7day crisis monitor

48h World Events: #0

Scanning open sources...

24h Aegean Report

STATUS: STABLE
Update:
Loading...

7day Greece-Turkey: #0

SEARCHING: Crisis Events!

Το «Δόγμα Μονρόε του Τραμπ» και η Βενεζουέλα: Ενέργεια, Ισχύς και Γεωπολιτικός Έλεγχος

Γράφει ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ

Την ιδέα ενός «Δόγματος Μονρόε του Τραμπ» αξίζει να τη δούμε όχι ως ένα κυριολεκτικό, ενιαίο δόγμα με νομική μορφή, αλλά ως ένα πολιτικό στυλ και μια στρατηγική τάση: την επαναφορά της αντίληψης ότι το Δυτικό Ημισφαίριο αποτελεί προνομιακή ζώνη επιρροής των ΗΠΑ, με πιο ωμή γλώσσα ισχύος, μεγαλύτερη προθυμία για μονομερή πίεση και σαφέστερη σύνδεση της εξωτερικής πολιτικής με εσωτερικές πολιτικές ανάγκες της «America First». Η Βενεζουέλα είναι το πιο χαρακτηριστικό “case study” αυτής της λογικής, επειδή συμπυκνώνει ταυτόχρονα ενεργειακά, γεωπολιτικά, ιδεολογικά και οικονομικά διακυβεύματα, αλλά και μια ευρύτερη αντιπαράθεση με Κίνα και Ρωσία για πρόσβαση σε πόρους και επιρροή στην “πίσω αυλή” των ΗΠΑ.

Πρώτα πρέπει να αποσαφηνίσουμε τι σημαίνει «επέμβαση» στην περίπτωση της Βενεζουέλας. Σε αντίθεση με κλασικές στρατιωτικές επεμβάσεις του 20ού αιώνα, η αμερικανική πρακτική εδώ κινήθηκε κυρίως σε υβριδική εργαλειοθήκη: αναγνώριση αντιπολιτευόμενης πολιτικής αρχής (Γκουαϊδό, 2019), εκτεταμένες οικονομικές κυρώσεις, περιορισμούς στις χρηματοπιστωτικές ροές, πίεση σε τρίτες χώρες και εταιρείες, δικαστικο-ποινική στόχευση προσώπων (narco-terrorism κατηγορίες σε επίπεδο ρητορικής/διώξεων), επιχειρήσεις επιβολής ναυτικής παρουσίας στην Καραϊβική και, παράλληλα, σήματα “credible threat” με δηλώσεις περί «όλων των επιλογών στο τραπέζι». Αυτό το μίγμα είναι επίδειξη ισχύος χωρίς απαραίτητα “boots on the ground”: δημιουργεί κόστος, αποσταθεροποιεί τη δυνατότητα χρηματοδότησης του καθεστώτος και στέλνει μήνυμα στους περιφερειακούς δρώντες ότι το ζήτημα θεωρείται στρατηγικό.

Η «επίδειξη δύναμης» στην περίπτωση της Βενεζουέλας έχει δύο ακροατήρια: το εξωτερικό και το εσωτερικό. Εξωτερικά, απευθύνεται σε Κίνα/Ρωσία/Ιράν ότι υπάρχουν όρια στη διείσδυσή τους σε μια χώρα με τεράστια ενεργειακά αποθέματα και γεωγραφική εγγύτητα στις ΗΠΑ. Εσωτερικά, απευθύνεται σε εκλογικές και πολιτικές ομάδες των ΗΠΑ (ιδίως στη Φλόριντα και σε κοινότητες που έχουν ισχυρή αντι-τσαβική στάση) και στο ευρύτερο αφήγημα ότι η Ουάσιγκτον «δεν ανέχεται» αντι-αμερικανικά αυταρχικά καθεστώτα στο ημισφαίριο. Αυτός ο συνδυασμός εξωτερικής στρατηγικής και εσωτερικής πολιτικής είναι τυπικός της “America First”: η εξωτερική δράση πρέπει να “γράφει” ως αποφασιστικότητα, όχι ως μακρά δέσμευση nation-building.

Στο ενεργειακό σκέλος, η Βενεζουέλα παραμένει συμβολικά και πρακτικά σημαντική γιατί διαθέτει από τα μεγαλύτερα (καταγεγραμμένα) αποθέματα πετρελαίου, αλλά με βαριά ποιότητα (heavy crude) που απαιτεί συγκεκριμένες υποδομές διύλισης και επενδύσεις. Η σύγκρουση γύρω από το πετρέλαιο δεν είναι μόνο “ποιος θα το πάρει”, αλλά “ποιος θα ελέγξει τους όρους πρόσβασης”: συμβόλαια, χρέος-έναντι-πετρελαίου, δικαιώματα εκμετάλλευσης, ροές πληρωμών, ασφαλιστικές και ναυτιλιακές υπηρεσίες. Οι κυρώσεις λειτούργησαν ως εργαλείο αποκοπής της PDVSA (κρατικής πετρελαϊκής) από κεφάλαιο, τεχνογνωσία και αγορές. Όταν μια χώρα εξαρτά την πολιτική της επιβίωση από την πετρελαϊκή πρόσοδο, η διατάραξη αυτής της προσόδου μετατρέπεται σε στρατηγική πίεση.

Εδώ μπαίνει και το θέμα «δολάριο–πετρέλαιο». Είναι σημαντικό να το πούμε καθαρά: δεν υπάρχει σήμερα τυπική “σύνδεση” (peg) του δολαρίου με το πετρέλαιο, όπως υπήρχε κάποτε ο κανόνας χρυσού ή όπως υπάρχουν νομισματικές ισοτιμίες τύπου peg. Αυτό που υπάρχει είναι μια ιστορικά παγιωμένη πρακτική τιμολόγησης/εκκαθάρισης μεγάλου μέρους του παγκόσμιου πετρελαϊκού εμπορίου σε δολάρια, μαζί με ένα τεράστιο οικοσύστημα χρηματοδότησης, ασφάλισης, ναυλώσεων και παραγώγων που «κουμπώνει» πάνω στο δολαριακό σύστημα. Άρα, όταν οι ΗΠΑ ελέγχουν πρόσβαση στο δολαριακό χρηματοπιστωτικό δίκτυο (κυρώσεις, τραπεζική συμμόρφωση, OFAC), ουσιαστικά μπορούν να δυσκολέψουν τη ρευστοποίηση πετρελαϊκών εσόδων, να αυξήσουν το “transaction cost” και να αποθαρρύνουν εταιρείες/κράτη από συναλλαγές. Αυτό δεν είναι “σύνδεση” με την τεχνική έννοια, αλλά είναι δομική ισχύς του δολαρίου ως παγκόσμιου μέσου πληρωμών και αποθεματικού.

Ο στόχος «αποκλεισμός της Κίνας από πετρέλαιο» χρειάζεται επίσης προσεκτική διατύπωση. Η Κίνα δεν “αποκλείστηκε” συνολικά από βενεζουελάνικο πετρέλαιο, αλλά το κόστος και η πολυπλοκότητα αυξήθηκαν, οι ροές έγιναν πιο αδιαφανείς, συχνά μέσω ενδιάμεσων, με “re-labeling” φορτίων, με συμψηφισμούς χρέους, και με ρίσκο κυρώσεων για εταιρείες που έχουν έκθεση στις ΗΠΑ. Η ευρύτερη λογική όμως είναι σαφής: σε έναν ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων, η πρόσβαση της Κίνας σε ενεργειακές πηγές στο δυτικό ημισφαίριο θεωρείται ανεπιθύμητη όχι επειδή η Κίνα “χρειάζεται” αυτό το συγκεκριμένο πετρέλαιο για να επιβιώσει (έχει πολλαπλές πηγές), αλλά επειδή η κινεζική παρουσία μεταφράζεται σε γεωπολιτικό αποτύπωμα: λιμάνια, υποδομές, δίκτυα επιρροής, πληροφοριακή παρουσία και δυνατότητα πολιτικής προστασίας του καθεστώτος μέσω οικονομικών δεσμών. Με άλλα λόγια, το ζήτημα δεν είναι μόνο το βαρέλι, είναι το “bundle” ισχύος που έρχεται μαζί με το βαρέλι.

Η Ρωσία επίσης έχει λειτουργήσει ως “spoiler” και ως εγγυητής επιβίωσης σε επίπεδο τεχνικής/ασφαλιστικής/εμπορικής διευκόλυνσης (σε διάφορες φάσεις), ενώ το Ιράν έχει βοηθήσει σε ανταλλακτικά/τεχνογνωσία σε ενεργειακές εγκαταστάσεις. Άρα, για τις ΗΠΑ η Βενεζουέλα είναι κόμβος όπου τέμνονται τρία πράγματα: ενεργειακή πρόσοδος, αυταρχική πολιτική επιβίωση και στρατηγική διείσδυση ανταγωνιστών. Αυτό ταιριάζει απόλυτα σε μια “Monroe-style” ανάγνωση: όχι επειδή η αρχική διατύπωση του Μονρόε μιλούσε για πετρέλαιο, αλλά επειδή μιλούσε για αποτροπή “εξωτερικής” αυτοκρατορικής παρουσίας στη Δύση.

Υπάρχει και μια διάσταση «ελέγχου μεγάλων κοιτασμάτων» που συχνά παρεξηγείται ως σχέδιο άμεσης αρπαγής. Σε πολλές περιπτώσεις, οι μεγάλες δυνάμεις δεν χρειάζεται να “κατέχουν” για να “ελέγχουν”: αρκεί να διαμορφώνουν το θεσμικό πλαίσιο, να επηρεάζουν ποιοι επενδυτές μπαίνουν, με τι χρηματοδότηση, υπό ποιους όρους, και με ποιο καθεστώς ασφάλειας. Η πίεση για πολιτική μετάβαση στη Βενεζουέλα (ανεξαρτήτως ηθικής/δημοκρατικής ρητορικής) θα άνοιγε αντικειμενικά τον δρόμο για αναδιάρθρωση συμβολαίων, επανείσοδο δυτικών εταιρειών και επανασύνδεση της χώρας με τις αγορές κεφαλαίου. Αυτό είναι κεντρική υλική συνέπεια—και γι’ αυτό η συζήτηση δεν μπορεί να μείνει μόνο σε “δημοκρατία vs δικτατορία”, όσο σημαντική κι αν είναι αυτή η διάσταση.

Παράλληλα, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η πολιτική των κυρώσεων έχει διπλό αποτέλεσμα: πιέζει το καθεστώς, αλλά συχνά βαραίνει την κοινωνία, ειδικά όταν μια οικονομία είναι ήδη δυσλειτουργική. Αυτό δημιουργεί ένα ηθικο-πολιτικό δίλημμα που αξιοποιείται επικοινωνιακά από την κυβέρνηση της Βενεζουέλας: «η κρίση είναι αποτέλεσμα πολιορκίας». Από την άλλη, οι υποστηρικτές των κυρώσεων απαντούν ότι η κατάρρευση ξεκίνησε από κακοδιαχείριση, διαφθορά, θεσμική αποσύνθεση και ότι οι κυρώσεις είναι εργαλείο αλλαγής συμπεριφοράς. Στρατηγικά, το δίλημμα είναι αν η πίεση οδηγεί σε ρήγμα ελίτ και μετάβαση ή αν οδηγεί σε “sanctions-proofing” (αναζήτηση παρακαμπτηρίων, αύξηση παραοικονομίας, ενίσχυση κατασταλτικών μηχανισμών). Στη Βενεζουέλα είδαμε σε διάφορες φάσεις στοιχεία και των δύο, χωρίς “καθαρό” αποτέλεσμα.

Επίσης γίνεται μεγάλη αναφορά σε «φακέλους Επστάιν και συναφείς υποθέσεις» και απαιτείται αυστηρός αναλυτικός διαχωρισμός. Δεν υπάρχει τεκμηριωμένη, αξιόπιστη βάση που να επιτρέπει μια σοβαρή επιστημονική ή πολιτική ανάλυση η οποία να συνδέει άμεσα την αμερικανική πολιτική έναντι της Βενεζουέλας με μηχανισμούς εκβιασμού, παρασκηνιακούς φακέλους ή προσωπικά σκάνδαλα. Τέτοιου είδους αφηγήσεις ανήκουν στη σφαίρα των μη επαληθεύσιμων υποθέσεων και, αν παρουσιαστούν ως αιτιώδεις μηχανισμοί εξωτερικής πολιτικής, αποδυναμώνουν τη σοβαρότητα της ανάλυσης και μετατοπίζουν τη συζήτηση από τα πραγματικά, μετρήσιμα κίνητρα ισχύος.

Ωστόσο, η ίδια η ύπαρξη και διάδοση αυτών των αφηγήσεων αποτελεί αντικείμενο ανάλυσης. Σε περιβάλλοντα όπου η εξωτερική πολιτική ασκείται μέσω κυρώσεων, οικονομικού αποκλεισμού, αδιαφανών χρηματοπιστωτικών μηχανισμών και πληροφοριακών επιχειρήσεων, η πολιτική συχνά εκλαμβάνεται από τις κοινωνίες ως ένα είδος «θεάτρου σκιών». Η πολυπλοκότητα των αποφάσεων, η έλλειψη άμεσης στρατιωτικής σύγκρουσης και η εμπλοκή δικτύων συμφερόντων ευνοούν την ανάπτυξη συνωμοσιολογικών ερμηνειών, οι οποίες επιχειρούν να απλοποιήσουν σύνθετα φαινόμενα αποδίδοντάς τα σε μυστικά κέντρα ελέγχου ή προσωπικά σκάνδαλα. Στο πλαίσιο αυτό, οι αφηγήσεις περί σκανδάλων λειτουργούν ως εργαλεία πολιτικής επικοινωνίας και προπαγάνδας, διαβρώνουν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και συχνά αξιοποιούνται από ανταγωνιστικούς δρώντες για να υπονομεύσουν τη νομιμοποίηση της δυτικής πολιτικής.

Αντιθέτως, τα ελέγξιμα και αναλύσιμα κίνητρα της αμερικανικής πολιτικής στη Βενεζουέλα είναι σαφή και εντάσσονται σε μια συνεκτική γεωπολιτική λογική. Στον πυρήνα της βρίσκεται η ανάγκη αποτροπής της εδραίωσης ανταγωνιστικών δυνάμεων – κυρίως της Κίνας και της Ρωσίας – σε μια χώρα-κλειδί του δυτικού ημισφαιρίου. Η Βενεζουέλα διαθέτει από τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως, γεγονός που την καθιστά κρίσιμο κόμβο όχι μόνο για την παγκόσμια ενεργειακή αγορά αλλά και για το ίδιο το δολαριακό σύστημα. Ο έλεγχος των όρων χρηματοδότησης, εμπορίας και νομισματικής αποτίμησης αυτού του ενεργειακού πλούτου συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της διεθνούς θέσης του δολαρίου και με την ικανότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να ασκούν δομική ισχύ μέσω του χρηματοπιστωτικού τους συστήματος.

Η πολιτική κυρώσεων, ο χρηματοπιστωτικός αποκλεισμός και η πίεση για «θεσμική επανασύνδεση» της Βενεζουέλας με τη Δύση δεν αποσκοπούν απλώς στην αλλαγή καθεστώτος, αλλά στη μετατροπή της τυπικής κυριαρχίας σε πραγματική ικανότητα

επιλογών εντός ενός δυτικά ελεγχόμενου θεσμικού πλαισίου. Η γλώσσα της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων λειτουργεί σε αυτό το πλαίσιο τόσο ως ειλικρινές αξιακό υπόβαθρο όσο και ως εργαλειακή νομιμοποίηση πολιτικών που έχουν σαφή γεωοικονομικό και γεωπολιτικό χαρακτήρα. Οι δύο αυτές διαστάσεις δεν είναι κατ’ ανάγκην αντιφατικές, αλλά συνυπάρχουν σε μια στρατηγική που επιδιώκει ταυτόχρονα αξιακή υπεροχή και υλική ισχύ.

Υπό αυτό το πρίσμα, η περίπτωση της Βενεζουέλας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της σύγχρονης εφαρμογής της λογικής του Δόγματος Μονρόε. Δεν πρόκειται για επιστροφή στον 19ο αιώνα με μέσα άμεσης στρατιωτικής επέμβασης, αλλά για την αναβίωση της ίδιας θεμελιώδους ιδέας – της ζώνης επιρροής στο δυτικό ημισφαίριο – μέσω νέων εργαλείων. Οι κυρώσεις υποκαθιστούν τις αποβάσεις, ο χρηματοπιστωτικός αποκλεισμός αντικαθιστά την κατοχή, οι πληροφοριακές επιχειρήσεις και οι πλατφόρμες επιρροής παίρνουν τη θέση της κλασικής προπαγάνδας, και η επιλεκτική εξαναγκαστική ισχύς («selective coercion») αντικαθιστά τον γενικευμένο πόλεμο.

Με αυτόν τον τρόπο, η Βενεζουέλα λειτουργεί ως καθρέφτης της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: μιας πολιτικής όπου η ισχύς ασκείται κυρίως μέσω θεσμών, δικτύων και οικονομικών ροών, αλλά όπου το θεμελιώδες ερώτημα παραμένει αναλλοίωτο στον χρόνο. Το ερώτημα δεν είναι άλλο από το ποιος ορίζει τους κανόνες σε μια περιοχή που θεωρείται στρατηγικά «δική του» και με ποια μέσα μπορεί να επιβληθεί αυτή η αξίωση σε έναν κόσμο τυπικά κυρίαρχων αλλά ουσιαστικά άνισων κρατών.

Πηγή: militaire.gr
×
×
Kρίσιμα γεγονότα 7 ημερών