Δημοσιεύθηκε: Δευτέρα 31 Μαΐου 2021

Ανίκανη και απρόθυμη η συστημική στρατηγική σκέψη σέρνει τη χώρα σε εκφυλιστική διολίσθηση

Στην Αθήνα, ορισμένοι κύκλοι επιμένουν να προσεγγίζουν τον σκληρό πυρήνα της Ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, ως ένα ζήτημα που εξαντλείται ή που πολύ περισσότερο θα παραμένει εσαεί, στην σφαίρα της τεχνικής διπλωματικής διαχείρισης και έτσι, θα μπορεί να εξασφαλίζει στην πολιτική ελίτ την δυνατότητα να καταφεύγει σε αμφιλεγόμενους επικοινωνιακούς ακροβατισμούς, με τελικό αποδέκτη την Ελληνική κοινωνία και θύμα τις κρίσιμες εθνικές μας προτεραιότητες…

του Κ. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Στην ουσία αρνούνται να αποδεχτούν τον στρατηγικό χαρακτήρα που προσλαμβάνει αντικειμενικά αυτή η αντιπαράθεση και την αποσυνδέουν επιμελώς από τα κρίσιμα διακυβεύματα που σχετίζονται με την γεωπολιτική υπόσταση της πατρίδας μας αλλά και την ίδια την στρατηγική επιβίωση του Ελληνισμού στο σύνολό του.

Δυστυχώς δεν πρόκειται για μια περιθωριακή αντίληψη που κινείται απλώς στα όρια της γραφικότητας και που ως τέτοια θα μπορούσε να αντιμετωπίζεται με την όποια ανοχή σε ένα περιβάλλον πολιτικής πολυφωνίας. Πρόκειται για μια καταφανώς επιζήμια προσέγγιση, η οποία εναρμονίζεται πλήρως με την λογική της ηττοπάθειας, του συμβιβασμού και των φοβικών συνδρόμων. Όλα τα παραπάνω, αποτελούν όψεις του ιδίου κίβδηλου νομίσματος, που αλληλοσυμπληρώνονται και συνθέτουν ένα επικίνδυνο σύστημα αντιλήψεων το οποίο αποτελεί την κυρίαρχη συστημική στρατηγική σκέψη της χώρας. Μια στρατηγική σκέψη…

Ανίκανη και απρόθυμη να καταδείξει τρόπους ανάσχεσης της τουρκικής επιχείρησης ψεύδους και παραποίησης της πραγματικότητας.

Ανίκανη και απρόθυμη να αντιπαραβάλει την ισχύ των ιστορικών Δικαίων στον αδίστακτο και ανιστόρητο σαλτιμπαγκισμό.

Ανίκανη και κυρίως απρόθυμη να διαχειριστεί μια ολοκληρωμένη ατζέντα διπλωματικοπολιτικής και επιχειρησιακής -σε επίπεδο επιτελικού σχεδιασμού κατ αρχήν- αντεπίθεσης, που θα καταστήσει τον θρασύ γείτονα απολογούμενο και κυρίως ανασφαλή απέναντι σε μια χειραφετημένη και απρόβλεπτη Ελλάδα.

Και φυσικά ανίκανη και απρόθυμη να υιοθετήσει την ιδέα ενός ολοκληρωμένου Αρχιπελαγικού Αμυντικού δόγματος, ικανού να ανακόψει το τουρκικό αναθεωρητικό όνειρο και το οποίο θα αποτελεί τον σκληρό πυρήνα ενός συνολικά νέου Εθνικού Αμυντικού Δόγματος που θα ενσωματώνει ως κυρίαρχη, την ιδέα του Πρώτου Συντριπτικού Στρατηγικού Πλήγματος, στον επιχειρησιακό σχεδιασμό μιας Ελλάδας που διαμηνύει προς πάσαν κατεύθυνση ότι τα παιχνίδια τελείωσαν και πως όποιος επιβουλεύεται τον Ελληνισμό, θα κληθεί να πληρώσει βαρύτατο κόστος.

Η Τουρκική Διπλωματία διευκολύνεται απεριόριστα όσο η κυρίαρχη Ελληνική αντίληψη παραμένει εγκλωβισμένη σε αυτήν την αντιπαραγωγική και αδιέξοδη λογική. Διευκολύνεται η εδραίωση και η προσαρμογή της επιθετικής της φυσιογνωμίας. Διευκολύνεται η αντιστοίχισή της με πειρατικές πρωτοβουλίες και δράσεις επί του πεδίου, που συσσωρεύουν καινούρια τετελεσμένα και τροποποιούν δραματικά τους όρους του παιχνιδιού. Διευκολύνεται η προώθηση της αναθεωρητικής ατζέντας την οποία έχει υιοθετήσει σύμπασα η πολιτική τάξη της γείτονος και η οποία προωθείται συστηματικά σε όλα τα διεθνή φόρα. Διευκολύνεται τέλος η υλοποίηση ακόμη και του επιχειρησιακού σχεδιασμού, ο οποίος έχει ενεργοποιηθεί αμετάκλητα από την Τουρκική πολιτικοστρατιωτική ηγεσία και η κλιμάκωσή του στην πράξη, συνδυάζει, όχι μονάχα τις παραδοσιακές μεθόδους αμφισβήτησης και προβολής ισχύος σε βάρος της χώρας μας με τρόπο κατάφορα προκλητικό, αλλά επεκτείνεται συστηματικά και μεθοδευμένα σε υβριδικού χαρακτήρα επιχειρήσεις οι οποίες διεξάγονται πλέον ΚΑΙ εντός της Ελληνικής επικράτειας, αλλά δυστυχώς ουδείς ασχολείται σοβαρά με την ανάγκη να μπει ένα τέλος σε αυτήν την απαράδεκτη κατάσταση.

Η επιθετική αναβάθμιση αυτής της πολύμορφης επιχειρησιακής δράσης, υπήρξε ραγδαία ιδιαίτερα μετά από τις αλυσιδωτές προκλήσεις στον Έβρο (σύλληψη δυο Ελλήνων στρατιωτικών και πρωτοφανής εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού) οι οποίες προϊδέασαν με τρόπο ξεκάθαρο για ότι θα επακολουθούσε. Πρόκειται για μια σειρά επιθετικών δραστηριοτήτων, που δεν είναι αποσπασματικές αλλά αποτελούν μέρος ενός ολοκληρωμένου διπλωματικοπολιτικού και επιχειρησιακού σχεδίου, απέναντι στο οποίο η χώρα μας επέδειξε σοβαρό έλλειμμα προβλεπτικότητας, διπλωματικοπολιτικής αποφασιστικότητας και υπολογίσιμου ειδικού βάρους στο περιβάλλον των παραδοσιακών «στρατηγικών» της συμμαχιών.

Το Τουρκολιβυκό μνημόνιο, η επιβολή ντε φάκτο ατζέντας στην Διπλωματία αλλά και σειράς αυθαιρεσιών επί του πεδίου στα σχετιζόμενα με την διαχείριση του Κυπριακού, όπως και η ευθεία αμφισβήτηση της ισχύος των Συνθηκών σε Αιγαίο και Θράκη, δεν αποτελούν απλώς απαράδεκτους και κατακριτέους χειρισμούς. Συνιστούν απολύτως στοχευμένες παρεμβάσεις που διαμορφώνουν μια συνολικά καινούρια κατάσταση, το αποτέλεσμα της οποίας, αφ ενός μεν δεν συμψηφίζεται με τα όποια καταγεγραμμένα θετικά στιγμιότυπα που αποτυπώθηκαν την περίοδο που κορυφώθηκε η ένταση στο Αιγαίο, αφ ετέρου δε θα πρέπει να προβληματίσουν τους πολίτες, τα επιτελεία αλλά και την πολιτική ηγεσία του τόπου, διότι όλα δείχνουν πως οι εξελίξεις επισπεύδονται και η πατρίδα μας πάσχει σοβαρά ακόμη και στο επίπεδο της ορθής ανάγνωσης των πραγματικών δεδομένων.

Η Τουρκία εισέρχεται πλέον με δυναμισμό στο περιβάλλον της παραδοσιακής Ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, επιδιώκοντας να κεφαλαιοποιήσει το προϊόν της χρόνιας πειρατικής της δράσης. Το Τουρκολιβυκό μνημόνιο και η συνολική εκτροπή που επέβαλε στην συλλογιστική του ΟΗΕ για την διαχείριση του Κυπριακού, δεν συνιστούν απλώς άτσαλες και αδόκιμες δράσεις που υπερβαίνουν το διπλωματικό κεκτημένο. Συνιστούν επικίνδυνα τετελεσμένα που αν δεν ανατραπούν στην πράξη, διαμορφώνουν στο πεδίο ένα εντελώς διαφορετικό γεωπολιτικό αποτύπωμα, που τείνει να καταστεί μη αναστρέψιμο.

Η Τουρκία έχει πάψει να αντιμετωπίζει αυτοτελώς τα ζητήματα που συνθέτουν την παραδοσιακή Ελληνοτουρκική σύγκρουση και τα διαχειρίζεται πλέον ως μέρος του συνολικού στρατηγικού της σχεδιασμού, στο πλαίσιο του ιστορικού ρόλου που διεκδικεί προκειμένου να καταστεί ισχυρή περιφερειακή δύναμη. Η Ελλάδα και η Κύπρος δεν αντιμετωπίζονται πιά ως επιμέρους προβλήματα απέναντι στα οποία επιδιώκει να επιβάλει σειρά παραδοσιακών διεκδικήσεων, αλλά ως ένα ενιαίο και αδιαίρετο εμπόδιο που ανακόπτει την ιστορική της επιδίωξη γι’ αυτό και επιζητεί τον ολοκληρωτικό γεωπολιτικό τους αφανισμό.

Στο περιβάλλον αυτής της κλιμάκωσης, η Ελλάδα παραμένει ασφυκτικά εγκλωβισμένη σε παθογένειες που παρά τα φαινόμενα έχουν επιδεινώσει δραματικά την πραγματική της θέση στο περιφερειακό στερέωμα. Κορυφαία πράξη αυτού του εγκλωβισμού, ήταν και παραμένει η προσκόλλησή της στην λογική του παρασιτικού προστατευτισμού από την οποία δεν διανοήθηκε να δραπετεύσει, ακόμη και σε μια περίοδο που οι υποτιθέμενοι «προστάτες» της, έχουν δείξει με τρόπο πολύ καθαρό τις πραγματικές τους διαθέσεις.

Η Γερμανία το έκανε αβαντάροντας με τρόπο προκλητικό την Τουρκία, στο σύνολο των επιθετικών της ενεργειών σε βάρος της χώρας μας, τόσο κατά την εκδήλωση της ανέντιμης εργαλειοποίησης του Μεταναστευτικού όσο και με τον τρόπο που διαχειρίστηκε την πολύ σοβαρή διεθνή πρόκληση με την υπογραφή του Τουρκολυβικού μνημονίου…

Οι ΗΠΑ το κάνουν αρνούμενες (παρά τις φλυαρίες περί στρατηγικής συνεργασίας) να διακηρύξουν την πρόθεσή τους να υπερασπιστούν την εφαρμογή των Συνθηκών και του συνόλου των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου, τόσο στο Αιγαίο όσο και στην ΝΑ Μεσόγειο…

Η απροθυμία της χώρας μας να στοιχηθεί με όρους πανεθνικούς, απέναντι στο σύνολο των προκλήσεων που υφίσταται, είναι μια ακόμη εξαιρετικά κρίσιμη από άποψη σημασίας διαχρονική παθογένεια. Και είναι πραγματικά τραγικό, σε μια ιστορική συγκυρία που ο επιθετικός γείτονας αντιμετωπίζει την Ελλάδα και την Κύπρο ως ένα ενιαίο εμπόδιο του οποίου επιδιώκει την καθυπόταξη - δορυφοριοποίηση και εν τέλει τον γεωπολιτικό του αφανισμό, στην Ελλάδα να συνεχίζει να παραμένει σε ισχύ -έστω και άτυπα- το δόγμα που λέει πως «Η Κύπρος κείται μακράν», με αποτέλεσμα να μην αναλαμβάνονται οι ενδεδειγμένες πρωτοβουλίες, ΟΥΤΕ για την ενιαιοποίηση του ζωτικού χώρου άσκησης κυριαρχικών δικαιωμάτων μεταξύ μητροπολιτικής Ελλάδας και Κύπρου, ΟΥΤΕ για την υιοθέτηση μιας ενιαίας πανεθνικής στρατηγικής σύμπαντος του Ελληνισμού, απέναντι στον επιθετικό αναθεωρητισμό της Τουρκίας.

Η απουσία ενός επικαιροποιημένου Εθνικού οράματος, έρχεται να επισφραγίσει το καταστροφικό τρίγωνο αυτής της διαχρονικής κακοδαιμονίας και στον βαθμό που αυτή η κατάσταση δεν αναστραφεί, αυτό δεν θα είναι προάγγελος θετικών εξελίξεων. Τα ιστορικά Δίκαια του Ελληνισμού, τα οποία εκτείνονται σαφώς πέραν των ορίων των Ελληνικών συνόρων, είναι η κεντρική ιδέα πάνω στην οποία θα πρέπει να οικοδομηθεί αυτό το νέο όραμα. Η ανάδειξή τους, η αποφασιστική προάσπισή τους, η γεωπολιτικά λειτουργική συμπόρευσή τους με τα ιστορικά Δίκαια άλλων ιστορικών λαών της περιοχής, θα μπορούσε να συμβάλει στην σφυρηλάτηση μιας πραγματικά στρατηγικής περιφερειακής συμμαχίας, με ξεκάθαρη ταυτότητα και απολύτως ενεργητικό προσανατολισμό.

Θα μπορούσε παράλληλα, να αποτελέσει το πρόπλασμα μιας Νέας Μεγάλης Ιδέας, που θα συνέβαλε καθοριστικά στην ισχυροποίηση της χώρας, στον εξωστρεφή προσανατολισμό της, στην συνολική επαναδιατύπωση μιας διαφορετικής σχέσης με μια νέου τύπου πολιτική κουλτούρα, που θα εναρμονίζεται απόλυτα με τις ιστορικές προκλήσεις της νέας εποχής.

Το γεγονός βέβαια ότι όλες αυτές οι σκέψεις, δεν αποτελούν μέρος του συλλογικού προβληματισμού της πολιτικής ελίτ και της ελίτ των συστημικών στρατηγιστών που σύρουν τον χορό της σταδιακής εθνικής διολίσθησης, δεν μπορεί και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως απλή διαχειριστική αστοχία. Είναι συνειδητή επιλογή που οδηγεί τον τόπο σε παράλυση, την Ελληνική Διπλωματία σε παθητικό διαχειριστή τετελεσμένων και την Ελληνική κοινωνία σε μια κουλτούρα συμβιβασμού μέσα από το διαρκές ροκάνισμα των προσδοκιών και της ελπίδας της.

Η Κύπρος το βίωσε με την απέλπιδα εκλογική επιλογή στην οποία ουσιαστικά σύρθηκαν οι πολίτες και επιβράβευσαν τους εκπροσώπους του συμβιβασμού στην χθεσινή εκλογική αναμέτρηση.

Η Ελλάδα το βιώνει σταθερά και επαναλαμβανόμενα, μέσα από τις διαρκείς προκλήσεις που μένουν αναπάντητες, με το κεφάλαιο της εθνικής περηφάνιας να αναλώνεται συστηματικά και φυσικά με την συντήρηση της ψευδαίσθησης του dual track approach, που από εργαλείο διαχείρισης ισορροπιών στις ανίερες κολεγιές των «συμμάχων» μας, αναβαθμίζεται σε αυτοκτονικό δόγμα που οδηγεί την Ελληνική Εξωτερική πολιτική σε σταδιακή και ολοκληρωτική κατάρρευση.

Η ιστορική εμπειρία ωστόσο, υπάρχει για να θυμίζει στους πάντες, ότι αυτοί που πρωταγωνίστησαν στον σταδιακό εθνικό και στρατηγικό εκφυλισμό, δεν μπορούν να μεταμορφωθούν σε πρωταγωνιστές της Εθνικής ανασύνταξης. Είναι λοιπόν φανερό πως για πρώτη ίσως φορά στα μεταπολεμικά χρονικά, η ανάγκη ανάληψης μιας ευρείας πολιτικής πρωτοβουλίας από μια εμπνευσμένη ομάδα ανθρώπων που θα μπορούσε να μεταλαμπαδεύσει αισιοδοξία και να αποκαταστήσει την κλονισμένη κοινωνική αυτοπεποίθηση, είναι απολύτως συνυφασμένη με την στρατηγική βιωσιμότητα του τόπου μας και του Ελληνισμού στο σύνολό του. Εάν δεν δρομολογηθεί με τρόπο κατεπείγοντα αυτή η διεργασία που θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για την δημιουργία ενός νέου ισχυρού Δημοκρατικού και Πατριωτικού ρεύματος, τότε για τον τόπο αυτόν δεν υπάρχει μέλλον.

Υ.Γ. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο Τούρκος ΥΠΕΞ έχει ολοκληρώσει το αποσχιστικό του παραλήρημα στην Θράκη... Ο Τούρκος πρόεδρος έχει ολοκληρώσει μια ακόμη καρακίτς παράσταση μετά πολλαπλών απειλών στην Αγιά Σοφιά... Η Τουρκική αεροπορία ολοκλήρωσε έναν ακόμη κύκλο προκλητικών παραβιάσεων πάνω από το Αιγαίο...

Αλλά παρ' όλα αυτά, τα κυβερνητικά επιτελεία διαπιστώνουν "Αμοιβαία βούληση για θετική ατζέντα", διευκολύνοντας έτσι -με Ιφιγένεια την χώρα μας- τους Ευρωπαίους "εταίρους" που αναζητούν τα απαραίτητα προσχήματα για να καταστήσουν ακόμη ευκολότερη την ζωή της Τουρκίας. Η Ελληνική πολιτική τάξη αποδεικνύεται για μια ακόμη φορά, πρόθυμη για όλα. Έχετε ακόμη αμφιβολίες για το που ακριβώς οδηγούμαστε;;;


×