια που έπρεπε να ακολουθήσει.
Σύμφωνα με τη μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Medicine, οι επιδόσεις αυτές δεν ήταν καλύτερες από εκείνες της ομάδας ελέγχου.
Ρήγμα στην επικοινωνία
Οι ερευνητές επισημαίνουν την έντονη αντίθεση ανάμεσα στα απογοητευτικά αυτά αποτελέσματα και τις εξαιρετικά υψηλές επιδόσεις των chatbot σε ιατρικά τεστ και εξετάσεις, αποδίδοντας τη διαφορά σε ένα «ρήγμα στην επικοινωνία».
Σε αντίθεση με τις προσομοιωμένες αλληλεπιδράσεις με ασθενείς που χρησιμοποιούνται συνήθως για τη δοκιμή της τεχνητής νοημοσύνης, οι πραγματικοί χρήστες συχνά δεν παρείχαν στα chatbot όλες τις απαραίτητες πληροφορίες.
Παράλληλα, αρκετοί δυσκολεύονταν να κατανοήσουν τις επιλογές που τους πρότεινε το chatbot ή παρερμήνευαν — ή απλώς αγνοούσαν — τις συμβουλές του.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, ένας στους έξι ενήλικες στις ΗΠΑ ζητά πληροφορίες υγείας από chatbot τουλάχιστον μία φορά τον μήνα, ποσοστό που αναμένεται να αυξηθεί καθώς η τεχνολογία γίνεται πιο διαδεδομένη.
«Πρόκειται για μια εξαιρετικά σημαντική μελέτη, καθώς αναδεικνύει τους πραγματικούς ιατρικούς κινδύνους που εγκυμονούν τα chatbot για το κοινό», δήλωσε στο AFP ο βιοηθικός Ντέιβιντ Σο από το Πανεπιστήμιο του Μάαστριχτ, ο οποίος δεν συμμετείχε στην έρευνα.
Ο ίδιος συνέστησε στους πολίτες να εμπιστεύονται ιατρικές πληροφορίες μόνο από αξιόπιστες πηγές, όπως το Εθνικό Σύστημα Υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου (NHS).
Πηγή: naftemporiki.gr
.png)
